Κείμενο: Matthew Quest. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Νίκος Βασιλειάδης
Εκείνοι οι πολιτικοί ηγέτες που φωτογραφίζονται ή μεταδίδουν εικόνες του εαυτού τους να γεμίζουν λακκούβες ή να κάνουν δουλειά με το φτυάρι, λερώνοντας τα χέρια τους, μπορούν να μας διδάξουν πολλά για την πολιτική. Αν επιθυμούμε να μάθουμε. Εκείνοι που χαίρονται διαπιστώνοντας ότι τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να είναι συμπαθείς και καλοπροαίρετοι, πρέπει να μάθουν να αντιλαμβάνονται ότι τέτοιοι αντιπροσωπευτικοί τύποι μπορούν να κρατούν μισοκρυμμένο έναν συνασπισμό που περιλαμβάνει και εκείνους που δεν έχουν καλές προθέσεις απέναντί μας. Αν η κυβέρνηση υπερηφανεύεται που καταπιάνεται με επιμέλεια με τα μικρά πράγματα που επιβαρύνουν τους καθημερινούς ανθρώπους, ώστε αυτοί να προσελκυστούν και να πιστέψουν ότι το κράτος μπορεί να εκπληρώσει ένα υποσχόμενο ευρύτερο όραμα, αυτό μπορεί να συσκοτίσει κάτι κρίσιμο. Τα επείγοντα καθήκοντα της ελευθερίας και της αυτοκυβέρνησης πρέπει να περάσουν στα χέρια εκείνων που μοχθούν, ώστε να μπορέσουν να φτάσουν στη δική τους, αυτοκαθοριζόμενη εξουσία.
Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζόραν Κουάμε Μαμντάνι, ανεξάρτητα από τους ελιγμούς των λευκών, φυλετικά ψυχοπαθών συντηρητικών που επιχειρούν να αμαυρώσουν την εικόνα του συνδέοντάς τον με την τρομοκρατία εξαιτίας της μουσουλμανικής του πίστης ή της αφρικανικής και ασιατικής καταγωγής του, διαθέτει αναμφισβήτητα ευρεία δημοτικότητα. Έχει μάλιστα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό αποδοχής μεταξύ των Εβραίων Αμερικανών απ’ ό,τι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η σταθερή υποστήριξή του προς την Παλαιστίνη, παρά τους —θα έπρεπε να είναι προφανείς— περιορισμούς ως προς την προβολή και την οπτική του, ακόμη και πριν γίνει δήμαρχος, περισσότερο από την αμφίσημη δέσμευσή του στον σοσιαλισμό, δεν αποτέλεσε ασήμαντο παράγοντα στην άνοδό του στην εξουσία.
Πέρα από τους φυλετικούς ψυχοπαθείς: Αντιμέτωποι με τα όρια του «καλού» τύπου
Σε μια εποχή συνεχών αλλαγών, καταγγέλθηκε φυσικά από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τον αποκάλεσε τρελό, ενώ ο Μαμντάνι υποστήριξε ότι ο Τραμπ είναι φασίστας. Έχουν πλέον πραγματοποιήσει όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις εγκάρδιες συναντήσεις χωρίς περιστατικά. Αυτό που υποτίθεται ότι θα ήταν μια επικείμενη σύγκρουση έχει αφυπνίσει, αν όχι αποθαρρύνει, τους ειλικρινείς εκείνους ανθρώπους που ήταν έτοιμοι να αγωνιστούν.
Ακόμη και ο Τραμπ άλλαξε στάση λέγοντας ότι είναι ένας συμπαθητικός νεαρός και, στην πρώτη κοινή συνέντευξη Τύπου τους, όταν ένας δημοσιογράφος ρώτησε αν ο Μαμντάνι εξακολουθεί να θεωρεί τον Τραμπ φασίστα (ο Μαμντάνι είπε ότι εμμένει στις διαφωνίες του με τον πρόεδρο), ο Τραμπ διαβεβαίωσε ότι αυτό δεν ενοχλούσε τον Μεγάλο Πορτοκαλί. Δεν τον πείραζε που ο Μαμντάνι τον αποκαλούσε φασίστα. Μέχρι ο νέος κύκλος του τελετουργικού χορού για την αιχμαλώτιση του κοινού να αρχίσει ξανά να εκτοξεύει απερίσκεπτες προσβολές, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελεί το πρότυπο του αντιφασισμού. Σίγουρα όχι όταν ο νεαρός Μαμντάνι βοήθησε τον μεγαλύτερο σε ηλικία Τραμπ να κατέβει τα σκαλιά του Γκρέισι Μάνσιον (Gracie Mansion, της κατοικίας του δημάρχου της Νέας Υόρκης), προτού παραχωρήσουν συνέντευξη Τύπου κατά την οποία ο αποκαλούμενος φασίστας υπαινίχθηκε ότι ο Μαμντάνι ίσως γίνει ένας από τους σπουδαιότερους δημάρχους της Νέας Υόρκης. Δεν έχει περάσει ούτε ένας χρόνος και οι δύο υπέρμαχοι διαφορετικών εκδοχών του εθνικού σοσιαλισμού ή του «Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά» εξακολουθούν να βρίσκουν κάτι κοινό.
Ωστόσο, ενώ ο δεξιός αντικομμουνισμός ανέκαθεν αλληλεπικαλυπτόταν με τον ρατσισμό και τον άξεστο ιμπεριαλιστικό Αμερικανικό Εξαιρετισμό, τα πλήθη που βλέπουν ευνοϊκά τον δήμαρχο -πολλοί από τους οποίους αισθάνονται μια αναζωογόνηση αόριστων ιδανικών (που οι περισσότεροι δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια), αλλά και μια ανανεωμένη ταύτιση με την ιεραρχική διακυβέρνηση – δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά τους. Δηλαδή, αν πράγματι επιθυμούν να φέρουν πιο κοντά μια νέα κοινωνία.
Ενώ εκείνοι που αντιπαθούν τον δήμαρχο (όπως και εκείνοι που τον θαυμάζουν) εξακολουθούν, κατά αξιοσημείωτο τρόπο, να μπερδεύουν το επώνυμό του – δεν προφέρεται «Μαν-ντάμι» -, ο κόσμος ακόμη προσαρμόζεται στην παρουσία του. Είναι διαρκώς υπομονετικός, με ένα χαλαρό, πλατύ χαμόγελο. Και ο δήμαρχος Μαμντάνι μοιάζει να βρίσκεται παντού.
Βρίσκεται σε συναυλίες χιπ χοπ, παίζει με παιδιά στο πάρκο (αγκαλιάζοντάς τα σαν να είναι ένας υπερμεγέθης χαρακτήρας από θεματικό πάρκο της Ντίσνεϊ), διοργανώνει συγκεντρώσεις για την παρακολούθηση αγώνων ποδοσφαίρου και μπάσκετ και παρευρίσκεται – ως τιμητικός τελετάρχης – σε κάθε εθνοτική παρέλαση, από εκείνες των Μεξικανών μέχρι εκείνες των Πορτορικανών. Συγκέντρωσε Αφρικανούς μετανάστες στο Γκρέισι Μάνσιον, ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν σε ένα πάρτι μεταμφιεσμένων, το οποίο, ανάμεσα σε μια διακοπή για το μουσουλμανικό κάλεσμα σε προσευχή, δεν μπορούσε παρά να επιβεβαιώσει (όπως το έθεσε ένας μετανάστης που γνώριζε καλά) ότι ήταν ενθουσιασμένοι σαν «γουρούνι μέσα στα σκατά» που ζούσαν στο αυτοκρατορικό κέντρο και επισκέπτονταν αυτό που υπό κανονικές συνθήκες είναι το σπίτι του λευκού ανθρώπου. Τίποτα δεν αποκαλύφθηκε σχετικά με την πραγματική τους στάση απέναντι στην πολιτική στην αφρικανική ήπειρο ή τη σχέση τους με αυτήν.
Στο πλευρό της αστυνομίας και του ιμπεριαλιστικού Αμερικανικού Εξαιρετισμού
Υπερβάλλοντας ως προς τη δέσμευσή του στον αγώνα κατά της αστυνομικής βίας κατά την προηγούμενη ακτιβιστική του δράση, ο Μαμντάνι έχει σταθεί στο πλευρό του αρχηγού της αστυνομίας, εκφράζοντας ενσυναίσθηση σε στιγμές ειδεχθών εγκλημάτων, αλλά ούτε μία φορά σε περίπτωση αστυνομικής αυθαιρεσίας. Παράξενο, δεδομένου ότι το κράτος κατέχει το μονοπώλιο των μέσων καταναγκασμού. Στο μνημείο της 11ης Σεπτεμβρίου στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, έσφιξε το χέρι του πρώην δημάρχου Τζουλιάνι, αφού αυτή η αποκρουστική φιγούρα είχε προσπαθήσει να κινητοποιήσει το ρατσιστικό αίσθημα των λευκών ώστε να αποκλειστεί ο Μαμντάνι από τις εκδηλώσεις. Ο Μαμντάνι, με τον κωμικό Τζον Στιούαρτ στην πρώτη γραμμή, στην πράξη εξέθεσε τον Τζουλιάνι και όλους τους δημάρχους και των δύο κομμάτων που ακολούθησαν, αποχαρακτηρίζοντας έγγραφα που έδειχναν ότι η κυβέρνηση της Νέας Υόρκης γνώριζε για την τοξική ποιότητα του αέρα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά το κρατούσε ως κρατικό μυστικό προκειμένου να περιορίσει την ευθύνη της.
Παρόλα αυτά, ο Μαμντάνι έχει απαντήσει, κατά τρόπο ενοχλητικό, στις περισσότερες αντιμουσουλμανικές συκοφαντίες εναντίον του, οι οποίες υπαινίσσονται συμπάθεια προς τρομοκράτες, επιμένοντας ότι «αγαπά αυτή τη χώρα». Δεν αποτελεί κατάλληλη απάντηση στον ρατσισμό των λευκών στην πολυπολιτισμική Αμερική του 21ου αιώνα, μετά το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα. Όμως, όπως ο Μπαράκ Ομπάμα πριν από αυτόν, παίζει το μακροπρόθεσμο παιχνίδι του «Τζάκι Ρόμπινσον». Ο Μαμντάνι, όπως και ο Ομπάμα, πήρε ψήφους τόσο από ρατσιστές όσο και από αντιρατσιστές λευκούς, εκεί όπου επικρατούσε η αντίληψη ότι ήταν καλός τύπος και η εναλλακτική ήταν ο αδίστακτος Άντριου Κουόμο και ο επί χρόνια παραμυθάς των δρόμων Κέρτις Σλίβα.
Ο Μαμντάνι έχει θέσει σε λειτουργία τα κρατικά του σούπερ μάρκετ και έχει εργαστεί για τη διατήρηση όσων έχουν απομείνει από τον έλεγχο των ενοικίων. Έχει υπερασπιστεί την τάξη των εργαζομένων της ΝτορΝτας (DoorDash), που πραγματοποιούν παραδόσεις υπό επισφαλείς μισθολογικές και εργασιακές συνθήκες. Αν και αυτό θα μπορούσε να γυρίσει εναντίον του με τη μορφή κακόβουλου χιούμορ σε βάρος του, έχει πιέσει ακόμη και για νέες δημόσιες τουαλέτες και έχει διατηρήσει στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της οικονομικής προσιτότητας των μπιντέ. Ο μέσος Αμερικανός που δεν διαθέτει διαβατήριο ή δεν έχει πάει ποτέ στην Ευρώπη αγνοεί την προηγμένη τεχνολογία που είναι ευρέως διαθέσιμη αλλού για να πλένει τα οπίσθιά του.
Φορολογήστε τους πλούσιους και καλέστε τους να συμμετάσχουν
Ο Μαμντάνι έχει προτείνει και επιδιώκει υψηλότερη φορολόγηση των υπερπλουσίων που κατέχουν πολλαπλά ακίνητα υψηλής αξίας. Ενώ ορισμένοι δισεκατομμυριούχοι έχουν προσπαθήσει να συντηρήσουν μια προπαγανδιστική επίθεση εναντίον του (και αυτό φαίνεται να εντυπωσιάζει όσους, σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, θεωρούν ότι αποτελεί απόδειξη της ακεραιότητάς του), μέχρι στιγμής σχεδόν όλοι έχουν παραβλέψει ότι, πριν ακόμη από την πρώτη ημέρα, κάλεσε έναν εκπρόσωπο της Γκολντμαν Σακς (Goldman Sachs) στην κυβέρνησή του και, φυσικά, διάφορους σοσιαλιστές και αντιαποικιακούς ακτιβιστές — προφανώς για το κράτος, τον καπιταλισμό και την αυτοκρατορία. Αυτοί οι ακτιβιστές ήταν ευτυχείς να παρευρίσκονται στα πάρτι με κρασί και τυρί μαζί με τους παγκόσμιους χρηματοδότες. Βεβαίως, υπάρχει και ένα πιο οξυδερκές σύνολο ανθρώπων — που δεν ταυτίζονται όλοι με τις επαγγελματικές γραφειοκρατίες. Ίσως προσπαθούν να δυναμώσουν τη φλόγα μιας ευρύτερης συνειδητοποίησης.
Ωστόσο, πότε θα αναγνωρίσουν οι καλοπροαίρετοι και οι «καλοί» ότι το ενδιαφέρον του Μαμντάνι για την αποτελεσματικότητα και την εμπειρία όσων μετακινούνται με τα δημόσια λεωφορεία, τα πολυάριθμα διαδικτυακά του βίντεο και οι δημόσιες συγκεντρώσεις του γύρω από αυτή την προσπάθεια συνάδουν με τις ιμπεριαλιστικές μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, οι οποίες εδώ και χρόνια προωθούν την ισότητα και τη συμπερίληψη στον αστικό σχεδιασμό. Η λογική είναι ότι όσοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό πρέπει να διαθέτουν μια δημόσια υποδομή που να τους μεταφέρει αξιόπιστα στην εργασία τους, ώστε οι πολυεθνικές εταιρικές μάρκες να μπορούν να αποσπούν πλούτο από αυτούς. Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο Μαμντάνι κινητοποιεί το προλεταριάτο.
Η απάτη του «Νιου Ντιλ» (New Deal): Καταστολή, όχι κινητοποίηση των εργαζομένων
Παρόλα αυτά, οι εύθυμοι άνδρες και γυναίκες του Μαμντάνι εργάζονται ανοιχτά για «ένα Νιου Ντιλ» (Νέο Σύμφωνο), τ ενώ οι ιστορικοί με ριζοσπαστική δημοκρατική νοοτροπία γνωρίζουν από πάντα ότι το καθεστώς του Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ συνέτριψε τις αυτοαπελευθερωτικές πτυχές του εργατικού κινήματος και εκτροχίασε το πρώτο κίνημα της Πορείας προς την Ουάσινγκτον για τα πολιτικά δικαιώματα. Δεν ήταν αυτό «προοδευτικό»;
Ο Ρούζβελτ δεν ήταν ο τελευταίος αυτοκρατορικός πατρίκιος που, ως οπορτουνιστής, χρηματοδότησε ακτιβιστικά σκυλιά-αρουραίους που τρέχουν γύρω γύρω γαβγίζοντας σε υψηλούς τόνους περί «προνομίου», προσποιούμενα ότι ηγούνται μιας επικείμενης σύγκρουσης, όπου αγωνίζονται να πηδήξουν πάνω από τα πόδια μας. Ωστόσο, η κοινωνική κίνηση των καλύτερων ενστίκτων μας δεν θα εδραιωθεί από τη μια μέρα στην άλλη ανεξάρτητα από εκείνους που απολαμβάνουν να περπατούν χέρι-χέρι με τη μισή άρχουσα τάξη και να αποκαλούν αυτό αντίθεση στην ολιγαρχία (την εξουσία των λίγων). Ο δήμαρχος Μαμντάνι έχει βρει έναν τρόπο να περπατά χέρι-χέρι σχεδόν με όλους. Αυτό είναι που κανονικά κάνει ένας δήμαρχος. Οι περισσότεροι χρηματοδότες της Γουόλ Στριτ, ακόμη και εκείνοι που προηγουμένως βρίσκονταν στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, έχουν χαιρετίσει τον πραγματισμό του.
Μια νέα γενιά «περίεργων για τον σοσιαλισμό» πρέπει να ξεκινήσει από κάπου, να σφυρηλατήσει τις δικές της εμπειρίες και να βγάλει τον εαυτό της από τους ζουρλομανδύες που έχει φορέσει στον εαυτό της. Πρέπει να αντιστοιχίσει τις τοπικές της εμπειρίες αποξένωσης και υποβάθμισης με φιλοσοφικό και ιστορικό αναστοχασμό σχετικά με τις αξίες που επιθυμεί να θέσει για τον εαυτό της και την κοινωνία. Για εκείνους που πιστεύουν στην ελευθερία μέσω της λαϊκής και άμεσης αυτοκυβέρνησης (ή θεωρούν ότι είναι μια ιδέα άξια στοχασμού), πρέπει να αρχίσουμε συζητήσεις στις οποίες θα ρίξουμε μια δεύτερη ματιά στον δήμαρχο Μαμντάνι, ο οποίος προβάλλει μέσω του διαδικτύου πώς, κατά τους πρώτους εννέα μήνες της θητείας του, η διοίκησή του έχει γεμίσει περισσότερες από 200.000 λακκούβες στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Πολλοί είναι ενθουσιασμένοι που αυτό αποτελεί απόδειξη ότι η κυβέρνησή του λογοδοτεί και κάνει κάτι.
Η κοινωνική κατασκευή του δημάρχου Μαμντάνι
Ωστόσο, η παρουσία του Μαμντάνι σε εργοτάξια, μαζί με χειρώνακτες εργάτες, φορώντας την ίδια με αυτούς στολή με κράνη και κίτρινα γιλέκα, λερώνοντας τα χέρια του (εύλογα, φορώντας γάντια), κάνοντας δουλειά με το φτυάρι, μαζεύοντας και πατώντας την άσφαλτο στη θέση της, και όχι απλώς διευκολύνοντας μια φτηνή ευκαιρία για φωτογράφιση (είναι πιο υψηλής τεχνολογίας) επί τόπου, κόβοντας τελετουργικές κορδέλες, είναι μια παράσταση που κανείς, εκτός ίσως από τους ηλικιωμένους, δεν έχει ξαναδεί ποτέ στον κόσμο.
Αν το να φοράει το γιλέκο του πάνω από το κοστούμι και τη γραβάτα του εξακολουθεί να είναι κάπως παράξενο, ο Μαμντάνι έχει επανειλημμένα παρουσιαστεί να εργάζεται δίπλα-δίπλα με τους πραγματικούς μισθωτούς της Νέας Υόρκης. Είναι αυτό μια σοσιαλιστική στάση; Κανείς δεν ξέρει.
Μερικοί «ακτιβιστές», όταν ερωτώνται σχετικά με αυτό το ιδιόμορφο σκηνικό, σταματούν και αρχίζουν να διστάζουν πριν μιλήσουν. Στην Εποχή του Αυτοκράτορα Τραμπ, του πολεμοχαρούς και επιδεικτικού, ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι αυτό δεν είναι μια ευπρόσδεκτη ανάσα φρέσκου αέρα; Ο δήμαρχος Μαμντάνι είναι «καλός».
Ο Αυτοκράτορας Μπαράκ Ομπάμα ήταν επίσης «καλός»
Ωστόσο, πριν από δύο δεκαετίες, ο Αυτοκράτορας Μπαράκ Ομπάμα χαιρετίστηκε ως καλός. Και σε αυτόν τον επικυρίαρχο επιτράπηκε να τριγυρνά μιλώντας για «την τόλμη της ελπίδας» και για «εμπρός», μέχρι που οι υποστηρικτές του αποφάσισαν να λειτουργήσουν ως ασπίδα, επινοώντας «το Νέο Τζιμ Κρόου» (μια ιδέα που υποστηρίχθηκε από μια ένωση Μαύρων αστυνομικών και από την επερχόμενη κομπίνα των «προοδευτικών εισαγγελέων»).
Όταν ο Ομπάμα μάζευε μετανάστες, κατέστελλε πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος και ανεξάρτητους δημοσιογράφους, μετασχημάτιζε την υγειονομική περίθαλψη εξαναγκάζοντας τους πολίτες να γίνουν πελάτες των Μεγάλων Επιχειρήσεων και χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικά την κρίση της οικονομικής προσιτότητας, δικαιολογούσε το βάναυσο αστυνομικό κράτος επιδεικνύοντας ενσυναίσθηση, και βομβάρδιζε και υπέσκαπτε αφρικανικά εδάφη από τη Σομαλία μέχρι τη Λιβύη, λίγοι προοδευτικοί ενοχλούνταν.
Άλλωστε, ο Ομπάμα επίσης δυσφημίστηκε ως «Αφρικανός», «Μουσουλμάνος» και επειδή «έκανε παρέα με τρομοκράτες», όπως έχει συμβεί και με τον δήμαρχο Μαμντάνι. Και πλήθη εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είναι όμορφος και καλός και ότι η σύζυγός του Μισέλ δεν είναι μόνο ελκυστική και με καμπύλες (οι ρατσιστές έχουν εξευτελίσει την εικόνα της), αλλά κατά κάποιον τρόπο έχει γίνει μια φιλόσοφος του γίγνεσθαι. Ούτε καν ο Μπαράκ Ομπάμα έβγαζε φωτογραφίες να φτυαρίζει μαζί με εργάτες οικοδομών. Αλλά κοιτάξτε πιο προσεκτικά αυτή τη δραστηριότητα του δημάρχου Μαμντάνι. Έχει μια πιο ειλικρινή ή πραγματικά καλή πολιτική οικονομία;
Οι πολιτικοί και η δουλειά με το φτυάρι στη συγκριτική παγκόσμια ιστορία
Τον εικοστό αιώνα, ιδιαίτερα κατά την Εποχή της εθνικής απελευθέρωσης του Τρίτου Κόσμου (1947–1993), ο Μάο Τσετούνγκ και ο Τσου Εν Λάι της Κίνας φωτογραφίζονταν να κάνουν δουλειά με το φτυάρι στους δρόμους δίπλα σε άγνωστους εργάτες. Το ίδιο έκαναν ο Φιντέλ Κάστρο της Κούβας και ο Μάικλ Μάνλεϊ της Τζαμάικα. Ο Τζούλιους Νιερέρε της Τανζανίας και ο Κουάμε Νκρούμα της Γκάνας έκαναν τελετουργικό σκάψιμο του εδάφους για τα δημόσια έργα τους, προκειμένου να τονώσουν το αίσθημα συμμετοχής των πολιτών. Ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού της Ινδίας συμμετείχε σε συμβολική δουλειά με το φτυάρι ανάμεσα σε χωρικούς.
Είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε τι σήμαιναν τα «βρόμικα χέρια» στο παρελθόν, ώστε να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τις σύγχρονες σημασίες τους. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο πολιτικοί της μεσαίας τάξης, σε κοινωνίες υποβαθμισμένες από τον ρατσισμό, την κάστα βάσει χρώματος και την αποικιοκρατία, έδειχναν την ταύτισή τους με τις πιο σκουρόχρωμες αδελφές και αδελφούς, οι οποίοι είχαν κοινωνικά κατασκευαστεί ως βρόμικοι και ακάθαρτοι. Ακόμη και οι περισσότερες ελίτ έγχρωμων ανθρώπων διατύπωναν αυτή την κρίση.
Παρόλα αυτά, όταν οι πολιτικοί «λερώνουν τα χέρια τους», αυτό μπορεί επίσης να αποτελεί μεταφορά για την εμπλοκή κάποιου σε κάτι άδικο, επαίσχυντο και ανέντιμο. Ωστόσο, οι περισσότεροι δεν θα έβλεπαν τους πολιτικούς που συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο ως μια μορφή «διαφθοράς», αλλά ως ένδειξη της δέσμευσής τους στην κοινωνική ισότητα. Είναι πράγματι έτσι;
Οι πολλές σημασίες των βρόμικων χεριών
Σε διάφορες περιόδους, οι κυβερνήσεις αυτές θεωρήθηκαν απειλή για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, μέχρι που ήρθαν στο φως στοιχεία για τις παρασκηνιακές και ανοιχτές σχέσεις τους με το παγκόσμιο κεφάλαιο, καθώς και για τα αστυνομικά κράτη που οι ίδιες προτιμούσαν. Αυτό συμβαίνει όταν αφήνουμε την αυτοδιάθεση των εργατών και των απλών ανθρώπων του Παγκόσμιου Νότου να μετατρέπεται σε μια φτηνή πολιτική ταυτοτήτων, ιδιοκτησία κόκκινων (ή κόκκινων, μαύρων και πράσινων) αριστοκρατών.
Ο δήμαρχος Μαμντάνι δεν είναι απλώς ο σημερινός επικεφαλής της κυβέρνησης της Νέας Υόρκης. Είναι ο επικεφαλής της μεγαλύτερης αυτοκρατορικής πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών, του κέντρου των χρηματοπιστωτικών οίκων της Γουόλ Στριτ, οι οποίοι ανέκαθεν καλλιεργούσαν μια ταυτότητα υπερτονισμένου κοσμοπολιτισμού. Ο πολιτισμικός πλουραλισμός δεν εγγυάται ούτε την ηθική ούτε την άμεση εξουσία της πλειοψηφίας. Πώς το γνωρίζουμε; Ο Μαμντάνι έχει ανέλθει στην εξουσία μέσα σε ένα μετα-αποικιακό πανηγύρι ματαιοδοξίας της εποχής μετά το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, όπου οι κοινωνικές ταυτότητες και το ιστορικό τραύμα πωλούνται έναντι ανταλλάγματος στη «λευκή δομή εξουσίας», η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πλέον στα περισσότερα μέρη. Η Παγκόσμια Αριστερά, στις ορθόδοξες εκδοχές της, πρέπει να είναι υπανάπτυκτη ή βαθιά πληγωμένη για να μην μπορεί να το αναγνωρίσει αυτό.
Και πρέπει να πω ότι, σε ολόκληρο τον κόσμο, άνθρωποι που κατά τα άλλα μιλούν καθημερινά για τα προβλήματα του ρατσισμού και της αυτοκρατορίας απλώς δεν αντιλαμβάνονται αυτό που βλέπουν να εκτυλίσσεται μπροστά τους με αυτή την «πολιτική των λακκουβών». Ακριβώς επειδή ο δήμαρχος Μαμντάνι είναι συμπαθής, φαίνεται να έχει καλές προθέσεις και ένα ορισμένο τμήμα των ρατσιστών και των πλουσίων τον αποκαλεί με διάφορους χαρακτηρισμούς, πολλοί παραβλέπουν ότι χρηματοδοτείται και έχει την έγκριση εκείνων που συγκαταλέγονται στους αποτελεσματικότερους κατακτητές και δολοφόνους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η διαφθορά έχει ξεπεράσει τα όρια;
Στην πραγματικότητα, στο όνομα του «όχι βασιλιάδες» και του «η διαφθορά έχει ξεπεράσει τα όρια» (που συνήθως σημαίνει ότι είναι ανεκτή, αν όχι μια χαρά, αρκεί να παίρνουμε κι εμείς ένα κομμάτι από την πίτα), επιχειρείται η αποκατάσταση της Πολυπολιτισμικής Αμερικής (του ανώτατου σταδίου του Ιμπεριαλιστικού Αμερικανικού Εξαιρετισμού) και του φιλελεύθερου ιμπεριαλιστικού πολυμερισμού, ο οποίος άφησε τον Παγκόσμιο Νότο σε ένα καθεστώς επικυριαρχίας που οι περισσότεροι αποκαλούν ανεξαρτησία και κυριαρχία. Όσοι επευφημούν τον δήμαρχο Μαμντάνι, στην πραγματικότητα φωνάζουν υπέρ της αναδιαμόρφωσης, και όχι της κατάργησης, της αυτοκρατορίας του κεφαλαίου.
Αυτό είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο δήμαρχος Μαμντάνι εκφράζει την αλληλεγγύη του προς την Παλαιστίνη. Η κριτική του προς το Ισραήλ δεν επικεντρώθηκε ποτέ στο ότι το Ισραήλ αποτελεί την πρώτη γραμμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας στη Μέση Ανατολή· επικεντρώθηκε, αντίθετα, στο ότι πρόκειται για μια λανθασμένη εξωτερική πολιτική που δεν βρίσκεται σε αρμονία με το διεθνές δίκαιο. Αυτό είναι που τον έκανε έναν πολιτικό αποδεκτό από μια ολόκληρη ιεραρχία κοινωνικών τάξεων στην αυτοκρατορική πόλη.
Μια αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη που δεν στρέφεται ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό;
Οι περισσότεροι ακτιβιστές σε ολόκληρο τον κόσμο δεν το έχουν αντιληφθεί, επειδή πιστεύουν ότι η απελευθέρωση από την αποικιοκρατία είναι κάτι για το οποίο ασκείς πίεση στην αυτοκρατορία, ώστε εκείνη να σου το παραχωρήσει. Επιπλέον, πολλοί συμφωνούν με τον Μαμντάνι ότι μπορείς να συνυπάρχεις στο ίδιο αυτοκρατορικό πολιτικό κόμμα —τους Δημοκρατικούς υπό τους Αυτοκράτορες Ομπάμα και Μπάιντεν— με πολιτικούς που πράγματι προήδρευσαν των πιο πρόσφατων γενοκτονικών επιθέσεων του Ισραήλ στη Γάζα και της εισβολής στην Αϊτή.
Όταν «προοδευτικοί» πολιτικοί δουλεύουν με το φτυάρι ή λερώνουν τα χέρια τους δίπλα στους εργάτες, βγάζοντας φωτογραφίες για να τις μοιραστούν με τον κόσμο, ορισμένοι το βλέπουν ως απόρριψη του ελιτισμού και ως μια άνετη προσέγγιση του απλού λαού· ακόμη και ως μια συμβολική συμφιλίωση της πνευματικής με τη χειρωνακτική εργασία. Δεν είναι αυτή η στάση κάποιου που επιθυμεί ειλικρινά να υπηρετήσει τον λαό; Ναι. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Οι άνθρωποι που αυτοκυβερνώνται δεν χρειάζονται κανέναν να τους υπηρετεί σαν να είναι παιδιά ή σαν ψητό γουρούνι σε πιατέλα με ένα μήλο στο στόμα. Ο Μαμντάνι προσπαθεί να συσπειρώσει τη νοοτροπία του κράτους πρόνοιας, ώστε να συγκαλύψει το γεγονός ότι ο λεγόμενος σοσιαλισμός του δεν περιέχει κανένα στοιχείο λαϊκής αυτοκυβέρνησης.
Είναι η δουλειά με το φτυάρι ενάντια στον ελιτισμό;
Η δουλειά με το φτυάρι της «πολιτικής της λακκούβας» μπορεί να δημιουργήσει ένα θέαμα που κρατά μισοκρυμμένη τη συμφιλίωση της αυτοκρατορίας του κεφαλαίου με τη μάσκα του σοσιαλισμού ως τελευταίου καταφυγίου της αστικής τάξης. Ο δήμαρχος Μαμντάνι δεν συζητά με τους απλούς Νεοϋορκέζους πώς θα μπορούσαν να ασκούν οι ίδιοι άμεσα τον έλεγχο του οικονομικού σχεδιασμού, των δικαστικών υποθέσεων, των εξωτερικών σχέσεων, της εκπαίδευσης, της οικολογίας και του στεγαστικού ζητήματος. Ενώ φαίνεται να ενδιαφέρεται ειλικρινά για τα βάρη που αντιμετωπίζουν, όπως τα ενοίκια και το γεγονός ότι το κόστος των τροφίμων είναι υπερβολικά υψηλό, προτείνει να τους βοηθήσει ενώ εκείνοι παραμένουν στη θέση που οι δυνάμεις της ιεραρχίας και της κυριαρχίας θεωρούν ότι τους αρμόζει.
Ο Μαμντάνι μπορεί να είναι ένας χαρισματικός καλλιεργητής της λαϊκής βούλησης, ο οποίος δρα από τα πάνω. Όσοι κατανοούν πραγματικά, σε παγκόσμιο και συγκριτικό επίπεδο, την κληρονομιά των κοινωνικών αγώνων έχουν ξαναδεί μια τέτοια προσωπικότητα. Φυσικά, από τον Μάο μέχρι τον Κάστρο και από τον Νιερέρε μέχρι τον Μάνλεϊ, οι εκτιμήσεις διαφέρουν.
Ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουμε
Ήταν υπηρέτες του λαού που, όποια κι αν ήταν τα λάθη τους, είχαν καλές προθέσεις; Ή ήταν χαρισματικοί αυταρχικοί ηγέτες που, στην πραγματικότητα, οικειοποιήθηκαν την εικόνα και την ταυτότητα των εργατών και των αγροτών που αγωνίζονταν για την αυτοκυβέρνησή τους, προκειμένου να νομιμοποιήσουν τα δικά τους καθεστώτα εξουσίας από τα πάνω; Θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας πορείας δημοκρατικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα να εξελιχθούν σε δικτάτορες; Αυτά είναι κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να κρατήσουμε μακριά από εκείνους που φλυαρούν ακατάπαυστα και καταγγέλλουν τα πάντα ως «κομμουνισμό», προκειμένου να υπερασπιστούν τις μικροκαπιταλιστικές, ρατσιστικές και ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες τους.
Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι περισσότερες δυνάμεις του χρηματιστικού κεφαλαίου στη Γουόλ Στριτ, ακόμη και εκείνες που προηγουμένως έβλεπαν ευνοϊκά τον Τραμπ, είναι πολύ ικανοποιημένες με την πραγματιστική προσέγγιση του δημάρχου Μαμντάνι στη διακυβέρνηση. Κάνει ό,τι μπορεί για να λειτουργούν τα τρένα και τα λεωφορεία στην ώρα τους και για να συγκρατεί τον απλό λαό, αποτρέποντάς τον από ουσιαστικές μορφές ανυπακοής και εξέγερσης. Αν οι χρηματοδότες και οι βιομήχανοι επενδύουν εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα στις λεγόμενες «αδέσμευτες» και «νεοαποικιακές» κυβερνήσεις, καθώς και στις δημόσιες και εθνικοποιημένες επιχειρήσεις και περιουσίες τους, γιατί είναι τόσο δύσκολο να διακρίνουμε σήμερα τη στήριξη που παρέχει το παγκόσμιο κεφάλαιο στον δήμαρχο Μαμντάνι;
Οι επικριτές των προνομίων μπορεί να μην είναι και τόσο έξυπνοι
Το επόμενο βήμα για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που οι ίδιοι οι απλοί άνθρωποι βάζουν στον δρόμο τους —ώστε η πραγματική συστημική καταπίεση να μπορεί επιτέλους να δεχτεί τα χτυπήματα— θα γίνει όταν απορρίψουν την κριτική περί «προνομίου» ως προσβολή προς τους εργαζόμενους. Αν δεν είστε ενάντια στην ενσωμάτωση των ανθρώπων σε έναν ατομικισμό θεμελιωμένο στην ιδιοκτησία και στη διαφοροποίηση εκείνων που διαχειρίζονται τις ζωές των υποτελών, σταματήστε να μιλάτε για «προνόμιο». Είναι ένδειξη είτε ότι δεν είστε και τόσο έξυπνοι είτε ότι είστε μικροαπατεώνες.
Είναι αλήθεια ότι αυτή η δυναμική ένταση υπάρχει μέσα στη σκέψη των ίδιων των ειλικρινών απλών ανθρώπων, οι οποίοι αναζητούν έναν τρόπο να απαλλαγούν από τα βάρη τους. Όμως, μέχρι εκείνοι που φορούν τα κίτρινα γιλέκα να πάψουν να ονειρεύονται τη συσσώρευση πλούτου —μαζί με τους φίλους τους ή για χάρη των παιδιών τους—, είτε φανταζόμενοι ότι θα κερδίσουν το λαχείο είτε παίζοντας τυχερά παιχνίδια με αριθμούς, δεν θα αποκτήσουν τη νοοτροπία που απαιτείται για να βρεθούν στην πρώτη γραμμή ενός λαϊκού δημοκρατικού αγώνα. Παρ’ όλα αυτά, ο καπιταλισμός και το κράτος έχουν τον τρόπο τους να φέρνουν τον αγώνα στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές μας, είτε είμαστε έτοιμοι είτε όχι. Όπως κι αν αντιλαμβανόμαστε τον ακτιβισμό, θα πρέπει να κάνουμε την απαραίτητη προπαρασκευαστική δουλειά ώστε οι απλοί άνθρωποι να αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση να πάρουν την πολιτική στα δικά τους χέρια και να την αποσπάσουν από την κυβέρνηση. Αντί γι’ αυτό, έχουμε οργανωτές κοινοτήτων που προωθούν την «ανύψωση της συνείδησης», μέσα από διαδικασίες όπου οι άνθρωποι οδηγούνται να ταυτιστούν με «καλές» και καλοπροαίρετες ιεραρχίες, ενώ φλυαρούν περί κοινωνικής δικαιοσύνης με χρηματοδότηση από τους Ροκφέλερ.
Νέες κοινωνικές σχέσεις πέρα από την τυραννία του «καλού»
Στους απλούς ανθρώπους δεν αρέσει να έχουν τα αφεντικά πάνω από το κεφάλι τους· ταυτόχρονα, όμως, ταυτίζονται με τη δύναμη και τον πλούτο που συνδέονται με τη θέση του αφεντικού. Και, για κάποιον λόγο, είναι συνηθισμένο στις Ηνωμένες Πολιτείες οι εργαζόμενοι να αποκαλούν ο ένας τον άλλον «αφεντικό» αντί για «σύντροφο». Για να μπορέσει να αναδυθεί μια ευρύτερη αντίληψη της ιδιότητας του πολίτη, αυτή η αντίφαση πρέπει να ξεκαθαριστεί, ώστε να έρθουν πιο κοντά νέες κοινωνικές σχέσεις που θα ξεπερνούν την τυραννία του «καλού». Γνωρίζω ότι ορισμένοι δυσκολεύονται να φανταστούν πως άνθρωποι που είναι καλοί, έχουν καλές προθέσεις και θεωρούνται γυναίκες και άνδρες «του λαού» μπορούν παρ’ όλα αυτά να επιφέρουν την τυραννία. Με αυτή τη λογική, προφανώς κάποιοι αστυνομικοί μπορούν να θεωρηθούν κάτι σαν υπεύθυνοι ψυχαγωγίας σε κρουαζιερόπλοιο και κάποιες φυλακές σαν πολυτελείς λέσχες αναψυχής, αρκεί να έχουν τη «σωστή» διοίκηση μέσα στον καπιταλισμό.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος του χαρίσματος του δημάρχου Μαμντάνι προέρχεται από το γεγονός ότι επισκέφθηκε μια μεγάλη φυλακή της Νέας Υόρκης για να παρακολουθήσει μπάσκετ και ποδόσφαιρο μαζί με τους κρατούμενους. Πολλοί χάρηκαν ειλικρινά που τον είδαν. Ήταν μια ωραία κίνηση. Αλλά ποιο ριζοσπαστικό δημοκρατικό κίνημα θα χαιρόταν, όταν τα μέλη του βρίσκονταν στη φυλακή, να συναντήσει τους πολιτικούς ηγέτες του κράτους που ευθύνεται για τη φυλάκισή τους; Ιδιαίτερα αν είχαν φυλακιστεί επειδή οργανώθηκαν ανεξάρτητα από το κράτος, είτε αυτό αυτοπαρουσιάζεται ως αριστοκρατικό είτε ως προοδευτικό.
Οι αυτοδιαχειριζόμενοι εργάτες δεν χαίρονται να φωτογραφίζονται με τα αφεντικά τους
Οι αυτοδιαχειριζόμενοι εργάτες —μπορεί σήμερα να αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις ή μικρές ομάδες— δεν φωτογραφίζονται οικειοθελώς και χαμογελαστοί με τα αφεντικά τους, παρά μόνο μέσα σε συνθήκες έντονης αποξένωσης και πραγματικού καταναγκασμού. Αν το να λερώνει κανείς τα χέρια του έχει τόσο βαθιά σημασία, τότε οι εργάτες που μοχθούν καθημερινά στα εργοτάξια και στους δρόμους θα έπρεπε να κρατούν οι ίδιοι τα ηνία της διακυβέρνησης, όχι κάποιος που τους επισκέπτεται περιστασιακά, θέλοντας να βγάλει μια σέλφι και να προβάλει παντού την εικόνα του. Αν έχει σημασία να συμβουλεύεσαι εκείνους που μοχθούν και να τους ρωτάς τι χρειάζονται και πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι την κατάστασή τους, τότε θα πρέπει να ενισχύεται η δική τους ικανότητα να καθορίζουν την πορεία τους. Αντί γι’ αυτό, το διαδίκτυο είναι γεμάτο μιμς που λένε περίπου «Ουάου, ο δήμαρχος Μαμντάνι απλώς πήρε ένα φτυάρι και γέμισε τη λακκούβα» και «δεν το έκανε για τη φωτογράφιση». Οι γέννημα-θρέμμα Νεοϋορκέζοι ξέρουν πώς έχουν τα πράγματα. Μπορούν να είναι εγκάρδιοι και αυθόρμητα πρόθυμοι να βοηθήσουν, αν και μερικές φορές είναι συγκρατημένοι και επιφυλακτικοί και άλλες φορές θρασείς. Όσοι πραγματικά καταλαβαίνουν τι συμβαίνει λένε: «Πρέπει να είναι τρελοί». Έτσι, φυσικά, μιλούν οι πραγματικοί εργαζόμενοι της Νέας Υόρκης — όχι όσοι ζουν μέσα σε μια επίδοξη αντικουλτούρα «ασφαλών χώρων».
Δεν συνιστάται —και στην πραγματικότητα θα πρέπει να το αποθαρρύνουμε αποφασιστικά— να βρίζουν και να συκοφαντούν τον δήμαρχο Μαμντάνι από ρατσιστικά, ιδιοτελή και ιμπεριαλιστικά κίνητρα. Και σε κανέναν, ιδιαίτερα στις εργατικές και φτωχές γειτονιές, δεν αρέσουν οι λακκούβες. Ωστόσο, όσοι θέλουν να ξεπεράσουν αυτές τις αντιφάσεις πρέπει να μπορούν να έχουν στο μυαλό τους περισσότερες από δύο ιδέες ταυτόχρονα και να μην αντιλαμβάνονται τα πάντα ως μια απλή επιλογή ανάμεσα σε δύο δυνατότητες, όπως στις εκλογές.
Ανύψωση της συνείδησης ή εκλαΐκευση του ιστορικού και πολιτικού αναλφαβητισμού;
Δεν θέλουμε, καθώς περπατάμε, να πέσουμε σε μια λακκούβα, να χτυπήσουμε το γόνατό μας ή να γυρίσουμε τον αστράγαλό μας. Δεν θέλουμε να οδηγούμε το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητό μας —ή να πηγαίνουμε με το λεωφορείο—, να σφιγγόμαστε και να νιώθουμε το χτύπημα στη σπονδυλική μας στήλη όταν οι τροχοί πέφτουν απότομα μέσα σε μια λακκούβα, ούτε να χάνουμε ένα τάσι και να το βλέπουμε να κυλά στριφογυρίζοντας στο βάθος. Πολύ περισσότερο απ’ όσο αντιλαμβανόμαστε, αυτοί οι τραυματισμοί που συμβαίνουν μέσα σε επισφαλείς συνθήκες λειτουργούν ως μεταφορά για όσα συμβαίνουν όταν πιστεύουμε ότι εκείνοι που στέκονται πάνω από την κοινωνία μπορούν ταυτόχρονα να είναι καλοί και καλοπροαίρετοι και να ηγούνται του αγώνα ενάντια στα προνόμια σε συνεργασία με τους υπερπλούσιους. Για να γίνει πιστευτή μια τέτοια αντίληψη, απαιτείται η διάδοση ενός στοιχειώδους ιστορικού και πολιτικού αναλφαβητισμού.
Και κάποια στιγμή οι άνθρωποι με αρχές θα πρέπει να θυμώσουν με κάποιον και να χρησιμοποιήσουν ακόμη και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς —ως μέρος μιας επερχόμενης σύγκρουσης—, αν δεν θέλουμε ένα απελευθερωτικό μέλλον να προχωρά κουτσαίνοντας σε έναν κακοτράχαλο δρόμο, μέχρι οι προοπτικές της λαϊκής αυτοκυβέρνησης να χαθούν και να απομακρυνθούν, σαν το τάσι που στριφογυρίζει στον δρόμο. Αυτή τη στιγμή, όμως, ο δήμαρχος Μαμντάνι προχωρά ανενόχλητος ακριβώς επειδή άνθρωποι χωρίς αρχές τον έβρισαν. Κι έτσι παραμένει ένας «καλός τύπος», παρά τα όσα έχουμε ακούσει. Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ τον συμπαθεί.
Όταν ο Μαμντάνι λέει ότι είναι πρόθυμος να συνεργαστεί με οποιονδήποτε διαθέτει εξουσία προκειμένου να απαλλάξει τους απλούς ανθρώπους από τα βάρη της κρίσης του κόστους ζωής, έχει ήδη εγκαταλείψει την ισχυρότερη δυνατή κοινωνική δύναμη —τους ίδιους τους απλούς ανθρώπους— και έχει στραφεί προς το αστυνομικό κράτος και την αυτοκρατορία του κεφαλαίου. Είναι σαφές ότι στόχος πολλών σοσιαλιστών —όχι όλων— είναι να διασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι δεν θα κρατήσουν ποτέ άμεσα στα χέρια τους τα ηνία της κοινωνίας.