Κείμενο του Samuel από το The Commoner. Μετάφραση: Ηλίας Σεκέρης.
Κάποιος πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Joseph K., γιατί ένα πρωί, χωρίς να έχει κάνει τίποτα πραγματικά κακό, συνελήφθη.
~Franz Kafka
Με μία από τις διασημότερες, ίσως, εναρκτήριες φράσεις της αγγλικής λογοτεχνίας, ο Φραντς Κάφκα ξεκίνησε το μυθιστόρημά του, Η Δίκη, με μια κοφτή διαπίστωση ενός γεγονότος. Ο πρωταγωνιστής του είχε συλληφθεί από άγνωστους πράκτορες και σύντομα επρόκειτο να συρθεί σε μια παρατεταμένη, μυστηριώδη δικαστική διαδικασία, καθοδηγούμενη από μια απόμακρη και απροσδιόριστη δικαστική αρχή. Το έγκλημά του; Δεν έχει ιδέα – και ούτε ο ίδιος ούτε ο αναγνώστης θα το μάθουν ποτέ.
Το μυθιστόρημα του Κάφκα έχει επιδεχθεί πολλές ερμηνείες, αλλά έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστό για την απεικόνιση των κινδύνων μιας απάνθρωπης γραφειοκρατίας στην οποία έχει δοθεί πλήρης αυτονομία να εξουσιάζει τις ζωές των ανθρώπων. Σε αυτή την περίπτωση, η τέχνη πράγματι μιμείται την πραγματικότητα, καθώς οι γραφειοκρατίες και οι γραφειοκράτες συχνά παρουσιάζονται στερεοτυπικά ως σκληρές, άκαρδες μηχανές που δεν υπηρετούν τίποτε άλλο πέρα από τις ανάγκες των κυβερνήσεών τους. Είτε πρόκειται για την επίδοση δικαστικής εντολής έξωσης, είτε για την απόρριψη μιας αίτησης κοινωνικής πρόνοιας, είτε απλώς για μια κλήση στάθμευσης, οι καθημερινές μας εμπειρίες με την κρατική γραφειοκρατία δεν κάνουν παρά να ενισχύουν αυτό το στερεότυπο. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της ζωής μας (νόμοι, δικαστικές διαταγές, κυρώσεις κ.λπ.) εφαρμόζονται από ανθρώπους οι οποίοι, απ’ όσο γνωρίζουμε, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι απρόσωπα ρομπότ.
Ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να τους μισούμε, η πολιτική μας φαντασία παραμένει εγκλωβισμένη στα όριά τους. Παρά το μυστήριο και τη φαινομενική τους ασπλαχνία, η ύπαρξη των γραφειοκρατών αντιμετωπίζεται ως δεδομένο, ως αναγκαιότητα για τη διαχείριση της πολυπλοκότητας ενός σύγχρονου κράτους. Όπως επισημαίνει ο David Graeber στο βιβλίο του Η Ουτοπία των Κανόνων, τα ουτοπικά οράματα της ανθρωπότητας, είτε «σοσιαλιστικά, της ελεύθερης αγοράς ή, εν προκειμένω, θρησκευτικο-φονταμενταλιστικά», αντιμετωπίζουν μια αποτελεσματική γραφειοκρατία ως τον «ακρογωνιαίο λίθο» του σχεδίου τους να προσδώσουν συνοχή στην κοινωνική τάξη. Μόνο ο αναρχισμός έχει αντιταχθεί σταθερά σε αυτή την τάση, αρνούμενος να δει τη γραφειοκρατία ως ουδέτερο εργαλείο ή ως έναν μηχανισμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση των απαιτήσεων του λαού.
Γιατί, λοιπόν, οι αναρχικοί αντιτίθενται σε αυτή την αντίληψη; Για να το κατανοήσουμε, ίσως είναι πιο χρήσιμο να στραφούμε σε κάποιον που δεν ήταν αναρχικός, αλλά θα είναι οικείος σε κάποιους από εσάς. Αυτός είναι ο Μαξ Βέμπερ (1864-1920), ένας Γερμανός κοινωνιολόγος που είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Όπως και ο διάσημος κριτικός του καπιταλισμού, Καρλ Μαρξ, ο Βέμπερ έδωσε μεγάλη σημασία στις επιπτώσεις του «καταμερισμού της εργασίας», δηλαδή στην εξειδίκευση των ατόμων σε συγκεκριμένους, επαναλαμβανόμενους επαγγελματικούς ρόλους. Αυτή η εξειδίκευση, η οποία επέτρεπε μεγαλύτερη παραγωγή και πιο σύνθετες βιομηχανικές διαδικασίες στο εσωτερικό της οικονομίας, θα οδηγούσε με τη σειρά της σε ακόμη μεγαλύτερο «εξορθολογισμό» της – με άλλα λόγια, σε μια εντονότερη επιθυμία να εξηγηθεί και να κατανοηθεί η κοινωνία και οι λειτουργίες της ως ένα σύνολο λογικών διαδικασιών.
Αν, στη συνέχεια, προσθέσουμε και κάποια νέα τεχνολογία, όπως συνέβη με τη Βιομηχανική Επανάσταση, τότε προκύπτει μια εξαιρετικά παραγωγική αλλά και εξαιρετικά πολύπλοκη μορφή παραγωγής. Αν αυτή η παραγωγή αναπτύσσεται και ελέγχεται από διάφορους καπιταλιστές, των οποίων η ίδια η ύπαρξη προϋποθέτει τη διατήρηση και την επέκτασή της σε μια ανταγωνιστική αγορά, τότε έχουμε πράγματι να αναμετρηθούμε με ένα περίπλοκο και απειλητικό θηρίο.
Για τον Βέμπερ, ήταν αυτό το περίπλοκο πλέγμα συναλλαγών στην αγορά, χρηματιστηρίων, δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που απαιτούσε την ανάπτυξη μιας οργανωμένης, επαγγελματικής και απρόσωπης γραφειοκρατίας. Αν και οι προηγούμενες κοινωνίες διέθεταν τις δικές τους γραφειοκρατίες, ήταν η εμφάνιση του καπιταλισμού και η εντεινόμενη επιδίωξη εξορθολογισμού και ελέγχου των παραγωγικών του λειτουργιών που διεύρυναν πραγματικά τις διοικητικές δυνατότητες της γραφειοκρατίας.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Βέμπερ έβλεπε τη γραφειοκρατία τόσο ως μέσο ελέγχου των συνεπειών του καταμερισμού της εργασίας όσο και ως άμεσο κοινωνικοπολιτικό αποτέλεσμά του.
Όπως σημειώνει ο κοινωνιολόγος Άντονι Γκίντενς:
Είναι θεμελιώδες για την κοινωνιολογία του σύγχρονου καπιταλισμού του Βέμπερ το γεγονός ότι το φαινόμενο της εξειδίκευσης της επαγγελματικής λειτουργίας δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση στην οικονομική σφαίρα. Ο διαχωρισμός του εργάτη από τον έλεγχο των μέσων παραγωγής του, τον οποίο ο Μαρξ ξεχώρισε ως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου καπιταλισμού, δεν περιορίζεται στη βιομηχανία, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρη την πολιτική σφαίρα, τον στρατό και άλλα τμήματα της κοινωνίας στα οποία η οργάνωση μεγάλης κλίμακας αποκτά εξέχουσα θέση.
Η επέκταση της θεωρίας του Βέμπερ για τη γραφειοκρατία στον κοινωνικοπολιτικό τομέα τού έδωσε μια οπτική διαφορετική από εκείνη του Μαρξ: οι κίνδυνοι της γραφειοκρατίας -η απρόσωπη φύση της, ο διαχωρισμός της από τον λαό- ήταν εγγενείς σε αυτήν ήδη από τη συγκρότησή της. Η απλή αλλαγή του οικονομικού συστήματος δεν θα άλλαζε αυτή την πραγματικότητα, καθώς η γραφειοκρατία θα εξακολουθούσε να επιδιώκει τον εξορθολογισμό και τον έλεγχο της κοινωνίας με παρόμοιο τρόπο.
Στην πραγματικότητα, αυτό παρέμεινε ένα από τα σταθερά σημεία της κριτικής του Βέμπερ στον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με τα λόγια του Γκίντενς, «δεν μπορεί να υπάρξει καμία δυνατότητα μετασχηματισμού της γραφειοκρατικοποίησης της κοινωνικής ζωής μέσω της έλευσης μιας σοσιαλιστικής επανάστασης», όχι απλώς επειδή μια τέτοια επανάσταση θα διατηρούσε τη γραφειοκρατία, αλλά επειδή αυτή η γραφειοκρατία θα έπρεπε να επεκταθεί ώστε να ελέγχει κεντρικά όλες τις μορφές παραγωγής, από τη στιγμή που τίποτε δεν θα παρέμενε στην αρμοδιότητα του ιδιωτικού τομέα. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρόλο που οι σοσιαλιστές -χρησιμοποιώ εδώ τον όρο με την έννοια της μη ελευθεριακής παράδοσης, δηλαδή του κρατικού σοσιαλισμού- έχουν ασκήσει κριτική στη γραφειοκρατία, με τον Μαρξ να την αποκαλεί ακόμη και «έναν κύκλο από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ο Βέμπερ θεωρούσε αυτές τις κριτικές ανεπαρκείς. Η διαδικασία του εξορθολογισμού -η προσπάθεια εξήγησης και ελέγχου των κοινωνικών λειτουργιών-θα διευρύνεται όσο ενισχύεται ο έλεγχος της οικονομίας από το κράτος. Αυτό, με τη σειρά του, θα διευρύνει τη διοικητική εξουσία που ασκεί η γραφειοκρατία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Αν και τα δύο ρεύματα σκέψης κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε τις παραλληλίες ανάμεσα στην κριτική του Βέμπερ και σε εκείνη των αναρχικών, οι οποίοι υποστηρίζουν μια αποκεντρωμένη, μη γραφειοκρατική μορφή σχεδιασμού. Αυτό που προσθέτουν οι αναρχικοί είναι ότι η γραφειοκρατία, ως βραχίονας του κράτους, αποτελεί προέκταση της άρχουσας τάξης αυτού του κράτους. Δείτε, για παράδειγμα, αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του Χέρμπερτ Ριντ «Ποίηση και Αναρχισμός» (1938):
(…) η γραφειοκρατία δεν έχει τίποτα κοινό με τον λαό. Είναι ένα παρασιτικό σώμα και πρέπει να συντηρείται μέσω της φορολογίας και των εκβιασμών. Μόλις εδραιωθεί -όπως έχει εδραιωθεί εδώ και μισό αιώνα στην Αγγλία και όπως έχει πρόσφατα εδραιωθεί στη Ρωσία- θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να παγιώσει τη θέση της και να διατηρήσει την εξουσία της. Ακόμη κι αν καταργήσετε όλες τις άλλες τάξεις και διακρίσεις και διατηρήσετε μια γραφειοκρατία, εξακολουθείτε να βρίσκεστε μακριά από την αταξική κοινωνία, γιατί η ίδια η γραφειοκρατία αποτελεί τον πυρήνα μιας τάξης της οποίας τα συμφέροντα είναι εντελώς αντίθετα προς εκείνα του λαού που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Η παραγνώριση αυτού του θεμελιώδους χαρακτήρα της γραφειοκρατίας είναι μία από τις πολλές αποτυχίες του κρατικοσοσιαλιστικού ή μαρξιστικού-λενινιστικού προγράμματος. Διότι, ακόμη κι αν οι υποστηρικτές του ασκούν κριτική στους γραφειοκράτες των αντίστοιχων χωρών τους, δεν διαθέτουν ούτε την πολιτική φαντασία ούτε το επαναστατικό πλαίσιο για να απαλλαγούν από αυτούς. Στην περίπτωση της Σοβιετικής Ρωσίας, για παράδειγμα, οι νέοι επαναστάτες ηγέτες, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανάγκη να διοικήσουν το νέο σοσιαλιστικό κράτος και να αυξήσουν την παραγωγή του, βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε καπιταλιστικούς τρόπους οργάνωσης. Επιλέγοντας να αγνοήσει τους κινδύνους της γραφειοκρατίας, η σοβιετική ηγεσία διαμόρφωσε «μια γραφειοκρατία ως το διοικητικό στρώμα στην παραγωγή», της οποίας η μόνη σύνδεση με την εργατική τάξη ήταν η ενσάρκωσή της στο «εργατικό κόμμα». Όπως εξήγησε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η απόφαση να τοποθετηθεί ένας διευθυντής επικεφαλής ενός εργοστασίου αντί για ένα εργατικό συμβούλιο δεν θεωρήθηκε ότι είχε «καμία πολιτική σημασία»· απλώς έγινε αποδεκτή. Η «ανάγκη» να δημιουργηθεί μια ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία για τη διαχείριση της παραγωγής, καθώς και ένα κόμμα γραφειοκρατών για τη διαχείριση του κράτους, αντιμετωπίστηκε ως πολιτικό δεδομένο και αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της μπολσεβίκικης ιδεολογίας.
Μπορεί να έχουν περάσει εκατό χρόνια από εκείνη την επανάσταση, αλλά η βασική φύση του κράτους δεν έχει αλλάξει, ούτε και η επαναστατική στρατηγική του κρατικού σοσιαλισμού. Εκτός αν μιλάμε για συμβουλιακούς κομμουνιστές ή ελευθεριακούς σοσιαλιστές, το μεγαλύτερο μέρος της μαρξιστικής και σοσιαλιστικής σκέψης εξακολουθεί να βασίζεται στο κράτος και στους γραφειοκράτες για το όραμά του μιας νέας κοινωνίας. Ό,τι κι αν πει ένας σύγχρονος μαρξιστής-λενινιστής για τις «νέες υλικές συνθήκες» της σημερινής εποχής, η αντίληψή του για την επανάσταση θα αναπαράγει ακριβώς τα βήματα που έγιναν τότε. Δεν πρόκειται για κακόβουλη αιχμή, αλλά για την πραγματικότητα μιας πολιτικής σκέψης που έχει παραμείνει στάσιμη από τις επαναστάσεις των αρχών του εικοστού αιώνα. Άλλοι μαρξιστές, όπως εκείνοι που μπορεί να συναντήσει κανείς στο Εργατικό Κόμμα του Ηνωμένου Βασιλείου ή στο DSA, δεν διαφέρουν ως προς την εξάρτησή τους από τις κρατικές λειτουργίες για την εικόνα που έχουν μιας νέας κοινωνίας.
Ο μόνος τρόπος να απελευθερωθούμε από τη λαβή της γραφειοκρατίας είναι να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οργανωνόμαστε ως άνθρωποι και ως ανθρώπινες κοινότητες.
Όπως έγραψε ο Κροπότκιν:
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο σοσιαλισμός πρέπει να γίνει πιο λαϊκός, πιο κοινοτιστικός και λιγότερο εξαρτημένος από την έμμεση διακυβέρνηση μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων. Πρέπει να γίνει πιο αυτοδιοικούμενος.
Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε μορφές οργάνωσης που δεν βασίζονται στην παρουσία ανεξέλεγκτων γραφειοκρατών. Για πολλούς αναρχικούς, αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία δικτύων μικρότερων κοινοτήτων, καθεμία από τις οποίες θα ασκεί άμεσο δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή της και θα διοικείται από πρόσωπα που τελούν υπό την εντολή της κοινότητας και μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν και να αντικατασταθούν από αυτήν. Υπάρχουν τρία κριτήρια με τα οποία θα μπορούσαμε να αξιολογούμε αυτές τις νέες διοικητικές μονάδες.
Όπως τα διατυπώνει ο Colin Ward, το ερώτημα είναι αν είναι: λειτουργικές, προσωρινές και μικρές.
Το κλειδί για την αποφυγή των κινδύνων της γραφειοκρατίας είναι να διασφαλίσουμε ότι οι διοικητικές μας λειτουργίες είναι: λειτουργικές, δηλαδή δημιουργούνται για έναν συγκεκριμένο σκοπό· προσωρινές, δηλαδή καταργούνται μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός τους· και μικρές, ώστε οι μικρότερες διοικητικές μονάδες να λογοδοτούν στην κοινότητα, αντί να υπάρχει μια μεγάλη γραφειοκρατία που λογοδοτεί στη δική της ιεραρχική ηγεσία.
Είναι απαραίτητο να διερευνήσουμε αυτές τις δυνατότητες, ώστε να μην πέσουμε στην παγίδα της παραγνώρισης των κινδύνων του γραφειοκρατικού συστήματος.