Συνέντευξη Zygmunt Bauman: Η ρευστή νεωτερικότητα (Autonomedia, 2001)

0

Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα ως θεμελιώδη στοιχεία της εμπειρίας του σύγχρονου κόσμου. Άτομα καταδικασμένα να παραπαίουν ταχύτατα και ακατάπαυστα, ολοένα και περισσότερο συνδέονται με την ιδέα μιας «ρευστής νεωτερικότητας» και ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τη στέρεα «δημόσια» ασφάλεια του παρελθόντος. Το βλέμμα του κοινωνιολόγου Zygmunt Bauman στα σημερινά προβλήματα μέσα από μια συνέντευξή του στους συντάκτες της ιταλικής εφημερίδας «Il manifesto» Luca Guzzetti και Federico Rahola, η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Μάρτη 2001. Στα ελληνικά δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 16ο τεύχος του περιοδικού Autonomedia, χειμώνας 2001-’02.

Ερώτηση: Προτείνοντας την εικόνα ενός «ρευστού» παρόντος –σε αντίθεση με τη «στερεότητα» των μοντέρνων θεσμών– κινείσαι στο ίδιο μήκος κύματος με άλλους συγγραφείς. Σκεφτόμαστε πιο συγκεκριμένα τον Ulrich Beck και τη γνωστικιστική/αναστοχαστική διάσταση που αποδίδει στο παρόν, τη διαπεραστική εξατομίκευση (στοιχείο που ο Μπεκ το βλέπει και θετικά, σαν μια βιογραφική εφευρετικότητα) και προπάντων τον «κίνδυνο», που δίπλα στη μεγαλύτερη ελευθερία, μοιάζει να γίνεται μια «οντολογική» συνθήκη. Σε τι διαφέρει αυτή η «ρευστή νεωτερικότητα» από «μετριοπαθείς» θεωρήσεις, ή λιγότερο κριτικές, όπως αυτή του Μπεκ;

Ζ. Μπάουμαν: Ένας καλός τρόπος για να ερμηνεύσουμε μια ιστορική περίοδο είναι να δούμε τους τύπους του φόβου που τη διαπερνούν. Όταν –το 1984– έγινε «υποχρεωτικό» το ξαναδιάβασμα του Orwell, η προσπάθεια να βρεθούν με κάθε κόστος οι εφαρμογές και οι αναλογίες του κόσμου που προαπεικόνισε σε σχέση με τον δικό μας απέτυχε παταγωδώς. Ο φόβος του 1984 δεν είναι πλέον ο βασικός μας φόβος. Στη δυστοπική θεώρηση που μοιράζονται δύο έργα που κατά τα άλλα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους (αυτό του Όργουελ και το Brave New World του Aldus Huxley) uπάρχει η εικόνα ενός ολοκληρωτικού ελέγχου, μιας απροσπέλαστης εξουσίας που χρησίμευε σαν μια εν δυνάμει μεταφορά του μέλλοντος.

Σήμερα, περισσότερο από καταπιεσμένοι, φοβόμαστε, αντιθέτως, μήπως μείνουμε εγκαταλειμμένοι, μόνοι, απροσάρμοστοι. Αυτό που ο Bourdieu συνοψίζει στη σύνθετη έννοια της precarité, μεταφέροντας ουσιαστικά ένα αίσθημα ακαταλληλότητας: το μεγάλο ατομικό καθήκον που μας αναθέτει το παρόν δεν έγκειται στην εξειδίκευση, στην ορθή εκτέλεση ενός καθήκοντος, αλλά στο να δείξουμε πως είμαστε ευέλικτοι προκειμένου να διεκπεραιώσουμε κάτι. Η λέξη unsichereit [ανασφάλεια, αβεβαιότητα, σ.τ.Μ.] αποδίδει αυτή την απόλυτη διάσταση της αβεβαιότητας και της προκύπτουσας ανησυχίας. Η αντανακλαστική και ανάστροφη εικόνα αυτού του φόβου, ανάστροφη ακόμη και σε σχέση με εκείνη του Όργουελ, δεν συνίσταται πλέον στην επιθυμία να είμαστε ομοιόμορφοι, αλλά στο να φαινόμαστε πολυεδρικοί, προσαρμόσιμοι. Αυτό δεν υπονοεί πως τα πάντα είναι ρευστά και αιφνίδια. Η ακαμψία παραμένει, αλλά πλέον δεν είναι αποδεκτή.

Ο Claus Offe έχει συνθέσει πολύ καλά αυτή την αντινομική κατάσταση μεταξύ μιας μακρυνής ακαμψίας και μιας άμεσης ευλιγισίας. Αυτό που μας λείπει είναι η δυνατότητα να δούμε πέρα από την παλίρροια των αντικειμένων και των chances που περιβάλλουν την ατομική μας σφαίρα και φτάνουν σε πιο απομακρυσμένα περιβάλλοντα, όπου καθορίζεται πραγματικά η κατάστασή μας. Αν, όπως είχε αποκαλύψει ο Weber, ένας από τους συστατικούς χαρακτήρες της «στέρεας νεωτερικότητας» συνίστατο στην αναβολή των ανταμοιβών, σήμερα, αντιθέτως, κάθε επιλογή συνδέεται μ’ ένα άμεσο αποτέλεσμα: τα πάντα επισπεύδονται μέσα σε μία στιγμή. Σύμπτωμα μιας ευρύτερης κατάστασης προσωρινότητας, έλλειψης εμπιστοσύνης στη σταθερότητα του χρόνου, εξασθένησης των δικτύων προστασίας.

Ο φόβος μήπως είμαστε ακατάλληλοι προέρχεται από ένα αντικειμενικό δεδομένο: έγκειται σε μας να μεριμνήσουμε για το «υλικό» που θα αποτελέσει τη βιογραφία μας, κανείς δεν θα μας το προμηθεύσει και κανείς δεν θα μας ελέγξει σ’ αυτό το εκλεπτυσμένο εγχείρημα. Η επιλογή πρέπει να γίνει αμέσως και πρέπει να είναι η σωστή. Ο φόβος να εκτεθούμε, να βρεθούμε έξω: ο καθένας εκλαμβάνει τον εαυτό του ως ένα εν δυνάμει θύμα του αποκλεισμού. Υπάρχει ένα τεράστιο ρήγμα μεταξύ της κατάστασης εγκατάλειψης στην οποία έχουμε πέσει και της αναγκαιότητας επιλογής, μεταξύ της υπευθυνότητας που πρέπει να διακρίνει τις επιλογές και τους πόρους που έχουμε στη διάθεσή μας: δεν καταφέρνουμε να προβλέπουμε συνέπειες που πληρώνονται σε πρώτο πρόσωπο. Και αυτό αφορά εν δυνάμει κάθε όψη της κοινωνικής ζωής: κάθε τύπος σχέσης γίνεται ασταθής, στην εργασία και, όπως έχει δείξει ο Giddens, στη συναισθηματική σφαίρα.

Ερώτηση: Και, ωστόσο, είναι ο Γκίντενς παρά -εν μέρει- ο Μπεκ, που φαίνεται να «υπολήπτεται» αυτή τη διάσταση.

Ζ. Μπάουμαν: Κανείς δεν αρνείται ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες επιλογής, περισσότερη ελευθερία. Αλλά αυτό απαιτεί ένα υψηλότατο, υπερβολικό τίμημα. Αν, όπως υποστήριζε ο Freud, το πρόβλημα του ΧΧ αιώνα έγκειτο στην ανεπάρκεια της ελευθερίας, στην υπερβολή της προστασίας/καταπίεσης, σήμερα αυτή η κατάσταση έχει αντιστραφεί σε μια απεριόριστη ελευθερία και μια αυξανόμενη unsicherheit, που αφορά κάθε εμπειρικό πλαίσιο, πραγματικό και προβολικό. Πρέπει να περιμένουμε ολοένα και μεγαλύτερη επιδείνωση και διέγερση αυτού του γενικότερου αιτήματος για ασφάλεια. Γιατί κάθε ευκαιρία προβολής του φόβου αφορά μια ανησυχία της οποίας οι αιτίες έρχονται απέξω.

Ερώτηση: Σε σχέση μ’ αυτή την προβολική διάσταση, επαναπροτείνεις την κλασική φιγούρα του «απόδιοπομπαίου τράγου». Ποια είναι σήμερα τα πολιτικά και γνωστικά «όρια» που επιτρέπουν τη θεώρηση κάποιου σαν αποδιοπομπαίου τράγου;

Ζ. Μπάουμαν: Το ζήτημα των ορίων είναι σήμερα, σ’ ένα σενάριο στο οποίο διατέμνονται παγκόσμιες ωθήσεις και επιστροφές στο τοπικό επίπεδο, περισσότερο από ποτέ κεντρικό και υπαγορεύει μια αυστηρή διαίρεση μεταξύ των διαφόρων δυνατοτήτων υπέρβασης ή υποταγής σ’ αυτά τα όρια: η σιδηρά διαφορά μεταξύ της καταδίκης να μείνουμε τοπικοί και του προνομίου να είμαστε παγκόσμιοι και μέσα στο γενικότερο σενάριο του displacement [μετατόπιση, εκτοπισμός, σ.τ.Μ.] στο οποίο εγγράφεται το μεταναστευτικό φαινόμενο, η άβυσσος που χωρίζει τον τουρίστα από τον πλάνητα. Η μετάβαση σε μια ρευστή νεωτερικότητα προσλαμβάνει, σε σχέση με τα όρια, μια ιδιαίτερη ορατότητα: μιλούσαμε για όρια τον ΙΧ αιώνα και μιλάμε και σήμερα, αλλά το αντικείμενο για το οποίο μιλάμε δεν είναι πλέον το ίδιο.

Αν η μοντέρνα, η «σταθερή» σημασία, των ορίων ήταν ο έλεγχος ενός εδάφους, σήμερα η λειτουργία τους είναι κατ’ ουσίαν αυτή της ρύθμισης των διαφορών. Αυτός ο τρόπος χρήσης των ορίων είναι επίσης κεντρικός ως προς τη συγκρότηση ενός πιθανού αποδιοπομπαίου τράγου. Περισσότερο από scapegoat [αποδιοπομπαίος τράγος, σ.τ.Μ.], προτιμώ σε κάθε περίπτωση να μιλώ για scapegoating [η διαδικασία μετατροπής κάποιου ή κάποιων σε αποδιοπομπαίο τράγο, σ.τ.Μ.]: τη σταθερή τάση προβολής της θυματοποίησής μας σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που μπορεί να προσλαμβάνει διαφορετικές μορφές. Η «καθίζηση» αυτής της διαδικασίας είναι συχνά τυχαία.

Η αδιαφάνεια κατά βάθος της ανασφάλειάς μας –που σε κάθε περίπτωση είναι πραγματική– δημιουργεί τις προϋποθέσεις του scapegoating: βρείτε ένα πρόσχημα για να αντιπαρατεθείτε σε κάτι, προκειμένου να ανασυγκροτήσετε και να δώσετε νόημα στις πράξεις σας. Μπορεί να πρόκειται για έναν καπνιστή που «μας μολύνει». Μπορεί ακόμη να αφορά περισσότερο τους μετανάστες που μετατρέπονται περίπου σε «εχθρούς». Κάθε «αντικείμενο» που «αξιόπιστα», στη βάση δηλαδή των λιγοστών θεωρητικών πηγών που διαθέτουμε για να διαβάσουμε το παρόν, μπορεί να τεθεί σαν η αλληλόδραση μεταξύ της άμεσης ανασφάλειάς μας και ενός κόσμου που αντιλαμβανόμαστε σαν γεμάτο από μακρυνούς και ανεξέλεγκτους κινδύνους. Υφίσταται σήμερα μια τάση προς το scapegoating που προσλαμβάνει, αυτό είναι το τραγικό στοιχείο, έναν «γενοκτονικό» χαρακτήρα. Αλλά οι ψυχολογικές πηγές είναι οι ίδιες, είτε πρόκειται για μια εμμονή σε σχέση με τη δίαιτα, τη διατροφή, είτε όταν το άτομο στρέφεται εναντίον των μεταναστών: μια υπερευαισθησία, μια εμμονή, μια παρανοϊκή στάση, αντανάκλαση της ανασφάλειας που βρίσκεται στο βάθος.

Ερώτηση: Η ανασφάλεια προέρχεται, στην ανάγνωσή σου, από την κρίση στον τρόπο ερμηνείας του δημόσιου και του ιδιωτικού. Βλέπεις γύρω από τον εαυτό κάποιες δυνατότητες για την εκ νέου δημιουργία ενός δημόσιου χώρου;

Ζ. Μπάουμαν: Η αποδυνάμωση του δημόσιου χώρου είναι ένας από τους παράγοντες όπου φαίνεται ξεκάθαρα η διάρρηξη με τη σταθερότητα της νεωτερικότητας. Η ανασφάλεια του σήμερα είναι διαφορετική από εκείνη των πατεράδων μας. Τα βάσανά μας δεν συσσωρεύονται και αντιθέτως εξατομικεύονται σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχουν πλέον τόποι στους οποίους είναι δυνατόν να υπάρξει κυκλοφορία, να μεταφερθεί η ιδιωτική διάσταση στη δημόσια – εκείνη η διάσταση που κλασικά ανήκε στην αγορά, ως χώρος μεσολάβησης μεταξύ του οίκου και της εκκλησίας, και που στη σταθερή νεωτερικότητα μπορούσε να εντοπιστεί στις πρώτες μορφές της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Σήμερα αυτή η τέχνη της μεταφοράς έχει χαθεί. Και απεναντίας, η εξατομίκευση έχει αποκτήσει έναν χαρακτήρα αυτοδιαιώνισης. Αν τον αιώνα που τελείωσε διαπερνούσαν πάντοτε ωθήσεις απεδαφικοποίησης, αυτό που ο Γκίντενς ορίζει σαν disembedding [ξεσφήνωμα, σ.τ.Μ.], σ’ αυτή τη κίνηση αντιστοιχούσε πάντοτε ένα επόμενο και αντίθετο re-embedding [εκ νέου σφήνωμα, σ.τ.Μ.], με αποτέλεσμα μια μεταφορά σχεδόν διάφανη, άμεση, που επέτρεπε την αναπαραγωγή μιας τάξης: η σαρτρική ιδέα ενός projét de la vie, των συνισταμένων που επέτρεπαν σ’ έναν αστό να είναι αστός, γνωρίζοντάς το. Σήμερα αυτή η διάσταση έχει διαρραγεί και δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα re-embedding, ούτε υπάρχουν πια beds – εκτός από τα διαθέσιμα κρεβάτια ενός μοτέλ στον αυτοκινητόδρομο.

Το πρόβλημα της ταυτότητας σήμερα δεν είναι πλέον εκείνο της οικοδόμησης, πέτρα-πέτρα, σταθερών, στέρεων βιογραφιών, αλλά αντιθέτως της συγκρότησης μη άκαμπτων, μη ριζωμένων μορφών. Κρατάτε τις πόρτες ανοιχτές, χωρίς ποτέ να μπορείτε να τις κλείσετε και σκεφτείτε ότι φτάνετε, σ’ ένα ατέλειωτο παιχνίδι που σ’ ένα long life project συνιστά μια long life anxiety. Συνθήκη που πιθανώς ο Richard Sennet έχει ορίσει καλύτερα από άλλους σαν την κοινότοπη αντίθεση μεταξύ του Henry Ford και του Bill Gates. Το φορντιστικό εργοστάσιο κάποτε αποσυνέθετε και κατακερμάτιζε την εργασιακή εμπειρία, αλλά επανασύνεθετε τις ζωές σ’ ένα ενοποιητικό πλαίσιο. Σήμερα ολόκληρα πολύπλοκα τμήματα της εργασίας επαφίονται στην ατομική, ιδιωτική ευθύνη και οι κοινωνικές σχέσεις προσανατολίζονται στο στυλ της αγοράς. Γενικότερα, λείπει η διάσταση της ρουτίνας, καταπιεστική αλλά και αποτρόπαια, μια εποχιακή κυκλοφορία που αντιπροσώπευε τη σταθερή βάση της μοντέρνας εμπειρίας.

Μια από τις αξίες ενός σημαντικού κειμένου όπως το βιβλίο των Boltanski-Chiapello Le nouvel esprit du capitalisme, συνίσταται στην επισήμανση της αδυναμίας αφαίρεσης αυτών των αλλαγμένων συνθηκών, δίνοντας απαντήσεις που ακόμη αναφέρονται σε συνθήκες που έχουν ενκλείψει. Δεν πρόκειται να τις κάνουμε να υπάρξουν και πάλι, ούτε υπάρχει τρόπος για να γυρίσει πίσω η ιστορία. Αλλά υπάρχουν νέες δυνατές απαντήσεις.

Όταν υποστηρίζω τον επείγοντα χαρακτήρα των νέων δημόσιων χώρων μεταφοράς, εννοώ την αναγκαιότητα να καλυφτεί η άβυσσος μεταξύ μιας συνθήκης απόλυτης ατομικής ευθραυστότητας και μιας εξουσίας ολοένα και πιο απρόσιτης.

Το να απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση τη γεμάτη συναρμογές, σημαίνει κατ’ ουσίαν να δημιουργήσεις δύο τύπους δημόσιων χώρων. Έναν πρώτο μεταξύ της ατομικότητας de jure και της ατομικότητας de facto: με την ανίχνευση κατευθύνσεων που δεν διαχωρίζονται από τις ατομικές εμπειρίες, αλλά μπορούν να πάνε πέρα από την ατομική μοίρα και να μετασχηματιστούν από τη μια μέρα στην άλλη χωρίς προειδοποίηση. Η κάλυψη αυτής της διάστασης σημαίνει τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης δυνατότητας να δρας άμεσα, στις δεδομένες συνθήκες. Και αυτό μας πάει σ’ ένα δεύτερο και πιο βαθύ κενό, που αφορά τον χωρισμό μεταξύ εξουσίας και πολιτικής.

Οι διαδικασίες που ορίζονται σαν παγκόσμιες, περιγράφουν προπάντων εκείνη τη φυγή της εξουσίας από την πολιτική. Οι πολιτικοί θεσμοί που επινοήθηκαν και συγκροτήθηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες, σήμερα είναι απλώς ανίκανοι να υποδείξουν/εξασφαλίσουν τους τόπους στους οποίους βρίσκεται η εξουσία. Αν η εξουσία κινείται σε παγκόσμιο επίπεδο, η πολιτική παραμένει ανεπανόρθωτα τοπική. Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν σημάδια που αφήνουν να φανεί ένα «κίνημα των κινημάτων»: κινήματα που συναντώνται και αμφισβητούν την εξουσία στο ίδιο της το έδαφος, που πέρα από το να σκέφτονται, δρουν και παγκοσμίως. Σήμερα κανείς κρατικός θεσμός δεν μπορεί να στηρίξει μια παρόμοια πρόκληση, γιατί εμπλέκεται πολύ σε άμεσα, τοπικά, εκλογικά συμφέροντα. Γι’ αυτό η πρόσφατη συνάντηση στο Πόρτο Αλέγκρε έχει ιδιαίτερη σημασία, συμβολίζοντας κάτι στ’ αλήθεια ενθαρρυντικό.

Ερώτηση: Μιλάς για μια «αγορά των νομιμοποιήσεων» που αντισταθμίζει την αποδυνάμωση μιας αρχής. Ποιος είναι ο χώρος της εξουσίας σ’ αυτό το χωρίς κέντρο και ρευστό σενάριο;

Ζ. Μπάουμαν: Θα ήθελα να εντάξω αυτή την απουσία νομιμοποίησης στο πλαίσιο της έκρηξης των ειδικών και των συμβούλων. Η κοινωνία των ατόμων έχει πλημμυρίσει προφανώς από μια μεγάλη ανάγκη αντισταθμίσεων. Η πολλαπλότητα των νομιμοποιήσεων αναφέρεται στο γεγονός ότι αντί για μία μόνο αρχή – απόλυτη, όπως στο παρελθόν μπορούσε να είναι η εκκλησία –, έχουμε περάσει σε μια κατάσταση διεκδίκησης του μονοπωλίου εκ μέρους περισσότερων αρχών που ανταγωνίζονται για τη δυνατότητα παραγωγής εξουσιαστικών απόψεων. Ένας ανταγωνισμός που, στη ρευστή νεωτερικότητα, γίνεται πλήρης. Η νομιμοποίηση που ο Βέμπερ απέδιδε στις εξουσίες του κράτους, σήμερα θρυμματίζεται σε χιλιάδες υποκείμενα που διεκδικούν εξουσία και υποσχέσεις ατομικής ευτυχίας. Σήμερα η εξουσία δεν βασίζεται πλέον σε μια μορφή νομιμοποίησης – αλλά στον ανταγωνισμό της αγοράς. Νομιμοποιείται μόνο η μοναξιά. •

Αφήστε ένα σχόλιο