Στο περιθώριο του περιθωρίου: Οι γυναίκες χόμπος στην Αμερική του 19ου αι.

0

Ο πολυγραφότατος Τζακ Λόντον, γεννημένος στις 12 Ιανουαρίου 1876, έγραψε το περίφημο βιβλίο Ο δρόμος (1907), στο οποίο περιγράφεται το φαινόμενο των χόμπος (βλ. το σχετικό μας άρθρο Το φαινόμενο των χόμπος και ο «Δρόμος» του Τζακ Λόντον). Σήμερα δημοσιεύουμε μία σχετικά άγνωστη πτυχή των χόμπος, αυτή της ύπαρξης γυναικών χόμπος. Καταφέραμε να διασώσουμε το εν λόγω άρθρο λίγο πριν πέσει το σάιτ της αρχικής πηγής του. Μετάφραση για το αυτολεξεί: Σπύρος Γαρουνιάτης.

Οι γυναίκες hobos αποτελούν ένα μερικώς καταγεγραμμένο, ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο και ο λόγος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η ανατρεπτική τους δυνατότητα. Η προβληματική ύπαρξη της γυναίκας, η θέση της έξω από το οικιακό περιβάλλον -το οποίο είχε ανατεθεί σε αυτήν-, το σύνηθες cross-dressing ντύσιμό της κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ο ανατρεπτικός τρόπος ζωής της κοινότητάς της· όλα τα παραπάνω αψήφησαν και αποδόμησαν τις εξονυχιστικες βαθμίδες ταξινόμησης που εκπόνησαν οι κοινωνιολόγοι στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική. Ο άξονας που συνδέει την κινητικότητα και το σώμα ήταν το κλειδί για την οικοδόμηση αυτού που ήταν αποδεκτό σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες και αυτού που κρινόταν ως περιθωριακό, προκαλώντας προβλήματα στη λογική των ταμπελών.

Οι έννοιες του τόπου και της κινητικότητας αντιπροσώπευαν ουσιαστικά στοιχεία του φιλοσοφικού παραδείγματος αυτής της περιόδου, ειδικά σε σχέση με τα επιχειρήματα που σχετίζονται με την ταυτότητα και την ηθική. Όπως φαίνεται από το έργο του Martin Heidegger, το σπίτι και οι ρίζες θεωρούνται θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες και συνδέονταν στενά με την ταυτότητα. Σε έναν ηθικό κόσμο, ο τόπος εξασφάλισε μια αυθεντική ύπαρξη και ήταν το κέντρο νοήματος για τους ανθρώπους. Εφόσον ένα άτομο είχε τον δικό του χώρο, θεωρούνταν ένα ηθικό ον και υπήρχε στην κοινωνία.

Το σπίτι ως χώρος ήρθε για να ενσωματώσει τον πιο σημαντικό παράγοντα που δίνει σημασία στην ανθρώπινη ζωή. Αντιθέτως, η κινητικότητα απευθυνόταν στον άλλον, ήταν η αντίθεση στους ηθικούς κόσμους.

Γι’ αυτό η κινητικότητα αυτή των αλητισσών [tramps]αναγνωρίστηκε ως δείκτης απειλής που τιθόταν ενώπιον της «αξιοσέβαστης» κοινωνίας. Πράγματι, η κινητικότητα υποσκάπτει την άνεση και τις στενές οικείοτητες των τοπικών κοινοτήτων και των γειτονιών τους, υπονομεύει την προσήλωση και τη δέσμευση. Ένας νομαδικός τρόπος ζωής συνεπαγόταν ίσως την απουσία συμμετοχής και υποδηλώνει την έλλειψη νοήματος και την έλλειψη μετατόπισης. Οι συνεχείς περιπλανήσεις και η αδυναμία στο να βρεθεί ένας σταθερός χώρος θεωρήθηκαν αρνητικά επειδή συνδέονταν με την απόκλιση. Τέτοια χωρικά-βασιζόμενη, αντι-κινητική αντίληψη για τον κόσμο διαμόρφωσε την κοινωνική δομή της γνώσης για τους αλήτες στην Αμερική γενικότερα. Αυτή η μεταναστευτική μορφή έγινε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο έρευνας στα τέλη του αιώνα.

Η έλλειψη ριζών των περιπλανώμενων και η απρόβλεπτη κινητικότητά τους απέτρεψαν τις προσδοκίες ενός χωρικά σταθερού τρόπου ζωής, εξ ου και η ιστορία των αλητών είναι μια ιστορία περιθωριοποίησης, αποκλεισμού και παραβατικότητας. Μια άλλη σταθερή και περιορισμένη αντίληψη του πολιτισμού και της ταυτότητας έπαιξε σημαντικό ρόλο όσον αφορά τις αντιδράσεις στις γυναίκες χόμπος. Η δυαδική άποψη του φύλου που κληρονομήθηκε από τη βικτοριανή σκέψη και η θεωρία των ξεχωριστων σφαιρών έφτιαξαν μια σαφή γραμμή μεταξύ των φύλων συσχετίζοντας την αρρενωπότητα με το έξω και τη δραστηριότητα, ενώ τη θηλυκότητα με το μέσα και την παθητικότητα. Με άλλα λόγια, οι άντρες έπρεπε να δραστηριοποιούνται στον δημόσιο χώρο (στη δουλειά ή στην ύπαιθρο), ενώ για τις γυναίκες προβλεπόταν ότι θα μείνουν στην ιδιωτική σφαίρα (σε εσωτερικούς χώρους, στο σπίτι), σε έναν χώρο που θεωρείται ασφαλής και καθαρός.

Επιπλέον, η γεωγραφία του φόβου υποδήλωνε ότι οι δημόσιοι χώροι θα μπορούσαν να είναι επικίνδυνοι για τις γυναίκες. Μόνο τρεις γυναικείες φιγούρες που επιτρέπονταν να βγουν έξω ήταν γνωστές. Η πρώτη αντιστοιχεί στη flâneuse [από τον flâneur: ο άνθρωπος του ελεύθερου χρόνου, που βολτάρει, ο αδρανής, ο αστικός εξερευνητής και γνώστης του δρόμου], η οποία ασκούσε μια ανδρική, πεζή δραστηριότητα που είχε δημιουργηθεί από τη νεωτερικότητα των δρόμων, σε συνδυασμό με μια μποέμικη επιθυμία για το χαμηλό και το περιθωριακό. Στο βιβλίο της The Sphinx in the City, η Elizabeth Wilson υποστήριξε τον απελευθερωτικό χαρακτηρα της ζωής στην πόλη για τις γυναίκες. Ωστόσο, η πλειονότητα των γυναικών που φαίνονταν μόνες ήταν οι σεξεργατριες. Αυτές αντιπροσώπευαν το πιο σαφές παράδειγμα της γυναίκας στον δημόσιο χώρο μετά τη μετατροπή του χώρου του εμπορικού σεξ από ιδιωτικό φαινόμενο σε δημόσιο. Η σεξεργασία έδωσε στις γυναίκες ένα ανεξάρτητο εισόδημα μέσω μιας δημόσιας εμπορικής μορφής και από αυτή την άποψη αποτελούσε μία προσβολή στις πατριαρχικές προσδοκίες. Τέλος, στο άλλο άκρο του φάσματος των τάξεων, υπήρχε η αυτοκρατορική ταξιδιώτισσα, μια γυναίκα μεσαίας τάξης που ταξίδεψε για την επιστήμη και το εμπόριο και είχε το προνόμιο της άνεσης και του σπιτιού μαζί της. Τα ρούχα που φορούσαν οι τελευταιες ήταν ένδειξη για τις διαφορετικές και αντίστοιχες μορφές και εμπειρίες κινητικότητας.

Παρ’ όλο που οι νομικοί ορισμοί, καθώς και οι κοινωνικές κατηγορίες και οι ταξινομήσεις του φύλου, υπέθεταν ότι οι αλήτες ήταν όλοι άντρες, περίπου το 10% των καβαλάρηδων των δρόμων αποδείχτηκε ότι ήταν γυναίκες. Ιστορίες σχετικα με τις περιπλανώμενες γυναίκες συχνά διατίθενται στην αγορά ως συγκλονιστικοί φορείς απόκλισης, κάτι που είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο η περιθωριοποίηση γίνεται αντικείμενο περιέργειας για ένα κοινό που μπορεί να διατηρήσει μια απόσταση. Το Sister of the road, ένα βιβλίο για τη ζωή της Bertha Thompson που γράφτηκε από τον Ben Reitman, ίσως να είναι η πιο λεπτομερής πηγή που παρέχει μια εικόνα για τις ζωές των γυναικών αλητισσών. Οι τρόποι διαβίωσής τους ήταν μάλλον διαφορετικοί από τους άντρες χόμπος και από τις άλλες κατηγορίες γυναικών που ταξίδευαν.

Οι περιπλανώμενες γυναίκες κατέδειξαν ένα μείγμα ελευθερίας και περιορισμών μέσω της κινητικότητάς τους.

Εκτός αυτού, υπάρχουν πολλές αναφορές στο ασαφές τους φύλο και τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Το σώμα ήταν μια σημαντική πτυχή της ζωής τους στον δρόμο. Οι γυναίκες χόμπος μεταμφιέζονταν με ανδρικά ρούχα και είχαν κοντά κουρέματα ώστε να αποφύγουν τους κινδύνους της έλλειψης στέγης. Ο τρόπος της κινητικότητάς τους δεν ήταν ενδεικτικός των προσδοκιών της γυναικείας σωματικής κίνησης, καθώς ερχόταν σε αντιπαράθεση με τη διατήρηση της θηλυκότητας στο γυναικείο ταξιδιωτικό dresscode. Επιπλέον, το σεξ ήταν ένα κοινό χαρακτηριστικό της ζωής τους στον δρόμο. Εργάστηκαν ως σεξεργάτριες και συχνά αντιμετώπιζαν βιασμούς. Οι λεσβιακες επαφές και η ύπαρξη μιας τέτοιας υποκουλτούρας στην κοινότητά τους συνέβαλαν στην εντατικοποίηση της ανατρεπτικοτητας των γυναικών αλητισσών μαζί με την απειλή που έφερναν σε παραδοσιακές κατηγορίες αρσενικών και θηλυκών και σε ενσωματωμένους κανόνες και ιδανικά.

Ως αποτέλεσμα, οι κοινωνικοί παρατηρητές αντέδρασαν με αμφιθυμία, προσπαθώντας να διατηρήσουν τις γειωμένες κατηγορίες τους, οι οποίες δεν είχαν χώρο για τη περιπλανώμενη γυναίκα. Κάποιοι απέρριπταν τη πιθανότητα να υπήρχαν τέτοιες γυναίκες εξαρχής. Σε άλλες περιπτώσεις, η χρήση οικείων δεικτών απόκλισης ήταν απαραίτητη ώστε να καταστεί κατανοητό αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο και να του δοθεί κοινωνικό νόημα. Τα σώματα είναι κεντρικοί πυλώνες για την αναπαραγωγή του πολιτισμού, με την έννοια ότι είναι ο τελευταίος είναι χαραγμένος σε αυτά. Για να καλυφθεί αυτό το πρόβλημα, οι κοινωνιολόγοι κατέφυγαν σε ετικέτες όπως «λεσβίες» και «πόρνες», για να επανατοποθετήσουν τα γυναικεία σώματα στους ήδη υπάρχοντες κώδικες, ή όρισαν το σώμα τους ως απόκλιση, και εσωτερικά (με ασθένειες και ψυχολογικά προβλήματα) και στην εξωτερική τους εμφάνιση (με όρους παραλλαγών της ασχήμιας).

Με ποικίλους τρόπους, οι περιπλανώμενες γυναίκες προκαλουσαν άγχος λόγω της παραβίασης των εννοιών του φύλου και της κινητικότητας, όπως ήταν κατανοητές τότε. Δημιουργούσαν ταυτότητες που διαταράσσαν τις προσδοκίες και αμφισβητούσαν τα γνωστά σύνολα κατηγοριοποιήσεων και παραδοχών σχετικά με τον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο, το σπίτι και το μακριά, το αρσενικό και το θηλυκό, δηλαδή τις βασικές αξίες της αμερικανικής κοινωνίας. Ο συνδυασμός της ένδυσης (cross-dressing) και της χωρικότητας (περιπλάνησης) οδήγησε στην αδυναμία των παρατηρητών να ταξινομήσουν τη ζωή αυτών των γυναικών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσω της υπερβατικής απόδοσης των κινητών τους σωμάτων, οι αλήτισσες γυναίκες προκάλεσαν μια κρίση ταξινόμησης, καθώς αναμίχθηκαν ανόμοια χαρακτηριστικά δημιουργώντας ένα ανησυχητικό υβρίδιο.

Η ανακάλυψη της ύπαρξης τραβεστί περιπλανώμενων γυναικών και τα χαρακτηριστικά που εμφάνισαν, αμφισβήτησαν κατηγορίες και, επομενως, αντηχούσαν φεμινιστικές και μετα-δομικιστικές απορίες σχετικά με το φύλο. Είναι κάπως υποβλητικά στη θεωρία της Τζούντιθ Μπάτλερ για το πρόβλημα των φύλων, η οποία αποδομεί σταθερές σεξουαλικές ταυτότητες. Οι υποτιθέμενες ρίζες και αιτίες των κατηγοριών ταυτότητας αποτελούν στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα των θεσμών, των πρακτικών και των λόγων, που στη συνέχεια κανονικοποιουνται από επαναλαμβανόμενες παραστάσεις.

Ο τρόπος ζωής των χόμπος θεωρήθηκε ακατάλληλος για τις γυναίκες. Αλλά η αντίληψη στον 19ο αιώνα για το φύλο και την ηθική γεωγραφία που εξισώνει την κινητικότητα με την αρρενωπότητα κατασκευάστηκε μόνο μέσω της πρακτικής. Στο τέλος, μπορεί μάλλον να λέμε ότι οι πρώτοι κοινωνιολόγοι κατέφυγαν στην κατηγορία του «άλλου» όταν έθιγαν το θέμα των γυναικών αλητισσών καθώς αυτό το «άλλο» έγινε κεντρικό για τους μετα-δομικιστικούς θεωρητικούς στα τέλη του 20ού αιώνα. Εκτός από τους φυσικούς χώρους και τους κοινωνικούς ρόλους που αποδίδονται στις γυναίκες, αλλά δεν ταιριάζουν στον κόσμο των ανδρών αλητών, οι γυναικες χόμπος θεωρήθηκαν ως μια κοινότητα διπλού outsider – μια κοινωνική ομάδα στα περιθώρια του περιθωρίου.

* Φωτογραφία κειμένου: Virginia Stopher, 19-Year-Old “Girl Hobo” of the 1920s.

Για περαιτέρω ανάγνωση:

https://core.ac.uk/download/pdf/322497452.pdf

και

Το φαινόμενο των χόμπος και ο «Δρόμος» του Τζακ Λόντον

Αφήστε ένα σχόλιο

5 × 5 =