Κείμενο: Simoun Magsalin
Τι είναι η γραφειοκρατία, αυτή η σφίγγα που σαγηνεύει τόσο τον αυταρχικό νου;
«Γραφειοκρατία ή αυτενέργεια των μαζών;»
(«Για τη γραφειοκρατία και την αυτενέργεια των μαζών», Αλεξάνδρα Κολλοντάι)
«Η γραφειοκρατία είναι ένας κύκλος από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.»
(Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, Καρλ Μαρξ)
«Οι αλυσίδες της βασανισμένης ανθρωπότητας είναι φτιαγμένες από χαρτούρα.»
(Φραντς Κάφκα, όπως παρατίθεται στο Συνομιλίες με τον Κάφκα του Γκούσταβ Γιάνοουχ)
«Όσο περισσότεροι περιορισμοί και απαγορεύσεις υπάρχουν στον κόσμο,
τόσο φτωχότεροι γίνονται οι άνθρωποι.
[…] Όσο δυνατότερη η κραυγή για νόμο και τάξη,
τόσο πληθαίνουν οι κλέφτες και οι απατεώνες.»
(Τάο Τε Τσινγκ, κεφ. 57, μετάφραση Ursula K. Le Guin)
Τόποι
Με την ταινία Monsters, Inc. (2001), η Pixar μάς έφερε στον συναρπαστικό κόσμο της γραφειοκρατίας που διαχειρίζεται τους εφιάλτες των τεράτων στις ντουλάπες. Στο Inside Out (2015), η Pixar μεταφέρει τους θεατές στον εσωτερικό κόσμο μιας νεαρής κοπέλας, της Riley, για να γνωρίσουν τα προσωποποιημένα συναισθήματα – τη Χαρά, τη Λύπη και άλλα- που διευθύνουν τα συναισθήματα της Riley από το χαρούμενο γραφείο τους μέσα στο μυαλό της. Σε μια μεταγενέστερη ταινία, μεταφερόμαστε ξανά σε μια πολύχρωμη μεξικανική μεταθανάτια ζωή στο Coco της Pixar (2017), και το πρώτο πράγμα που βλέπουμε είναι έλεγχος μετανάστευσης και οι υποστηρικτικοί γραφειοκρατικοί μηχανισμοί του. Και πάλι στο Soul (2020), η Pixar μάς φέρνει στην προ-ζωή και τη μεταθανάτια ζωή, όπου πνεύματα, όλα με το όνομα Jerry, κατέχουν αξιώματα.
Φαίνεται να υπάρχει εδώ μια τάση: συγκεκριμένα, ότι η Pixar παρουσιάζει το γραφείο ως μια φυσική μορφή ανθρώπινης – αλλά και υπερανθρώπινης και μη ανθρώπινης – δραστηριότητας· τόσο φυσική, ώστε τα τέρατα στις ντουλάπες, τα συναισθήματα, οι μεταθανάτιες ζωές και οι προ-ζωές να συμμορφώνονται όλα προς τη γραφειοκρατική μορφή.
Αυτό το φαινόμενο κανονικοποίησης δεν περιορίζεται καθόλου στην Pixar. Στην ισπανική σειρά El ministerio del tiempo («Το Υπουργείο του Χρόνου», 2015–2020), ο ίδιος ο χρόνος διοικείται από την υπερφυσική γραφειοκρατία του τίτλου, με τρόπο ώστε η κρατική εξουσία και η κυριαρχία να υπερβαίνουν ακόμη και τον ίδιο τον χρόνο. Στις σειρές The Good Place (2016–2020) και Miracle Workers (2019–2023), ο παράδεισος, η κόλαση, η ανταπόκριση στις προσευχές, ακόμη και η επικράτεια του Θεού, παρουσιάζονται ως χαρωπά κωμικά γραφεία. Παρότι αυτές οι σειρές μπορεί να είναι κωμικές στη φύση τους, οι υπερφυσικές γραφειοκρατίες που παρουσιάζουν εμφανίζουν τη γραφειοκρατία ως κάτι φυσικό, αποτυπώνοντας το πρότυπο του γραφείου πάνω στον παράδεισο και την κόλαση, διαμέσου του ίδιου του χρόνου!
Υπάρχουν πιθανότατα πάρα πολλά άλλα πρόσφατα παραδείγματα, αλλά για τους σκοπούς μας αρκεί να πούμε ότι ο τόπος της υπερφυσικής γραφειοκρατίας μαρτυρεί πόσο διαδεδομένη και φαινομενικά φυσική είναι σήμερα η γραφειοκρατική μορφή.
Ρεαλισμός
Αν ο Mark Fisher υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας «καπιταλιστικός ρεαλισμός», τότε ίσως μπορούμε επίσης να θέσουμε την ύπαρξη ενός «γραφειοκρατικού ρεαλισμού». Αν ο καπιταλιστικός ρεαλισμός θεωρεί το καπιταλιστικό status quo και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις σε μεγάλη κλίμακα ως φυσικές, ή ακόμη και αναπόφευκτες, τότε, με τον ίδιο τρόπο, ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός κοιτάζει τη γραφειοκρατική μορφή και – όπως η Margaret Thatcher – λέει: «Δεν υπάρχει εναλλακτική». Όπως η γραφειοκρατία είναι μια φυσική οργανωτική μορφή για την ανθρωπότητα, έτσι πρέπει να είναι και για τα υπερφυσικά όντα – και αντιστρόφως.
Αν το λαϊκό φαντασιακό υπό τον καπιταλιστικό ρεαλισμό διαπιστώνει ότι «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού», αντίστοιχα το γραφειοκρατικο-ρεαλιστικό φαντασιακό μπορεί να φανταστεί ένα τέλος στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, αλλά να αδυνατεί να φανταστεί το τέλος της γραφειοκρατικής μορφής, του Κράτους και των κρατικιστικών κοινωνικών σχέσεων.
Καθώς δεν αποτελεί απλώς μόλυνση του δημόσιου φαντασιακού, ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός είναι μόλυνση και του επαναστατικού φαντασιακού. Αυτοαποκαλούμενα απελευθερωτικά κινήματα – ιδίως εκείνα που δηλώνουν μαρξιστικά – οργανώνουν τις δυνάμεις τους με βάση… τη γραφειοκρατία. Αυτό είναι, ουσιαστικά, η μορφή του κόμματος-πρωτοπορίας. Ένα κόμμα-πρωτοπορία δεν είναι παρά μια γραφειοκρατία της οποίας στόχος είναι να καταλάβει και να διατηρήσει την εξουσία.
Φυσικότητα
Στο Capitalist Realism, ο Mark Fisher συζητά πώς τα μέσα που ασκούν κριτική στον καπιταλισμό υποκαθιστούν τα ίδια τον αντικαπιταλισμό. Ο χαρακτήρας-προστάτης του υπερφιλελευθερισμού στο βιντεοπαιχνίδι Disco Elysium (2019), η Joyce Messier, συνοψίζει τον Fisher αρκετά εύγλωττα: «Το Κεφάλαιο έχει την ικανότητα να υπάγει όλες τις κριτικές στον εαυτό του. Ακόμη κι εκείνοι που ασκούν κριτική στο κεφάλαιο καταλήγουν να το ενισχύουν αντί γι’ αυτό.»
Το 2014, ο Emmett Rensin υποστήριξε στο The New Republic ότι «Το Onion έχει γίνει η καλύτερη μαρξιστική πηγή ειδήσεων της Αμερικής», αν και προφανώς με τη γλώσσα βαθιά χωμένη στο μάγουλο. Το νόημά του ήταν ότι μια κριτική του καπιταλισμού έχει εσωτερικευθεί στην κουλτούρα μας, και ότι το Onion σατιρίζει αυτή την εσωτερίκευση. Σε κάποιο επίπεδο, όλοι γνωρίζουμε τις κριτικές στον καπιταλισμό. Ακόμη και οι υπερασπιστές του καπιταλισμού θα το παραδεχθούν αυτό, συχνά εκτρέποντας τις κριτικές στον καπιταλισμό προς έννοιες όπως ο «παρεοκρατικός καπιταλισμός», «η ελίτ» και άλλες τέτοιες σαθρές δικαιολογίες που παριστάνουν τις θεωρίες. Κι όμως, όπως υποστηρίζουν ο Fisher και η Messier, αυτές οι κριτικές απλώς ενισχύουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.
Παρομοίως, υπάρχει ένας πλούτος μαζικών μέσων, από τον Franz Kafka μέχρι το Parks and Recreation (2009–2015) και το The Good Place, που υποδηλώνει ότι έχουμε εξίσου εσωτερικεύσει μια κριτική της γραφειοκρατίας. Η αποβλακωτική γραφειοκρατία είναι ξεκαρδιστική στην οθόνη! Παρά τη φυσικότητα της γραφειοκρατικής μορφής, γνωρίζουμε και καταλαβαίνουμε γιατί είναι επιβλαβής, γιατί είναι άχαρη και αποβλακωτική, κι όμως επιμένει. Όπως οι κριτικές στο κεφάλαιο υπάγονται στην κυριαρχία του κεφαλαίου, έτσι και οι κριτικές στη γραφειοκρατική μορφή υπάγονται στην κυριαρχία της.
Πράγματι, υπάρχουν ταοϊστικές σχολές κοντά στον αναρχισμό που ασκούν κριτική στη γραφειοκρατία εδώ και περισσότερους από είκοσι τέσσερις αιώνες. Είναι αρκετά παράδοξο ότι, παρά τις κυριολεκτικά χιλιάδες χρόνια κριτικών στη γραφειοκρατία – από τον ταοϊσμό έως τον αναρχισμό, τον Franz Kafka και το Parks and Recreation – η γραφειοκρατία εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως φυσική, ακόμη και αναπόφευκτη.
Η γραφειοκρατία δεν παρουσιάζεται απλώς ως η φυσική – ή ακόμη και υπερφυσική – τάξη των πραγμάτων· παρουσιάζεται ως επιθυμητή. Αυτό μας λέει η αριστερά μέσα από την παλαιά γερμανική σοσιαλδημοκρατία, τον μπολσεβικισμό, τον λενινισμό και τον σταλινισμό.

Δρών υποκείμενο
Τι είναι η γραφειοκρατία; Η γραφειοκρατία είναι η διαμεσολάβηση της πολιτικής δράσης μέσω της τεχνοκρατίας. Η γραφειοκρατία είναι η ενδυνάμωση μιας ενιαίας ομοιογενούς οντότητας – του γραφείου. Είναι η συγκέντρωση της πρωτοβουλίας και της ικανότητας δράσης στο γραφείο, και είναι η από τα πάνω προς τα κάτω δομή την οποία αποκαλούμε γραφειοκρατική.
Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός εμπεριέχει ένα είδος διαίσθησης και μια ορισμένη αισθητική που ελκύει τεχνοκράτες τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά. Η αισθητική του Λένιν, μιας ολόκληρης μηχανής που ωθείται προς τα εμπρός μέσω μίας και μόνης βούλησης, αποτελεί ενσάρκωση αυτής της αισθητικής. Η αισθητική της ταχείας εκβιομηχάνισης του Στάλιν και του Μάο, με τίμημα την προλεταριοποίηση και την εξαθλίωση αγροτών και Αυτόχθονων λαών, αποτελεί επίσης μέρος του γραφειοκρατικού ρεαλισμού. «Δεν υπάρχει εναλλακτική» στη γραφειοκρατία, μας λέει.
Η διαίσθηση του γραφειοκρατικού ρεαλισμού βρίσκεται στον καταμερισμό της εργασίας, όπου εκείνοι που σκέφτονται μπορούν να διαχωριστούν από εκείνους που πράττουν. Σε μια γραφειοκρατία, οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων συγκεντρώνονται στο κέντρο. Η ικανότητα δράσης, λοιπόν, γίνεται προνόμιο μέσα στη γραφειοκρατία. Η αισθητική του γραφειοκρατικού ρεαλισμού βρίσκεται στην ενότητα, στον συντονισμό, στη στρατιωτική πειθαρχία και στη συλλογική ισχύ που ασκείται σε εξαγνισμένη μορφή.
Στο Seeing Like a State, ο James C. Scott περιγράφει τον «υψηλό μοντερνισμό», ένα είδος πίστης που έχουν οι γραφειοκράτες στην επιστήμη και την τεχνολογία, τις οποίες πιστεύουν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να αναδιατάξουν τον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Ο υψηλός μοντερνισμός δεν είναι απλώς μια πίστη, αλλά μια επιστημολογία – μια συγκεκριμένη θεωρία της γνώσης- μέσω της οποίας οι υψηλοί μοντερνιστές επιχειρούν να αναδιατάξουν τον κόσμο. Όπως υποστηρίζει ο Scott, η επιστημική οπτική του υψηλού μοντερνιστή είναι εκείνη που προνομιοποιεί την προοπτική του γραφειοκράτη που κοιτάζει από ψηλά έναν χάρτη, έναν χάρτη που έχει ειδικά απλοποιήσει τον κόσμο μόνο στα συστατικά στοιχεία πληροφορίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διακυβέρνηση. Ο υψηλός μοντερνιστής χρησιμοποιεί έπειτα αυτόν τον απλοποιημένο χάρτη του κόσμου για να μεταβάλει την πραγματικότητα μέσω της δικής του ικανότητας δράσης. «Η ιεραρχία της είναι μια ιεραρχία γνώσης», είχε κάποτε σημειώσει ο Καρλ Μαρξ, προεικονίζοντας νηφάλια τον Michel Foucault.
Η γραφειοκρατία, με αυτή την έννοια, είναι μια πίστη στη δική της ικανότητα δράσης. Και πράγματι, η γραφειοκρατική μορφή έχει δημιουργήσει θαύματα του κόσμου, από τις Πυραμίδες της Γκίζας μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τη Σοβιετική Ένωση. Με ποιο κόστος όμως; Γενοκτονία, λιμός και φτώχεια είναι διάσπαρτα στον κόσμο, συνέπεια της μοντερνιστικής πίστης στη γραφειοκρατική δράση.
Πολιτική
Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός, ο υψηλός μοντερνισμός και η κρατικιστική πολιτική της διαμεσολάβησης και της αντιπροσώπευσης είναι αυτό που ο Murray Bookchin περιέγραψε ως τέχνη της διακυβέρνησης, σε αντιδιαστολή προς την πολιτική, ή πολιτική με την αρχαιοελληνική έννοια. Για τον Bookchin, η τέχνη της διακυβέρνησης είναι η υπόθεση του Κράτους: ο τρόπος με τον οποίο πολιτικοί, γραφειοκράτες και αντιπρόσωποι διαχειρίζονται και εποπτεύουν την κοινωνική ζωή. Αντίθετα, πολιτική είναι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι κατά την άσκηση της συλλογικής ισχύος. Ο Bookchin θεμελιώνει την αντίληψή του για την πολιτική στην αρχαία αθηναϊκή πόλη, μια αρχαία μορφή άμεσης δημοκρατίας όπου οι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στην κοινωνική και πολιτική ζωή μέσω της αυτοδιαχείρισης της πόλης τους. Φυσικά, ο Bookchin δεν κάνει την αρχαία Αθήνα πρότυπο – με όλη τη δουλεία, τον μισογυνισμό, την πολεμοκαπηλία, τον ιμπεριαλισμό, την ξενοφοβία και την παιδεραστία της- αλλά ήθελε μάλλον να γενικεύσει τα πιο επιθυμητά χαρακτηριστικά της: συγκεκριμένα, την πολιτική ως συλλογική, πρόσωπο με πρόσωπο λήψη αποφάσεων σε τοπικές συνελεύσεις.
Ακόμη κι αν κανείς διαφωνεί με τη μορφή πολιτεύματος που υπερασπίζεται ο Bookchin, η τοποθέτηση της πολιτικής-ως-πολιτικής στην άμεση και αδιαμεσολάβητη πολιτική ζωή αποτελεί σημαντική συμβολή σε έναν κόσμο πέρα από την κυριαρχία του γραφείου. Το γραφείο κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τον υψηλο-μοντερνιστικό του φακό για να τον μεταβάλει κατ’ εικόνα του, σε αποχρώσεις του γκρίζου. Όπως υποστηρίζει ο Scott, ο υψηλός μοντερνισμός και η συνακόλουθη κρατική τέχνη διακυβέρνησης τείνουν να εξορίζουν την πολιτική, καθώς τα συμφέροντα όσων υπόκεινται στη γραφειοκρατία βρίσκονται συχνά σε αντίθεση με την από τα πάνω διαχείριση της γραφειοκρατίας. Σε αντίθεση με την κρατική τέχνη διακυβέρνησης, η πολιτική όπως την κατανοούσε ο Bookchin επιτρέπει στα άτομα να σχετίζονται μεταξύ τους ως ίσα και ως μέλη μιας εξισωτικής συλλογικότητας.
Απέναντι στην τέχνη διακυβέρνησης του γραφειοκρατικού ρεαλισμού, ο Bookchin προέταξε την κοινοτική συνέλευση και τη δημοτική αυτοδιαχείριση. Πράγματι, τέτοιες μορφές αυτοκατευθυνόμενης πολιτικής είναι το αντίθετο της γραφειοκρατικής μορφής. Αντί για διαμεσολάβηση μέσω μιας τεχνοκρατίας, η πολιτική αποφεύγει τέτοια διαμεσολάβηση. Αντί για ενδυνάμωση του γραφείου και συγκέντρωση της πρωτοβουλίας και της ικανότητας δράσης, έχουμε τη συλλογική πολιτική ικανότητα δράσης όλων στη συνέλευση. Αντί για καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στη διοίκηση και την εκτέλεση, δεν υπάρχει καταμερισμός, αν και μπορεί να υπάρχουν εντολές. «Η γραφειοκρατία είναι άμεση άρνηση της μαζικής αυτενέργειας», όπως είχε κάποτε σημειώσει η Αλεξάνδρα Κολλοντάι.
Εικονοπλασία
Στη θεωρία των Καταστασιακών, το Θέαμα και οι θεαματικές εικόνες αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο το πραγματικό – ή η πραγματικότητα – υποκαθίσταται από πραγμοποιημένες εικόνες του ψευδούς – ή της ψευδότητας. Μια θεαματική εικόνα παρουσιάζεται ως πραγματικό πράγμα, αλλά στην πραγματικότητα είναι απλώς μια εικόνα, μια προσομοίωση, ένα Θέαμα αυτού ως το οποίο παρουσιάζεται. Με αυτή την έννοια, η γραφειοκρατική μορφή παρουσιάζεται ως θεαματική εικόνα της ικανότητας δράσης, ενώ η κρατική τέχνη διακυβέρνησης παρουσιάζεται ως θεαματική εικόνα της πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η γραφειοκρατική μορφή μπορεί πράγματι να «κάνει τη δουλειά» μέσω των μηχανισμών της ιεραρχίας, της εικόνας της αποδοτικότητας και – όπου εφαρμόζεται – της ωμής εφαρμογής κυρίαρχης βίας. Όμως όλη αυτή η θεαματική ικανότητα δράσης πραγματοποιείται μέσω της αφαίρεσης της ικανότητας δράσης από τους ανθρώπους. Η ικανότητα δράσης της γραφειοκρατίας υποκαθιστά τη λαϊκή ικανότητα δράσης, και η κρατική τέχνη διακυβέρνησης των γραφειοκρατών υποκαθιστά τη λαϊκή πολιτική.
Αντί για αυτενέργεια, εργατικά συμβούλια και σοβιέτ, υπάρχει η «αδιαμφισβήτητη υπακοή στη βούληση ενός και μόνο προσώπου, του σοβιετικού ηγέτη», κατά τον Βλαντίμιρ Λένιν. Πράγματι, αντί για λιγότερη εργασία, το καθεστώς της εργασίας επιβλήθηκε ακόμη περισσότερο, και οι επαναστατικές κατακτήσεις δεν μετριούνταν πια με βάση την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από την προλεταριοποίηση, αλλά με βάση την εικόνα της βελτίωσης των συνθηκών της προλεταριοποίησης. Ο σοσιαλισμός ως κατάργηση των ταξικών διακρίσεων δεν βρισκόταν πλέον στο τραπέζι, καθώς μια νέα θεαματική εικόνα του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε από τη νέα επαναστατική γραφειοκρατία.
Βέβαια, οι εργάτες θα κάνουν λάθη και θα υποστούν αναποτελεσματικότητες στον χώρο εργασίας και στην επανάσταση, οπότε μπορεί να φαίνεται ότι ο συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατική διαχείριση έχουν νόημα· αλλά, όπως συμπέρανε κάποτε η Ρόζα Λούξεμπουργκ:
«Ιστορικά, τα λάθη που διαπράττει ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα είναι απείρως πιο γόνιμα από το αλάθητο της εξυπνότερης Κεντρικής Επιτροπής.»
Απέναντι στις γραφειοκρατικο-ρεαλιστικές εικόνες και αισθητικές των δίκαιων λαϊκών στρατών, των κόκκινων σημαιών που κυματίζουν και των αυστηρά σχεδιασμένων οικονομιών, καθίσταται αναγκαίο να γκρεμίσουμε αυτές τις εικόνες και αισθητικές υπέρ ενός πραγματικού κινήματος για την κατάργηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων.
Διαδικασιοκρατία
Μια βασική όψη του γραφειοκρατικού ρεαλισμού είναι η πραγμοποίηση και ο συνακόλουθος «ρεαλισμός» της διαδικασίας. Από τη στιγμή που η γραφειοκρατία παράγει τη διαδικασία, όλες οι όψεις της ζωής υποτάσσονται στη διαδικασιοκρατία της. Η διαδικασία γίνεται αυτοσκοπός. Η διαδικασία γίνεται κυριαρχία μέσω της λογικής «ένα μέγεθος για όλους» – μια αρχή αντιγραφής-επικόλλησης, όπου η πλούσια ποικιλομορφία της κοινωνικής ζωής απλοποιείται και κατόπιν κρίνεται βάσει αυτής της απλοποίησης. Όταν η γραφειοκρατία έρχεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα, προσπαθεί απελπισμένα – και συχνά μάταια – να το λύσει μέσω της διαδικασίας. Με αυτή την έννοια, η διαδικασία γίνεται μονολιθική ως προς τον σκοπό της: τα πάντα υποβάλλονται στην απλουστευτική ισχύ της διαδικασίας.
Η τυραννία της διαδικασίας είναι πιο ξεκάθαρη στην πολιτική της βλάβης και του εγκλεισμού. Όταν προκαλείται βλάβη, μας ενθαρρύνουν να απευθυνθούμε στην αστυνομία ή σε έναν δικηγόρο, που κατόπιν ανταποκρίνεται σε αυτή τη βλάβη με διαδικαστικό τρόπο. Τα «procedurals» είναι επίσης ένα είδος μέσων όπου βλέπουμε μια δραματοποίηση της νομικιστικής διαδικασίας με τρόπο που παρουσιάζει τη διαδικασία ως φυσική, ως τη σωστή απάντηση. Μέσα στη διαδικασιοκρατία του νόμου, η βλάβη κατηγοριοποιείται και ανάγεται στη βάση απλών γεγονότων. Στους Άθλιους (1862), ένα αγόρι, ο Jean Valjean, κλέβει ένα καρβέλι ψωμί και περνά 19 χρόνια φυλακισμένος και υποδουλωμένος για να μετανοήσει γι’ αυτό. Το έγκλημα της κλοπής του απλοποιείται με όρους της βλάβης που προκάλεσε στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Η διαδικασία απαιτεί να καταδικαστεί και να υποδουλωθεί, καθώς η τεράστια πολυπλοκότητα της φτώχειας και της κοινωνικής ζωής εξατμίζεται μπροστά στη σιδερένια γροθιά του νόμου.
Με αυτή την έννοια, η κριτική της γραφειοκρατίας γίνεται αναγκαστικά ταυτόχρονα και καταργητική κριτική του εγκλεισμού. Οι εγκλειστικές διαδικασίες πράγματι πραγμοποιούν τις διαδικασίες πάνω απ’ όλα και κυριαρχούν πάνω στην κοινωνική ζωή. Η αστυνόμευση και η φυλάκιση γίνονται η στρατηγική «ένα μέγεθος για όλους», προς την οποία υποτάσσονται όλες οι όψεις της κοινωνικής ζωής. Η φτώχεια αναγκάζει κάποιον να κλέψει από απελπισία, και οι κλέφτες αντιμετωπίζονται με το κελί της φυλακής. Η πείνα οδηγεί κάποιον να αναζητήσει τις αναισθητικές επιδράσεις των ναρκωτικών, και οι χρήστες αντιμετωπίζονται με κελιά φυλακής. Η φτώχεια και η πείνα εξαφανίζονται μέσα στη διαδικασία του νόμου, και απομένουν μόνο το έγκλημα και το κελί της φυλακής.
Οι εγκλειστικές διαδικασίες γίνονται αυτοσκοπός, μετατρεπόμενες σε στρατηγική «ένα μέγεθος για όλους» με την οποία η γραφειοκρατία διαχειρίζεται την κοινωνική ζωή. Η φυλετικοποιημένη κοινωνική ζωή δημιουργεί έναν πλεονάζοντα πληθυσμό εργατών που δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα ρατσιστικό σύστημα αξιοποίησης. Η διαδικασιοκρατία εφαρμόζει τότε εγκλειστικές διαδικασίες ως την αυτονόητη απάντηση. Έτσι, η φυλακή γίνεται ο τόπος διαχείρισης των πλεοναζόντων πληθυσμών. Μετά τη χειραφέτηση, οι πρώην σκλαβωμένοι δεν μπορούν πλέον να εξαναγκαστούν σε εργασία; Βάλτε τους στη φυλακή. Άνθρωποι που μεταναστεύουν στη χώρα γίνονται ανεπιθύμητοι λόγω φυλετικοποίησης; Βάλτε τους στη φυλακή. Η Νέα Αριστερά και άλλοι ανεπιθύμητοι κάνουν δυσανάλογη χρήση μαριχουάνας; Ποινικοποιήστε την και βάλτε τους στη φυλακή.
Λιγότερο προφανώς, η τυραννία της διαδικασιοκρατίας είναι επίσης παρούσα στις εκλογές. «Δεν σου αρέσει πώς έχουν τα πράγματα; Ψήφισε καλύτερα, ή ακόμη καλύτερα, βάλε ο ίδιος υποψηφιότητα.» Ο καταλύτης και η ικανότητα δράσης για την αλλαγή πραγμοποιούνται τότε μέσα στην εκλογική διαδικασιοκρατία. Η επιθυμία για κοινωνική αλλαγή γίνεται ανταγωνιστική πλατφόρμα πολιτικών θέσεων. Η κοινωνική ζωή, λοιπόν, κρίνεται με όρους αυτής της απλοποίησης. Ο κόσμος της πολιτικής-ως-πολιτικής συρρικνώνεται. Δεν υπάρχουν συζητήσεις: μόνο η ψήφος, μόνο η κρατική τέχνη διακυβέρνησης, μόνο η διαδικασία. Υπάρχει μόνο η διαμεσολάβηση και η κυριαρχία της κοινωνικής ζωής από τη διαδικασία. Έτσι η κοινωνική ζωή ανάγεται σε μονολιθικά σχήματα της άκρας δεξιάς εναντίον της κεντροδεξιάς — μέσω της διαδικασίας. Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός, με αυτή την έννοια, παρουσιάζει τη διαδικασία του ως το όλον της πραγματικότητας, ως την ολοποιητική εικόνα της πολιτικής ζωής. Όλη η ζωή πρέπει να περάσει μέσα από γραφειοκρατική διαδικασία για να έχει σημασία.
Απέναντι στην τυραννία της εγκλειστικής διαδικασιοκρατίας, η μετασχηματιστική δικαιοσύνη, για παράδειγμα, οραματίζεται συγκεκριμένους και στοχευμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπιστεί η βλάβη. Αυτοί οι εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης της βλάβης εγκαταλείπουν τις ολοποιητικές διαδικασίες και αντιμετωπίζουν τη βλάβη με τον τρόπο που επιζητούν όσοι έχουν υποστεί τη βλάβη, ειδικά για κάθε περίσταση. Ενώ ο εγκλεισμός συχνά καταλήγει μόνο στο κελί της φυλακής, ίσως τα εναλλακτικά αποτελέσματα να επιδιώκουν αποκατάσταση και επανόρθωση. Δεν υπάρχει ένας και μόνος τρόπος, ούτε λύση «ένα μέγεθος για όλους», για την αντιμετώπιση και τη διαχείριση της βλάβης. Με τον ίδιο τρόπο, απέναντι στην τυραννία της εκλογικής διαδικασιοκρατίας, η πολιτική έξω από την εκλογική σφαίρα μπορεί να ασχοληθεί με πολιτικά ζητήματα που το γραφειοκρατικό σύστημα αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Τέτοια είναι η περίπτωση του Ισραήλ και της γενοκτονίας στη Γάζα, την Παλαιστίνη και τον Λίβανο – λύσεις δεν μπορούν να βρεθούν μέσα στο ίδιο ολοποιητικό σύστημα που ανάγει την πολιτική σε προγράμματα, και έπειτα την ανάγει ακόμη περισσότερο σε ψηφοδέλτια.

Μονιμοποίηση
Στις Φιλιππίνες υπάρχει ένα περίεργο κυβερνητικό σώμα που ονομάζεται Γραφείο του Προεδρικού Συμβούλου για την Ειρήνη, τη Συμφιλίωση και την Ενότητα —Office of the Presidential Adviser on Peace, Reconciliation, and Unity, OPAPRU, πρώην Office of the Presidential Adviser on the Peace Process ή OPAPP. Το OPAPRU είναι το γραφείο που επιβλέπει τα διάφορα τραπέζια ειρήνευσης στη χώρα, όπως εκείνα που αφορούν τις μαοϊκές και τις Μόρο εξεγέρσεις.
Το thrash metal συγκρότημα Megadeth, στο επιτυχημένο τραγούδι του 1986 «Peace Sells… but Who’s Buying?», θέτει το ερώτημα: «Μπορείς να βάλεις τιμή στην ειρήνη;» Το OPAPRU μοιάζει να ρωτά, αντί γι’ αυτό: «μπορείς να γραφειοκρατικοποιήσεις την ειρήνη;» Το OPAPRU είναι ουσιαστικά μια γραφειοκρατία που επιβλέπει την ειρηνευτική διαδικασία. Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός δομεί αυτή τη λογική στο μέτρο που η γραφειοκρατική μορφή εμφανίζεται τόσο φυσική, ώστε οι Φιλιππινέζοι να δομούν ακόμη και τις ειρηνευτικές τους διαδικασίες ως γραφειοκρατία.
Ωστόσο, γραφειοκρατικοποιώντας την ειρήνη, το OPAPRU αναπαράγει την αλλοτρίωση και την τεχνοκρατία που συνδέονται με τη γραφειοκρατία. Το γραφείο μιλά πολύ για μια «συμπεριληπτική ειρήνη», αλλά η ειρήνη χτίζεται από τους ίδιους τους ανθρώπους –πολιτική/politics – και δεν μπορεί να επιβληθεί ή να κατασκευαστεί από οποιοδήποτε γραφείο ή επαναστατική ομάδα – κρατική τέχνη διακυβέρνησης. Πώς μπορεί η ειρήνη να είναι συμπεριληπτική ή να ανήκει στις πληττόμενες κοινότητες, αν επιβάλλεται από τα πάνω από το κράτος και από αντάρτικες παρακρατικές οντότητες;
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Φιλιππίνες παραμένουν ανίκανες να σπάσουν τους κύκλους βίας που σφίγγουν τη χώρα. Το Moro National Liberation Front —MNLF— ξεκινά πρώτα τον απελευθερωτικό του πόλεμο και έπειτα κερδίζει διαπραγματευμένες παραχωρήσεις από το φιλιππινέζικο Κράτος. Αυτή η ειρήνη εφαρμόστηκε από τα πάνω τόσο από το MNLF όσο και από την κυβέρνηση και οδήγησε σε μια νέα εξέγερση από το Moro Islamic Liberation Front —MILF. Τώρα το MILF έχει τις δικές του διαπραγματευμένες παραχωρήσεις από το Κράτος, αλλά ο από τα πάνω χαρακτήρας της ειρήνης είχε ως αποτέλεσμα νέες αντάρτικες ομάδες να συνεχίσουν τον αγώνα, συμπεριλαμβανομένου του επίφοβου Daesh – του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους» – μέσω της ομάδας Maute. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το παλιό κομμουνιστικό κόμμα —PKP-1930— και το νέο μαοϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα των Φιλιππίνων —CPP. Το PKP-1930 ξεπουλήθηκε στον δικτάτορα Ferdinand Marcos, και το CPP έσπασε με το παλιό Κόμμα, μόνο και μόνο για να ξεπουληθεί με τη σειρά του σε δυναστικούς πολιτικούς όπως ο Manny Villar και ο Rodrigo Duterte.
Το OPAPRU δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαίρεση. Οι Φιλιππίνες είναι επίσης η μόνη χώρα στον κόσμο με μόνιμο Υπουργείο Αγροτικής Μεταρρύθμισης – Department of Agrarian Reform, DAR. Στο πλαίσιο της θεωρίας του εκσυγχρονισμού, τα Κράτη πραγματοποιούν αγροτική μεταρρύθμιση μέσα σε περίπου μία δεκαετία, ώστε να εκσυγχρονίσουν τις αγροτικές σχέσεις ιδιοκτησίας και να προετοιμάσουν το έδαφος για επόμενες μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αλλά οι Φιλιππίνες μετέτρεψαν μια προσωρινή μεταρρύθμιση σε μόνιμο μηχανισμό, συνεχώς αιχμαλωτισμένο από γαιοκτητικά συμφέροντα, ο οποίος παγιδεύει αυτό που κατά τα άλλα θα ήταν μια απλή μεταβίβαση ιδιοκτησίας σε μια βυζαντινή και αδιαφανή διαδικασία.
Όπως και στο DAR, υπάρχουν επίσης κάποιοι στο OPAPRU που ζητούν το γραφείο τους να γίνει πλήρες υπουργείο μέσα στο φιλιππινέζικο Κράτος: ένα ad hoc μέτρο μετασχηματισμένο σε μόνιμη, ατελείωτη διαδικασιοκρατία. Αυτή η επιθυμία, όπως και η επιθυμία μονιμοποίησης της αγροτικής μεταρρύθμισης, μιλά για μια γραφειοκρατικο-ρεαλιστική λογική αυτοδικαιούμενης διαχείρισης στο διηνεκές, για πραγμοποίηση της διαδικασίας. «Σε ό,τι αφορά τον ατομικό γραφειοκράτη, ο σκοπός του κράτους γίνεται ο ιδιωτικός του σκοπός: το κυνήγι ανώτερων θέσεων, το χτίσιμο μιας καριέρας», όπως σημείωσε κάποτε ο Μαρξ. Είναι η ίδια επιθυμία που μετέτρεψε την πρώιμη μπολσεβικική κυβέρνηση από προσωρινή διαχείριση μέχρι να γίνει δυνατή η διακυβέρνηση από μαγείρισσες και από τη μεγάλη πλειοψηφία —δηλαδή το λενινικό «κάθε μαγείρισσα μπορεί να κυβερνήσει»— σε μόνιμο καθεστώς στελεχών και κυριαρχία της γραφειοκρατίας. Η διαδικασία του Κράτους, κάποτε προσωρινό μέτρο στην κομμουνιστική θεωρία, γίνεται μόνιμη διαδικασία στην κομμουνιστική πράξη.
Με αυτή την έννοια, η γραφειοκρατική μορφή έχει τα δικά της συλλογικά συμφέροντα, τα οποία δικαιολογούν τη μονιμοποίηση, μετατρέποντας παροδικά καθήκοντα σε μόνιμη κυριαρχία, και έτσι μετασχηματίζοντας τον σκοπό της σε αυτοδιαιώνιση. «Σύμφωνα με τον κυβερνητικό, ο σκοπός ενός συστήματος είναι αυτό που κάνει.» Το OPAPRU δεν χτίζει ειρήνη —πόσο μάλλον διαρκή ειρήνη— αλλά διαχειρίζεται μακροχρόνια σύγκρουση χαμηλής έντασης. Το DAR δεν δίνει γη στους ακτήμονες, αλλά εμποδίζει την αγροτική μεταρρύθμιση. Η μπολσεβικική κυβέρνηση δεν έχτισε μια λαϊκή αυτοκυβέρνηση όπου κάθε μαγείρισσα μπορεί να κυβερνήσει, αλλά, αντίθετα, τη δικτατορία του κόμματος. Πράγματι, όπως σημείωσε κάποτε η Αλεξάνδρα Κολλοντάι για την μπολσεβικική κυβέρνηση το 1921: «Το καθήκον είναι σαφές: είναι να αφυπνιστεί η πρωτοβουλία και η αυτενέργεια στις μάζες. Αλλά τι γίνεται για να ενθαρρυνθεί και να αναπτυχθεί αυτή η πρωτοβουλία; Απολύτως τίποτα.»
Τεχνολογία
Η γραφειοκρατία είναι μια συγκεκριμένη και ενδεχομενική τεχνολογία εξουσίας. Αναπτύχθηκε υπό συγκεκριμένες ενδεχομενικές συνθήκες και θα κατέρρεε υπό διαφορετικές ενδεχομενικότητες. Ως τεχνολογία εξουσίας, η γραφειοκρατία καθιστά δυνατά ορισμένα επιτεύγματα. Στον αρχαίο κόσμο, η γραφειοκρατία κατέστησε δυνατές τις πυραμίδες της Αιγύπτου και τους τεράστιους αυτοκρατορικούς στρατούς. Στον σύγχρονο κόσμο, η γραφειοκρατία καθιστά δυνατό τον παγκόσμιο εξορυκτισμό και την πυρηνική ενέργεια. Η μαζική συγκέντρωση εξουσίας, ικανότητας δράσης και δυναμικότητας που επιτρέπει στα Κράτη και τις γραφειοκρατίες τους να επιβάλλουν τη βούλησή τους είναι ακριβώς αποτέλεσμα των τεχνολογιών εξουσίας που παρέχει το γραφείο.
Ένας ληστής μονιμοποιεί τη διαδικασία του φόρου υποτέλειας. Για να το κάνει αυτό, ο ληστής-βασιλιάς δημιουργεί την τεχνολογία της διαδικασιοκρατίας και της μονιμοποίησης, παύοντας έτσι να είναι ληστής και γινόμενος στην πράξη νόμιμος βασιλιάς. Για να υπερασπιστεί αυτή τη μονιμοποίηση, ο βασιλιάς πρέπει να αναπτύξει τον στρατό – μια ένοπλη γραφειοκρατία – για να επιβάλει τον φόρο υποτέλειας, και τη διοικητική γραφειοκρατία για να διαχειριστεί τον φόρο υποτέλειας. Για να υπερασπιστεί τη νομιμότητά του, ο βασιλιάς χρησιμοποιεί ένα μικρό μέρος του φόρου υποτέλειας για να διαχειρίζεται την κοινωνία από τα πάνω. Αυτό είναι το Κράτος, ή, όπως σημείωσε ο Peter Kropotkin το 1896, μια «ύπαρξη μιας εξουσίας τοποθετημένης πάνω από την κοινωνία, [και] μια εδαφική συγκέντρωση καθώς και η συγκέντρωση στα χέρια λίγων πολλών λειτουργιών της ζωής των κοινωνιών».
Ωστόσο, οι τεχνολογίες των Κρατών και των γραφειοκρατικών μορφών είναι μόνο ένα μικρό μέρος της τεράστιας ποικιλίας κοινωνικο-τεχνολογικών μορφών που έχει αναπτύξει η ανθρώπινη κοινωνία. Νεότερες εργασίες στην αρχαιολογία από συγκριτικούς αρχαιολόγους όπως ο David Wengrow υποδεικνύουν ότι τεράστιοι πληθυσμοί, ακόμη και αστικοί πληθυσμοί, ζούσαν χωρίς βασιλιάδες ή ελίτ. Νέα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν επίσης ότι αρχαίοι αστικοί πληθυσμοί σε έναν τόπο στην Κίνα συνεργάστηκαν για να αναπτύξουν ένα υδραυλικό σύστημα, παρά την απουσία ενδείξεων ύπαρξης ελίτ που να συντόνισε την κατασκευή του. Σε αντίθεση με την προηγούμενη βιβλιογραφία, ο κλασικός πολιτισμός των Μάγια δεν κατέρρευσε. Αυτό που κατέρρευσε, μάλλον, ήταν η αστική κυριαρχία των ελίτ και οι κρατικοί τους μηχανισμοί. Η ύπαιθρος των Μάγια συνέχισε να διατηρεί τον πολιτισμό και τον πολιτισμικό κόσμο των Μάγια για πολύ καιρό μετά την κατάρρευση των κρατών των Μάγια, χωρίς σημαντική δημογραφική ασυνέχεια. Αυτό που υποδεικνύουν όλα αυτά είναι ότι οι τεχνολογίες του Κράτους μπορούν να είναι εντελώς περιττές για την αυτοδιαχείριση της κοινωνίας.
Όπως διέκρινε οξυδερκώς ο Kropotkin περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα, οι πολλές λειτουργίες στη ζωή της κοινωνίας δεν χρειάζεται να συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων. Η διαμόρφωση του Κράτους και της γραφειοκρατικής μορφής είναι ιστορικά ενδεχομενική. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και πολλά από τα διάδοχα κράτη της ανήλθαν και κατέρρευσαν. Οι κινεζικές δυναστείες αναδύονται, λιμνάζουν και πέφτουν. Ακόμη και ο σημερινός παγκόσμιος καπιταλιστικός πολιτισμός μας έχει ήδη ξεπεράσει την ημερομηνία λήξης του λόγω της κλιματικής κρίσης. Αν συγκεκριμένες ιστορικές ενδεχομενικότητες μπορούν να γεννήσουν ορισμένες κοινωνικο-τεχνολογικές διαμορφώσεις, ένα διαφορετικό σύνολο ιστορικών ενδεχομενικοτήτων θα μπορούσε να γεννήσει ένα διαφορετικό σύνολο διαμορφώσεων, καθιστώντας δυνατή την αναρχία και τον κομμουνισμό.
Η γραφειοκρατική μορφή, τόσο μέσα από τις κυβερνητικές όσο και μέσα από τις εταιρικές της εκφάνσεις, οδηγεί τον κόσμο στην κλιματική καταστροφή· όμως, παρά τη διαδικασιοκρατία της, παρά τη μονιμότητά της, μπορεί να αναιρεθεί, καθώς οι συγκεκριμένες μορφές ιστορικής ενδεχομενικότητας που γέννησαν αυτές τις γραφειοκρατίες αναιρούνται οι ίδιες στη σημερινή εποχή της ταξικής σύγκρουσης. Αν αυτοκρατορίες έχουν πέσει στο παρελθόν, μπορεί να πέσει και η παγκόσμια αυτοκρατορία της γραφειοκρατικής μορφής.
Αλλοτρίωση
Σε μια σύντομη κριτική του αναρχισμού που διατύπωσε σε συνέντευξή του, ο Slavoj Žižek ζήτησε μια «ωραία αλλοτρίωση» σε σχέση με την ικανότητα της κρατικής γραφειοκρατίας να παρέχει τις βασικές ανάγκες της ζωής. Για να παραθέσουμε εκτενώς:
«Πρώτον, αντιλαμβάνεσαι ότι […] για να λειτουργήσει αυτή [η κοινωνία], χρειάζεσαι ένα καλό, αποτελεσματικό Κράτος για να οργανώσει ένα σύνθετο υπόβαθρο. Δηλαδή, εντάξει, οργάνωσες τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας — άντε γαμήσου, από πού έρχεται η ηλεκτρική ενέργεια; Πρέπει να καταστεί διαθέσιμη. Εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και ούτω καθεξής.
Οπότε ξανά, το δεύτερο σημείο: […] ότι ο τελικός μας στόχος δεν θα έπρεπε να είναι το αντιπροσωπευτικό κράτος, αλλά η “ζωντανή τοπική δημοκρατία”, όπου οι άνθρωποι είναι άμεσα παρόντες και αυτοοργανώνονται και ούτω καθεξής. Τώρα θα σας δώσω ένα πολύ ωμό επιχείρημα, αλλά είχε διατυπωθεί κάποτε από τον Τρότσκι με πολύ έξυπνο τρόπο. Δηλαδή, για να είμαι ωμός: Θα ήθελες πραγματικά να ζεις σε μια σκατένια κατάσταση τοπικής δημοκρατίας; Κάθε απόγευμα να πρέπει να πηγαίνεις σε κάποια ηλίθια συνέλευση, για το πώς θα οργανώσουμε την εκπαίδευση των παιδιών, πώς θα διανείμουμε το νερό, πώς θα κάνουμε αυτό, εκείνο.
Όχι, συγγνώμη! Θέλω να ζω σε ένα ωραία αλλοτριωμένο κράτος· με το “ωραία αλλοτριωμένο” εννοώ ότι είναι αόρατο εκεί, έξω από τον έλεγχό σου, αλλά παραδίδει, λειτουργεί. Το νερό είναι εδώ. Δεν θέλω να συζητώ κάθε απόγευμα από πού έρχεται το νερό και πώς. Θέλω το νερό να είναι εδώ. Θέλω η υγειονομική περίθαλψη να είναι εδώ. Θέλω η ενέργεια να είναι εδώ. [Ίδια μετάφραση.]»
Στη συνέχεια περνά σε ένα τρίτο σημείο, συγκεκριμένα ότι τα σημερινά κοινωνικά προβλήματα έχουν γίνει διακρατικά ζητήματα, τα οποία η κρατική εξουσία σε εθνικό επίπεδο είναι ανίκανη να λύσει, και ότι χρειάζονται «μεγαλύτεροι παγκόσμιοι οργανισμοί» για να διαχειριστούν και να ρυθμίσουν τις εταιρείες και τις παγκόσμιες οικολογικές κρίσεις σε διακρατική κλίμακα.
Το περίεργο στην κριτική του Žižek είναι ότι προϋποθέτει πως η αλλοτρίωση και η κρατική τέχνη διακυβέρνησης δεν είναι μόνο αναγκαίες, αλλά και επιθυμητές. Μπορούμε εδώ να ερμηνεύσουμε τον Žižek ως υπερασπιστή της αναγκαιότητας της γραφειοκρατίας και, κατ’ επέκταση, της επιθυμητότητας του γραφειοκρατικού ρεαλισμού. Από τη δική του οπτική, μόνο η γραφειοκρατία σε μεγάλη, παγκόσμια κλίμακα θα μπορούσε να λύσει την πολυκρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Αλλά η πολυκρίση που αντιμετωπίζουμε είναι ακριβώς μια κρίση που προκλήθηκε από την ύβρη του υψηλού μοντερνισμού και του γραφειοκρατικού ρεαλισμού. Το γεγονός είναι ότι βιώνουμε το χειρότερο και των δύο κόσμων: έχουμε και αλλοτρίωση και κακή παροχή κοινωνικών αναγκών, όπως αποδεικνύουν οι παγκόσμιες κρίσεις στην ενέργεια, την εκπαίδευση, το νερό και το κλίμα. Επιπλέον, το Κράτος, οι διακρατικοί κρατικοί οργανισμοί, οι διεθνείς πολυμερείς οργανισμοί και οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν όλοι αποδειχθεί ανίκανοι ακόμη και για ελάχιστη συνεργασία απέναντι στην κλιματική κρίση, καθώς ο κόσμος υπνοβατεί προς την καταστροφή. Αν το Κράτος και οι γραφειοκρατίες του αποδεικνύονται ανίκανα να διαχειριστούν κρίσεις αυτή τη στιγμή, τι κάνει εκείνους που πιστεύουν στην ικανότητα του Κράτους να επιλύει τις αντιφάσεις της ταξικής κοινωνίας να θεωρούν ότι το Κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει επαρκώς την πολυκρίση που έχουμε μπροστά μας σήμερα;
Παρότι η «ωραία αλλοτρίωση» μπορεί να είναι ελκυστική με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πραγματικά από πού έρχεται η ηλεκτρική ενέργεια και το νερό, πού πηγαίνουν τα σκουπίδια κ.λπ., αρκεί να γίνεται η δουλειά, το περίεργο είναι ότι αυτή η «ωραία αλλοτρίωση» είναι ακριβώς αυτό που μας έφερε στη σημερινή οικολογική και κλιματική κρίση. Οι άνθρωποι απλοποιούνται και αποδίδονται ως απλοί καταναλωτές. Ως καταναλωτές, είναι αλλοτριωμένοι από τα μέσα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, και το μόνο που νοιάζει τους καταναλωτές είναι το εμπόρευμα να είναι φθηνό — εξού και η εξάπλωση της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα. Αλλοτριωμένοι από την παροχή νερού τους, οι καταναλωτές δεν νοιάζονται ποιων οι πατρογονικές γαίες πλημμυρίζουν από τα φράγματα και τις δεξαμενές. Δεν νοιάζονται πού πετιούνται τα σκουπίδια. Δεν νοιάζονται για την οδύνη που χρειάζεται για να φτάσει το φαγητό στο τραπέζι.
Ιστορικά μιλώντας, πολλές από τις κοινωνικές λειτουργίες του Κράτους —όπως η πρόνοια και η υγεία— δεν ήταν πεδίο του Κράτους, αλλά των ενώσεων αλληλοβοήθειας, δηλαδή λειτουργίες της πολιτικής και όχι της κρατικής τέχνης διακυβέρνησης. Αυτό είναι πράγματι το επιχείρημα που προβάλλει ο Steve Millett στο «Neither State Nor Market»: ότι η κοινωνία έπρεπε να απογυμνωθεί από τις κοινωνικές της λειτουργίες και αυτές να σφετεριστούν από το Κράτος, προκειμένου να διασφαλιστεί η κυριαρχία του πάνω στην κοινωνία. Όπως αναφέρθηκε, η αρχαιολογία έχει φέρει στο φως στοιχεία για ένα κοινοτικό αποχετευτικό σύστημα σε μια πόλη χωρίς μηχανισμό ελίτ, ακόμη και τόσο παλιά όσο η αρχαία Κίνα. Πράγματι, πρόσφατη ανθρωπολογική-αρχαιολογική εργασία υποδεικνύει ότι σε όλη την ιστορία, άκρατες αστικές και διάφορες άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης δημιούργησαν κοινωνίες χωρίς μηχανισμούς ελίτ, ενώ εξακολουθούσαν να διαχειρίζονται την κοινωνική αναπαραγωγή των κοινωνιών τους.
Πράγματι, σε όλο τον μεσαιωνικό και πρώιμο νεότερο κόσμο, άτυπες και πολιτικές ενώσεις των εργατικών τάξεων διαχειρίζονταν τα κοινά και παρείχαν κοινωνικές υπηρεσίες παρά και εναντίον του Κράτους, όχι εξαιτίας του. Όπως υποστήριξαν ο Peter Linebaugh και ο Marcus Rediker στο The Many-Headed Hydra, οι εργατικές τάξεις έπρεπε να τρομοκρατηθούν προοδευτικά ώστε να υποταχθούν, να αλλοτριωθούν και να απογυμνωθούν από τα κοινά και τις οργανώσεις τους. Αυτό το καθεστώς τρόμου επέτρεψε στη γραφειοκρατία να μειώσει την εργατική τάξη σε εξάρτηση από τον κυρίαρχό της. Παρόμοιο επιχείρημα θα μπορούσε να διατυπωθεί για το υψηλο-μοντερνιστικό εγχείρημα της Σοβιετικής Ένωσης: συγκεκριμένα, ότι η σοβιετική κυβέρνηση τρομοκράτησε και εξάλειψε διεξοδικά την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να γεννήσει εξάρτηση από το σοβιετικό κράτος πρόνοιας. Παίρνοντας ξανά από το The Many-Headed Hydra, η «ζωντανή τοπική δημοκρατία» που απαξιώνει ο Žižek δεν είναι κάποιο μελλοντικό ιδανικό, αλλά υπήρξε ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα για μεγάλο μέρος του κόσμου, μέχρι που η κυριαρχία του κεφαλαίου και του Κράτους την κατέστρεψε με τον τρόμο και την κυριαρχία του νόμου. Ειρωνικά μάλιστα, ο Žižek ωρίμασε σε μια περίοδο της γιουγκοσλαβικής ιστορίας που συνειδητά απομακρύνθηκε από ένα υψηλό επίπεδο γραφειοκρατικής διαχείρισης προς έναν ορισμένο βαθμό αυτοδιαχείρισης, ικανό να παρέχει κοινωνικές ανάγκες με μεγαλύτερη ανταπόκριση από τα σοβιετικά και δυτικά αντίστοιχα, παρά τα συνήθη προβλήματα της απομόνωσης του κρατικού σοσιαλισμού.
Η «ωραία αλλοτρίωση», λοιπόν, είναι αίτημα αντεπανάστασης. Δεν κατάφερε ο Μουσολίνι να κάνει τα τρένα να φτάνουν στην ώρα τους; Όχι, δεν το κατάφερε, αλλά ο μύθος της «ωραίας αλλοτρίωσης» υπό τον Μουσολίνι έκανε θαύματα για τη δημοφιλία της φασιστικής γραφειοκρατίας και της θεαματικής κρατικής τέχνης διακυβέρνησης. Η «ωραία αλλοτρίωση» είναι απλώς η θεαματική εικόνα του «να γίνεται η δουλειά». Πράγματι, η «ωραία αλλοτρίωση» υπήρξε πάντοτε ο μύθος που περιβάλλει τη γραφειοκρατική μορφή. Η επιθυμία για «ωραία αλλοτρίωση» και για παραχώρηση των κοινωνικών λειτουργιών σε μεγάλους ηγέτες και τις γραφειοκρατίες τους δεν μπορεί να είναι η λύση στην πολυκρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Αντίσταση
Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός παρουσιάζει τη γραφειοκρατία ως φυσική και επιθυμητή μορφή ανθρώπινης οργάνωσης. Ενώ μπορεί να δει και να επιθυμήσει έναν κόσμο χωρίς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η αριστερά παραμένει ανίκανη να δει σοβαρά μια εναλλακτική στη γραφειοκρατική μορφή.
Αλλά η γραφειοκρατία δεν είναι φυσική! Η γραφειοκρατία είναι μια αλλοτριωτική δύναμη που επιβάλλεται από κράτη ή παρακρατικές οντότητες – π.χ. κόμματα. Απέναντι στην αντίληψη ότι οι γραφειοκρατίες είναι φυσικές ή ακόμη και επιθυμητές, αντιγραφειοκρατικές μορφές οργάνωσης έχουν εξεγερθεί ενάντια στη διαμεσολαβημένη μορφή πολιτικής που η γραφειοκρατία επιβάλλει στη ζωή. Η σοβιετική δημοκρατία, ο συμβουλιακός κομμουνισμός, η άμεση δημοκρατία και ο αναρχικός φεντεραλισμός έχουν όλα παρουσιάσει οργανωτικές μορφές που χτυπούν τη γραφειοκρατία.
Η Ursula K. Le Guin είπε περίφημα στην ομιλία της στα National Book Awards: «Ζούμε στον καπιταλισμό· η εξουσία του μοιάζει αναπόδραστη – αλλά το ίδιο ίσχυε και για το θείο δικαίωμα των βασιλιάδων. Κάθε ανθρώπινη εξουσία μπορεί να αλλάξει από ανθρώπινα όντα.» Η γραφειοκρατία είναι τελικά ανθρώπινη επινόηση. Η γραφειοκρατία και το Κράτος είναι παρόντα στην ανθρώπινη ιστορία μόνο για ένα κλάσμα της ιστορίας του είδους μας, πόσο μάλλον της ιστορίας της ζωής και του σύμπαντος. Ως ανθρώπινη επινόηση, η γραφειοκρατία μπορεί επίσης να δεχθεί αντίσταση και να αλλάξει. Μπορούμε να οραματιστούμε καλύτερους κόσμους.
Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί με την ίδια αντίσταση με την οποία αντιστεκόμαστε στον ίδιο τον καπιταλισμό. Ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός είναι αποτυχία της επαναστατικής φαντασίας. Ακριβώς έτσι, η μορφή του κόμματος-πρωτοπορίας αναπαράγει τη μορφή του γραφείου μέσα στη δομή της, επειδή όσοι βρίσκονται μέσα στο κόμμα δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή οργανωμένη διαφορετικά. Η γραφειοκρατία δεν βαθαίνει τις ελευθερίες μας.
Μια επανάσταση είναι γιορτή του δυνατού, γιορτή αυτού που θα μπορούσε να υπάρξει, της ενδυνάμωσης και της οραματικής πράξης. Δεν μπορούμε να περιορίσουμε ξανά την ετερογένεια των οραμάτων και των πρωτοβουλιών σε μια από τα πάνω γραφειοκρατική δομή! Μια αληθινή κοινωνική επανάσταση είναι ετερογενής και χαρακτηρίζεται από πλουραλισμό οραμάτων και πρωτοβουλιών, καθώς και από ποικιλία ιδεών και πρακτικών. Αυτό που έρχεται στον νου είναι η χωρίς ειρωνεία υιοθέτηση του μαοϊκού γνωμικού: «Αφήστε χίλια λουλούδια να ανθίσουν.»

Ρεαλιστές
Από τον τόπο της υπερφυσικής γραφειοκρατίας μέχρι την οργανωτική μορφή μιας επαναστατικής οργάνωσης, η γραφειοκρατική μορφή είναι πρωτίστως μια αποτυχία της φαντασίας. Παρά τις άπειρες δυνατότητες του υπερφυσικού και των δημιουργικών τρόπων οργάνωσης, κάποιοι μπορούν να φανταστούν μόνο ένα γραφείο! Αυτή είναι η γελοιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας υπό τον σημερινό γραφειοκρατικό ρεαλισμό. Η ομιλία της Le Guin στα National Book Awards συνέχιζε: «Η αντίσταση και η αλλαγή συχνά αρχίζουν στην τέχνη. Πολύ συχνά στη δική μας τέχνη, την τέχνη των λέξεων.» Όπως είπε:
«Έρχονται δύσκολοι καιροί, όταν θα έχουμε ανάγκη τις φωνές συγγραφέων που μπορούν να δουν εναλλακτικές στον τρόπο με τον οποίο ζούμε τώρα, που μπορούν να δουν πέρα από την κοινωνία μας, καθηλωμένη από τον φόβο, και τις εμμονικές τεχνολογίες της, προς άλλους τρόπους ύπαρξης, και ακόμη να φανταστούν πραγματικά θεμέλια για την ελπίδα. Θα χρειαστούμε συγγραφείς που μπορούν να θυμούνται την ελευθερία — ποιητές, οραματιστές — ρεαλιστές μιας μεγαλύτερης πραγματικότητας.»
Η λύση στους περιορισμούς που επιβάλλει στον νου μας ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός είναι η στήριξη της εναλλακτικής μυθοπλασίας, των «ρεαλιστών μιας μεγαλύτερης πραγματικότητας». Η Walidah Imarisha το αποκαλεί αυτό «οραματική μυθοπλασία», δηλαδή οράματα εναλλακτικών τρόπων οργάνωσης της κοινωνίας. Η οραματική μυθοπλασία μάς προσφέρει ένα όραμα οργάνωσης της κοινωνίας χωρίς γραφειοκρατία.
Η επανεμφάνιση της γραφειοκρατίας υπό τον αναρχοκομμουνισμό στο The Dispossessed της Le Guin είναι μια παραβολή για τη διαβρωτική διάχυση του γραφειοκρατικού ρεαλισμού ακόμη και μέσα σε έναν πλήρως αναρχικό κόσμο. Ο Συντονισμός Παραγωγής-Διανομής —Production-Distribution-Coordination, PDC— ήταν η de facto κυβέρνηση του Anarres. Ο χαρακτήρας Shevek περιέγραψε το PDC ως κάτι που είχε μετατραπεί σε αναρχική γραφειοκρατία, ή ακόμη και σε «αρχιστική» —τον ενδοκοσμικό όρο που υποκαθιστά τον σταλινισμό και σημαίνει το αντίθετο του αναρχικού. Ο Shevek και οι σύμμαχοί του επιχειρούν να επαναστατικοποιήσουν εκ νέου τον Anarres μέσω του Συνδικάτου Πρωτοβουλίας, που ταρακουνά το γραφειοκρατικό PDC. Στο τέλος —και στην αρχή— ο Shevek εγκαταλείπει τον Anarres για τον Urras, έναν καπιταλιστικό πλανήτη, ώστε να βρει έναν τρόπο να ωφελήσει και τις δύο κοινωνίες και, ταυτόχρονα, να επιβεβαιώσει εκ νέου τη δέσμευσή του στην αναζωογόνηση του Anarres.
Με αυτή την έννοια, το The Dispossessed αποτελεί μέρος της αντίστασης της Le Guin στη γραφειοκρατική μορφή. Δείχνει πώς αυτή μπορεί να αναδυθεί ακόμη και υπό αναρχικές συνθήκες, και πώς η ίδια πιστεύει ότι μπορεί να ξεπεραστεί μέσω δημιουργικής οργάνωσης.
Δεν θα υπάρξουν εύκολες απαντήσεις ή σίγουρες λύσεις για την πολυκρίση που αντιμετωπίζουμε ή για τη συμφορά του γραφειοκρατικού ρεαλισμού, αλλά η εναλλακτική αρχίζει αναγκαστικά από τη φαντασία. Όπως ο καπιταλιστικός ρεαλισμός μάς προκαλεί να φανταστούμε και να αγωνιστούμε για μια εναλλακτική, έτσι και ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός πρέπει να μας προκαλέσει να φανταστούμε και να αγωνιστούμε για εναλλακτικές στη γραφειοκρατική μορφή.
Στο Bullshit Jobs, ο David Graeber ρωτά: «Κάθε μέρα ξυπνάμε και συλλογικά φτιάχνουμε έναν κόσμο μαζί· αλλά ποιος από εμάς, αν αφηνόταν στην κρίση του, θα αποφάσιζε ποτέ ότι ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο σαν κι αυτόν;» Ένας κόσμος πέρα από τη γραφειοκρατία υπάρχει, αν είμαστε αρκετά γενναίοι ώστε να τον δούμε και να τον οικοδομήσουμε.