Προσκόλληση και Εξουσία

0

Κείμενο: Γιώργος Λούκας (εκπαιδευτικός, Ataxia School)

Στη γλώσσα της ψυχολογίας η προσκόλληση ορίζεται ως μια διαρκής ψυχολογική σχέση μεταξύ των ανθρώπων. Οι πρώτες σχέσεις ενός παιδιού με τους γονείς του, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται μεταμφιεσμένες και στη μετέπειτα ζωή του ανθρώπου. Έτσι, η προσκόλληση μπορεί να έχει θετικό, αλλά και αρνητικό χαρακτήρα. H θεωρία δεσμού ή προσκόλλησης αναφέρει δηλαδή πως, αν οι πρώτες σχέσεις που θα αναπτυχθούν με τους γονείς είναι ασφαλείς, το παιδί μπορεί πιο εύκολα να αναπτύσσει θετικές σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γύρω του. Αντίθετα, αν οι σχέσεις με τους πρώτους ανθρώπους συναναστροφής είναι μη ασφαλείς, τότε τα παιδιά αναπτύσσουν φοβικές σχέσεις εξάρτησης, γεμάτες καχυποψία και ανασφάλεια.

Η ανθρώπινη εξέλιξη ευνοεί τη μακρόχρονη φροντίδα. Είμαστε από τα λίγα είδη όπου η διαδικασία ωρίμανσης διαρκεί τόσο πολύ. Οι γονείς ιδανικά προσπαθούν, όσο μπορούν να κρατήσουν ασφαλές το βρέφος μέχρι το βρέφος να γίνει παιδί και να αποκτήσει σιγά-σιγά την αυτονομία του.

Το παιδί βέβαια προσκολλάται παθιασμένα σε εκείνους από τους οποίους εξαρτάται. Αυτό δεν είναι φυσικά αμιγώς κακό. Στις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχει αλληλεξάρτηση. Αν και η εξάρτηση του παιδιού δεν συνιστά πολιτική υποταγή, ο σχηματισμός μιας πρωτογενούς τάσης εξάρτησης, καθιστά το παιδί και μετέπειτα πολίτη ευάλωτο στην υποταγή και την εκμετάλλευση.

Έτσι η δημιουργία του ίδιου του υποκειμένου σηματοδοτεί μια κατάσταση εν δυνάμει υποταγής, μιας και η επιθυμία για ζωή, επιβίωση και ύπαρξη είναι πολύπλευρα εκμεταλλεύσιμη. Η αγάπη του παιδιού και η προσκόλλησή του, ενώ από τη μια του δίνουν τη δυνατότητα ύπαρξης, από την άλλη το «μαθαίνουν» να υποτάσσεται στους σημαντικούς άλλους. Κανένα υποκείμενο δεν μπορεί να αναδυθεί δίχως την προσκόλληση, η οποία διαμορφώνεται σε συνθήκες εξάρτησης. Πόσο τολμηρό είναι, άραγε, να υποθέσουμε ότι αυτό το ζωοποιό, βαθιά ανθρώπινο πλησίασμα και την ανάγκη συνύπαρξης εκμεταλλεύεται η ρυθμιστική εξουσία για να κυριαρχήσει και να επιβάλει τους κανόνες της;

Αν ευσταθεί κάπως αυτή η υπόθεση, απαντά στο ερώτημα του Spinoza «γιατί οι άνθρωποι να επιθυμούν την σκλαβιά τους, σαν να ήταν η ελευθερία τους;» Αν είμαστε όμως εν πολλοίς ένα αποτέλεσμα καθυπόταξης, τι μέλλει γενέσθαι;

Αν δεν θέλουμε να απελευθερωθούμε; Αν θέλουμε να αναθέτουμε τις ζωές μας σε τρίτους που φαίνονται ορθολογικοί και σώφρονες «μπαμπάδες» για να βάλουν σε τάξη το κοινό μας σπιτικό; Οι «μπαμπάδες» αν και μπορεί να μην είναι πάντα δίκαιοι, κάνουν λάθη, παρ’ όλα αυτά, όπως μας μάθανε, κρατάνε το σπίτι ενωμένο σε σταθερά θεμέλια. Όσο εξαρτιόμαστε από μπαμπάδες, έχουμε δύο τουλάχιστον επιλογές. Είτε κάποια στιγμή να θέλουμε να γίνουμε εμείς «μπαμπάδες», είτε να αναγνωρίσουμε ότι πάντα πρέπει να υπάρχει κάποιος ανώτερος από εμάς να μας διοικεί, να μας σώζει. Πρόκειται για έναν παλαιού τύπου μπαμπά που πάντα «ξέρει», τους κινδύνους και επιδιώκει να φαίνεται λογικός και ορθολογικός.

Έτσι περνάμε σιγά-σιγά στην πολιτική, η οποία απομακρύνεται από την κοινότητα και μεταφέρεται σε όλο πιο απόμακρα κέντρα εξουσίας. Ο κίνδυνος πλέον δεν είναι αόρατος, είναι στατιστικά προσδιορισμένος, αλλά και χαοτικός. Η δυνάμει αυτή επικινδυνότητα οδηγεί στην πρόληψη και στη διάχυση του φόβου, είτε ως έλλειψη κυβερνησιμότητας, είτε ως απειλή του τύπου «θα έρθει ο κακός ο λύκος, αν δεν είστε καλά παιδιά. Η μοναδική λογική επιλογή είμαστε εμείς ή ακόμη χειρότερα Εγώ». Ο μοναδικός τρόπος διακυβέρνησης τότε όπως έχει περάσει στο συλλογικό φαντασιακό γίνεται αυτός της ανάθεσης στο κόμμα, το οποιοδήποτε κόμμα και η απουσία άμεσης δράσης.

Όμως κάτω από το μακρό-επίπεδο της φανερής πολιτικής υπάρχει και το μικρο-επίπεδο των καθημερινών σχέσεων, του πολιτικού. Ο τρόπος που αναπτύσσουμε μορφές σχέσεων, κάνουμε παρέες, φιλιώνουμε, μαλώνουμε, συμπεριφερόμαστε στον αδύναμο της κοινωνίας είναι η βάση του πολιτικού, πέραν του ετοιμοπαράδοτου κομματικού. Είναι η μαγιά της ερχόμενης συλλογικής ελευθερίας ή της ίδιας μας της υποδούλωσης.

Η κοινωνική συναίνεση που απολαμβάνουν οι σύγχρονες δυτικές κυβερνήσεις οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αποτελεσματικότητα διαμόρφωσης του φαντασιακού των υπηκόων τους. Όταν θέλει ο εργάτης να ζήσει με κάθε κόστος σαν αστός κι ας βγάζει τρεις και εξήντα. Όταν διαμορφώνονται ρευστά υποκείμενα που δεν μπορούν να δεσμευτούν σε καμία αξία ή πλάνο και βλέπουν την απελευθέρωση με όρους απουσίας δέσμευσης σε όλα τα επίπεδα. Όταν η ζωή έχει γίνει αγώνας ταχύτητας, απουσίας αναστοχασμού και ατομικού βολέματος, τότε, ναι, έχουμε δρόμο ακόμη.

Αλλά όπως λέει και ο Φουκώ: «Δεν υπάρχει σχέση εξουσίας χωρίς αντίσταση, χωρίς υπεκφυγή ή διαφυγή, χωρίς ενδεχόμενο αντιστροφής. Κάθε σχέση εξουσίας συνεπάγεται λοιπόν, τουλάχιστον δυνάμει, μια στρατηγική αγώνα».

Αφήστε ένα σχόλιο

seventeen + thirteen =