Γιατί το «Don’t Look Up» είναι η ταινία της εποχής μας

0

Κείμενο του Ezra Brain, δάσκαλος και καλλιτέχνης θεάτρου στη Νέα Υόρκη. Το άρθρο αποτελεί spoiler για όσες-ους δεν έχουν δει ακόμη την ταινία.

«Η Γη δεν πεθαίνει, σκοτώνεται. Και αυτοί που τη σκοτώνουν έχουν ονόματα και διευθύνσεις»
— Utah Philips

Εργάζομαι στη ζωντανή ψυχαγωγία στη Νέα Υόρκη – μια πόλη που, όπως σχεδόν σίγουρα γνωρίζετε, βιώνει αρκετά το κύμα της εξάπλωσης του covid αυτή τη στιγμή. Εδώ και εβδομάδες –αν όχι μήνες– οι συνάδελφοί μου κι εγώ κάναμε την ίδια βασικά συζήτηση σε κάθε βάρδια: «Πώς στο διάολο είμαστε ακόμα ανοιχτοί; Σίγουρα είναι θέμα χρόνου μέχρι να κλείσουμε, σωστά;» Αυτό οδηγεί σε έναν περίπλοκο συνδυασμό φόβου, δυσπιστίας και ελπίδας-πέρα-από-κάθε-λογική σε όσους έχουν δείξει, επανειλημμένως, ότι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Αυτό αποτελεί ένα βαθιά αποπροσανατολιστικό, επιβαρυντικό και καταθλιπτικό συναίσθημα. Και αυτό το συναίσθημα είναι ολοένα και πιο κοινό, καθώς οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι εκείνοι που έχουν εξουσία δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το αν θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε.

Εντός αυτού του σημασιακού πλαισίου, της οργής, του φόβου και της απόγνωσης, κάθισα να δω τη νέα ταινία του Άνταμ ΜακΚέι: Don’t Look Up. Το Don’t Look Up γράφτηκε από τον McKay (ο οποίος έχει αποκαλέσει τον γνωστό φιλελεύθερο του Χόλιγουντ Aaron Sorkin «η δεξιά εκδοχή μου») και αποτελεί μια ιστορία του ίδιου του ΜακΚέι και του David Sirota, συντάκτη του περιοδικού Jacobin. Αυτή η συγγραφική ομάδα –σε συνδυασμό με το τυπικό σκηνοθετικό στυλ του ΜακΚέι– βρίσκει έναν τρόπο να αποτυπώσει την τρέχουσα αίσθηση οργής, μαύρου χιούμορ και παραίτησης.

Η βασική πλοκή της ταινίας βασίζεται σε μια (εσκεμμένα) ολοφάνερη μεταφορά για την κλιματική αλλαγή – που μεταφέρεται στην ταινία ως ένας κομήτης που πρόκειται να πέσει στη Γη, εξαφανίζοντας όλη τη ζωή. Αυτός ο κομήτης ανακαλύπτεται από μια μεταπτυχιακή φοιτήτρια (την οποία υποδύεται η Τζένιφερ Λόρενς στη θριαμβευτική επιστροφή της στον κινηματογράφο), η οποία στη συνέχεια ταξιδεύει με τον καθηγητή της (που τον υποδύεται ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο) έως την Ουάσιγκτον για να πείσουν την αδιάφορη πρόεδρο (Μέριλ Στριπ). Άλλα μέλη του καστ είναι ο Jonah Hill ως επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου, η Κέιτ Μπλάνσετ και ο Τάιλερ Πέρι ως παρουσιαστές στα μέσα ενημέρωσης που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα νούμερα τηλεθέασης παρά για τις ειδήσεις, ο Τίμοθε Σαλαμέτ ως σκέιτερ της γενιάς “Z” και ο Μαρκ Ράιλανς ως μία ταυτόχρονη ενσάρκωση του Έλον Μασκ και του Τζεφ Μπέζος.

Καθώς η ταινία προχωρά, ο ΜακΚέι μάς ματαιώνει, σχεδόν με κεφάτο τρόπο, την ελπίδα. Γνωρίζουμε αμέσως ότι η Στριπ και ο Χιλ δεν πρόκειται να πάρουν στα σοβαρά τη Λόρενς και τον Ντι Κάπριο. Σε τελική ανάλυση, οι ερευνητές αυτοί προέρχονται από μία κρατική σχολή, όχι από κάποιο “Ivy” κολέγιο –μια λεπτομέρεια στην πλοκή που χτυπά ιδιαιτέρως έντονα ως κριτική της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης. Και γνωρίζουμε πως ακόμη κι όταν οι πολιτικοί λάβουν σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις, τίποτα ουσιώδες δεν θα προκύψει – πρόκειται απλώς για ένα πολιτικό θέατρο. Όταν η Λόρενς και ο Ντι Κάπριο πηγαίνουν στην εκπομπή ειδήσεων της Μπλάνσετ και του Πέρι, ξέρουμε ότι ούτε αυτό θα έχει κάποια σημασία.

Ο ΜακΚέι δεν μας αφήνει ποτέ να έχουμε ελπίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας – και τη μοναδική φορά που το κάνει, μας την αφαιρεί επιμελώς στην πιο εξοργιστική, ίσως, σκηνή της ταινίας, όταν ο καπιταλιστής χαρακτήρας του Ράιλανς επεμβαίνει για να αλλάξει κυριολεκτικά το σχέδιο της σωτηρίας του πλανήτη.

Αυτό θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευτεί ως κάτι το μηδενιστικό. Αλλά, για μένα, όχι. Περισσότερο, φαίνεται ότι ο ΜακΚέι θέλει να μας υπενθυμίσει (και έπειτα μας το ξανα-υπενθυμίζει) ότι δεν μπορούμε να πιστεύουμε πως οι ίδιοι άνθρωποι που σκοτώνουν τη Γη θα τη σώσουν.

Πάνω απ’ όλα, το Don’t Look Up αποτελεί μια κριτική του φιλελευθερισμού, της ιδέας ότι το σύστημα μπορεί να διορθώσει τον εαυτό του.

Μεγάλο μέρος αυτής της κριτικής φαίνεται μέσα από τον χαρακτήρα του Ντι Κάπριο – ενός καθηγητή που αποφασίζει να είναι ο «ενήλικας στο δωμάτιο» για τη Στριπ και τον Ράιλανς. Μέσω του Ντι Κάπριο, βλέπουμε την ανοησία να εργάζεται κανείς εντός του συστήματος, εμπιστευόμενος ότι το κράτος και οι μεγάλες επιχειρήσεις θα θέσουν ή θα ακολουθήσουν οποιουσδήποτε κανόνες για την προστασία του πλανήτη. Ο ΜακΚέι μάς αναγκάζει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της φιλελεύθερης στρατηγικής και να δούμε πώς αυτή θα τελειώσει.

Έχει ασκηθεί μεγάλη κριτική σε αυτή την ταινία. Κάποιοι βρίσκουν την ταινία μη αστεία, κακογραμμένη και άγαρμπη. Ενώ τα δύο πρώτα αποτελούν υποκειμενικά παράπονα –δεν πρόκειται να προσπαθήσω να πω σε κανέναν τι θα έπρεπε να του φανεί αστείο–, η κριτική της ταινίας ως άγαρμπης ή αυθόρμητης, δίχως λεπτότητα, ύλης χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Για να το πω ωμά: ζούμε μια καταστροφική και άνευ προηγουμένου περιβαλλοντική κρίση. Πυρκαγιές σάρωσαν όλο τον κόσμο φέτος, χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους, πρόσφυγες πνίγονται στους ωκεανούς και τα ηλεκτρικά δίκτυα καταρρέουν υπό από το βάρος του χιονιού. Στη Νέα Υόρκη, πολλοί άνθρωποι πνίγηκαν στα υπόγεια διαμερίσματά τους λόγω πλημμύρων. Η συντάκτρια Nina DeMeo συνέκρινε τις φετινές σκηνές της Νέας Υόρκης με το The Day After Tomorrow. Τίποτα από αυτά δεν είναι λεπτεπίλεπτο.

Προσθέτοντας και την πανδημία μέσα σε όλο αυτό, το CDC απλώς άλλαξε τις οδηγίες καραντίνας επειδή το ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος της Delta Air Lines. Τα σχολεία παραμένουν ανοιχτά στα αστικά κέντρα που αντιμετωπίζουν αριθμούς ρεκόρ μολύνσεων. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών –ένας άνθρωπος που εξελέγη ρητά ώστε να χειριστεί καλύτερα την πανδημία– είπε βασικά στους ανεμβολίαστους ότι ήταν δικό τους λάθος που ο covid συνεχιζόταν ακόμα – παρόλο που συνεχίζει να αρνείται να άρει τις πατέντες εμβολίων, να θεσπίσει διακοπή λειτουργίας ή τυχόν άλλες διαρθρωτικές αλλαγές που θα βοηθούσαν στην προστασία των εργαζομένων. Δεν είναι λεπτεπίλεπτες οι στιγμές.

Όλο και περισσότερο, ανησυχώ ότι έχουμε πέσει εντός ενός μικροαστικού μοντέλου καλλιτεχνικής κριτικής, σύμφωνα με το οποίο το να μιλάμε δυνατά για τα προβλήματα είναι κάπως «λιγότερο βαθύ» από το να μιλάμε για αυτά ήσυχα. Ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ, στα γραπτά του, έκανε πολύ, πολύ χαλαρές μεταφορές για τα πολιτικά ζητήματα της εποχής του ως έναν τρόπο για να τα κάνει πιο προσιτά –για παράδειγμα, αντί να συζητά ρητά για την εισβολή του Χίτλερ στη Γερμανία, ο Μπρεχτ έγραψε το Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, που αντιμάχεται τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του πολέμου αλλά διαδραματίζεται στον 17ο αιώνα. Σε όλα όμως τα γραπτά του, είναι το ίδιο άγαρμπος και αδίστακτος με τον ΜακΚέι – στο Μάνα Κουράγιο, έχει έναν χαρακτήρα που λέει: «Δεν θα σε αφήσω να μου χαλάσεις τον πόλεμο. Καταστρέφει τους αδύναμους, έτσι δεν είναι; Ε, και λοιπόν, τι τους κάνει η ειρήνη, ε; Ο πόλεμος ταΐζει καλύτερα τους ανθρώπους του». Σίγουρα αυτό δεν αποτελεί μια λεπτεπίλεπτη γραμμή.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι λεπτά. Η καπιταλιστική εκμετάλλευση και οι περιβαλλοντικές κρίσεις δεν είναι λεπτεπίλεπτες. Γιατί λοιπόν να είναι η τέχνη μας;

Ίσως εγωιστικά, ίσως ως αντίδραση στην εποχή που ζούμε, να λαχταρώ τον θάνατο της λεπτότητας στην τέχνη. Λαχταρώ την τέχνη –αλλά συγκεκριμένα την πολιτική τέχνη– που απλώς θα εμφανιστεί και θα αρχίσει να μιλά για τα προβλήματα. Και, είτε σας αρέσει είτε όχι, το Don’t Look Up κάνει ακριβώς αυτό: εμφανίζεται και αρχίζει να μιλά για τα προβλήματα.

Πολλοί –συμπεριλαμβανομένων πολλών μελών του ιστοτόπου Left Voice– βρίσκουν το Don’t Look Up καταθλιπτικό και δίχως να έχει κάποιο σχέδιο απελευθέρωσης. Και, ως έναν βαθμό, συμφωνώ. Συμφωνώ ότι το Don’t Look Up δεν μιλά αρκετά για την επανάσταση ή την εργατική τάξη ή την οργάνωση. Θα μου άρεσε καλύτερα η ταινία αν η τελική πράξη ήταν η Λόρενς και ο Σαλαμέτ να οργανώνουν μια εξέγερση; Πιθανώς. Αλλά, για μένα, δεν είναι αυτό το θέμα αυτής της ταινίας.

Το Don’t Look Up είναι, για μένα, αυτό το συναίσθημα –το συναίσθημα που περιέγραψα στην αρχή αυτού του άρθρου– της επίγνωσης ότι οδεύουμε προς την καταστροφή και ότι κανένας, που έχει εξουσία στα χέρια του, δεν θα κάνει κάτι για να τη σταματήσει.

Στη δουλειά και στη ζωή, νιώθω να κοιτάζω συνεχώς ψηλά –εγώ και οι συνάδελφοί μου βλέπουμε τον κομήτη να κινείται προς το μέρος μας– αλλά όλα τα αφεντικά, οι πολιτικοί και η επιστημονική γραφειοκρατία βγαίνουν στις ειδήσεις και μας λένε ότι όλα είναι καλά. «Μην κοιτάς ψηλά, είμαστε καλά, συνέχισε απλώς να δουλεύεις, δεν είναι τόσο καλύτερο;» Και, κάθε μέρα που περνά, ο κομήτης πλησιάζει όλο και περισσότερο.

Για μένα, το Don’t Look Up είναι μια ταινία για το να κοιτάς ψηλά, να βλέπεις την καταστροφή και μετά να συνειδητοποιείς ότι το σύστημα δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει – έτσι προσπαθεί να σε πείσει ότι όλα βαίνουν καλώς. Και, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το Don’t Look Up αφορά το απόσπασμα του Utah Phillips με το οποίο άνοιξα την παρούσα κριτική. Μιλάμε για τη συνειδητοποίηση ότι δεν πρόκειται για μία φυσική καταστροφή. Είναι η καταστροφή που δημιουργήθηκε από μια χούφτα ανθρώπων με τεράστιο πλούτο και εξουσία. Και ξέρουμε ακριβώς ποιοι είναι αυτοί –ή, τουλάχιστον, έχουμε την ικανότητα να ξέρουμε ποιοι είναι– και ξέρουμε ότι είναι πανευτυχείς με το να συνεχίζουν τις δουλειές τους «ως συνήθως» μέχρι να πεθάνουμε όλοι –μια ακόμη εξοργιστική στιγμή στην ταινία του ΜακΚέι είναι όταν, ενώ η καταστροφή τελικά γίνεται αναπόφευκτη, η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί έναν μυστικό πύραυλο για να δραπετεύσει ενώ όλοι οι άλλοι καίγονται.

Οι άνθρωποι που σκοτώνουν τη Γη έχουν ονόματα και διευθύνσεις. Και είμαστε πολλοί, πολλοί, πολύ περισσότεροι από αυτούς, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε τεράστια δύναμη – άλλωστε, εμείς κάνουμε κυριολεκτικά τα πάντα να λειτουργούν και μπορούμε να τα κλείσουμε όλα αν το επιλέξουμε.

Και βαρέθηκα να ρισκάρω τη ζωή μου για τα κέρδη τους. Κοίταξα ψηλά. Είδα τον κομήτη.

Κοίταξα ψηλά.


Βλ. επίσης:

Το πρόβλημα με το κλίμα δεν είναι ζήτημα ατομικής ευθύνης

Ναόμι Κλάιν: «Κολλημένοι στον καπνό καθώς οι δισεκατομμυριούχοι εκτοξεύονται»

Αφήστε ένα σχόλιο

one × one =