Κείμενο: Daniel Adam-Salamon
Δεν θα διορθώσουμε τον κόσμο παρεμβαίνοντας σε επιμέρους λεπτομέρειες, όσο επείγουσες κι αν φαίνονται. Αυτές οι επιφανειακές διορθώσεις -η προσαρμογή μιας φορολογικής παραμέτρου εδώ, η θέσπιση ενός κλιματικού νόμου εκεί- χρησιμεύουν μόνο για να αποκρύπτουν ή ακόμη και να νομιμοποιούν το συνολικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε: τίποτα λιγότερο από την προγραμματισμένη εξαφάνιση του είδους μας. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, ενώ αφήνεται η ασθένεια να ευδοκιμεί, μοιάζει με απεγνωσμένη προσπάθεια να κλείσουμε τις τρύπες ενός πλοίου του οποίου το κύτος έχει ήδη διαλυθεί ανεπανόρθωτα. Ο ρεφορμισμός, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι πολιτική σύνεση· είναι συνενοχή.
Αυτό που πρέπει να συντριβεί είναι το ζωτικό κέντρο αυτού του συστήματος: ενός συστήματος που επιβιώνει μόνο μέσα από τη δική του αποσύνθεση, τρεφόμενο από την εξάντληση των σωμάτων, της γης και των ψυχών. Αυτό το κέντρο είναι ο καπιταλισμός στην ίδια του την αρχή και σε όλες τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις του: την εμπορευματοποίηση της ζωής, τη χρηματιστικοποίηση της ύπαρξης, τη μεθοδική καταστροφή των κοινών. Και πρέπει να ξεκινήσουμε από το βαθύτερο ανθρωπολογικό του θεμέλιο: τη μισθωτή εργασία, αυτή την εκσυγχρονισμένη, γυαλισμένη και νομικά κατοχυρωμένη μορφή δουλείας. Ο αρχαίος δούλος ανήκε σε έναν ορατό αφέντη. Ο μισθωτός ανήκει σε μια αφηρημένη δύναμη -την αγορά, το κεφάλαιο- που καθιστά τη δουλεία του όλο και πιο δύσκολο να κατονομαστεί και να πολεμηθεί.
Ο καπιταλισμός δεν γεννά τον φασισμό τυχαία, ούτε από υπερβολικό ζήλο· δημιουργεί μεθοδικά τις συνθήκες του. Όταν η λογική της συσσώρευσης εισέρχεται σε φάση οργανικής κρίσης -υπερσυσσώρευση, κατάρρευση της θεσμικής νομιμοποίησης, εξαθλίωση της μεσαίας και της εργατικής τάξης- εκκρίνει αυθόρμητα αυταρχικές πολιτικές δυνάμεις, επιφορτισμένες με τον περιορισμό της κοινωνικής εξέγερσης και τη διασφάλιση της σχέσης εκμετάλλευσης. Αυτό δεν αποτελεί απόκλιση από τον καπιταλισμό· είναι μία από τις διαθέσιμες μορφές επιβίωσής του, εγγεγραμμένη στην ίδια του τη δομή.
Ο φασισμός του εικοστού πρώτου αιώνα είναι το αποτέλεσμα ενός τριγωνισμού ανάμεσα στις ακροδεξιές δυνάμεις που δρουν μέσα στην κοινωνία των πολιτών, σε μια αντιδραστική πολιτική εξουσία που καταλαμβάνει τον έλεγχο του κράτους και στην υποστήριξη του υπερεθνικού κεφαλαίου: του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος και των εξορυκτικών βιομηχανιών. Δεν πρόκειται πλέον, όπως στον προηγούμενο αιώνα, για μια συμμαχία ανάμεσα στο εθνικό κεφάλαιο και ένα αυταρχικό κράτος. Πρόκειται για τη δικτατορία του υπερεθνικού κεφαλαίου που αναζητά τον πολιτικό του βραχίονα. Οι πολυεθνικές δεν έχουν πατρίδα. Έχουν συμφέροντα· και ο φασισμός μπορεί να τα υπηρετήσει πολύ καλά.
Ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάστηκε ως δόγμα ελευθερίας απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού· πέτυχε ακριβώς το αντίθετο. Στη θεωρία και στην πράξη αρνείται τη δημοκρατία, εφόσον με τον όρο αυτό εννοούμε τη μεταβίβαση στον λαό της πραγματικής εξουσίας να καθορίζει τους θεμελιώδεις προσανατολισμούς της κοινωνικής του οργάνωσης. Περιορίζει τη λαϊκή κυριαρχία σε μια εκλογική τυπικότητα, ενώ χαράζει σε πέτρα -μέσα σε συνθήκες, οικονομικά συντάγματα και υπερεθνικούς θεσμούς- αρχές της αγοράς τις οποίες καμία πλειοψηφία δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Η νεοφιλελεύθερη «δημοκρατία» είναι μια ευνουχισμένη δημοκρατία: ψηφίζουμε, αλλά δεν αποφασίζουμε.
Καταστρέφοντας τα συνδικάτα, υποβάλλοντας τους εργαζόμενους σε άγριο ανταγωνισμό, ιδιωτικοποιώντας τις δημόσιες υπηρεσίες και συγκεντρώνοντας τον πλούτο στην κορυφή, ο νεοφιλελευθερισμός δημιούργησε τις ψυχοκοινωνικές συνθήκες της αυταρχικής στροφής: μαζικό άγχος, αίσθημα εγκατάλειψης, συσσωρευμένο μίσος και δυσαρέσκεια.
Ο εκκολαπτόμενος φασισμός αξιοποιεί αυτόν τον μηχανισμό, στρέφοντας τον φόβο και την οργή των μαζών εναντίον αποδιοπομπαίων τράγων -μεταναστών, μειονοτήτων, «κοσμοπολίτικων ελίτ»- και εκτρέποντας έτσι την ενέργεια της διαμαρτυρίας μακριά από τον πραγματικό της στόχο. Στην τελική του φάση, το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα ριζοσπαστικοποιεί τα ίδια του τα θεμέλια: αυτό που στους πρώτους θεωρητικούς του παρέμενε λανθάνον -μια ιεραρχία ατόμων βασισμένη σε μια υποτιθέμενη φυσική ανισότητα- εκφράζεται πλέον ανοιχτά, ντυμένο με τη σύγχρονη γλώσσα του IQ, της γενετικής και του «ανθρώπινου κεφαλαίου». Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποφεύγει πια τον βιολογικό ρατσισμό που κάποτε υπέθαλπε.
Όσο περισσότερο διαβρώνεται η λαϊκή συναίνεση, τόσο περισσότερο η άρχουσα τάξη επιλέγει τον καταναγκασμό. Και ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αστικής τάξης επιλέγει να εγκαταλείψει τη δημοκρατία υπέρ του αυταρχισμού ή ακόμη και του ανοιχτού φασισμού. Εκεί όπου οι νεοφασίστες παίρνουν τη σκυτάλη από τους νεοφιλελεύθερους, συνεχίζουν και εντείνουν την επίθεση εναντίον του κόσμου της εργασίας -υπερεκμετάλλευση, κατακερματισμός, επισφάλεια- ενώ περιορίζουν το κράτος αποκλειστικά στην καταναγκαστική του λειτουργία, απογυμνώνοντάς το από κάθε κοινωνική αξίωση. Η μετάβαση από τον νεοφιλελευθερισμό στον νεοφασισμό δεν είναι ρήξη· είναι ριζοσπαστική συνέχεια. Ο ίδιος ταξικός πόλεμος, με απελευθερωμένα πλέον μέσα.
Από αυτή την άποψη, πρέπει να γίνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στον εγκαθιδρυμένο φασισμό -ένα εγκατεστημένο, ορατό, επώνυμο καθεστώς- και στη φασιστικοποίηση, δηλαδή σε μια σταδιακή και τριχοειδή διαδικασία, πολύ δυσκολότερη στον εντοπισμό της και, ακριβώς γι’ αυτό, πολύ πιο τρομερή. Η φασιστικοποίηση λειτουργεί κάτω από το κατώφλι της ορατότητας, μέσα στον ιστό των θεσμών και των νοοτροπιών, πολύ πριν τολμήσει κανείς να προφέρει τη λέξη.
Αυτή η διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη: η σταδιακή κανονικοποίηση του λόγου του αποκλεισμού, η στρατιωτικοποίηση των εσωτερικών και εξωτερικών συνόρων, η συστηματική ποινικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων, η εκτεταμένη επιτήρηση και ο συνεχής περιορισμός των πολιτικών ελευθεριών υπό το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας ή μιας κατάστασης εξαίρεσης που παρατείνεται επ’ αόριστον. Ο φασισμός δεν έρχεται πάντα με στολή και ρόπαλο στο χέρι. Συχνά ριζώνει φορώντας κοστούμι, μέσα στο επίσημο πλαίσιο των δημοκρατικών θεσμών, τους οποίους αδειάζει από την ουσία τους χωρίς να καταργεί τις μορφές τους. Έτσι διατηρεί μια επίφαση νομιμότητας, ενώ χτίζει τα εργαλεία της μελλοντικής κυριαρχίας.
Σφυρηλατεί ένα νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο που θα προσφέρει στους φασίστες, όταν έρθουν στην εξουσία, τα νόμιμα μέσα για να ασκήσουν απεριόριστη βία εναντίον κάθε αντιπολίτευσης. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν δέχεται απλώς πλήγματα· καταρρέει εκ των έσω, καταβροχθισμένη από τις δυνάμεις που η ίδια δημιούργησε. Η επιδείνωση της κοινωνικο-οικολογικής κρίσης -μαζικές μεταναστεύσεις, ανταγωνισμοί για τη μονοπώληση των πόρων, επιστροφή του ανοιχτού πολέμου- θα επιταχύνει μόνο αυτή την κίνηση. Δεν βρισκόμαστε στην αρχή ενός μελλοντικού κινδύνου. Βρισκόμαστε ήδη μέσα στη διαδικασία.
Απέναντι σε όλα αυτά, το έργο είναι τρομακτικό. Και όμως, κανείς δεν είναι σε θέση να πει στους άλλους τι να κάνουν, πώς να το κάνουν ή πότε. Μία από τις πρώτες αναγκαιότητες είναι η απομάκρυνση των ασήμαντων ηγετών κάθε απόχρωσης: αυτόκλητων ή μιντιακά εγκεκριμένων εκπροσώπων, φωτισμένων πρωτοποριών κάθε είδους, θεσμικών κομμάτων και συνδικάτων. Αυτές οι φιγούρες, όποια κι αν είναι η ρητορική τους και όσο γνήσια κι αν υπήρξε κάποτε η ειλικρίνεια των αρχικών τους πεποιθήσεων, καταλήγουν να υπηρετούν τη δίψα τους για εξουσία εις βάρος των ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι θέλουν να χειραφετήσουν. Θέλουν να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. Να βρεθούν, τελικά, πιο ίσοι από τους υπόλοιπους ίσους.
Η ιστορία των επαναστατικών προδοσιών είναι μακρά. Μας διδάσκει ότι ο κίνδυνος δεν προέρχεται μόνο από τον δηλωμένο εχθρό, αλλά και από εκείνους που εμφανίζονται ως απελευθερωτές.
Η επανάσταση δεν συμβαίνει ποτέ κατόπιν εντολής. Δεν είναι αποτέλεσμα οδηγιών ή σχεδίων που εκκολάπτονται σε γραφεία. Εδώ διαφέρει ριζικά από την αντεπανάσταση των Μπολσεβίκων, η οποία υπήρξε ακριβώς μια κάθετη κατάληψη της εξουσίας μεταμφιεσμένη σε λαϊκή εξέγερση. Η γνήσια επανάσταση αναδύεται από ένα πλήθος αυτόνομων κέντρων, από μια εξέγερση ατομικών βουλήσεων που συγκλίνουν χωρίς να συγχωνεύονται, από μια συλλογική ενέργεια που δεν μπορεί να ελεγχθεί.
Ωστόσο, είναι επιτακτικό να μην επαναλάβουμε τις επαναστατικές μορφές του παρελθόντος, όσο αποτελεσματικές ή ένδοξες κι αν υπήρξαν στην εποχή τους. Τα οδοφράγματα του 19ου αιώνα, οι γενικές απεργίες του επόμενου αιώνα, οι καταλήψεις κυκλικών κόμβων -όλες αυτές οι μορφές είχαν τη στιγμή τους. Αλλά οι δυνάμεις της καταστολής, αφού αιφνιδιάστηκαν και διαταράχθηκαν από τον αυθορμητισμό τους, έμαθαν έκτοτε μεθοδικά από αυτές τις παλιές μορφές αγώνα. Τις μελέτησαν, τις μοντελοποίησαν και τις ενσωμάτωσαν στα δόγματα επέμβασής τους. Τώρα περιμένουν τους ταραχοποιούς, διαθέτοντας όλο και ισχυρότερα μέσα -τεχνολογικά, νομικά, ψυχολογικά.
Στην άμεση αντιπαράθεση, ο ισχυρότερος κερδίζει σχεδόν πάντα. Αυτός είναι ένας νόμος που καμία νοσταλγία δεν μπορεί να καταργήσει. Πρέπει, λοιπόν, να εφευρεθούν νέες στρατηγικές -όχι από λατρεία της καινοτομίας, αλλά από ζωτική ανάγκη. Κάθε επαναστατικό επεισόδιο πρέπει να δημιουργεί τις δικές του μορφές, μέσα στον χρόνο και τον χώρο όπου συμβαίνει. Αυτές οι μορφές δεν μπορούν να προδιαγραφούν εκ των προτέρων ούτε να εισαχθούν από αλλού. Αναδύονται από την ίδια την κατάσταση. Και αυτό προϋποθέτει την πρωτοβουλία κάθε ατόμου, χωρίς ανάθεση, χωρίς αναμονή μιας προνοητικής πρωτοπορίας.
Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε αυτή τη δυσάρεστη αλήθεια: ο καπιταλισμός είναι ολοκληρωτισμός. Όχι κρατικός ολοκληρωτισμός με την κλασική έννοια, αλλά ένας διάχυτος, τριχοειδής ολοκληρωτισμός, που αποικίζει τα μυαλά όσο και τα σώματα, τις επιθυμίες όσο και τις συμπεριφορές. Δεν είναι παρών μόνο στις οικονομικές δομές ή στους πολιτικούς θεσμούς· είναι παρών μέσα στον καθένα μας, στις καταναλωτικές μας συνήθειες, στη σχέση μας με τον χρόνο, στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τη δική μας αξία και την αξία των άλλων. Γι’ αυτό, παράλληλα με κάθε συλλογική δράση, είναι αναγκαίο να επιχειρήσουμε να τον εκριζώσουμε και από μέσα μας: μια δύσκολη, ατέρμονη άσκηση, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε επαναστατική συνοχή.
Τότε ακριβώς αναγνωρίζεται η επαναστατική στιγμή σε όλη της την αλήθεια: όταν ο κόσμος όπως είναι -οι υποσχέσεις του για απεριόριστη κατανάλωση, οι αστραφτερές οθόνες του, η αδιάκοπη ψυχαγωγία του, τα εμπορικά του όνειρα- αποκαλύπτεται τελικά ως αυτό που είναι: ένας τερματικός υπόνομος μέσα στον οποίο δεν είναι μόνο μάταιο, αλλά και βαθιά αποκρουστικό, να συνεχίζει κανείς να κυλιέται.