Το πρόβλημα με το κλίμα δεν είναι ζήτημα ατομικής ευθύνης

0

Του Kris De Decker

Πώς μπορούμε να ζήσoυμε μια πιο βιώσιμη ζωή; Αυτό το ερώτημα ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση που επικεντρώνεται στο τι μπορούν να κάνουν τα άτομα προκειμένου να αντιμετωπίσουν προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή. Παραδείγματος χάριν, οι άνθρωποι ενθαρρύνονται να ψωνίζουν τοπικά, να αγοράζουν βιολογικά τρόφιμα, να εγκαθιστούν μόνωση στο σπίτι ή να κάνουν ποδήλατο πιο συχνά.

Αλλά πόσο αποτελεσματική είναι η ατομική δράση όταν απαιτείται συστηματική κοινωνική αλλαγή; Τα άτομα, πράγματι, κάνουν τις επιλογές τους αλλά αυτές είτε διευκολύνονται είτε περιορίζονται από την κοινωνία στην οποία ζουν. Επομένως, μπορεί να είναι πιο χρήσιμο να αμφισβητήσουμε το σύστημα το οποίο απαιτεί για τους πιο πολλούς από εμάς να ταξιδεύουμε και να καταναλώνουμε ενέργεια, όπως συνήθως.

Πολιτικές για την κλιματική αλλαγή

Οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων έχουν τρεις πτυχές: πολιτικές για την απαλλαγή από τον άνθρακα (ενθάρρυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αντλίες θερμότητας), πολιτικές ενεργειακής απόδοσης (μείωση της αναλογίας εισόδου/εξόδου ενέργειας συσκευών, οχημάτων, κτηρίων) και πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς (ενθάρρυνση των ανθρώπων να καταναλώνουν και να συμπεριφέρονται πιο βιώσιμα, για παράδειγμα υιοθετώντας τις τεχνολογίες που προωθούνται από τις δύο άλλες πολιτικές).

Οι δύο πρώτες στρατηγικές στοχεύουν, μέσω της τεχνικής καινοτομίας μόνο, στη χαμηλότερη ένταση πόρων των υπάρχοντων προτύπων κατανάλωσης. Αυτές οι πολιτικές αγνοούν σχετικές διαδικασίες κοινωνικής αλλαγής, το οποίο, ίσως, εξηγεί γιατί δεν οδήγησαν σε κάποια σημαντική μείωση της ζήτησης ενέργειας ή στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η πρόοδος στην ενεργειακή απόδοση δεν έχει οδηγήσει σε χαμηλότερη ενεργειακή ζήτηση, επειδή δεν αντιμετωπίζει τα νέα πρότυπα κατανάλωσης που απαιτούν περισσότερους πόρους και που, συχνά, προκύπτουν από τις πιο ενεργειακά αποδοτικότερες τεχνολογίες. [1] [2] Παρομοίως, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν οδήγησαν στη μείωση της εξάρτησης από άνθρακα της ενεργειακής υποδομής, επειδή (η συνολική και η κατά κεφαλήν) ενεργειακή ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από ό,τι η προσθήκη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. [3]

Κατά συνέπεια, ο μόνος τρόπος για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι να εστιάσουμε περισσότερο στην κοινωνική αλλαγή. Οι πολιτικές για την ενεργειακή απόδοση και την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα θα πρέπει να συνδυαστούν με την «κοινωνική καινοτομία» εάν θέλουμε να μειωθεί η χρήση ενέργειας και οι εκπομπές άνθρακα. Εδώ είναι που έρχονται οι πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς. Ο τρίτος πυλώνας της πολιτικής της κλιματικής αλλαγής προσπαθεί να κατευθύνει τις επιλογές και τις συμπεριφορές των καταναλωτών προς μια πιο βιώσιμη κατεύθυνση.

Πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς

Τα εργαλεία και τα πακέτα πολιτικής που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη αλλαγής συμπεριφοράς ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, αλλά τα περισσότερα μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως «καρότα, μαστίγια ή κηρύγματα». [4] Μπορούν να είναι οικονομικά κίνητρα (όπως επιχορηγήσεις για «πράσινα» προϊόντα, ενεργειακοί φόροι, ήπια δάνεια), πρότυπα και κανονισμοί (όπως κωδικοί δόμησης ή όρια εκπομπών στα οχήματα) ή παροχή πληροφοριών (πιο λεπτομερείς λογαριασμοί ενέργειας, έξυπνοι μετρητές, εκστρατείες ευαισθητοποίησης).

Όλα αυτά τα εργαλεία εστιάζουν στους παράγοντες που θεωρούνται καθοριστικοί για την ατομική συμπεριφορά. [5-9] Θεωρούν είτε ότι τα άτομα λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις με βάση την τιμή του προϊόντος και τις πληροφορίες (το μοντέλο του homo economicus) είτε ότι οι συμπεριφορές είναι τα αποτελέσματα των πεποιθήσεων, των στάσεων και των αξιών (διάφορα μοντέλα αξιών-πεποιθήσεων). Σύμφωνα με τις κυρίαρχες αυτές κοινωνικές θεωρίες, οι άνθρωποι εμπλέκονται στη φιλοπεριβαλλοντική συμπεριφορά για εγωκεντρικούς λόγους (επειδή είναι ευχάριστο ή εξοικονομεί χρήματα) ή για κανονιστικούς λόγους (επειδή πιστεύουν ότι είναι το σωστό που πρέπει να κάνουμε).

Ωστόσο, πολλές φιλοπεριβαλλοντικές δράσεις συνεπάγονται σύγκρουση μεταξύ εγωκεντρικών και κανονιστικών λόγων. Η φιλοπεριβαλλοντική συμπεριφορά θεωρείται συχνά λιγότερο επικερδής, λιγότερο ευχάριστη και/ή περισσότερο χρονοβόρα. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι πρέπει να καταβάλλουν προσπάθεια για να κάνουν «κάτι καλό» για το περιβάλλον και γι’ αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές της αλλαγής συμπεριφοράς, οι φιλοπεριβαλλοντικές αξίες και στάσεις δεν συμπίπτουν απαραιτήτως με τις συμπεριφορές των ατόμων –ένα φαινόμενο που αποκαλούν «χάσμα μεταξύ αξιών και πράξης».

Για να καλυφθεί αυτό το χάσμα, προτείνονται δύο στρατηγικές. Το πρώτο είναι να γίνουν οι κανονιστικοί στόχοι πιο συμβατοί με τους εγωκεντρικούς στόχους, είτε μειώνοντας το κόστος των περιβαλλοντολογικών δράσεων είτε αυξάνοντας το κόστος των επιβλαβών ενεργειών. Η δεύτερη στρατηγική είναι να ενισχυθούν οι κανονιστικοί στόχοι, με την ελπίδα ότι οι άνθρωποι θα συμμετάσχουν στη φιλοπεριβαλλοντική συμπεριφορά, ακόμη κι αν είναι πιο ακριβή ή χρονοβόρα. Αυτό επιδιώκεται συνήθως μέσω των εκστρατειών ευαισθητοποίησης.

Ατομική επιλογή

Όμως, τα αποτελέσματα των πολιτικών αλλαγής συμπεριφοράς ήταν απογοητευτικά μέχρι τώρα. Δύο δεκαετίες με καμπάνιες ευαισθητοποίησης σχετικά με την κλιματική αλλαγή δεν έχουν μειώσει σημαντικά τη ζήτηση ενέργειας και τις εκπομπές άνθρακα. Ο λόγος για αυτή την περιορισμένη επιτυχία είναι ότι οι υπάρχουσες προσπάθειες για την αλλαγή συμπεριφοράς στηρίζονται σε μια πολύ στενή αντίληψη για τον κοινωνικό Κόσμο. [10]

Οι πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς βασίζονται στην ευρέως διαδεδομένη συμφωνία ότι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι είναι στην ουσία ζήτημα ατομικής επιλογής. [4] [11] [12] Για παράδειγμα, το εάν οι άνθρωποι επιλέγουν αυτόν τον τρόπο ταξιδιού ή έναν άλλο, τίθεται ως ζήτημα προσωπικής προτίμησης. [4] Αυτό συνεπάγεται πως και η αυτενέργεια (η δύναμη της αλλαγής) και η ευθύνη για την ενεργειακή ζήτηση, την κατανάλωση και την κλιματική αλλαγή θεωρούνται τελικά ότι επαφίενται σε μεμονωμένα άτομα.

Είναι αυτή η αντίληψη περί επιλογής που βρίσκεται πίσω από στρατηγικές παρέμβασης (πειθώ, τιμολόγηση, συμβουλές). Δίνοντας καλύτερη πληροφόρηση ή καταλληλότερα κίνητρα, τα άτομα με «κακή συμπεριφορά» αναμένεται να αλλάξουν γνώμη και να επιλέξουν να υιοθετήσουν φιλοπεριβαλλοντικές συμπεριφορές. [11]

Προφανώς, τα άτομα κάνουν, όντως, επιλογές για ό,τι πράττουν και κάποιες από αυτές τις επιλογές, βασίζονται σε αξίες και πεποιθήσεις. Για παράδειγμα, μερικοί άνθρωποι δεν τρώνε κρέας, άλλοι δεν οδηγούν αυτοκίνητα, ενώ άλλοι ζουν εντελώς εκτός δικτύου. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τρώνε κρέας, οδηγούν αυτοκίνητα και συνδέονται με το ηλεκτρικό δίκτυο δεν είναι απλώς θέμα μιας μεμονωμένης επιλογής. Τα άτομα δεν υπάρχουν στο κενό. Αυτά που κάνουν εξαρτώνται, διευκολύνονται και περιορίζονται, επίσης, από τις κοινωνικές νόρμες, τους πολιτικούς θεσμούς, τις δημόσιες πολιτικές, τις υποδομές, τις τεχνολογίες, τις αγορές και τον πολιτισμό. [10] [13] [14]

Τα όρια της ατομικής επιλογής

Ως άτομα, μπορεί να έχουμε βαθμίδες επιλογής, αλλά η αυτονομία μας είναι πάντα περιορισμένη. [13] [14] Για παράδειγμα, μπορούμε να αγοράσουμε ένα ενεργειακά αποδοτικότερο αυτοκίνητο, αλλά δεν μπορούμε να παρέχουμε τη δική μας ποδηλατική υποδομή ή να κάνουμε τους οδηγούς αυτοκινήτων να σέβονται τους ποδηλάτες. Οι Ολλανδοί και οι Δανοί κάνουν πολύ περισσότερο ποδήλατο από ό,τι οι άνθρωποι σε άλλες βιομηχανικές χώρες, αλλά αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι περιβαλλοντικά πιο ευσυνείδητοι. Κάνουν ποδήλατο, εν μέρει, επειδή υπάρχει μια εξαιρετική υποδομή ειδικών λωρίδων ποδηλάτου και χώρων στάθμευσης, επειδή είναι κοινωνικά αποδεκτό να βλέπεις έναν ποδηλάτη ακόμη και με ρούχα γραφείου, και επειδή οι οδηγοί αυτοκινήτων έχουν τις δεξιότητες και την κουλτούρα να αντιμετωπίζουν ποδηλάτες.

Για παράδειγμα, οι Ολλανδοί οδηγοί διδάσκονται ότι όταν βγαίνουν από το αυτοκίνητο, πρέπει να πιάσουν τη λαβή της πόρτας χρησιμοποιώντας το δεξί τους χέρι –αναγκάζοντάς τους να γυρίσουν για να δουν αν υπάρχει ποδηλάτης που έρχεται από πίσω. Επιπλέον, σε περίπτωση ατυχήματος μεταξύ οδηγού αυτοκινήτου και ποδηλάτη, ο οδηγός αυτοκινήτου θεωρείται πάντα υπεύθυνος, ακόμη και αν ο ποδηλάτης έκανε λάθος. Προφανώς, ένα άτομο στο Ηνωμένο Βασίλειο ή τις ΗΠΑ μπορεί να αποφασίσει να κάνει ποδηλασία χωρίς αυτήν την υποστηρικτική υποδομή, τον πολιτισμό και το νομικό πλαίσιο, αλλά είναι λιγότερο πιθανό πως μεγάλος αριθμός ανθρώπων θα ακολουθήσουν εν τέλει το παράδειγμά τους.

Οι άνθρωποι στις βιομηχανικές χώρες βρίσκονται συχνά εγκλωβισμένοι σε μη βιώσιμους τρόπους ζωής, είτε τους αρέσει είτε όχι. Για παράδειγμα, χωρίς smartphone και συνεχή σύνδεση στο διαδίκτυο, καθίσταται δύσκολη η συμμετοχή στη σύγχρονη κοινωνία, καθώς όλο και περισσότερες καθημερινές δουλειές εξαρτώνται από αυτές τις τεχνολογίες. Μόλις το συνδεδεμένο smartphone καθιερωθεί ως «αναγκαιότητα», ένα άτομο μπορεί ακόμα να επιλέξει να αγοράσει μια ενεργειακά αποδοτική συσκευή, αλλά αυτός ή αυτή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για το γεγονός ότι πιθανότατα θα σταματήσει να λειτουργεί μετά από τρία χρόνια και ότι δεν θα μπορεί να επισκευαστεί.

Ούτε έχουν τα άτομα τη δύναμη να αλλάξουν τους συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς ταχύτητας και χωρητικότητας στο διαδίκτυο, που συστηματικά αυξάνουν τη χρήση ενέργειας στα κέντρα δεδομένων και στην υποδομή δικτύου επειδή οι πάροχοι συνεχίζουν να «καινοτομούν». [15] Το άτομο μπορεί να προσπαθήσει να καταναλώσει όσο το δυνατόν λιγότερο, όμως δεν θα πρέπει να περιμένει κάποια μεγάλη βοήθεια αφού το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα απαιτεί την ανάπτυξη για να επιβιώσει.

Κατηγορώντας ο ένας τον άλλον

Εν ολίγοις, τα άτομα μπορούν να κάνουν φιλικές προς το περιβάλλον επιλογές βασισμένες σε στάσεις και αξίες και μπορεί να εμπνεύσουν και άλλους να κάνουν το ίδιο. Υπάρχουν, όμως, τόσα πολλά άλλα πράγματα που εμπλέκονται, που η αφοσίωση στην αλλαγή της ατομικής «συμπεριφοράς» φαίνεται να χάνει το όλο νόημα. [4] Η προσπάθεια να πείσουμε τους ανθρώπους να ζήσουν βιώσιμα, μέσω προγραμμάτων αλλαγής συμπεριφοράς, δεν θα αλλάξει τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές συστημικές δομές και ιδέες, που είτε διευκολύνουν είτε, και, περιορίζουν τις επιλογές τους.

Στην πραγματικότητα, τοποθετώντας την ευθύνη –και την ενοχή– ξεκάθαρα στα άτομα, η προσοχή εκτρέπεται από τους πολλαπλούς θεσμούς που εμπλέκονται στη διαμόρφωση των δυνητικών κατευθύνσεων και που κάνουν κάποιες πολύ πιο πιθανές από άλλες. [11] Το διακύβευμα της βιώσιμης «συμπεριφοράς» καθιστά τους καταναλωτές συλλογικά υπεύθυνους για τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, παρά τους ίδιους τους πολιτικούς και τους οικονομικούς παράγοντες.

Αυτό καθιστά τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές «συμπεριφοράς» μάλλον διχαστικές: είναι τα άλλα άτομα (για παράδειγμα οι κρεατοφάγοι ή οι οδηγοί αυτοκινήτων) που ευθύνονται επειδή απέτυχαν να καταναλώσουν ή να συμπεριφερθούν σύμφωνα με συγκεκριμένες αξίες, παρά οι πολιτικοί, οι θεσμοί και οι πάροχοι που επέτρεψαν την ανάπτυξη και την ακμή μη βιώσιμων συστημάτων διατροφής και μεταφορών.

Γίνεται φανερό πως η αλλαγή της ατομικής συμπεριφοράς δεν αποτελεί μόνο μια θεωρητική θέση, αλλά και μια πολιτική θέση. Η αφοσίωση στην ατομική ευθύνη συμβαδίζει με τον νεοφιλελευθερισμό και συχνά εξυπηρετεί την καταπολέμηση της συστημικής κριτικής των πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών ρυθμίσεων. [4] [10] [11]

Πέρα από την ατομική συμπεριφορά

Εάν απαιτούνται σημαντικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί, είναι πιο λογικό να απομακρύνουμε την ανάλυση από τα άτομα και να δούμε ολόκληρη την εικόνα. Άλλες προσεγγίσεις κοινωνικής θεωρίας προτάσσουν ότι η ατομική συμπεριφορά, αντί να αποτελεί έκφραση των αξιών και των στάσεων ενός ατόμου, στην πραγματικότητα αποτελεί την παρατηρήσιμη έκφραση του κοινωνικού Κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικά αποδεκτών προτιμήσεων και σημασιών, γνώσεων και δεξιοτήτων, τεχνολογίας, υποδομών και θεσμών. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά είναι απλώς η «κορυφή του παγόβουνου» και τα αποτελέσματα της παρέμβασης στη συμπεριφορά είναι αντιστοίχως περιορισμένα.

Μια καλύτερη στόχευση είναι απαραίτητη για την πιο ουσιαστική αντιμετώπιση της κοινωνικά ενσωματωμένης συμπεριφοράς –το μεγαλύτερο, δηλαδή, μέρος του παγόβουνου που βρίσκεται κάτω από το νερό. [13] Αυτό, μπορεί να συνεπάγεται την εστίαση όχι σε άτομα και επιλογές, αλλά στην κοινωνική οργάνωση των καθημερινών πρακτικών, όπως το μαγείρεμα, το πλύσιμο, τα ψώνια ή τα αθλήματα. Το πώς οι άνθρωποι εκτελούν αυτές τις πρακτικές εξαρτάται όχι μόνο από την ατομική επιλογή, αλλά και από το υλικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. [10] [13]

Για παράδειγμα, η πρακτική της αυτοκίνησης απαιτεί «υλικά πράγματα» (αυτοκίνητα, δρόμοι, θέσεις στάθμευσης, πρατήρια βενζίνης, διυλιστήρια πετρελαίου), ικανότητες (δεξιότητες οδήγησης, γνώση των κανόνων κυκλοφορίας) και νοήματα (ιδέες για την ελευθερία, η οδήγηση αυτοκινήτου είναι κάτι το «κανονικό», το να μην έχεις αυτοκίνητο σημαίνει ότι έχεις αποτύχει στη ζωή). Δεν έχει νόημα να πείσουμε τους ανθρώπους να οδηγούν λιγότερο (ή να μην οδηγούν καθόλου) όταν παραβλέπονται αυτά τα συστημικά ζητήματα.

Εάν οι κοινωνικές πρακτικές θεωρηθούν ως οι βασικές μονάδες ανάλυσης, και όχι τα άτομα που τις εκτελούν, καθίσταται δυνατή η ανάλυση και η καθοδήγηση της κοινωνικής αλλαγής με πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο. [10] [13] Μετατοπίζοντας το κέντρο από την ατομική επιλογή, καθίσταται σαφές ότι οι ατομικές πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς αντιπροσωπεύουν μόνο σταδιακές, ελάχιστες ή οριακές αλλαγές στο επίπεδο μιας πρακτικής. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτεται ο βαθμός στον οποίο το κράτος και άλλοι παράγοντες διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή.

Για παράδειγμα, η ιδέα ότι ένα αυτοκίνητο ισούται με την προσωπική ελευθερία αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στις διαφημίσεις αυτοκινήτων, οι οποίες είναι πολύ περισσότερες από τις καμπάνιες για την προώθηση της ποδηλασίας. Και επειδή διαφορετικοί τρόποι μεταφοράς ανταγωνίζονται για τον ίδιο χώρο, οι κυβερνήσεις και οι τοπικές Αρχές αποφασίζουν ποιες μορφές έχουν προτεραιότητα ανάλογα με τις υποδομές που κατασκευάζουν.

Όταν το επίκεντρο είναι στις πρακτικές, το λεγόμενο «χάσμα μεταξύ αξιών και πράξης» δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως απόδειξη ατομικών ηθικών αδυναμιών ή ατομικής αδράνειας. Αντίθετα, το χάσμα μεταξύ της στάσης των ανθρώπων και της «συμπεριφοράς» τους οφείλεται σε συστημικά ζητήματα: τα άτομα ζουν σε μια κοινωνία που καθιστά πολλές φιλοπεριβαλλοντικές ρυθμίσεις μάλλον απίθανο να εφαρμοστούν.

Η νέα κανονικότητα

Συμπερασματικά, αν και οι πολιτικές αλλαγής της ατομικής συμπεριφοράς ισχυρίζονται πως αποσκοπούν στην αντιμετώπιση κοινωνικών και όχι μόνο τεχνολογικών αλλαγών, το κάνουν με πολύ περιορισμένο τρόπο. Ως αποτέλεσμα, έχουν ακριβώς τις ίδιες ελλείψεις με τις άλλες στρατηγικές, οι οποίες επικεντρώνονται στην αποτελεσματικότητα και την καινοτομία. [2] Όπως και οι πολιτικές για την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση άνθρακα, οι πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς δεν αμφισβητούν τις μη βιώσιμες κοινωνικές συμβάσεις ή υποδομές.

Δεν εξετάζουν ευρύτερες αλλαγές στο επίπεδο του συστήματος, που θα αλλάξουν ριζικά τον τρόπο που ζούμε –και που θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιτύχουν πολύ πιο σημαντικές μειώσεις στη χρήση ενέργειας και στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Για παράδειγμα, η ανακύκλωση απορριμμάτων δεν αμφισβητεί την εξαρχής παραγωγή απορριμμάτων, και μάλιστα τη νομιμοποιεί. Αποσπώντας την προσοχή μακριά από τα συστημικά ζητήματα που οδηγούν στη ζήτηση ενέργειας, οι πολιτικές αλλαγής συμπεριφοράς ενισχύουν τακτικά το status quo. [11-13]

Σε αντίθεση με τις πολιτικές που στοχεύουν στα άτομα, οι πολιτικές που θεωρούν τη βιωσιμότητα ως μια συστημική και θεσμική πρόκληση μπορούν να επιφέρουν τις πολλές μορφές καινοτομίας που απαιτούνται για την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η κλιματική αλλαγή. Σχετική κοινωνική καινοτομία είναι αυτή στην οποία οι σύγχρονοι κανόνες του παιχνιδιού διαβρώνονται, τίθεται υπό αμφισβήτηση το ίδιο το status quo και όπου εμπεδώνονται βιώσιμες πρακτικές σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής. [11]

Η κοινωνική αλλαγή αφορά στον μετασχηματισμό αυτού που φαντάζει ως «κανονικό» –όπως τα μπαρ χωρίς καπνό ή η χρήση ζώνης ασφαλείας. Αρκεί να κοιτάξουμε πίσω μερικές δεκαετίες για να δούμε πως οι πρακτικές αλλάζουν συνεχώς και συχνά ριζικά. Μια συστημική προσέγγιση της βιωσιμότητας μάς ενθαρρύνει να φανταστούμε πώς θα έμοιαζε το «νέο κανονικό» της καθημερινής ζωής. [13]

Μια πολιτική βιωσιμότητας που επικεντρώνεται σε συστημικά ζητήματα επανατοποθετεί το ερώτημα από το «πώς αλλάζουμε τη συμπεριφορά των ατόμων, έτσι ώστε να είναι πιο βιώσιμη;» στο «πώς αλλάζουμε τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία;» Αυτό οδηγεί σε πολύ διαφορετικά είδη παρεμβάσεων.

Η αντιμετώπιση των κοινωνικοτεχνικών θεμάτων της «συμπεριφοράς» περιλαμβάνει την προσπάθεια δημιουργίας νέων υποδομών και θεσμών που διευκολύνουν τον βιώσιμο τρόπο ζωής, την προσπάθεια μετατόπισης των πολιτιστικών συμβάσεων που υποστηρίζουν διαφορετικές δραστηριότητες και την προσπάθεια ενθάρρυνσης νέων ικανοτήτων που απαιτούνται για την εμφάνιση νέων τρόπων εκτέλεσης πραγμάτων. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, αυτό που θεωρούμε ως ατομικές «συμπεριφορές» θα αλλάξει επίσης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Shove, Elizabeth. “What is wrong with energy efficiency?.” Building Research & Information (2017): 1-11.
[2] Labanca, Nicola, and Paolo Bertoldi. “Beyond energy efficiency and individual behaviours: policy insights from social practice theories.” Energy Policy 115 (2018): 494-502.
[3] De Decker, Kris. “How (not) to resolve the energy crisis.” Low-tech Magazine, 2009
[4] Shove, Elizabeth, Mika Pantzar, and Matt Watson. The dynamics of social practice: Everyday life and how it changes. Sage, 2012.
[5] Martiskainen, Mari. “Affecting consumer behaviour on energy demand.” (2007).
[6] Steg, Linda, et al. “An integrated framework for encouraging pro-environmental behaviour: The role of values, situational factors and goals.” Journal of Environmental Psychology 38 (2014): 104-115.
[7] Evans, Laurel, et al. “Self-interest and pro-environmental behaviour.” Nature Climate Change 3.2 (2013): 122.
[8] Turaga, Rama Mohana R., Richard B. Howarth, and Mark E. Borsuk. “Pro‐environmental behavior.” Annals of the New York Academy of Sciences 1185.1 (2010): 211-224.
[9] Kollmuss, Anja, and Julian Agyeman. “Mind the gap: why do people act environmentally and what are the barriers to pro-environmental behavior?.” Environmental education research 8.3 (2002): 239-260.
[10] Hargreaves, Tom. “Practice-ing behaviour change: Applying social practice theory to pro-environmental behaviour change.” Journal of consumer culture 11.1 (2011): 79-99.
[11] Shove, Elizabeth. “Beyond the ABC: climate change policy and theories of social change.” Environment and planning A 42.6 (2010): 1273-1285.
[12] Southerton, Dale, Andrew McMeekin, and David Evans. International review of behaviour change initiatives: Climate change behaviours research programme. Scottish Government Social Research, 2011.
[13] Spurling, Nicola Jane, et al. “Interventions in practice: Reframing policy approaches to consumer behaviour.” (2013).
[14] Mattioli, Giulio. “Transport needs in a climate-constrained world. A novel framework to reconcile social and environmental sustainability in transport.” Energy Research & Social Science 18 (2016): 118-128.
[15] De Decker, Kris. “Why we need a speed limit for the Internet.” Low Tech Magazine. (2015).

Μετάφραση: Σοφία Σακαρέλη

Αφήστε ένα σχόλιο

9 + 5 =