Εντγκάρ Μορέν: Προς μία οικολογικοποιημένη σκέψη

0

Συνέντευξη του Edgar Morin στη Maria-Angels Roque

Maria-Àngels Roque: Σε άρθρο που γράψατε για το “Le Monde diplomatique” το 1989, υποδείξατε ότι δεν υπήρχε πλέον χρόνος να μετανοήσουμε για τις οικολογικές καταστροφές ή να φανταστούμε πως η ανάπτυξη τεχνολογιών θα είναι αρκετή για να τις διορθώσει. Επιπλέον, είπατε ότι η λύση μπορεί να προέλθει μόνο από μια ριζική μεταμόρφωση των σχέσεών μας με τον άνθρωπο, με τα άλλα ζωντανά όντα και με τη φύση. Με αυτόν τον τρόπο, το οικολογικό πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μας με τη φύση αλλά και τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Γιατί πιστεύετε πως η οικολογική συνείδηση ​​δεν εμφανίστηκε ως κοινωνικό φαινόμενο μέχρι τη δεκαετία του ’70;

Edgar Morin: Η οικολογία, ως επιστημονικός κλάδος, δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα με τον Γερμανό βιολόγο Ernst H. Haeckel. Το 1935 εμφανίστηκε η κεντρική έννοια του “οικοσυστήματος” με τον Tansley, ο οποίος διέκρινε τον τύπο του αντικειμένου αυτής της επιστήμης από τα περισσότερα άλλα πεδία έρευνας. Αλλά ήταν στην Καλιφόρνια, το 1969, όταν έλαβε χώρα η ένωση μεταξύ της επιστημονικής οικολογίας και της συνειδητοποίησης των υποβαθμίσεων του περιβάλλοντος, όχι μόνο των τοπικών (λίμνες, ποτάμια, πόλεις) αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο έπειτα (ωκεανοί, πλανήτης), που επηρεάζουν την τροφή, τους πόρους, την υγεία και τον ψυχισμό των ανθρωπίνων όντων. Έτσι έγινε το πέρασμα από την οικολογική επιστήμη στην οικολογική συνειδητοποίηση.

Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε η ένωση ανάμεσα στην οικολογική συνείδηση ​​και σε μια σύγχρονη εκδοχή του ρομαντικού συναισθήματος προς τη φύση που είχε αναπτυχθεί κυρίως μεταξύ των νέων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60. Αυτό το συναίσθημα βρήκε μια ορθολογική δικαιολόγηση μέσα στο οικολογικό μήνυμα. Μέχρι τότε, οποιαδήποτε επιστροφή στη φύση είχε θεωρηθεί, στη σύγχρονη δυτική ιστορία, ως παράλογη, ουτοπική και σε αντίθεση με την εξέλιξη της «προόδου».

Στην πραγματικότητα, η βλέψη προς τη φύση δεν εκφράζει μόνο τον μύθο ενός χαμένου φυσικού παρελθόντος, αλλά εκφράζει επίσης τις εδώ και τώρα ανάγκες των όντων που αισθάνονται παρενοχλημένα, βασανισμένα και καταπιεσμένα σε έναν τεχνητό και αφηρημένο κόσμο. Η υπεράσπιση της φύσης είναι μία από τις πιο προσωπικές και πιο βαθιές άμυνες, που γεννιέται και αναπτύσσεται στα όλο και πιο τεχνικά, γραφειοκρατικά, συγχρονισμένα και βιομηχανικά αστικά περιβάλλοντα. Η οικολογική επιστήμη και η συνειδητοποίηση ήταν απαραίτητες για να ανακαλύψουμε την ορθολογικότητά της.

MÀR: Εντούτοις, οι εκθέσεις που καταρτίστηκαν στη δεκαετία του ’70 ήταν ίσως πολύ απλοϊκές, όπως η επιτροπή της Λέσχης της Ρώμης. Αυτό δημιούργησε κάποια επιφυλακτικότητα απέναντι στις αποκαλυψιακές οικολογικές θεωρίες.

EM: Βεβαίως, οι υπολογιστικές μέθοδοι αυτών των αναφορών ήταν απλοϊκές, αλλά ήταν μια πρώτη προσπάθεια να κατανοήσουμε το ανθρώπινο και βιολογικό μέλλον από κοινού σε μια πλανητική κλίμακα. Κατ’ αναλογίαν, οι πρώτοι γεωγραφικοί χάρτες που καταρτίζονται στον Μεσαίωνα από Άραβες ναύτες περιέχουν τεράστια λάθη όσον αφορά τη θέση και το μέγεθος των ηπείρων, αλλά ήταν η πρώτη προσπάθεια να αντιληφθούμε τον κόσμο. Η οικολογιστική προφητεία της δεκαετίας του ’70 έχει μερικώς αυτοκαταστραφεί: η αρκετά ταχεία διάδοση της επίγνωσης των μολύνσεων, των τοπικών ή περιφερειακών υποβαθμίσεων, έχει επιφέρει την εφαρμογή νομικών και τεχνικών μέσων που σε κάποιο βαθμό έχουν τροποποιήσει ή αμφισβητήσει τον κατακλυσμικό χαρακτήρα της. Η οικολογική απειλή αγνοεί τα σύνορα. Η χημική μόλυνση του Ρήνου αφορά την Ελβετία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τις παράκτιες χώρες της Βόρειας Θάλασσας. Αλλά μια καλή προφητεία είναι αυτή ακριβώς που μπορεί να προκαλεί τις αντιδράσεις και τους αγώνες που αποτρέπουν την προβλεπόμενη καταστροφή.

Ωστόσο, η καταστροφική προφητεία απλώς αναβλήθηκε: δεκαπέντε χρόνια αργότερα επαληθεύτηκε με κάποια εντυπωσιακά ατυχήματα, όπως αυτά του Σεβέζο και του Τσέρνομπιλ. Έχουμε επίσης δει πρόσφατα την ευθραυστότητα της Φουκουσίμα μετά το τσουνάμι. Όλα αυτά προκάλεσαν μεγάλη ανησυχία για τη βιόσφαιρα. Σήμερα πλέον, από κάποια απόσταση, είναι ευκολότερο να δούμε τι ήταν δευτερεύουσας και τι πρωτεύουσας σημασίας για τη δημιουργία μιας οικολογικής συνείδησης. Αυτό που ήταν δευτερεύον, και κάποιοι το θεώρησαν πρωτεύον, ήταν ο συναγερμός για την ενέργεια. Πολλοί άνθρωποι στο πρώτο οικολογικό κύμα πίστευαν ότι οι παγκόσμιοι ενεργειακοί πόροι θα καταστρέφονταν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα, το απεριόριστο δυναμικό της πυρηνικής και της ηλιακής ενέργειας δείχνει ότι η βασική απειλή δεν βρισκόταν εκεί. Το δεύτερο λάθος ήταν ο μύθος μιας φύσης που αντιπροσωπεύει ένα είδος ιδανικής, στατικής ισορροπίας, την οποία ήταν απαραίτητο να σεβαστούμε ή να αποκαταστήσουμε. Το γεγονός ότι τα οικοσυστήματα και η βιόσφαιρα έχουν ένα ιστορικό ρήξεων της ισορροπίας και εκ νέου εξισορρόπησης, αποδιοργανώσεων και αναδιοργανώσεων, παραβλέφθηκε.

Τι είναι σημαντικό στην οικολογική συνείδηση; Πρώτον, η επανένταξη του περιβάλλοντός μας μέσα στην ανθρωπολογική και κοινωνική μας συνείδηση. Δεύτερον, η αναβίωση της ιδέας της φύσης ως οικοσύστημα. Και τρίτον, η αποφασιστική συμβολή της βιόσφαιρας στην πλανητική συνειδητοποίησή μας.

MÀR: Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο επιστημονικός περιβαλλοντολόγος Τζέιμς Λάβλοκ πρότεινε την υπόθεση της Γαίας: η Γη και η βιόσφαιρα αποτελούν μια ρυθμιστική ολότητα που αγωνίζεται και αντιστέκεται η ίδια στις υπερβολές που απειλούν να την υποβαθμίσουν. Αυτή η ιδέα μπορεί να περιλαμβάνει την ευφορική εκδοχή του περιβαλλοντισμού σε σχέση με την απαισιόδοξη εκδοχή της Λέσχης της Ρώμης. Ωστόσο, εμπεριέχει ένα τρομερό σημείο δεδομένου του ότι, όπως είπε ο Λατίνος φυσιοδίφης Πλίνιος ο Πρεσβύτερος τον 1ο αιώνα μ.Χ., η μητέρα-φύση μπορεί να είναι συγχρόνως και μητριά.

ΕΜ: Ο Λάβλοκ πιστεύει ότι η Γαία διαθέτει φυσικές ρυθμίσεις κατά της αύξησης του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και μπορεί να παρέχει στον εαυτό της φυσικά μέσα για την καταπολέμηση της τρύπας του όζοντος που εμφανίστηκε στους πόλους. Ωστόσο, κανένα σύστημα δεν είναι αθάνατο, ούτε καν το βέλτιστα ρυθμιζόμενο, και ένας οργανισμός, ακόμη κι αν είναι αυτο-διορθωτικός και αυτο-αναγεννητικός, πεθαίνει όταν ένα δηλητήριο τον αγγίζει στο αδύναμό του σημείο. Είναι το πρόβλημα της αχίλλειου πτέρνας.

Η βιόσφαιρα, η οποία είναι ένα ζωντανό ον, αν και δεν είναι τόσο εύθραυστη όπως μπορεί να πιστεύαμε, μπορεί επίσης να πληγωθεί θανάσιμα από την ανθρώπινη δράση.

Η ιδέα της Γαίας προσωποποιεί τη Γη σε μια στιγμή που, επί είκοσι χρόνια, ολόκληρος ο πλανήτης, με τη βαθύτητά του και τη φυσική του ύπαρξη, εισήλθε στην εποχή των συστημικών επιστημών. Πριν από τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ αυτών των πολλαπλών επιστημών (κλιματολογία, μετεωρολογία, ηφαιστειολογία, σεισμολογία, γεωλογία κ.λπ.) Παρ’ όλα αυτά, οι εξερευνήσεις της τεκτονικής των υποβρύχιων πλακών έχουν αναβιώσει την ιδέα της ολίσθησης των ηπείρων, που ξεκίνησε από τον Wegener στις αρχές του 20ου αιώνα, και αποκάλυψαν ότι η Γη ως σύνολο είναι ένα σύνθετο σύστημα, κινούμενο από πολλαπλές κινήσεις και μετασχηματισμούς. Έτσι, η Γη μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ζωντανό ον, όχι με τη βιολογική έννοια, με το DNA, το RNA κ.λπ., αλλά με την αυτοοργανωτική και αυτορυθμιζόμενη έννοια ενός όντος που έχει την ιστορία του. Με άλλα λόγια, που σχηματίζεται και μεταμορφώνεται διατηρώντας παράλληλα την ταυτότητά της.

MÀR: Υπήρξατε ένας μεγάλος υπερασπιστής του οικοσυστήματος και του οικοσυστημικού παραδείγματος, όχι μόνο για τις φυσικές επιστήμες αλλά για όλα τα πεδία, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπιστικών επιστημών. Εξηγήστε μας την έννοια του οικοσυστήματος.

EM: Σε ένα δεδομένο περιβάλλον, τα γεωλογικά, γεωγραφικά, φυσικά, κλιματολογικά (βιότοποι) συστατικά και τα ζωντανά όντα παντός είδους, μονοκύτταρα, βακτήρια, λαχανικά, ζώα (βιοκοινότητα) αλληλεπιδρούν αναδρομικά για την αέναη παραγωγή και αναγέννηση ενός οργανωτικού συστήματος (ή οικοσυστήματος) που παράγεται από αυτές τις ίδιες αναδρομικές αλληλεπιδράσεις. Με άλλα λόγια, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ζωντανών όντων δεν υπάρχουν μόνο ως συγκρούσεις, ανταγωνισμοί, ανάπτυξη ικανοτήτων, υποβάθμιση και καταστροφή, αλλά και ως αλληλεξάρτηση, αλληλεγγύη και συμπληρωματικότητα. Το οικοσύστημα αυτοπαράγεται, αυτορρυθμίζεται και αυτοοργανώνεται εξαιρετικά, καθώς δεν έχει κέντρο ελέγχου, δεν έχει ρυθμιστικό κεφάλαιο, δεν έχει γενετικό πρόγραμμα. Η διαδικασία αυτορρύθμισής του ενσωματώνει τον θάνατο στη ζωή, τη ζωή στον θάνατο.

Μέχρι πρότινος, όλες οι επιστήμες περιόριζαν αυθαίρετα το αντικείμενο μελέτης τους στην πολυπλοκότητα των φαινομένων. Η οικολογία είναι η πρώτη που ασχολείται με το παγκόσμιο σύστημα, με τα φυσικά, βοτανικά, κοινωνιολογικά, μικροβιακά συστατικά του, κάθε ένα από τα οποία αφορά έναν εξειδικευμένο κλάδο. Η οικολογική γνώση απαιτεί πολλαπλές δεξιότητες σε αυτά τα διαφορετικά πλαίσια και πάνω απ’ όλα μια κατανόηση των αλληλεπιδράσεων και της συστημικής τους φύσης.

MÀR: Επομένως, εξετάζουμε ένα νέο είδος επιστήμης που αναφέρεται σε ένα σύστημα που χρησιμοποιεί τις συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις και το παγκόσμιο σύνολο και επιτρέπει αμοιβαία επωφελείς παρεμβάσεις μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης; Είναι αυτή η «οικολογικοποιημένη» σκέψη στην οποία πρέπει να φτάσουμε;

EM: Για να απαντήσουμε σε αυτό, μπορούμε να ξεκινήσουμε εξετάζοντας την παραδειγματική πτυχή της «οικολογικοποιημένης» σκέψης. Δίνω στον όρο «παράδειγμα» το ακόλουθο νόημα: «λογική σχέση μεταξύ των βασικών εννοιών που διέπουν όλες τις θεωρίες και όλους τους λόγους που εξαρτώνται από αυτές». Έτσι, το μεγάλο παράδειγμα της δυτικής κουλτούρας από τον 17ο έως τον 20ο αιώνα αποσυνδέει το υποκείμενο και το αντικείμενο, με το πρώτο να αναφέρεται στη φιλοσοφία, ενώ το δεύτερο στην επιστήμη. Όλα όσα είναι το πνεύμα και η ελευθερία αφορούν τη φιλοσοφία. Όλα όσα είναι υλικά και ντετερμινιστικά αφορούν την επιστήμη. Το ίδιο αυτό παράδειγμα συνεπάγεται τη διάσπαση μεταξύ της έννοιας της αυτονομίας και της εξάρτησης: η αυτονομία δεν έχει καμία ισχύ στο πλαίσιο του επιστημονικού ντετερμινισμού και, στο φιλοσοφικό πλαίσιο, υποκαθιστά την ιδέα της εξάρτησης. Ωστόσο, η «οικολογικοποιημένη» σκέψη πρέπει απαραιτήτως να απελευθερωθεί από αυτόν τον ζυγό και να αναφέρεται σε ένα πολύπλοκο παράδειγμα όπου η αυτονομία του ζωντανού όντος, αντιλαμβανόμενη ως ένα αυτο-οικο-οργανωτικό ον, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξάρτησή του.

Ο οργανισμός ενός ζωντανού όντος (αυτο-οικο-οργανωτικού) λειτουργεί χωρίς ανάπαυλα και μειώνει την ενέργειά του για να διατηρηθεί. Για να την ανανεώσει, την εξάγει από το περιβάλλον του, από το οποίο συνεπώς εξαρτάται. Επομένως, χρειαζόμαστε την οικολογική εξάρτηση για να διασφαλίσουμε την ανεξαρτησία μας.

Για να το θέσω αλλιώς, η οικολογική σχέση μάς οδηγεί γρήγορα σε μια φαινομενικά παράδοξη ιδέα: για να είμαστε ανεξάρτητοι, πρέπει να είμαστε εξαρτημένοι.

Και όσο περισσότερη ανεξαρτησία θέλουμε να επιτύχουμε, τόσο περισσότερο πρέπει να την πληρώσουμε με εξάρτηση. Επομένως, η υλική και πνευματική αυτονομία των ανθρώπων εξαρτάται από την πολιτισμική θρέψη, από τη γλώσσα, από τη γνώση, από χιλιάδες τεχνικά και κοινωνικά πράγματα. Όσο περισσότερο επιτρέπουμε στον πολιτισμό μας να γνωρίζει μακρινές κουλτούρες και πολιτισμούς του παρελθόντος, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα έχει το πνεύμα μας να αναπτύξει την αυτονομία του.

Η αυτο-οικολογική οργάνωση σημαίνει, σε βαθύτερο επίπεδο, ότι η οργάνωση του εξωτερικού κόσμου εμπίπτει στη δική μας οργάνωση διαβίωσης. Με άλλα λόγια, ο εξωτερικός κοσμικός ρυθμός των εποχών επανεμφανίζεται μέσα στα ζωντανά όντα, ακριβώς όπως έχουμε πάρει την οργάνωση του χρόνου, δηλαδή του ημερολογίου μας και των εορτών μας, από το σύμπαν για να την ενσωματώσουμε στις κοινωνίες μας. Συνεπώς, ο κόσμος βρίσκεται μέσα μας, ακριβώς όπως κι εμείς βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο.

MÀR: Στην αρχαιότητα, οι σοφιστές ασχολήθηκαν εκτενώς με τη διχοτόμηση μεταξύ φύσης και πολιτισμού μέσω της σύγκρισης μεταξύ του «φυσικού» και του «συμβατικού». Αργότερα, βρίσκουμε εκείνους που πιστεύουν ότι όλα πρέπει να παραδοθούν στη φύση και εκείνους που πιστεύουν ότι η φύση είναι ήδη υποταγμένη στην ελευθερία, τον πολιτισμό ή το «πνεύμα», που θα καταλήξουν να την απορροφήσουν. Άλλοι προτιμούν να μιλούν για αμοιβαία συμπλήρωση, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία, ο πολιτισμός ή το πνεύμα δεν αντιτίθενται καταλλήλως στη φύση αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.

EM: Όπως όλα τα ζωντανά όντα, είμαστε και φυσικά όντα. Συγκροτούμαστε από πολύπλοκα μακρομόρια που πάνε πίσω στην προβιοτική εποχή της Γης: τα άτομα άνθρακα των μορίων αυτών, απαραίτητα για τη ζωή, σχηματίστηκαν στο χωνευτήρι των ήλιων που προηγήθηκαν του δικού μας, στη σύγκρουση πυρήνων ηλίου [helium, He]. Εν ολίγοις, όλα τα σωματίδια που συγκροτούν το ήλιο χρονολογούνται από τα πρώτα δευτερόλεπτα του σύμπαντος. Επομένως, την ίδια στιγμή που βρισκόμαστε σε έναν φυσικό κόσμο, αυτός ο φυσικός κόσμος, στη φυσικοχημική του οργάνωση, βρίσκεται συστατικά μέσα μας.

Αυτή είναι λοιπόν μια θεμελιώδης αρχή της οικολογικοποιημένης σκέψης: όχι μόνο είναι αδύνατον να χωριστεί ένα αυτόνομο ον (αυτό) από το κοσμοφυσικό και βιολογικό του περιβάλλον (οίκος) αλλά πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι ο «οίκος» βρίσκεται στο «αυτό», χωρίς ωστόσο να παύει το «αυτό» να είναι αυτόνομο.

Στην πραγματικότητα, είμαστε καθ’ ολοκληρίαν τα παιδιά του Κόσμου. Ωστόσο, μέσα από την εξέλιξη, μέσω της ιδιαίτερης εξέλιξης του εγκεφάλου μας, μέσω της γλώσσας, μέσω του πολιτισμού, μέσω της κοινωνίας, έχουμε γίνει ξένοι ως προς αυτόν. Έχουμε απομακρυνθεί και περιθωριοποιηθεί από αυτόν.

Για να κατανοήσουμε την κατάστασή μας, θα χρησιμοποιήσω την παραβολή του μαθηματικού George Spencer-Brown. Έχει λίγο πολύ ως εξής: «Ας υποθέσουμε ότι το σύμπαν ήθελε να γνωρίσει τον εαυτό του. Τι θα έκανε; Θα ήταν υποχρεωμένο να αποσπάσει από τον εαυτό του ένα είδος μίσχου, ένα είδος χταποδίσιου πλοκαμιού που θα το απομάκρυνε από τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει να το δει. Αλλά, τη στιγμή που το πλοκάμι αυτό απομακρύνεται, όταν το άκρο αυτού του βραχίονα γυρίζει γύρω για να κοιτάξει το σύμπαν, παύει να αποτελεί πραγματικά μέρος του και βρίσκεται έξω από αυτό. Έτσι, το σύμπαν αποτυγχάνει εκεί όπου έχει θριαμβεύσει: τη στιγμή που κατορθώνει να γνωρίσει τον εαυτό του, είναι πολύ αργά. Αυτό που αναγνωρίζει τον εαυτό του έχει γίνει, κατά κάποιο τρόπο, αυτόνομο».

Κάποιοι σκέφτηκαν να ορίσουν τον άνθρωπο μέσω της αποσύνδεσής του και της αντίθεσής του προς τη φύση. Άλλοι, μέσω της ενσωμάτωσής του στη φύση. Ωστόσο, πρέπει επίσης να ορίσουμε τον εαυτό μας μέσω της αμοιβαίας εισαγωγής και μέσω της διαφοροποίησής μας σε σχέση με τη φύση. Εμείς βιώνουμε αυτή την παράδοξη κατάσταση.

MÀR: Από τον μύθο της διαρκούς ανάπτυξης έχουμε περάσει στην έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και σε μια πιο μετριοπαθή αλλαγή νοοτροπίας, θεωρώντας ότι η οικονομική ανάπτυξη σημαίνει ανθρώπινη, ψυχική και πολιτιστική ανάπτυξη. Από αυτή την άποψη, μας έχετε βοηθήσει να δούμε πόσο χονδροειδής είναι αυτή η ιδέα, καθώς και τον κίνδυνο και τη ζημιά που προκάλεσε σε διάφορες περιοχές του πλανήτη.

ΕΜ: Πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο ως ένα υπερφυσικό ον και να εγκαταλείψουμε το πρόταγμα που διατυπώθηκε από τον Βάκωνα και τον Καρτέσιο, και στη συνέχεια από τον Μαρξ, της κατάκτησης και κατοχής της φύσης. Αυτό το πρόταγμα έγινε γελοίο από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι ο αχανής κόσμος, μέσα στην απεραντοσύνη του, είναι άπιαστος για εμάς. Έγινε παράλογο από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι η προμηθεϊκή άφιξη της τεχνο-επιστήμης οδηγεί στην καταστροφή της βιόσφαιρας και, κατά συνέπεια, στην αυτοκτονία της ανθρωπότητας.

Πρέπει να σταματήσει η αποθέωση του ανθρώπου στον κόσμο.

Πρέπει σίγουρα να εκτιμούμε τον άνθρωπο, αλλά σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να εκτιμούμε τη ζωή: ο βαθύς σεβασμός στον άνθρωπο συνεπάγεται βαθύ σεβασμό για τη ζωή. Η θρησκεία του απομονωμένου ανθρώπου είναι μια απάνθρωπη θρησκεία.

Η πίεση της πολυπλοκότητας των γεγονότων, ο επείγων χαρακτήρας και το μέγεθος του οικολογικού προβλήματος μάς ωθούν να αλλάξουμε τις σκέψεις μας, αλλά χρειαζόμαστε επίσης μια εσωτερική ώθηση που να στοχεύει στην τροποποίηση των ίδιων των αρχών της σκέψης μας. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο μικρός χαμένος πλανήτης είναι κάτι παραπάνω από ένας βιότοπος: είναι το σπίτι μας, το casa, το heimat, είναι η μητρίδα μας [matria]και, ακόμη περισσότερο, είναι η δική μας Γη-πατρίδα [patria]. Έχουμε μάθει ότι θα εξατμιστούμε στους ήλιους και θα παγώσουμε στο διάστημα. Αναμφίβολα μπορούμε να φύγουμε, να ταξιδέψουμε, να αποικίσουμε άλλους κόσμους. Αλλά είναι εδώ, στο σπίτι μας, όπου βρίσκονται τα φυτά μας, τα ζώα μας, οι θάνατοί μας και οι ζωές μας. Πρέπει να συντηρήσουμε, πρέπει να σώσουμε τη Γη-πατρίδα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αλήθειες από τους πιο ποικίλους ορίζοντες μπορούν να συγκλίνουν μέσα μας: οι φυσικές επιστήμες, οι ανθρωπιστικές επιστήμες, η πίστη, η ηθική ή η συνειδητοποίησή μας ότι ζούμε στην πλανητική εποχή του Σιδήρου.

Είναι σε αυτή τη Γη, τη χαμένη στον αστροφυσικό κόσμο, αυτή τη Γη ως «ζωντανό σύστημα» της Γήινης επιστήμης, της Γαίας-βιόσφαιρας, όπου η ανθρωπιστική ιδέα της εποχής του Διαφωτισμού μπορεί να υλοποιηθεί στο εξής και η οποία αναγνωρίζει την ίδια συνθήκη σε όλους τους ανθρώπους. Αυτή η ιδέα μπορεί να συνδυαστεί με το συναίσθημα της φύσης της ρομαντικής εποχής, που ανέκτησε την ομφαλική και θρεπτική σχέση με τη μητέρα-Γη. Ταυτόχρονα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη βουδιστική συμπόνια για όλα τα έμβια όντα και τη διεθνιστική χριστιανική αδελφότητα (την κοσμική και σοσιαλιστική κληρονόμο του χριστιανισμού) ώστε να συγκλίνουν στη νέα πλανητική συνειδητοποίηση ​​της αλληλεγγύης, που πρέπει να συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με γήινη φύση.


Στην Αγγλική: PDF Institut Europeu de la Mediterrania (2011) | Μοιραστείτε αυτό: Edgar Morin: Towards Ecologised Thought

Μετάφραση: Αλέξανδρος Σχισμένος | Επιμέλεια: Ιωάννα-Μαρία Μαραβελίδη

Αφήστε ένα σχόλιο

seven + twenty =