Κείμενο: Ηλίας Σεκέρης
Νέο κόμμα Τσίπρα, ΕΛΑΣ και θα ξεκινήσω από το προφανές, το όνομα, από τη στιγμή που για αυτό έγινε ο μεγαλύτερος ντόρος.
Η επιλογή του Τσίπρα να παρουσιάσει το νέο του πολιτικό εγχείρημα υπό το συγκεκριμένο ακρωνύμιο θυμίζει, ασφαλώς, την παλαιότερη τεχνική του Γιώργου Καρατζαφέρη με το ΛΑ.Ο.Σ. Τότε είχαμε μια απόπειρα να μετατραπεί μια καθολική πολιτική έννοια, ο λαός, σε κομματικό σήμα, τώρα έχουμε κάτι που είναι ακόμη πιο χυδαίο. Και είναι πιο χυδαίο γιατί ο ΕΛΑΣ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, δεν είναι γενική έννοια όπως ο λαός, που ο καθένας μπορεί να του δώσει την ερμηνεία του. Είναι ένα ιστορικό όνομα με βαρύ φορτίο εγγεγραμμένο σε πραγματικές ιστορικές συγκρούσεις. Είναι μέρος μιας συγκεκριμένης συλλογικής εμπειρίας, με βαθιές χαρακιές στη νεοελληνική πολιτική συνείδηση.
Επομένως, ο Τσίπρας επιχειρεί μια ξεδιάντροπη ιδιοποίηση ενός συμβόλου. Προσπαθεί να ντύσει το κομματικό του σχέδιο με το κύρος μιας ιστορικής μνήμης που το υπερβαίνει. Μας παρουσιάζει τον εαυτό του σαν να κουβαλά, περίπου αυτοδικαίως, την ηθική και ιστορική βαρύτητα της Αντίστασης.
Πέρα όμως από αυτή την τεχνητή ιστορικότητα, που ο ίδιος απονέμει στον εαυτό του, διεκδικεί και μια βαθύτερη και σημαντικότερη μετατόπιση. Ζητά να εμφανιστεί το κομματικό ως συλλογικό, και η ατομική πολιτική του πρωτοβουλία ως δήθεν φυσική συνέχεια ενός ιστορικού “εμείς”. Η αναφορά στον Μακρυγιάννη, τον οποίο τον χώρεσε και αυτόν μέσα, δεν ήταν τυχαία.
Για να μιλήσω καστοριαδικά, εδώ έχουμε απόπειρα κλεισίματος του νοήματος. Παίρνεις ένα όνομα που δεν έχει τελειώσει ιστορικά, που ακόμη τραυματίζει, συγκινεί, διχάζει και σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους, και προσπαθείς να το κάνεις λογότυπο. Καθώς όμως η κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα από τις φαντασιακές σημασίες της, μέσα από τα νοήματά της, όταν κάποιος επιχειρεί να ιδιοποιηθεί μια τέτοια σημασία, οφείλουμε να βλέπουμε πέρα από το επικοινωνιακό τρικ. Οφείλουμε να βλέπουμε την προσπάθεια να εγκατασταθεί, με το ζόρι, μέσα στο ίδιο το πεδίο όπου η κοινωνία φαντάζεται τον εαυτό της. Προσπαθεί να μας πει, έστω και υπόρρητα, πως αυτό που ήδη σημαίνει κάτι για εσάς, τώρα περνά μέσα από εμάς.
Εδώ βρίσκεται και η λογική της μαζικής συμμετοχής, καθώς το όνομα λειτουργεί ως ανοιχτό προσκλητήριο. Δεν λέει μόνο “αυτό είμαστε”, λέει κυρίως πως εδώ μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου. Εδώ μπορείς να φανταστείς ότι μετέχεις σε μια συνέχεια, σε μια ηθική κληρονομιά, σε μια κοινότητα αγώνα. Καλεί τον αριστερό, τον πασόκο, τον αντιδεξιό, τον απογοητευμένο συριζαίο, τον δήθεν δημοκρατικό πατριώτη, τον άνθρωπο που αναζητά ένα σύμβολο ένταξης σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Άλλος ένας λόγος που θυμήθηκα τον Καρατζαφέρη.
Προπαγάνδα δεν είναι, βεβαίως, μόνο τα ψέματα, είναι και η οργάνωση των σημείων με τέτοιον τρόπο ώστε να παράγουν ταύτιση πριν να προλάβει να παραχθεί σκέψη. Δεν χρειάζεται δηλαδή πάντοτε να κατασκευάσει κανείς ένα ρητό ψέμα. Αρκεί να ενεργοποιήσει τη μνήμη μας. Τη μνήμη ενός συλλογικού τραύματος, όπως κάνει για παράδειγμα η Καρυστιανού με το κρατικό έγκλημα των Τεμπών, ή τη μνήμη ενός μυθικού έθνους που δήθεν προδόθηκε, όπως έκανε συστηματικά και για χρόνια η Χρυσή Αυγή.
Με αυτά θέλω να πω ότι η πολιτική, όταν είναι σοβαρή, οφείλει να ανοίγει τη μνήμη στη σκέψη. Να την κάνει αντικείμενο κριτικής. Όταν την κάνει brand, τότε νεκρώνεται. Δεν μας θέτει υπεύθυνους να σκεφτούμε τι υπήρξε, τι σημαίνει, τι κληρονομήσαμε, τι απορρίπτουμε, τι συνεχίζουμε. Μας βάζει στη θέση ενός παθητικού υποκειμένου που απλώς ψάχνει να ταυτιστεί. Να σταθεί κάτω από ένα όνομα και να αισθανθεί ότι κάπου ανήκει.
Το άλλο σημείο που θέλω να σταθώ, γιατί πραγματικά μου έκανε τρομερή εντύπωση, είναι ότι το κύριο γεγονός ήταν ακριβώς αυτό. Ποιο θα είναι τελικά το όνομα που θα δώσει ο Τσίπρας στο νέο του κόμμα. Δηλαδή το σημαίνον προηγείται του σημαινόμενου αξιακά και πολιτικά και κατά κάποιο τρόπο επιχειρεί να το δημιουργήσει. Δεν κατονομάζει δηλαδή μια ήδη υπάρχουσα πολιτική πραγματικότητα, αλλά επιχειρεί να τη θεσμίσει ως τέτοια. Πρώτα η εικόνα και η σκηνοθεσία δηλαδή και μετά το νόημα.
Αυτό φάνηκε ακόμη καθαρότερα στο βίντεο που έπαιξε και όπου το όνομα του κόμματος ήρθε μέσα απο τη θάλασσα μέσα σε ένα κλειστό μπουκάλι. Η σκηνή αυτή τα λέει σχεδόν όλα. Το όνομα εμφανίζεται σαν κάτι που έρχεται απ’ έξω. Σαν χρησμός ή σαν τις δέκα εντολές που μας παραδίδεται από ένα απροσδιόριστο αλλού. Εκεί η ετερονομία είναι πιο ξεκάθαρη από ποτέ. Δεν υπάρχει το “εμείς αποφασίζουμε ποιοι είμαστε”, έχουμε το “κάτι μας φανερώθηκε από αλλού”. Τον Θεό; Την Ιστορία; Τους εξωγήινους; Ποιος ξέρει.
Ίσως φαίνεται ασήμαντο, αλλά είναι ολόκληρη αντίληψη για την πολιτική. Μια αντίληψη η οποία αφαιρεί από την πολιτική την αληθινή της έννοια, αυτή της συνειδητής δημιουργίας νοήματος από ανθρώπους που αποφασίζουν να συγκροτηθούν συλλογικά για τη θέσμιση της πραγματικότητας τους και αντ’ αυτού την παρουσιάζει ως αποκάλυψη. Με αυτή την έννοια, το μπουκάλι στη θάλασσα είναι η τέλεια εικόνα αυτής της πολιτικής παρακμής.