Κείμενο: D. Hunter * | Μετάφραση: Έλενα Παγάνη
Η αποτυχία της Αριστεράς να προσεγγίσει την εργατική τάξη δεν είναι αποτυχία ιδεών. Είναι αποτυχία μορφής. Οι ιδέες είναι διαθέσιμες στους ανθρώπους στους οποίους δεν καταφέρνει να απευθύνει. Αυτό που δεν είναι διαθέσιμο σε εκείνους –αυτό που η Αριστερά έχει κατ’ εξακολούθηση αποτύχει να προσφέρει– είναι μια πολιτική κουλτούρα στην οποία να μπορούν να χωρέσουν.
Ο Noah Carter είναι είκοσι ετών, από το Drumchapel στα βορειοδυτικά της Γλασκώβης, και από τα δεκαεννέα του εργάζεται ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος σε σούπερ μάρκετ. Έχει παρακολουθήσει σοσιαλιστικές συνελεύσεις στη Γλασκώβη. Η ετυμηγορία του είναι ξεκάθαρη:
«Έχω πάει σε μερικές σοσιαλιστικές συνελεύσεις στη Γλασκώβη και, για να είμαι ειλικρινής, μπορούν να είναι κάπως υπερβολικές. Η ποσότητα της θεωρίας, το ειδικό λεξιλόγιο, η υπόθεση ότι όλοι έχουν διαβάσει τα ίδια πράγματα. Δεν τα έχω διαβάσει όλα. Κατανοώ την ταξική αντίθεση μέσα από τη δουλειά μου σε ένα σούπερ μάρκετ, όχι διαβάζοντας γι’ αυτήν».
Το «μπορούν να είναι κάπως υπερβολικές» είναι μια προσεκτική διατύπωση. Ο Carter δεν λέει ότι οι συνελεύσεις ήταν λανθασμένες, ούτε ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτές ήταν εχθρικοί, ούτε ότι η πολιτική που συζητούσαν ήταν άσχετη με τη δική του κατάσταση. Λέει ότι η μορφή ήταν απρόσιτη – ότι το ειδικό λεξιλόγιο, οι κοινές αναφορές που θεωρούνταν αυτονόητες και η ίδια η κουλτούρα των συνελεύσεων δημιούργησαν ένα φράγμα ανάμεσα στις ιδέες και στους ανθρώπους που θα μπορούσαν περισσότερο να τις αξιοποιήσουν. Και υποδεικνύει μια εναλλακτική μορφή κατανόησης, εξίσου έγκυρη: το να γνωρίζεις την ταξική θέση μέσα από την εργασία σε ένα σούπερ μάρκετ, μέσα από τη συγκεκριμένη καθημερινή εμπειρία του ποιος μπορεί να σου λέει τι να κάνεις και ποιος όχι, δεν είναι κατώτερη μορφή γνώσης. Είναι διαφορετική – και, από ορισμένες απόψεις, ακριβέστερη.
Ο Tunde Ajayi, από το Bulwell του Νότιγχαμ, με δέκα χρόνια εργασίας στο κέντρο διανομής της Amazon, αναλύει πιο συστηματικά αυτή την αποτυχία. Έχει έρθει σε επαφή με σοσιαλιστικές ομάδες που προσπάθησαν να οργανώσουν τους εργαζομένους σε αποθήκες και περιγράφει με ακρίβεια τι ξεχωρίζει τις χρήσιμες από τις άχρηστες παρεμβάσεις:
«Η πιο χρήσιμη επαφή που είχα με την Αριστερά ήταν με ανθρώπους που εμφανίζονταν, ρωτούσαν τι συμβαίνει, άκουγαν την απάντηση και μετά προσέφεραν εργαλεία –νομική γνώση, επαφές με τα μέσα ενημέρωσης, εμπειρία στην οργάνωση– αντί να μου λένε τι σημαίνει η δική μου εμπειρία. Η λιγότερο χρήσιμη ήταν όταν προηγούνταν το θεωρητικό πλαίσιο και ακολουθούσε η πραγματικότητα στον χώρο εργασίας».
Πρώτα το θεωρητικό πλαίσιο, δεύτερη η πραγματικότητα στον χώρο εργασίας. Η σειρά είναι το πρόβλημα. Όταν η Αριστερά εμφανίζεται με ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο και οργανώνει την επαφή της γύρω από την προσαρμογή της πραγματικότητας στον χώρο εργασίας σε αυτό το πλαίσιο, κάνει κάτι που ο εργαζόμενος στην αποθήκη βιώνει αμέσως ως ασέβεια – σαν να υποστηρίζει ότι δεν κατανοεί ο ίδιος τι σημαίνει η κατάστασή του και ότι χρειάζεται έναν εξωτερικό αναλυτή για να την ερμηνεύσει. Ο Ajayi γνωρίζει τι σημαίνει η κατάστασή του. Τη ζει εδώ και δέκα χρόνια. Αυτό που χρειάζεται από την Αριστερά δεν είναι ερμηνεία. Είναι εργαλεία.
Η ίδια αποτυχία σε όλους τους κλάδους
Το μοτίβο που εντοπίζει ο Shaw στα τεχνικά επαγγέλματα των κατασκευών και οι Carter και Ajayi στο λιανικό εμπόριο και τα logistics δεν αφορά έναν συγκεκριμένο κλάδο. Είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο η βρετανική Αριστερά έχει οργανωθεί σε όλους τους τομείς και εμφανίζεται στις αφηγήσεις εργατών ακτιβιστών σε ολόκληρη τη γκάμα, όπου γίνεται λόγος για την οργάνωση από την Αριστερά.
Η Dee, πανεπιστημιακή διδάσκουσα που μπήκε στον χώρο της εκπαίδευσης αφού πρώτα καθάριζε τα κτίρια άλλων ανθρώπων και αγωνίστηκε, ως ανύπαντρη μητέρα στα τριάντα της, για να αποκτήσει πρόσβαση στην εκπαίδευση, είναι η πιο καυστική. Ο θυμός της δεν στρέφεται ενάντια στις ιδέες της Αριστεράς. Στρέφεται ενάντια στη δομική θέση που καταλαμβάνουν οι αριστεροί φορείς μεσοαστικής προέλευσης απέναντι στην εργατική τάξη, την οποία ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν – στον τρόπο με τον οποίο αυτή η θέση παράγει ένα συγκεκριμένο σύνολο αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την πραγματική αλληλεγγύη:
«Η εμπειρία της εργατικής τάξης φιλτράρεται μέσα από την οπτική των μεσοαστών. Δεν υπάρχουν φωνές της εργατικής τάξης στη δημόσια σφαίρα. Και νομίζω ότι το λάθος της μεσαίας τάξης είναι πως συγχέει το networking με την αλληλεγγύη».
Netowrking αντί για αλληλεγγύη. Η διάκριση αφορά, από τη μία, τη διατήρηση αμοιβαία επωφελών επαγγελματικών σχέσεων –κάτι στο οποίο η μεσοαστική πολιτική κουλτούρα είναι πολύ καλή– και, από την άλλη, τη δέσμευση να στέκεσαι στο πλευρό των ανθρώπων ανεξάρτητα από το αν αυτό προσφέρει επαγγελματικό όφελος – κάτι που η εργατική πολιτική κουλτούρα, στην καλύτερη εκδοχή της, απαιτούσε ιστορικά. Η κουλτούρα της Αριστεράς έχει προσανατολιστεί προς το πρώτο, ενώ χρησιμοποιεί τη γλώσσα του δεύτερου. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης το αντιλαμβάνονται.
Η Sascha, στα μέσα της έκτης δεκαετίας της ζωής της, διατυπώνει το ίδιο σημείο με πιο βιωματικό τρόπο. Έχει ζήσει την ταξική ανάλυση πολύ πριν κάποιος της προσφέρει ένα θεωρητικό πλαίσιο για να την κατανοήσει και η περιγραφή της αποτυχίας της Αριστεράς βασίζεται σε δεκαετίες παρατήρησης της λειτουργίας της από κοντά:
«Νομίζω ότι η θεμελιώδης αδυναμία των ανθρώπων της εργατικής τάξης είναι πως είμαστε υπερβολικά καλοί –στην ουσία, υπερβολικά ανεκτικοί– όταν πρόκειται για ανθρώπους που μας ποδοπατούν και μας φέρονται άσχημα. Ανεχόμαστε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε πραγματικά να ανεχόμαστε. Δεν μας αρέσει να δημιουργούμε προβλήματα και δεν θέλουμε να μας θεωρούν αχάριστους».
Αυτό δεν αποτελεί κριτική μιας επικοινωνιακής στρατηγικής της Αριστεράς. Είναι περιγραφή της σχέσης εξουσίας την οποία η επικοινωνιακή στρατηγική της Αριστεράς έχει κατ’ εξακολούθηση αποτύχει να διαταράξει. Ο εργαζόμενος άνθρωπος που είναι υπερβολικά ευγενικός για να κατονομάσει αυτό που του συμβαίνει, που δεν θέλει να θεωρηθεί αχάριστος και που απορροφά τη συγκαταβατικότητα των μεσοαστών πολιτικών παραγόντων χωρίς να την κατονομάζει – αυτό δεν είναι πρόβλημα που η Αριστερά μπορεί να λύσει βρίσκοντας καλύτερη γλώσσα. Είναι πρόβλημα που απαιτεί μια διαφορετική σχέση με την εξουσία μέσα στις ίδιες τις αριστερές οργανώσεις.
Τι αγγίζει τους ανθρώπους
Η περιγραφή του Carter για το τι αγγίζει πραγματικά τους συναδέλφους του στο σούπερ μάρκετ είναι η σαφέστερη θετική διατύπωση για το τι χρειάζεται να κάνει διαφορετικά η Αριστερά στην επικοινωνία της.
«Οι εργαζόμενοι στο κατάστημά μου, οι περισσότεροι, δεν πρόκειται να έρθουν σε μια σοσιαλιστική συνέλευση. Θα ανταποκριθούν σε κάτι που μιλά για αυτό που πραγματικά τους συμβαίνει στη δουλειά αυτή την εβδομάδα. Το πρόγραμμα βαρδιών που αλλάζει συνέχεια. Τις ώρες που μειώθηκαν. Τον διευθυντή που τους κάνει τη ζωή δύσκολη. Το να ξεκινάς από εκεί –από την άμεση εμπειρία της δουλειάς– και να προχωράς προς τη μεγαλύτερη εικόνα είναι ο σωστός τρόπος. Αν ξεκινήσεις από τη μεγάλη εικόνα και κατέβεις στη συγκεκριμένη κατάστασή τους, χάνεις τον κόσμο. Το βλέπω να συμβαίνει».
Το να ξεκινάς από την άμεση εμπειρία της εργασίας και να προχωράς προς τα έξω δεν είναι απλώς μια συμβουλή επικοινωνίας. Είναι αντιστροφή της τυπικής πολιτικής λογικής της Αριστεράς, η οποία ιστορικά ξεκινούσε από τη μεγάλη εικόνα —την ανάλυση του καπιταλισμού, το πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού— και κατέβαινε στη συγκεκριμένη κατάσταση ως παράδειγμα ή εφαρμογή. Ο Carter λέει: αντιστρέψτε τη σειρά. Η άμεση εμπειρία δεν αποτελεί παράδειγμα της ανάλυσης. Είναι η ίδια η ανάλυση. Ξεκινήστε από εκεί και η μεγαλύτερη εικόνα θα ακολουθήσει. Αν ξεκινήσετε από τη μεγάλη εικόνα, έχετε ήδη σηματοδοτήσει ότι η άμεση εμπειρία είναι δευτερεύουσα.
Η Kemi Adeyemi, η οποία εργάζεται για την απελευθέρωση των τρανς ατόμων στο Νότιγχαμ, προερχόμενη από εργατική τάξη, περιγράφει την ίδια αποτυχία στο ειδικό πλαίσιο της τρανς πολιτικής. Η δημόσια συζήτηση διεξάγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο επίπεδο της αρχής και της πολιτικής – θα πρέπει να επιτρέπεται σε αυτό το άτομο να εισέρχεται σε αυτόν τον χώρο, θα πρέπει να αλλάξει έτσι αυτός ο νόμος. Αυτό που απουσιάζει από τη συζήτηση είναι η άμεση εμπειρία: γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα φτωχοί, γιατί οι μαύρες τρανς γυναίκες υφίστανται δυσανάλογα συχνά βία, ποιες είναι οι υλικές συνθήκες της ζωής των τρανς ανθρώπων της εργατικής τάξης και τι θα κόστιζε η αλλαγή τους:
«Η δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα των τρανς ατόμων πλαισιώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου γύρω από το ερώτημα: θα πρέπει να επιτρέπεται σε αυτό το συγκεκριμένο άτομο να εισέρχεται σε αυτόν τον συγκεκριμένο χώρο; Και αυτό που απουσιάζει από αυτό το πλαίσιο είναι: γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα φτωχοί; Γιατί οι τρανς άνθρωποι είναι δυσανάλογα συχνά άστεγοι; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι ταξικές απαντήσεις και η δημόσια συζήτηση μετά βίας τα αγγίζει».
Η δημόσια συζήτηση τα αγγίζει ελάχιστα επειδή διεξάγεται από ανθρώπους για τους οποίους η άμεση υλική εμπειρία δεν αποτελεί το επείγον ερώτημα – για τους οποίους επείγον είναι το ζήτημα της αρχής. Για την Adeyemi και τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται, η αρχή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την υλική εμπειρία. Το ερώτημα αν μια τρανς έγχρωμη γυναίκα μπορεί να έχει ασφαλή πρόσβαση σε στέγαση, υγειονομική περίθαλψη ή εργασία δεν είναι συνέπεια της αρχής που έρχεται αργότερα. Είναι η ίδια η αρχή, διατυπωμένη με συγκεκριμένο και επείγων τρόπο.
Ο κινηματικός χώρος και η ταξική του διάσταση
Αρκετοί από τους συνεντευξιαζόμενους περιγράφουν την ιδιαίτερη κουλτούρα των αριστερών κινηματικών χώρων ως ταξικό πρόβλημα καθαυτό – όχι επειδή οι χώροι αυτοί είναι εχθρικοί απέναντι στους ανθρώπους της εργατικής τάξης, αλλά επειδή είναι δομημένοι με τρόπους που καθιστούν δομικά δυσκολότερη τη συμμετοχή τους.
Ο Tyler Haines, είκοσι ενός ετών, από το Harehills του Λιντς, ο οποίος οργανώνεται στον χώρο της queer απελευθερωτικής πολιτικής, περιγράφει ότι βρήκε κοινότητα σε ρητά πολιτικούς χώρους και σε διαδικτυακούς χώρους, αλλά ένιωσε εκτός τόπου στους κυρίαρχους queer χώρους του κέντρου της πόλης. Τα ταξικά σημάδια σε αυτούς τους χώρους είναι διακριτικά –τι φοράς, για ποια πράγματα μιλάς, ποια μουσική γνωρίζεις– αλλά είναι υπαρκτά και μεταδίδουν ξεκάθαρα σε κάποιον από το Harehills ότι ο χώρος δεν σχεδιάστηκε για εκείνον. Οι πολιτικοί χώροι που του φάνηκαν πιο χρήσιμοι ήταν εκείνοι που οργανώνονταν γύρω από συγκεκριμένες κοινές υλικές ανάγκες –τη στέγαση, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, τις συνθήκες εργασίας– και όχι γύρω από μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα:
«Μερικές φορές έχω νιώσει ότι είμαι η παρουσία της εργατικής τάξης σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρει ακριβώς τι να κάνει μαζί μου».
Το δωμάτιο που δεν ξέρει ακριβώς τι να κάνει μαζί σου. Αυτή είναι η εμπειρία της εργατικής τάξης στους αριστερούς κινηματικούς χώρους, διατυπωμένη με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Όχι εχθρότητα. Όχι αποκλεισμός με κάποια τυπική έννοια. Απλώς η ιδιαίτερη αμηχανία του να βρίσκεσαι σε έναν χώρο που δεν έχει σχεδιαστεί για την παρουσία σου – που δεν διαθέτει τους πολιτισμικούς πόρους για να σε προσεγγίσει με τους δικούς σου όρους και που σε αντιμετωπίζει ως ενδιαφέρουσα εξαίρεση αντί ως κεντρικό συμμετέχοντα. Η πολιτική είναι σωστή. Η κουλτούρα είναι λάθος. Και η κουλτούρα, όπως επιμένει ο Shaw, αποτελεί αποτυχία της Αριστεράς.
Η Nyxie, αναρχική από το Λίβερπουλ που οργανώνεται εδώ και χρόνια, περιγράφει την ιδιαίτερη εκδοχή του προβλήματος στους κινηματικούς χώρους όπου συναντώνται διαφορετικές τάξεις. Πολιτικά βρίσκεται σε γενικές γραμμές στην ίδια πλευρά με τους μεσοαστούς ανθρώπους με τους οποίους οργανώνεται κάποιες φορές από κοινού. Αυτό, όμως, δεν κάνει τη συνάντηση άνετη.
«Νιώθω ότι ξενερώνω με ανθρώπους, και νομίζω ότι μεγάλο μέρος αυτού προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβάνομαι. Ακόμη και όταν πρόκειται για ανθρώπους με τους οποίους βρίσκομαι περίπου στην ίδια πολιτική θέση, ανθρώπους που γνωρίζω ότι προέρχονται από ένα πιο μεσοαστικό, πιο προνομιούχο περιβάλλον, μπορεί να είμαι κάπως πιο επιφυλακτική απέναντι στις απόψεις τους».
Πιο επιφυλακτική. Όχι εχθρική, όχι επειδή θεωρεί ότι κάνουν κατ’ ανάγκην λάθος, αλλά επειδή διατηρεί μια βαθύτερη επιφύλαξη την οποία ο μεσοαστός πολιτικός σύμμαχος δεν έχει ακόμη κερδίσει το δικαίωμα να εξαλείψει. Αυτή είναι η υπό όρους λογοδοσία που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή: η πολιτική αυθεντία κερδίζεται με αποδεδειγμένη αξιοπιστία στον χρόνο και δεν απονέμεται απλώς λόγω ορθών πολιτικών πεποιθήσεων. Ο μεσοαστός σύμμαχος που βρίσκεται ιδεολογικά στη σωστή πλευρά ξεκινά από το μηδέν όσον αφορά την εμπιστοσύνη που απαιτεί η πραγματική οργάνωση. Η Αριστερά έχει την τάση να αντιμετωπίζει την ιδεολογική σύμπλευση ως επαρκή. Δεν είναι.
Το δυσκολάκι
Η διατύπωση του Shaw –ότι «το προμοτάρισμα αυτών των ιδεών» δεν επικοινωνεί με ανθρώπους που θα μπορούσαν περισσότερο να τις αξιοποιήσουν– υποδηλώνει κάτι πιο απαιτητικό από τη βελτίωση της επικοινωνίας. Υποδηλώνει ότι η Αριστερά χρειάζεται να αλλάξει όχι μόνο αυτά που λέει, αλλά αυτό που είναι: την πολιτισμική μορφή των οργανώσεών της, τους τρόπους πολιτικής εμπλοκής που θεωρεί τυπικούς, καθώς και την ταξική σύνθεση των χώρων όπου παράγεται και επικοινωνείται η πολιτική.
Αυτό είναι πραγματικά δύσκολο. Η κουλτούρα της Αριστεράς δεν είναι κάτι παρεμπίπτον σε αυτήν. Έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες από ανθρώπους που δεν πρόκειται να σταματήσουν να συναντιούνται σε κοινοτικά κέντρα, να διαβάζουν θεωρία ή να χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο που έχουν αναπτύξει. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτή η κουλτούρα θα πρέπει να καταργηθεί –δεν θα πρέπει– αλλά αν θα πρέπει να είναι η μόνη διαθέσιμη κουλτούρα, το άρρητο πρότυπο με βάση το οποίο αξιολογείται κάθε πολιτική εμπλοκή. Η απάντηση που προκύπτει από αυτές τις συνεντεύξεις είναι σαφής. Δεν θα πρέπει. Και το κόστος της συνεχιζόμενης κυριαρχίας της καταβάλλεται από τους ανθρώπους τους οποίους η Αριστερά χρειάζεται περισσότερο να προσεγγίσει.
———————————————————————-
* Ο Χάντερ υπήρξε ως παιδί σεξεργάτης, ως έφηβος εξαρτημένος από το κρακ και αργότερα βίαιος κακοποιός αλλά και κοινωνικός αγωνιστής. Έμαθε γραφή και ανάγνωση στη φυλακή, στα 23 του χρόνια. Σήμερα είναι διδακτορικός φοιτητής. Η ίδια του η ζωή, λοιπόν, είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί για να εξετάσει τους τρόπους με τους οποίους οι ταξικές εμπειρίες διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και κάνουμε πολιτική. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του CHAV – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2022.