Πειρατές και Αλήτες (χόμπος): Ριζοσπαστική πολιτική στο περιθώριο της κοινωνίας

0

Κείμενο: Γιάβορ Ταρίνσκι | For english: towardsautonomyblog.wordpress.com

«Είσαι κι εσύ ένα ύπουλο κουτάβι, όπως και όλοι εκείνοι που υποτάσσονται στο να κυβερνώνται από νόμους που έχουν θεσπίσει οι πλούσιοι για τη δική τους ασφάλεια· διότι τα δειλά κουτάβια δεν έχουν το θάρρος να υπερασπιστούν ό,τι αποκτούν με πονηριά· αλλά καταραμένοι να είστε όλοι εσείς: καταραμένοι να είναι αυτοί ως μια αγέλη πανούργων απατεώνων, αλλά και εσείς που τους υπηρετείτε, ως μια παρέα ηλιθίων».
              ~ Καπετάνιος-πειρατής Σάμιουελ Μπέλαμι «Μαύρος Σαμ» [1]

«…Μακρυμάλληδες ιεροκήρυκες βγαίνουν κάθε βραδιά, για να σου πουν ποια τα λάθη και ποια τα σωστά· μα όταν τους ρωτάς τι θα φας, αυτοί σου απαντούν τόσο γλυκά: θα φας ένα γεια σου και γεια, σε αυτή τη δοξασμένη τ’ ουρανού γωνιά· δούλευε και προσευχήσου, πάνω στα άχυρα ζήσε τη ζωή σου· θα τρως καλά όταν πεθάνεις…»
               ~ Τζο Χιλ (ποιητής, τραγουδοποιός, αγκιτάτορας και χόμπο) [2]

Παρ’ όλο που το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας έχει περάσει μέσα από συνθήκες ιεραρχίας, εξουσίας και ετερονομίας, οι σπόροι αυτονομίας και πολιτικής από-τα-κάτω ήταν πάντοτε παρόντες σε κάθε ιστορική στιγμή – με διαφορετική δυναμική κάθε φορά, ανάλογα με το συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο. Ανάμεσα στις ρωγμές του συστήματος, όπου οι κυρίαρχοι θεσμοί εξουσίας υποχωρούσαν ή είχαν χάσει σημαντικό επίπεδο κοινωνικής νομιμοποίησής τους, εμφανίστηκε η δυνατότητα ανάδυσης μιας ριζοσπαστικής πολιτικής, επιτρέποντας τη διαφορετική εμπειρία και οργάνωση της καθημερινής ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, παρότι τέτοιες ρωγμές παρέχουν γόνιμο έδαφος για ριζοσπαστική σκέψη και δράση, σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν από μόνες τους για να υπάρξει μια τέτοια ανάδυση.

Σήμερα μπορούμε να σκεφτούμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις: οι πιο διάσημες μεταξύ των οποίων είναι οι Ζαπατίστας και το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα. Και οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες έχουν βιώσει σαφή αποκλεισμό από τις λειτουργίες πρόνοιας του κράτους και έχουν υποβληθεί μόνο στις εκμεταλλευτικές και κατασταλτικές. Έτσι, μια πλήρης απονομιμοποίηση του κυρίαρχου συστήματος εδραιώθηκε στον τοπικό πληθυσμό, η οποία μαζί με τις συνεργατικές τοπικές παραδόσεις, ενεργοποίησε την απελευθέρωση του ριζοσπαστικού φαντασιακού.

Δύο σημαντικές περιπτώσεις του παρελθόντος θα μπορούσαν να εξεταστούν σε αυτή τη γραμμή σκέψης: οι πειρατές και οι αλήτες (χόμπος). Και οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες βρέθηκαν αποκλεισμένες από την ηγεμονική τάξη της εποχής τους, καθιστώντας τες περιττές και ως εκ τούτου κυνηγημένες και καταπιεσμένες. Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, παρείχε πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση μιας ριζικά διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας, βασισμένης στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας και στο commoning.

Πειρατές

Ο 17ος και 18ος αιώνας ήταν μια περίοδος κατά την οποία η πειρατεία άνθιζε, αφήνοντας στις μελλοντικές γενιές πλούσια κληρονομιά λογοτεχνίας και εμπειριών. Οι πειρατές ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, άνθρωποι χωρίς μέσα για να επιβιώσουν «νόμιμα», δραπέτες σκλάβοι, πολιτικοί φυγάδες, λιποτάκτες του ναυτικού κ.λπ. Διάφοροι λόγοι παρείχαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του πειρατικού τρόπου ζωής σε αυτά τα «περιθωριακά» τμήματα της κοινωνίας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα νησιά της Καραϊβικής, όπου λάμβανε χώρα η πιο σημαντική πειρατική δραστηριότητα. Αυτή η περιοχή ήταν εξαιρετικά αχαρτογράφητη εκείνη την εποχή, προσφέροντας ένα κενό εξουσίας, με πολλά ανεκμετάλλευτα και ακατοίκητα νησιά, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την αστυνόμευση από οποιοδήποτε ναυτικό της περιόδου. Έτσι, παρείχε αμέτρητες κρυψώνες, σπηλιές, όρμους, άγνωστα μονοπάτια κ.λπ. σε όλους όσοι ήθελαν να αποφύγουν τον μοναρχικό έλεγχο. Ταυτόχρονα, τα νησιά της Καραϊβικής βρίσκονταν στον εμπορικό δρόμο μεταξύ της Νότιας Αμερικής αφενός και της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αφετέρου, δηλαδή έναν δρόμο μέσω του οποίου μεταφέρονταν σημαντικοί θησαυροί.

Σε αντίθεση με την πειθαρχία των εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων, οι πειρατές, αν και σίγουρα δεν ήταν άγιοι, ήταν συνήθως οργανωμένοι με αντιεξουσιαστικό τρόπο. Τα πειρατικά πληρώματα αποφάσιζαν τους κανόνες βάσει των οποίων θα έπλεαν στις θάλασσες σε συνελεύσεις στις οποίες κάθε μέλος έπρεπε να συμφωνήσει και να τους υπογράψει. [3]

Συχνά αυτοί οι κανόνες ήταν εξαιρετικά ισότιμοι, θεωρώντας την αποκτηθείσα λεία, καθώς και τις προμήθειες, ως κοινά αγαθά. Ιδιαίτερα ενδεικτικά γι’ αυτό είναι τα άρθρα των πληρωμάτων του Βαρθολομαίου Ρόμπερτ, σύμφωνα με τα οποία κάθε μέλος είχε δικαίωμα ψήφου στις κοινές υποθέσεις, ίσο μερίδιο των νέων προμηθειών και των ποτών ανά πάσα στιγμή και μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει όπως επιθυμούσε, εκτός εάν ολόκληρο το πλήρωμα ψήφιζε περικοπές λόγω ελλέιψεων [4]. Παρόμοια ισότιμα ​​χαρακτηριστικά μοιράζονταν και άλλα πληρώματα, όπως αυτό του Τζον Γκόου. [5]

εικονογράφηση-της-πειρατικής-πόλης-λιμανιού-βασιλικού
Εικονογράφηση της πειρατικής πόλης «Πορτ Ρόγιαλ»

Αυτές οι ελευθεριακές τάσεις μεταξύ των πειρατών δεν πέρασαν απαρατήρητες από τις μοναρχικές αρχές. Ο Ολλανδός κυβερνήτης του Μαυρικίου, εντυπωσιασμένος από τον δημοκρατικό χαρακτήρα ενός πειρατικού πληρώματος που συνάντησε, σημείωσε ότι «κάθε άνδρας είχε τόση επιρροή όσο και ο καπετάνιος και κάθε άνδρας κουβαλούσε τα δικά του όπλα στην κουβέρτα του». [6]

Ο ισότιμος χαρακτήρας τους ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τις μορφές αλληλεγγύης που εφάρμοζαν αυτά τα πληρώματα. Συχνά οι πειρατές είχαν κανόνες, βασισμένους στην αλληλοβοήθεια, που όριζαν ότι οι τραυματισμένοι συνάδελφοί τους, ανίκανοι να πολεμήσουν, θα λάμβαναν το μερίδιό τους. Άρθρα τόσο του πληρώματος του Βαρθολομαίου Ρόμπερτ [7] όσο και αυτού του George Lowther [8] το επιβεβαιώνουν αυτό, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τα αποθέματα και τις προμήθειές τους ως δημόσια.

Συχνά, οι ισχυρισμοί για τις αντιεξουσιαστικές τάσεις μεταξύ των πειρατών αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό λόγω του γεγονότος ότι οι περισσότερες ιστορίες και μύθοι που μιλούν γι’ αυτούς αναφέρονται σε περιπέτειες γενναίων καπετάνιων που ηγούνταν των συντρόφων τους. Αλλά αυτό δεν ίσχυε απαραίτητα. Εκτός από τους κανόνες του πλοίου, στους οποίους έπρεπε να συμφωνεί όλο το πλήρωμα, οι καπετάνιοι ήταν επίσης συχνά εκλεγμένοι και μπορούσαν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή εάν οι ναύτες αποφάσιζαν ότι καταχρώνται την εξουσία, έχοντας αυτή τη θέση. [9] Ο καπετάνιος έπρεπε να παρακολουθεί την κατάσταση του πλοίου και την πορεία που ακολουθούσε, καθώς και να διοικεί εν μέσω της μάχης. Για όλα τα άλλα, όλο το πλήρωμα του πλοίου έπρεπε να μαζευτεί και να αποφασίσει.

Η στάση των πειρατών απέναντι στη δουλεία διέφερε, αλλά πολλοί δεν συμμετείχαν στο δουλεμπόριο. Υπήρχαν πολλοί πρώην σκλάβοι σε πειρατικά πλοία, που αναζητούσαν την ελευθερία τους μακριά από τις αρχές. Στην πραγματικότητα, μεταξύ των πειρατικών πληρωμάτων το ποσοστό των μαύρων ήταν πολύ υψηλότερο από αυτό μεταξύ των εμπορικών ή ναυτικών πληρωμάτων. [10]

Κάπως παρόμοια ήταν και η περίπτωση των γυναικών. Την περίοδο που άκμαζε η πειρατεία, ήταν δύσκολο για μια γυναίκα να εισέλθει νόμιμα σε ένα πλοίο. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για γυναίκες που ντύνονταν άνδρες, ώστε να μπορούν να εισέλθουν και να ταξιδέψουν με ένα πλοίο. Έτσι, πολλές έβλεπαν στην πειρατεία έναν τρόπο να επαναστατήσουν ενάντια στους επιβαλλόμενους έμφυλους ρόλους, αν και οι γυναίκες εξακολουθούσαν να αποτελούν μειοψηφία πειρατών. [11] Μερικές γυναίκες πειρατές δημιούργησαν ένα αρκετά μεγάλο όνομα για τον εαυτό τους, όπως η Mary Read και η Anne Bonny.

Παρ’ όλο που κάθε πειρατικό πλήρωμα έπλεε στις θάλασσες ξεχωριστά, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις στις οποίες πολλά από αυτά ένωναν τις δυνάμεις τους, όπως το 1695, όταν τα πλοία των Καπετάνιων Avery, Faro, Want, Maze, Tew και Wake συναντήθηκαν για μια συνδυασμένη επιδρομή στον ετήσιο μουσουλμανικό στόλο προσκυνητών προς τη Μέκκα. [12] Είναι ενδεικτικός της σύνδεσης που μοιράζονταν μεταξύ τους ο τρόπος με τον οποίο αποκαλούσαν οι ίδιοι οι αρχικοί πειρατές τον εαυτό τους – «Αδέλφια της ακτής». [13] Τα πειρατικά πληρώματα επέστρεφαν συνεχώς σε διάφορα «ελεύθερα λιμάνια» όπου συναντιόντουσαν μεταξύ τους, καθώς και με εμπόρους της μαύρης αγοράς με τους οποίους εμπορεύονταν. Οι πειρατές αναγνώριζαν ο ένας τον άλλον και δεν επιτίθεντο ο ένας στον άλλον. Αυτή η σύνδεση μεταξύ των διάφορων πειρατικών πυρήνων καθώς και τα στοιχεία για την ύπαρξη μιας μοναδικής πειρατικής γλώσσας είναι και τα δύο σημάδια για την ανάδυση μιας διακριτής κουλτούρας.

Ένας από τους πιο διάσημους πειρατικούς οικισμούς ήταν η Λιμπερτάτια. Ιδρύθηκε από τον Captain Mission και το πλήρωμά του στη βόρεια Μαδαγασκάρη τον 18ο αιώνα. [14] Οι ιδρυτές της Λιμπερτάτια αποκήρυξαν τις εθνικότητές τους και αυτοαποκαλούνταν λίμπερι [Liberi]. Δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα, η οποία αποτελούνταν από ένα πολύχρωμο μείγμα αγγλικών, γαλλικών, πορτογαλικών, ολλανδικών, μαδαγασκαριανών και άλλων αφρικανικών γλωσσών. Η γη ήταν κοινή, ενώ οι θησαυροί που αποκτούνταν στη θάλασσα μεταφέρονταν στο κοινό θησαυροφυλάκιο και οι αποφάσεις λαμβάνονταν συλλογικά από όλους τους αποίκους. Υπάρχουν διαφωνίες για το αν η Λιμπερτάτια υπήρξε κάτι περισσότερο από ένας απλός μύθος, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι εμφανίστηκε ένα τέτοιο όραμα υποδηλώνει τις ριζικά δημοκρατικές και ισότιμες τάσεις μεταξύ των πειρατών.

Η παρακμή της πειρατείας ξεκίνησε στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν εισήχθησαν νέα μέτρα για την αντιμετώπιση των πολλών πειρατικών πληρωμάτων που έπλεαν στις θάλασσες. Δόθηκαν αμοιβές σε όποιον αντιμετώπιζε τους πειρατές. Ένας νέος νόμος, που εγκρίθηκε το 1700, επέτρεπε την εκτέλεση των πειρατών όπου κι αν βρίσκονταν, ενώ πριν από αυτό έπρεπε να μεταφέρονται πίσω στο Λονδίνο, όπου θα δικάζονταν. [15] Ταυτόχρονα, για την περίπτωση των δικών, εισήχθη ένα νέο ειδικό δικαστήριο που ασχολούνταν αποκλειστικά με την πειρατεία, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς του ναυτικού. [16]

Xόμπος

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Μακράς Ύφεσης, είδε την άνοδο των λεγόμενων hobos στις ΗΠΑ – άνεργων άστεγων (που μερικές φορές εγκατέλειπαν οικειοθελώς τα σπίτια τους σε αναζήτηση εργασίας). Σε αντίθεση με το πολύχρωμο αμάλγαμα των πειρατών, οι hobos ήταν κυρίως λευκοί και άνδρες, αν και δεν έλειπαν οι εξαιρέσεις. [17] Αυτό που χαρακτήριζε τον τρόπο ζωής τους ήταν το πώς αντιλαμβάνονταν το εκτεταμένο αμερικανικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Για τους hobos, αυτό ήταν ένα κοινό αγαθό που χρησιμοποιούσαν ώστε να ταξιδεύουν σε όλη τη χώρα, χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο, αναζητώντας εργασία.

Σε αντίθεση με άλλες «μεταναστευτικές» ομάδες στις ΗΠΑ εκείνης της εποχής (όπως οι Μεξικανοί, οι Κινέζοι και οι Ευρωπαίοι), οι hobos συνήθιζαν να ταξιδεύουν κατά μόνας. Αλλά, όπως και οι πειρατές, διατηρούσαν στενούς δεσμούς με άλλους συνταξιδιώτες μέσω ελεύθερων καταυλισμών που έφτιαξναν και ονόμαζαν ζούγκλες [jungles][18]. Αυτοί οι καταυλισμοί βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από τον σιδηρόδρομο, κοντά σε σημεία όπου τα τρένα έπρεπε να σταματούν για κάποιο λόγο (όπως αλλαγή πληρώματος, σύνθεση βαγονιών κ.λπ.) Οι ζούγκλες αποτελούσαν καταφύγιο για τους πεινασμένους αλήτες, καθώς τους προσέφεραν σχετική ασφάλεια για να καθαρίζονται, να τρώνε, να κοιμούνται, να μοιράζονται πληροφορίες και να κοινωνικοποιούνται. Λόγω του νομαδικού τρόπου ζωής των χόμπος, τις περισσότερες φορές αυτοί οι καταυλισμοί είχαν προσωρινό χαρακτήρα, κι ακόμη και σε αυτούς όπου υπήρχε συνεχή παρουσία, άλλαζε ο πληθυσμός τους.

Όπως τα πειρατικά πλοία και τα ελεύθερα λιμάνια, ένα βασικό χαρακτηριστικό των ζουγκλών των χόμπος ήταν ο δημοκρατικός και ισότιμος χαρακτήρας τους. [19] Οι κάτοικοι διαμόρφωσαν συλλογικά τους κανόνες με τους οποίους έπρεπε να συνυπάρχουν οι ίδιοι, ενώ μοιράζονταν φαγητό, σκεύη, κουβέρτες κ.λπ. Όλοι έπρεπε να επιβλέπουν για την τήρηση των κανονισμών τους και έπρεπε να συμμετέχουν από κοινού στην άμυνα του καταυλισμού σε περίπτωση επίθεσης από την αστυνομία, έμμισθους μπράβους ή ακροδεξιές ομάδες όπως οι Αμερικανοί Λεγεωνάριοι [20]. 

hobo-jungle
Μια ζούγκλα χόμπος

Ζωτικό μέρος αυτών των δημοκρατιών ήταν η θεσμοθέτηση Επιτροπών στις ζούγκλες, των οποίων το κύριο καθήκον ήταν η επιβολή ποινών καθώς και η αντιμετώπιση των καθημερινών προστριβών στον καταυλισμό. [21] Τα μέλη και ο πρόεδρός τους ψηφίζονταν από τους κατοίκους των καταυλισμών. Συχνά οι ποινές που επέβαλαν θεωρούνταν πολύ αυστηρές από την κοινότητα, με την τελευταία να μην προσφέρει εναλλακτικές λύσεις.

Κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους και της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης, οι χόμπος ανέπτυξαν τη δική τους γλώσσα-αργκό και ένα σύστημα από δικά τους σύμβολα [22]. Παρότι ταξίδευαν μόνοι τους, οι περισσότεροι από αυτούς άφηναν σημάδια στους τοίχους για τους άλλους συνταξιδιώτες τους, όπως για παράδειγμα αν ένα μέρος ήταν ασφαλές για να περιφέρονται, αν υπήρχε κάποια φασιστική απειλή κοντά (της οποίας οι χόμπος συχνά έπεφταν θύματα), αν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας κ.λπ. Έτσι, οι χόμπος επικοινωνούσαν μεταξύ τους και εκτός των ζουγκλών τους.

Βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν ο τρόπος με τον οποίο έβλεπαν τους σιδηροδρόμους – ως κοινό αγαθό. Εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς διέσχιζαν τη χώρα ετησίως, με τις ζούγκλες τους να διασπείρονται στον σιδηροδρομικό χάρτη. Η προσπάθειά τους να επανοικειοποιήσουν τις σιδηροδρομικές μεταφορές και τη γη ήταν τις περισσότερες φορές μη συνειδητή, καθοδηγούμενη από καθαρή ανάγκη. Ωστόσο, πολλοί χόμπος ήταν έντονα πολιτικοποιημένοι και η πλειονότητά τους υποστήριζε ή συνδεόταν με κάποιον τρόπο με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW). [23]

Η τεράστια παρουσία των χόμπος σε εθνικό επίπεδο δεν έμεινε απαρατήρητη για πολύ. Η προσπάθειά τους για επανάκτηση και χρήση του σιδηροδρομικού δικτύου τούς έφερε σε σύγκρουση με μία από τις πιο αναπτυγμένες βιομηχανίες της εποχής –η οποία εκτεινόταν σε 254.037 μίλια το 1916. [24] Επιπλέον, οι ζούγκλες των χόμπος έθεταν σε αμφισβήτηση τις τότε αντιπαροχές γης και περιφράξεις. Έτσι, μια πολυπλοκότητα αρκετών παραγόντων οδήγησε στην παρακμή των χόμπος.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκίνησε ένα κύμα βάναυσης καταστολής, με τους φύλακες των σιδηροδρόμων να υιοθετούν τη στάση του «πυροβολισμού επί τόπου». Για να αντιμετωπίσουν τον πολυάριθμο «εχθρό» τους, ένωσαν τις δυνάμεις τους με την αστυνομία και την ακροδεξιά, η οποία θεωρούσε τον τρόπο ζωής των χόμπο έκφυλο. Έτσι, ο αριθμός των «παραβατών» που πυροβολήθηκαν αυξήθηκε δραματικά – 2.553 σκοτώθηκαν το 1919 και 2.166 το 1920. [25] Αυτό το κύμα καταστολής εξαπλώθηκε και σε άλλες πολιτικές ομάδες που αμφισβήτησαν τους καθιερωμένους κανόνες – μεταξύ των οποίων και οι IWW που έγιναν αντικείμενο φυσικής εξόντωσης πολύτιμων στελεχών από τις αρχές. Η δεκαετία του 1930 ήταν η τελευταία δεκαετία κατά την οποία οι χόμπος είχαν σημαντική παρουσία στις ΗΠΑ, λόγω της Μεγάλης Ύφεσης. [26]

Παράλληλα με αυτό, μια νέα εποχή μεταφορών ξεδιπλωνόταν στην ήπειρο – αυτή των αυτοκινήτων, των λεωφορείων και των φορτηγών. Αυτός ο βαθιά ιδιωτικοποιημένος τρόπος μεταφοράς άλλαξε εντελώς τις συνθήκες που κάποτε ήταν ευνοϊκές για την άνοδο της κουλτούρας των χόμπος. Σε έναν κόσμο όπου οι αυτοκινητόδρομοι επρόκειτο να αντικαταστήσουν τους σιδηροδρόμους ως κύριο μέσο μετακίνησης, υπήρχε ίσως ο χώρος για κάποιο σπάνιο ωτοστόπ, αλλά όχι για ένα μαζικό κίνημα commoning.

Επίσης, αναδύθηκε ένα στερεότυπο που παρουσίαζε τους χόμπος ως τεμπέληδες και ως αναλφάβητα παράσιτα της κοινωνίας, που έχουν απογυμνωθεί από κάθε αξιοπρέπεια, καθώς δεν περιορίζονταν πλέον από το «σπίτι» και την «οικογένεια». [27] Αυτό το αφήγημα βοήθησε στην «κανονικοποίηση» της βίας που ασκούσε το κράτος εναντίον τους. Η εικόνα των χόμπος ως εκφυλισμένων, αυτοκαταστροφικών αλλά και κοινωνικά διαβρωτικών στοιχείων έχει αναπαραχθεί έκτοτε μέσω ταινιών, λογοτεχνίας, μουσικής κ.λπ.

Αναδιαμορφώνοντας την καθημερινότητα

Παρότι οι πειρατές και οι αλήτες παρέμειναν στην ιστορία, χώροι για ριζοσπαστική πολιτική μπορούν να βρεθούν και σήμερα. Και ενώ οι Ζαπατίστας και οι Κούρδοι αναπτύσσουν τις αυτονομίες τους σε μακρινές από τις ΗΠΑ χώρες, παρόμοια μοτίβα μπορούν να βρεθούν και στην ίδια μας την αυλή. Με την εξέλιξη της πολυδιάστατης κρίσης της τελευταίας δεκαπενταετίας, υπάρχουν πολλές ρωγμές στο σύστημα στις οποίες θα μπορούσε ενδεχομένως να καλλιεργηθεί η ριζοσπαστική πολιτική.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναζητούμε ένα επαναστατικό υποκείμενο που μπορεί να μας οδηγήσει προς ένα «λαμπρότερο μέλλον», αλλά ότι μπορούμε να βρούμε πολλά τέτοια υποκείμενα γύρω μας και ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την καθημερινή μας πραγματικότητα σε εργαστήριο άμεσης δημοκρατίας και κοινών δραστηριοτήτων.

Θα πρέπει για άλλη μια φορά να καταστεί σαφές ότι ο αποκλεισμός από τις λειτουργίες πρόνοιας του κυρίαρχου συστήματος δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση δημοκρατικών και ισότιμων εγχειρημάτων. Από την ιστορία γνωρίζουμε κοινωνίες που σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν στραφεί προς φασιστικές και αυταρχικές μορφές, ενώ άλλες, βυθισμένες στον πολυτελή καταναλωτισμό, έχουν γεννήσει συμμετοχικές και οικολογικές τάσεις. Έτσι, αυτό που καθιστά μια πραγματικά σημαντική προϋπόθεση για την άνθηση τέτοιων ριζοσπαστικών πολιτικών εγχειρημάτων είναι η απελευθέρωση του φαντασιακού, κάτι που ενθαρρύνθηκε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις μέσω του περιπετειώδους τρόπου ζωής τόσο των πειρατών όσο και των αλήτων. Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι να κάνουμε την εμπειρία της καθημερινής ζωής πιο διαδραστική, εμπλέκοντας κάθε μέλος της κοινωνίας στη διαμόρφωση του κοινού μέλλοντος.

Σημειώσεις:

[1] Τα λόγια του Captain Samuel “Black Sam” Bellamy αναφέρονται από τον Captain Charles Johnson στο βιβλίο A General History of the Pyrates (1724). 

[2] Ο Joe Hill, διάσημος χόμπο και ακτιβιστής της IWW, στο The Preacher and the Slave (1911).

[3] https://web.archive.org/web/20230603134639/https://www.mentalfloss.com/article/23673/democracy-high-seas-how-pirates-rocked-vote

[4] Ένας συγκεκριμένος Κώδικας Δεοντολογίας Πειρατών συμφωνήθηκε από τον Bartholomew Roberts στα Άρθρα Πλοίων του 1721 https://pennocle.com/the-pirate-code-were-pirate-ships-the-first-democracies/

[5] http://www.exclassics.com/newgate/ng182.htm

[6] “Pirate Utopias: Under the Banner of King Death”, Do or Die magazine, Issue 8: https://web.archive.org/web/20170312090253/http://www.eco-action.org/dod/no8/pirate.html

[7] Bartholomew Roberts’ Articles https://web.archive.org/web/20170606162710/https://beej.us/bartart.html

[8] Captain George Lowther’s Pirate Code Articles https://web.archive.org/web/20190722113430/https://owlcation.com/humanities/Captain-George-Lowthers-Pirate-Code-Articles

[9] John Ward, Barbary Pirate, The History Press 2010, σελ. 42.

[10] http://thepirateempire.blogspot.gr/2016/01/black-pirates.html

[11] https://web.archive.org/web/20160306051129/http://www.pantherbay.com/bio_womenpirates.php

[12] E. T. Fox, King of the Pirates: The Swashbuckling Life of Henry Every, Tempus Publishing 2008.

[13] Peter Kemp and Christopher Lloyd, Brethren of the Coast: The British and French Buccaneers of the South Sea, St. Martin’s Press 1960.

[14] Rediker, Marcus, Villains of All Nations: Atlantic Pirates in the Golden Age, Beacon Press 2004.

[15] John Raithby, Statutes of the Realm: volume 71695-1701, Great British Record Commision 1820, σελ. 590-94.

[16] Max Boot, Pirates, Then and Now in “Foreign Affairs” vol. 88/4 2009, σελ. 94-107.

[17] Δείτε την ταινία Riding the Rails (1997), σε σενάριο και σκηνοθεσία των Lexy Lovell και Michael Uys.

[18] http://xroads.virginia.edu/~ma01/White/hobo/thejungle.html

[19] Todd Depastino, Citizen Hobo, University of Chicago Press 2005, σελ. 81-85.

[20] Benedict Giamo, The Homeless of Ironweed, University of Iowa Press 1996, σελ. 82.

[21] George Caffentzis, In letters of Blood and Fire, PM Press 2013, σελ. 92.

[22] https://web.archive.org/web/20210211033130/http://cyberhobo.com/signs/hobosigns.html

[23] An excerpt from Citizen Hobo: How a Century of Homelessness Shaped America by Todd DePastino http://www.press.uchicago.edu/Misc/Chicago/143783.html

[24] William Greenleaf, American Economic Development Since 1860, University of South Carolina Press 1968, σελ. 79.

[25] Nels Anderson, The Hobo: The Sociology of the Homeless Man, University of Chicago Press 1923, σελ. 161-62.

[26] William A. Darity, Jr, International Encyclopedia of the Social Sciences,  Έκδοση, Macmillan Reference 2008, σελ. 494. 

[27] Charles Elmer Fox: Tales of an American Hobo, University of Iowa Press 1989, σελ. xvii.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Το φαινόμενο των χόμπος και ο «Δρόμος» του Τζακ Λόντον

Στο περιθώριο του περιθωρίου: Οι γυναίκες χόμπος στην Αμερική του 19ου αι.

Αφήστε ένα σχόλιο