Ελευθερία χωρίς μορφή

0

Κείμενο: Γιώργος Λούκας (εκπαιδευτικός, Ataxia School)

Η λέξη «ελευθερία» είναι ίσως η πιο φορτισμένη λέξη της νεωτερικότητας. Είναι το σύνθημα των επαναστάσεων, ο ορίζοντας της πολιτικής χειραφέτησης, το θεμέλιο των δικαιωμάτων, αλλά και η πιο συχνά κακοποιημένη έννοια των καιρών μας. Ο άνθρωπος θα μπορούσαμε να πούμε πως την αναζητά όταν η εμπειρία του γίνεται στενότερη από τη δυνατότητά του. Όμως στον συνοπτικό αυτό ορισμό κρύβεται και μια αντινομία.

Σήμερα η ελευθερία μετατοπίζεται από την πολιτική στο ψυχοτεχνικό. Σου επιτρέπεται να επιλέξεις τι θα δεις, τι θα ακούσεις, τι θα πιστέψεις, ποιος θα είσαι. Όμως αυτή η πληθώρα επιλογών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση του εαυτού. Αντίθετα, συχνά τον αποδυναμώνει με την ελευθερία να γίνεται ικανότητα επιδερμικής κάλυψης επιθυμιών. Έτσι και εγένετο ένας υπαρξιακά φτωχός άνθρωπος (αναφερόμαστε στους ανθρώπους εδώ των δυτικών κοινωνιών) που αλλάζει συνεχώς μέσα σε ένα καθεστώς κενής ελευθερίας, μιας ελευθερίας χωρίς μορφή. Πρόκειται για μια ελευθερία που κυκλοφορεί παντού, στα δικαιώματα, στις αγορές, στις πλατφόρμες, στις ταυτότητες ,αλλά που δεν μετατρέπεται εύκολα σε χαρακτήρα, σχέση, δημιουργία κοινού κόσμου.

Στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, εκεί όπου ο Χέγκελ αναλύει την «απόλυτη ελευθερία», δείχνει ένα παράδοξο που η νεωτερικότητα δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει οριστικά. Η ελευθερία μπορεί να γίνει τόσο «καθαρή» και τόσο ανυπότακτη, ώστε να μην αντέχει τίποτα το συγκεκριμένο. Να μην αντέχει ούτε κοινότητα, ούτε θεσμό, ούτε παράδοση, ούτε καν έναν σταθερό τρόπο ζωής. Φτάνοντας έτσι στο οριακό σημείο να θέλει να είναι ελεύθερη μόνο ως αρνητικότητα και μόνο ως κατάργηση κάθε περιορισμού.

Τι συμβαίνει τότε; Πέρα από τις εποχές του Τρόμου τις οποίες κατήγγειλε ο Χέγκελ, η ελευθερία χωρίς μορφή παράγει κενό, και το κενό αυτό δεν μένει ποτέ άδειο. Έτσι, είτε γεμίζει με βία, είτε με κυνισμό, ή με αδράνεια, με αποτέλεσμα (το κενό αυτό) να γίνεται τελικά τρόπος ύπαρξης, όπου το υποκείμενο γνωρίζει ότι μπορεί να επιλέγει, αλλά δεν μπορεί να γίνει, να κάνει και να είναι. Μπορεί εύκολα να γκρεμίζει, ν’ αποδομεί, αλλά δεν μπορεί να ποιεί με διάρκεια. Έτσι προκύπτει ένας σύγχρονος τύπος ανθρώπου, το ον επιλογών.

Απέναντι στο ον επιλογών στέκεται το ον μορφής. Δεν αναφερόμαστε εδώ στην κλασική ιδέα του «μορφωμένου» ανθρώπου των πολλών γνώσεων. Η μορφή δεν έρχεται «με διαλέξεις». Έρχεται με άσκηση. Με καθημερινή καλλιέργεια. Με σχέσεις που διαρκούν. Με κοινότητες που δεν εγκαταλείπουν. Με δυσκολίες που δεν παρακάμπτονται. Για μια μορφή,όπου η ελευθερία γίνεται ικανότητα να μπορώ να επιμένω, να επιστρέφω, να επανορθώνω, να αντέχω το δύσκολο χωρίς να καταρρεύσω ή να φύγω. Όταν έχω μορφή φαίνομαι, στέκομαι, εκτίθεμαι. Δεν κρύβομαι, δεν εγκαταλείπω στην πρώτη αναποδιά.

Εδώ ανοίγει και το πιο επίκαιρο παιδαγωγικό πρόταγμα. Αν η εποχή μας παράγει ελευθερία-επιλογή, τότε η πιο επικίνδυνη αυταπάτη για ένα δημοκρατικό σχολείο είναι να πιστέψει πως αρκεί να τη μιμηθεί σε μικρή κλίμακα. Διότι το σχολείο δεν μπορεί ούτε και πρέπει να ανταγωνίζεται το δίκτυο στην ποικιλία. Η αγορά, οι πλατφόρμες, η επιτάχυνση της επιθυμίας, η διαρκής μετάβαση από το ένα στο άλλο, θα κερδίζουν πάντα στο παιχνίδι των «δυνατοτήτων». Αν το δημοκρατικό σχολείο περιοριστεί στο να πολλαπλασιάσει τις επιλογές, θα κινδυνεύσει να γίνει ο πιο καλοπροαίρετος καθρέφτης του κόσμου που υποτίθεται πως θέλει να μετασχηματίσει.

Η δημοκρατική παιδεία, αν θέλει να είναι επαναστατική σήμερα, οφείλει να θέσει κάτι άλλο ως βασική προτεραιότητα. Θα πρέπει να μετακινήσει την ελευθερία από το επίπεδο της εναλλαγής στο επίπεδο της συγκρότησης. Να μάθει στο παιδί όχι απλώς να διαλέγει, αλλά να μένει, όχι από καταναγκασμό, αλλά από δύναμη. Να αντέχει τη διάρκεια ενός έργου, το βάρος μιας σχέσης, την τριβή μιας κοινότητας. Γιατί εκεί -και μόνο εκεί- γεννιέται η μορφή. Μέσα στη διάρκεια, στη δυσκολία που δεν εγκαταλείπεται μόλις πάψει να είναι ελκυστική, στη σύγκρουση που δεν αποφεύγεται για να σωθεί η «άνεση» και στην αβεβαιότητα που δεν κλείνεται με γρήγορη απάντηση.

Το δημοκρατικό σχολείο δεν είναι ένας χώρος «όπου όλα επιτρέπονται», αλλά μια γειτονιά όπου όλα δοκιμάζονται και όλοι δοκιμάζουν. Μια κοινότητα όπου η επιθυμία δεν γίνεται αμέσως πράξη, αλλά περνά από το φίλτρο της σχέσης, της ευθύνης και του κοινού χωροχρόνου. Όπου η ελευθερία παύει να είναι ιδιωτικό προνόμιο και γίνεται κοινή υπόθεση.

Μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε: «τι κάνω με την ελευθερία μου όταν δεν είμαι μόνος; Πώς επιλέγω όταν οι επιλογές μου έχουν συνέπειες; Πώς επιμένω όταν ο άλλος μου αντιστέκεται; Πώς επιστρέφω όταν φεύγω; Πώς ζητώ συγγνώμη, πώς επανορθώνω και πώς κρατώ μια υπόσχεση;

Αυτά είναι τα υλικά της μορφής και χωρίς αυτά, η ελευθερία μένει κενή, όσο «πλουσιοπάροχη» κι αν φαίνεται.

Αφήστε ένα σχόλιο