Οι μετανάστες δεν είναι πιόνια

0

H Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστών και Αλληλέγγυων υπογράφει το ακόλουθο κείμενο:

Pa’ una ciudad del norte / Yo me fui a trabajar / Mi vida la dejé / Entre Ceuta y Gibraltar /
Σε μια πόλη του Βορά / Πήγα για να δουλέψω / Τη ζωή μου άφησα / Ανάμεσα στη Θέουτα και το Γιβραλτάρ
Për një qytet në veri / U nisa të punoja / Jetën time e lashë / Mes Ceutës dhe Gjibraltarit

Έχουν περάσει πέντε ημέρες από τα γεγονότα στη Θέουτα, όπου περίπου 50.000 άνθρωποι επιχείρησαν να περάσουν από το Μαρόκο στην Ισπανία. Η συντριπτική πλειονότητά τους έχει ήδη επιστρέψει, ενώ οι ισπανικές αρχές έχουν τοποθετήσει πλωτό φράγμα στα σύνορα. Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι επιχειρήσεις ανάσυρσης νεκρών, ο αριθμός των οποίων έχει ξεπεράσει τους 80.

Τώρα που κατακάθισε η σκόνη της οργής και τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν, ως ΠΑΜΑ δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε όσα διαβάσαμε και διαβάζουμε τις τελευταίες ημέρες για τη Θέουτα και τις αντιδράσεις μεγάλου μέρους του ελληνικού και διεθνούς πολιτικού κόσμου.

Να σημειώσουμε ευθύς εξαρχής ότι με μεγάλη απογοήτευση βλέπουμε ότι πλέον δεν είναι μόνο η Δεξιά και η ακροδεξιά που χρησιμοποιούν μια βαθιά απανθρωποποιητική γλώσσα για τους μετανάστες, καθώς στην ίδια κατεύθυνση κινούνται ολοένα και περισσότερο δυνάμεις του κέντρου, της κεντροαριστεράς, αλλά ακόμη και τμήματα της λεγόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ας πιάσουμε όμως τα πράγματα από όσα είναι ήδη γνωστά σε όσους και όσες παρακολουθούν συστηματικά το μεταναστευτικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών. Η Θέουτα, ισπανικός θύλακας στη βόρεια Αφρική, αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα πιο επικίνδυνα σύνορα της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, η ανθρώπινη ανάγκη οδήγησε για ακόμη μία φορά, με κίνδυνο τη ζωή τους, χιλιάδες ανθρώπους να αποπειρώνται να διασχίσουν τα σύνορα για μια καλύτερη ζωή.

Κι όμως, ο τρόπος που διεξάγεται η συζήτηση στην Ελλάδα αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει αυτούς τους ανθρώπους ως άβουλα όντα που είναι το «μακρύ χέρι» του Ισραήλ ή άλλων δυνάμεων που θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την Ισπανία επειδή η κυβέρνηση Σάντσεθ δεν υποτάσσεται στις επιθυμίες του Ισραήλ κ.ο.κ.

Έτσι ξαφνικά, έπαψε να έχει πρωτεύουσα σημασία ότι μιλάμε ανθρώπους, για τις ζωές τους και για τους υλικούς λόγους που τους οδήγησαν στην εν λόγω κατάσταση.

Αυτή η προσέγγιση είναι κατά τη γνώμη μας πολιτικά προβληματική σε πολλά επίπεδα.

Πρώτον, γιατί παρουσιάζει την κυβέρνηση Σάντσεθ περίπου ως μια αντιιμπεριαλιστική πρωτοπορία, τη στιγμή που συνεχίζει να αποτελεί μέρος της ίδιας ευρωπαϊκής συνοριακής πολιτικής που εδώ και χρόνια οδηγεί χιλιάδες ανθρώπους στον θάνατο στη Μεσόγειο.

Δεύτερον, οι άνθρωποι που επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα παύουν να αντιμετωπίζονται ως πολιτικά υποκείμενα στο πλαίσιο αυτών τον λόγων. Παύουν να έχουν βούληση, επιθυμίες, σχέδια, φόβους και ελπίδες. Δεν παρουσιάζονται ως άνθρωποι που παίρνουν μια εξαιρετικά δύσκολη απόφαση γνωρίζοντας ότι μπορεί να χάσουν ακόμη και τη ζωή τους στην προσπάθεια να αποκτήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Παρουσιάζονται τελικά ως άβουλα πιόνια, ως εργαλεία στα χέρια κρατών και κυβερνήσεων.

Τρίτον, λησμονούμε ότι αυτή η γλώσσα δεν είναι καινούργια. Το 2020, στον Έβρο, ακούγαμε ότι οι μετακινούμενοι άνθρωποι ήταν τα «υποχείρια» του Ερντογάν. Το ίδιο μάλιστα ειπώθηκε αργότερα για όσους βρέθηκαν στα σύνορα Πολωνίας–Λευκορωσίας, ότι ήταν τα «υποχείρια» του Λουκασένκο ή του Πούτιν.

Φαίνεται πως το μόνο που αλλάζει κάθε φορά είναι το όνομα του υποτιθέμενου ενορχηστρωτή. Δεν αλλάζει όμως η εικόνα που απεικονίζει τον μετανάστη. Είναι πάντα κάποιος άλλος που σκέφτεται για λογαριασμό του, αποφασίζει για λογαριασμό του και τον κινεί σαν μαριονέτα όταν και όποτε θέλει. Σαν να μην είναι ποτέ, το ίδιο το υποκείμενο, ο ίδιος ο άνθρωπος που αποφασίζει να μεταναστεύσει!

Γνωρίζουμε φυσικά ότι τα κράτη εκμεταλλεύονται τις μεταναστευτικές ροές για γεωπολιτικούς σκοπούς. Γνωρίζουμε ότι χαλαρώνουν ή και ενισχύσουν τους συνοριακούς ελέγχους ανάλογα με τις πολιτικές τους σκοπιμότητες. Για παράδειγμα στην προκειμένη περίπτωση οι γεωπολιτικές πιέσεις που δέχεται η ισπανική κυβέρνηση μπορούν και πρέπει να ειδωθούν στο πλαίσιο συγκεκριμένων πολιτικών της επιλογών αναφορικά με τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, τη στρατηγική της συμμαχία με την Αλγερία – η οποία βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το Μαρόκο, τη γενικότερη δεξιά στροφή στο στο πλαίσιο της ΕΕ και την προσπάθεια επιβολής από 22 ηγέτες κρατών μελών της ακροδεξιών μέτρων μεταναστευτικής πολιτικής στην Ισπανία κοκ.

Σε τελική ανάλυση, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι οι άνθρωποι που προσπαθούν να μεταναστεύσουν για μια καλύτερη ζωή, αξιοποιούν τους ανταγωνισμούς, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις μεταξύ κρατών όταν αυτές δημιουργούν ένα παράθυρο διαφυγής ή μια ευκαιρία. Και σε καμία περίπτωση δεν έχουν οι μετανάστες κάποια ηθική υποχρέωση να μην κάνουν χρήση αυτών των αντιφάσεων που δύναται να τους οδηγήσουν σε μια καλύτερη ζωή. Αντιθέτως, ακριβώς αυτό το γεγονός αποδεικνύει πως οι μετανάστες δεν είναι πιόνια αλλά είναι κι εκείνοι ορθολογικά όντα που κάνουν εκτιμήσεις, υπολογισμούς και σχεδιάζουν πάντα ακόμα και με παρόντα το κίνδυνο απώλειας της ζωή τους. Τούτο το τελευταίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αφηγήσεις που παρουσιάζουν τους μετανάστες ως απλά μέσα εκπλήρωσης των σχεδίων «εχθρικών» κρατών ή ηγετών.

Πρέπει να σημειωθεί δε, πως τα τελευταία χρόνια, με την επιλογή της ΕΕ να κρατήσει τους πρόσφυγες και τους μετανάστες σε γειτονικές χώρες, όπως το Μαρόκο, η Τουρκία, η Λιβύη κοκ, έχει καταστήσει αυτές τις χώρες ντε φακτο ρυθμιστές των ροών με αποτέλεσμα να έχουν αποκτήσει μόχλευση. Η αντιμεταναστευτική πολιτική των τελευταίων ετών κάνει το πρόβλημα ακόμα μεγαλύτερο καθώς εκατονταδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στις χώρες δίπλα από την ΕΕ χωρίς να υπάρχουν ασφαλείς δίοδοι.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι πως άνθρωποι δεν παύουν να έχουν βούληση επειδή ένα κράτος άνοιξε τα σύνορα. Δεν παύουν να σκέφτονται, να υπολογίζουν, να ελπίζουν να ζυγίζουν καταστάσεις και να παίρνουν τελικά οι ίδιοι την απόφαση να ρισκάρουν τη ζωή τους για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον.

Ως Αλβανοί και Αλβανίδες μετανάστες γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό: Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν κατέρρευσε το αλβανικό κράτος και τα σύνορα άνοιξαν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν στην Ελλάδα, στην Ιταλία και σε άλλες χώρες. Και για να τα περάσουν ανέβηκαν σε φορτηγά και σε πλοία όπως ακριβώς έκαναν και οι Μαροκινοί τώρα. Όπως ακριβώς κάνουν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους πάντοτε και θα συνεχίσουν να κάνουν διότι η μετανάστευση είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο.

Κλείνοντας, θεωρούμε χρήσιμο να σημειώσουμε πως μας ανησυχεί ιδιαίτερα όταν βλέπουμε ακόμη και τμήματα της Αριστεράς να υιοθετούν μια γλώσσα που στερεί από τους μετανάστες την ανθρώπινη υπόστασή τους. Δεν αλλάζει τίποτα αν αντί για τον «Ερντογάν» ή τον «Λουκασένκο» βάλουμε στη θέση του «μαριονετίστα» το Ισραήλ ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: οι μετανάστες παύουν να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που δρουν και αποφασίζουν για τη ζωή τους. Και με αυτό διαφωνούμε οριζοντίως και καθέτως.

Εμείς αρνούμαστε να τους δούμε έτσι. Οι μετανάστες δεν είναι πιόνια. Δεν είναι υβριδικά όπλα. Δεν είναι το μακρύ χέρι κανενός κράτους. Οι μετανάστες είναι άνθρωποι. Και όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουν τη δυνατότητα να σκέφτονται, να αποφασίζουν και να αγωνίζονται για μια καλύτερη ζωή. Όσο η πολιτική συζήτηση αρνείται να αναγνωρίσει αυτή την απλή αλήθεια, τόσο θα αναπαράγει την ίδια απανθρωποποίηση που υποτίθεται ότι θέλει να καταπολεμήσει και τόσο θα απομακρυνόμαστε από κάθε έννοια αλληλεγγύης και διεθνισμού.

—————————————————

Emigrantët nuk janë marioneta

Kanë kaluar pesë ditë nga ngjarjet në Ceuta, ku rreth 50 mijë njerëz u përpoqën të kalonin nga Maroku në Spanjë. Pjesa dërrmuese e tyre tashmë është kthyer mbrapsht, ndërsa autoritetet spanjolle kanë vendosur barriera lundruese në kufi. Në të njëjtën kohë, vazhdojnë operacionet për nxjerrjen e trupave të pajetë, ndërsa numri i viktimave ka tejkaluar 80.

Tani që pluhuri i zemërimit është ulur disi dhe tensionet janë zbutur, ne, si Iniciativë, nuk mund të mos komentojmë atë që kemi lexuar dhe vazhdojmë të lexojmë këto ditë lidhur me Ceutën dhe reagimet e një pjese të madhe të spektrit politik grek dhe ndërkombëtar.
Që në fillim duam të theksojmë se na zhgënjen thellësisht fakti që tashmë nuk është vetëm e djathta dhe e djathta ekstreme ajo që përdor një gjuhë thellësisht çnjerëzore ndaj emigrantëve. Në të njëjtin drejtim po lëvizin gjithnjë e më shumë edhe forca të qendrës, të qendrës së majtë, madje edhe segmente të asaj që vetëquhet e majta radikale.

Le t’i marrim gjërat me radhë, duke nisur nga ato që janë tashmë të njohura për këdo që e ndjek prej vitesh fenomenin e migracionit. Ceuta, enklava spanjolle në Afrikën e Veriut, prej dekadash është një nga kufijtë më të rrezikshëm të Evropës. Megjithatë, nevoja njerëzore bëri edhe një herë që mijëra njerëz, duke rrezikuar jetën e tyre, të përpiqeshin të kalonin kufirin në kërkim të një jete më të mirë.

E megjithatë, mënyra se si zhvillohet debati në Greqi, por edhe më gjerë në Evropë, i trajton këta njerëz si qenie pa vullnet, si “krahu i zgjatur” i Izraelit ose i fuqive të tjera që synojnë destabilizimin e Spanjës, sepse qeveria Sánchez nuk i nënshtrohet dëshirave të Izraelit, e kështu me radhë.
Kështu, papritur, pushoi së qeni thelbësore fakti se po flasim për njerëz, për jetët e tyre dhe për arsyet materiale që i kanë shtyrë në këtë situatë.
Sipas mendimit tonë, kjo qasje është politikisht problematike në shumë nivele.
Së pari, sepse e paraqet qeverinë Sánchez thuajse si një pararojë anti-imperialiste, ndërkohë që ajo vazhdon të jetë pjesë e së njëjtës politikë kufitare evropiane, e cila prej vitesh po çon mijëra njerëz drejt vdekjes në Mesdhe.
Së dyti, njerëzit që përpiqen të kalojnë kufirin pushojnë së trajtuari si subjekte politike. Në këtë mënyrë të të menduarit, atyre u mohohet vullneti, dëshirat, planet, frikërat dhe shpresat. Ata nuk paraqiten si njerëz që marrin një vendim jashtëzakonisht të vështirë, duke e ditur se mund të humbin edhe jetën në përpjekjen për të siguruar një të ardhme më të mirë. Në fund, paraqiten si pionë pa vullnet, si mjete në duart e shteteve dhe qeverive.
Së treti, harrojmë se kjo gjuhë nuk është aspak e re. Në vitin 2020, gjatë ngjarjeve në Evros, dëgjonim se njerëzit në lëvizje ishin “vegla” të Erdoğanit. E njëjta gjë u tha më vonë edhe për ata që ndodheshin në kufirin Poloni–Bjellorusi: se ishin “vegla” të Lukashenkos ose të Putinit.
Duket se i vetmi element që ndryshon çdo herë është emri i orkestruesit të supozuar. Ajo që nuk ndryshon është mënyra se si përfytyrohet emigranti. Është gjithmonë dikush tjetër që mendon në vend të tij, vendos në vend të tij dhe e lëviz si marionetë sa herë që dëshiron. Sikur të mos ishte kurrë vetë subjekti, vetë njeriu, ai që merr vendimin për të emigruar.
Natyrisht, ne e dimë se shtetet i shfrytëzojnë flukset migratore për qëllime gjeopolitike. E dimë se ato i lehtësojnë ose i forcojnë kontrollet kufitare në varësi të interesave të tyre politike. Për shembull, në rastin konkret, presionet gjeopolitike që po përjeton qeveria spanjolle mund dhe duhet të kuptohen në kuadrin e zgjedhjeve të saj politike lidhur me gjenocidin në Palestinë, aleancën e saj strategjike me Algjerinë – e cila ndodhet në konflikt me Marokun –, prirjen e përgjithshme drejt së djathtës brenda Bashkimit Evropian, si edhe përpjekjet e 22 udhëheqësve të shteteve anëtare për t’i imponuar Spanjës masa të politikës migratore të frymëzuara nga e djathta ekstreme, e kështu me radhë.
Në fund të fundit, nuk duhet të na habisë fakti që njerëzit të cilët përpiqen të emigrojnë për një jetë më të mirë i shfrytëzojnë rivalitetet, kontradiktat dhe përplasjet mes shteteve sa herë që ato krijojnë një dritare mundësie ose një rrugëdalje. Në asnjë rast emigrantët nuk kanë ndonjë detyrim moral që të mos përfitojnë nga këto kontradikta, kur ato mund t’u japin mundësinë për një jetë më të mirë. Përkundrazi, pikërisht ky fakt dëshmon se emigrantët nuk janë pionë, por qenie racionale që vlerësojnë rrethanat, bëjnë llogaritë e tyre dhe planifikojnë çdo hap, edhe kur rreziku për të humbur jetën është gjithmonë i pranishëm. Kjo bie në kundërshtim të plotë me narrativat që i paraqesin emigrantët si mjete të thjeshta për realizimin e planeve të shteteve apo udhëheqësve “armiqësorë”.
Duhet theksuar gjithashtu se, vitet e fundit, me zgjedhjen e Bashkimit Evropian për t’i mbajtur refugjatët dhe emigrantët në vendet fqinje, si Maroku, Turqia, Libia e të tjera, këto vende janë shndërruar de facto në rregullatorë të flukseve migratore, duke fituar kështu një mjet të rëndësishëm presioni politik. Politikat antimigratore të viteve të fundit vetëm sa e kanë përkeqësuar situatën, pasi qindra mijëra njerëz kanë mbetur të bllokuar në vendet përreth BE-së, pa pasur rrugë të sigurta për të vazhduar udhëtimin e tyre.
Në çdo rast, ajo që duam të theksojmë është se njerëzit nuk pushojnë së pasuri vullnet vetëm sepse një shtet hapi kufijtë. Ata nuk pushojnë së menduari, së bërë llogari, së shpresuari, së peshuari rrethanat dhe, në fund, janë vetë ata që marrin vendimin të rrezikojnë jetën për të kërkuar një të ardhme më të mirë.
Si emigrantë shqiptarë, ne e dimë shumë mirë çfarë do të thotë kjo. Në fillim të viteve 1990, kur shteti shqiptar u shemb dhe kufijtë u hapën, qindra mijëra njerëz kaluan drejt Greqisë, Italisë dhe vendeve të tjera. Për ta bërë këtë, hipën në kamionë dhe anije, ashtu siç bënë tani marokenët. Pikërisht kështu kanë vepruar njerëzit gjatë gjithë historisë dhe kështu do të vazhdojnë të veprojnë, sepse migrimi është i pandashëm nga vetë ekzistenca njerëzore.
Në përfundim, mendojmë se është e rëndësishme të themi se na shqetëson veçanërisht kur shohim edhe pjesë të së majtës të përvetësojnë një gjuhë që ua mohon emigrantëve subjektivitetin dhe dinjitetin e tyre njerëzor. Nuk ndryshon asgjë nëse, në vend të “Erdoğanit” apo “Lukashenkos”, vendosim në rolin e “marionetistit” Izraelin ose Shtetet e Bashkuara. Rezultati mbetet i njëjtë: emigrantët pushojnë së trajtuari si njerëz që veprojnë dhe vendosin vetë për jetën e tyre. Dhe me këtë ne nuk pajtohemi, në asnjë mënyrë.
Ne refuzojmë t’i shohim ata në këtë mënyrë. Emigrantët nuk janë pionë. Nuk janë armë hibride. Nuk janë krahu i zgjatur i asnjë shteti. Emigrantët janë njerëz. Dhe, si të gjithë njerëzit, ata kanë aftësinë të mendojnë, të vendosin dhe të luftojnë për një jetë më të mirë. Për sa kohë që debati politik refuzon ta pranojë këtë të vërtetë të thjeshtë, ai do të vazhdojë të riprodhojë të njëjtin çnjerëzim që pretendon se dëshiron ta luftojë, duke na larguar gjithnjë e më shumë nga çdo kuptim i solidaritetit dhe internacionalizmit.

Αφήστε ένα σχόλιο