Κείμενο του Ervin Shehu, συγγραφέα του βιβλίου Οι απρόσκλητοι φιλοξενούμενοι: Αυτοεθνογραφικές – ιστορικές σημειώσεις για τα τριάντα χρόνια της Αλβανικής μετανάστευση στην Ελλάδα (εκδόσεις Ισνάφι, 2021)
Η Θέουτα, η Λαμπεντούζα, τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου, ο Έβρος παραμένουν ανοιχτές πληγές της μετανάστευσης. Και οι πληγές αυτές δεν πρόκειται να επουλώνονται όσο οι άνθρωποι επιμένουν να αναζητούν μια ευκαιρία στη ζωή τους, μια ανάσα ελπίδας.
Οι μετανάστες και μετανάστριες γνωρίζουν τον κίνδυνο που ελλοχεύει στις διαδρομές τους, στα περάσματα των συνόρων. Η ζωή τους εξοικειώνεται με την ιδέα του θανάτου. Ίσως, όταν φτάσουν στην απέναντι όχθη και περάσουν αρκετά χρόνια σε έναν νέο τόπο, η ζωή τους να επανέρχεται σε μια διαφορετική «κανονικότητα», όπου η ιδέα αυτή αιωρείται, πράγμα που τους κάνει να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και αισθάνονται τον κόσμο.
Πολλά ειπώθηκαν και ακούστηκαν για τη Θέουτα αυτές τις μέρες. Λες και είχαμε πέσει σε λήθαργο και δεν γνωρίζαμε ότι εκεί, όπως και σε άλλα τόσα συνοριακά περάσματα στον κόσμο, παίζεται καθημερινά το παιχνίδι του θανάτου. Αυτά τα περάσματα παραμένουν πάντοτε ανοικτές φλέβες. Άλλοτε η Δύση τις αφήνει να αιμορραγούν, τροφοδοτώντας μέσα από την εκμετάλλευση και την απελπισία των μεταναστών και μεταναστριών τη δική της ευημερία.
Ωστόσο, οι μεταναστευτικές διαδρομές, η «εισβολή» των ανθρώπων είναι ένας τρόπος η στρόφιγγα να μην κλείνει πότε. Τι πιο ελπιδοφόρο! Καθώς οι διαδρομές αυτές δεν διαμορφώνονται με έναν και μοναδικό τρόπο. Από την μία πλευρά είναι ο αυθορμητισμός της κίνησης, της πρωτοβουλίας που εκδηλώνεται μέσα από την αυτενέργεια και τη βούληση και από την άλλη είναι οι πιο οργανωμένες διαδρομές που υπάγονται σε σχεδιασμούς, που προϋποθέτουν σκέψη, οικονομικούς πόρους, υποστήριξη και συμμετοχή σε δίκτυα.
Το στοιχείο του αυθορμητισμού δεν αφήνει πάντοτε χώρο για δεύτερες σκέψεις. Είναι ακόμη νωπές οι μνήμες μου από την τραγωδία του Οτράντο του 1997, όπου συγγενείς μου, με το πρώτο άκουσμα ότι φεύγει καράβι για την Ιταλία, έσπευσαν να προλάβουν. Νεαρά παιδιά ορμούσαν στα φορτηγά για να φτάσουν εγκαίρως. Λες να ήξεραν, άραγε, τι τους περιμένει;
Κάπως έτσι ξεκινάει συχνά μια μεταναστευτική διαδρομή. Ακούγεται μια φήμη που μετατρέπεται σε ελπίδα, για να ακολουθήσει ύστερα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η απογοήτευση. Πόσες φορές δεν πιστέψαμε το παραμύθι ότι θα ξεκινήσει μια διαδικασία νομιμοποίησης και πόσοι άνθρωποι δεν έσπευσαν να έρθουν, επειδή πίστεψαν ότι θα αποκτούσαν χαρτιά; Και όλα αυτά συνέβαιναν προτού ακόμη λειτουργήσουν καλά καλά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Έτσι είναι συχνά η ζωή του μετανάστη και της μετανάστριας. Ζουν σε μια συνθήκη που τρέφεται με ελπίδες, ενίοτε ψεύτικες, αλλά για μια στιγμή τους κάνει να νιώθουν καλά. Τρέφονται από ελπίδες και από την ανάγκη να πιστέψουν ότι στην απέναντι όχθη θα τους δοθεί μια ευκαιρία. Δεν πρόκειται όμως για αφέλεια. Πρόκειται για την ανάγκη να προσδώσουν νόημα σε μια δική τους απόφαση που μπορεί να τους φέρει αντιμέτωπους ακόμη και με τον θάνατο.
Οι μετανάστες και μετανάστριες γνωρίζουν, σχεδιάζουν και χαράζουν τις δικές τους διαδρομές. Δοκιμάζουν τη μία διέξοδο και, όταν αυτή κλείνει, αναζητούν την επόμενη. Συνοδεύονται από ανθρώπους στα χέρια των οποίων αναθέτουν ενίοτε την ζωή τους. Άλλοτε καθοδηγούνται και άλλοτε καθοδηγούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να εξαπατηθούν, να χειραγωγηθούν ή να χρησιμοποιηθούν από κράτη, δίκτυα και διακινητές. Σημαίνει, όμως, ότι δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως άβουλα σώματα που μετακινούνται μηχανικά, χωρίς σκέψη, επιθυμία και κρίση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μεταναστευτική κίνηση είναι έκφραση μίας αναζήτησης ελευθερίας.
Έτσι, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται, δεν είναι ποιος τους έσπρωξε να κινηθούν προς ένα άλλο τόπο, αλλά γιατί, όταν φτάνουν σε αυτόν, αντιμετωπίζονται με το πιο απάνθρωπο τρόπο; Και τι κάνουμε γι’ αυτό;
Πρωτίστως, αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να μας βασανίζει. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αναπαράγουμε τη λογική των διωκτικών και δικαστικών αρχών, οι οποίες ρωτούν «ποιος σας έφερε», προκειμένου να εντοπίζουν και να στοχοποιήσουν τον διακινητή, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις πραγματικές συνθήκες που τους ανάγκασαν να φύγουν από τον τόπο τους και τις ανάγκες επιβίωσής τους την ώρα που φτάνουν στην απέναντι όχθη.
Τα σύνορα σχεδιάζονται για να ρυθμίζουν, να ελέγχουν και να διαχειρίζονται την κίνηση των ανθρώπων. Οι ίδιοι οι άνθρωποι, όμως, εξακολουθούν να τα αμφισβητούν, να τα διασχίζουν και να χαράζουν πάνω τους νέες διαδρομές. Συχνά ξεχνάμε ότι γράφουν τη δική τους ιστορία. Ή ίδια η κίνηση σημαίνει ότι αποκτούν φωνή. Δηλώνουν ότι υπάρχουν και κάνουν τις επιλογές τους, δρώντας και χαράζοντας τις δικές τους διαδρομές. Αν αρνηθούμε αυτό και παρουσιάζουμε τις μετακινήσεις τους ως αποκλειστικά αποτέλεσμα χειραγώγησης, τότε θα τους αντιμετωπίζουμε για μία ακόμη φορά ως «λαούς χωρίς ιστορία».