Απόσπασμα από κείμενο της Barbara Peterson, συγγραφέα και καθηγήτριας στο Granite State College, στο Πόρτσμουθ του Νιου Χάμσαϊρ. Μετάφραση: Ηλίας Σεκέρης.
Οδεύουμε σε έναν επικίνδυνο δρόμο. Οι ευάλωτες κοινότητες βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες απειλές. Η κλιματική κρίση ξεπερνά ακόμη και τις χειρότερες προβλέψεις των επιστημόνων. Ο αυταρχισμός δεν αποτελεί πια μια μακρινή πιθανότητα. Κερδίζει έδαφος, την ώρα που η δημοκρατία υποχωρεί σε πολλές περιοχές του κόσμου. Με την επιστροφή του Τραμπ, δημόσιες υπηρεσίες και πολιτικές που αφορούν την εκπαίδευση, τα δικαιώματα των εργαζομένων, τη μετανάστευση, την υγειονομική περίθαλψη και τα προγράμματα διαφορετικότητας ξηλώνονται η μία μετά την άλλη.
Την ίδια στιγμή, η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία διαβρώνεται – ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Steven Levitsky, ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με το κίνητρο. Η πολιτική δεξιά αγωνίζεται για ένα σαφές, έστω και επικίνδυνο, όραμα. Η αριστερά, αντίθετα, συχνά περιορίζεται στο να αγωνίζεται εναντίον αυτού του οράματος, χωρίς να καταφέρνει να προτείνει πειστικές εναλλακτικές.
Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε; Να χτίσουμε. Να ξεφύγουμε από τη λογική που περιορίζεται στη μεταρρύθμιση προβληματικών συστημάτων και να στρέψουμε την ενέργειά μας στη δημιουργία νέων θεσμών και δομών από τα κάτω. Το σημαντικό είναι ότι δεν χρειάζεται να αρχίσουμε από το μηδέν. Η ιστορία μάς προσφέρει ήδη πολλά παραδείγματα.
Ενδυναμωμένες κοινότητες: Χτίζοντας δύναμη από τα κάτω
Όπως σημειώνει ο οργανωτής Marshall Ganz, εξουσία σημαίνει ότι οι άλλοι εξαρτώνται περισσότερο από εσένα απ’ όσο εσύ από εκείνους. Με απλά λόγια, οι άνθρωποι έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από υπηρεσίες και δομές που ανήκουν σε κράτη ή μεγάλες εταιρείες ή ελέγχονται από αυτά – οργανισμούς που πολύ συχνά λειτουργούν με γνώμονα το δικό τους συμφέρον.
Για να αποκτήσουν ουσιαστική δύναμη, οι άνθρωποι μπορούν να οργανωθούν μέσα στις κοινότητές τους ώστε να καλύπτουν βασικές ανάγκες: τροφή, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, ενέργεια, τεχνολογία και οικονομική ασφάλεια. Και αυτό δεν είναι απλώς μια θεωρητική ιδέα. Συμβαίνει ήδη. Σε διάφορα μέρη του κόσμου, άνθρωποι δημιουργούν από τα κάτω συστήματα που καλύπτουν πραγματικές ανάγκες και, παράλληλα, περιορίζουν την εξάρτησή τους από εταιρικές και κρατικές δομές που τους εκμεταλλεύονται.
Ένα τέτοιο μοντέλο επιτρέπει σε όσους αντιστέκονται στον αυταρχισμό να οικοδομήσουν πραγματική και ουσιαστική δύναμη από τα κάτω, χωρίς να περιμένουν από μια ολοένα πιο δυσλειτουργική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ψηφίσει τη σωστή νομοθεσία ή από τους υποστηρικτές του Τραμπ να αλλάξουν πολιτική κατεύθυνση.
Ακολουθούν επτά τρόποι με τους οποίους κοινότητες – αγροτικές και αστικές, μικρές και μεγάλες – μπορούν να αρχίσουν να αναπτύσσουν τα δικά τους εποικοδομητικά προγράμματα και, μέσα από αυτά, να αλλάξουν ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων.
Επισιτιστική ασφάλεια: Χτίζοντας ανθεκτικότητα, έναν σπόρο τη φορά
Οι μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις κυριαρχούν στις αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων, βάζοντας το κέρδος πάνω από τις ανάγκες των ανθρώπων. Οι συγκεντρωμένες αυτές αλυσίδες όχι μόνο μας απομακρύνουν από τις ίδιες τις πηγές της τροφής μας, αλλά μας κάνουν πιο ευάλωτους σε κρίσεις, χειραγώγηση τιμών και περιβαλλοντικές καταστροφές. Για να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία και ανθεκτικότητα, πολλές κοινότητες στρέφονται ξανά στην τοπική παραγωγή, μέσα από συνεταιρισμούς, αστικά αγροκτήματα και άμεσες συνεργασίες με παραγωγούς.
Τα παραδείγματα που έχουν αναπτυχθεί σε όλο τον κόσμο είναι πολλά και διαφορετικά. Το Teikei, για παράδειγμα, είναι ένα μοντέλο γεωργίας που υποστηρίζεται από την κοινότητα και βασίζεται στην άμεση συνεργασία ανάμεσα στους καταναλωτές των πόλεων της Ιαπωνίας και τους βιοκαλλιεργητές της υπαίθρου. Η La Via Campesina συνδέει μικροκαλλιεργητές στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και τη Νότια Ασία σε ένα ευρύτερο κίνημα για επισιτιστική αυτονομία. Στη Γαλλία, τα δίκτυα AMAP οργανώνουν εβδομαδιαίες παραδόσεις προϊόντων από τοπικά αγροκτήματα σε νοικοκυριά των πόλεων. Και η Πρωτοβουλία Αστικής Γεωργίας του Μίσιγκαν αξιοποιεί εγκαταλελειμμένα οικόπεδα για την παραγωγή φρέσκων τροφίμων, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην αναζωογόνηση της τοπικής κοινότητας.
Όλα αυτά τα μοντέλα ξεκίνησαν από μικρές ομάδες ανθρώπων που αποφάσισαν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη διατροφική τους ασφάλεια. Το ίδιο μπορεί να γίνει σχεδόν παντού. Ακόμη και ένας μικρός κήπος σε ένα περβάζι ή σε μια αυλή μπορεί να έχει σημασία. Η συντήρηση και αποθήκευση της παραγωγής επιτρέπει την αξιοποίησή της όλο τον χρόνο. Η δημιουργία ή η συμμετοχή σε έναν κοινοτικό κήπο είναι ένας ακόμη τρόπος να αποκτήσει κανείς μεγαλύτερη διατροφική αυτονομία, όπως και η συστηματική στήριξη τοπικών παραγωγών.
Μπορεί όλα αυτά να μοιάζουν μικρά, όμως δεν είναι ασήμαντα. Κάθε κομμάτι γης που επιστρέφει στα χέρια μιας κοινότητας είναι ένας μικρός σπόρος αντίστασης. Κάθε γεύμα που παράγεται μέσα από τέτοιες πρακτικές αποκτά και πολιτική διάσταση.
Όταν φροντίζουμε να θρέψουμε τους εαυτούς μας και τις κοινότητές μας με συνειδητό, ηθικό και τοπικό τρόπο, περιορίζουμε την εξουσία εκείνων που την καταχρώνται και αρχίζουμε να δημιουργούμε κάτι πιο ανθεκτικό στη θέση της.
Στέγαση: Διεκδικώντας ξανά τη στέγη ως ανθρώπινο δικαίωμα
Σε πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο, η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων και η συγκέντρωση κατοικιών στα χέρια εταιρειών έχουν μετατρέψει τη στέγη σε εμπόρευμα. Τα ενοίκια εκτοξεύονται και όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι οδηγούνται είτε σε επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης είτε στην αστεγία.
Οι κοινότητες, όμως, δεν είναι ανίσχυρες. Όταν οι άνθρωποι οργανώνονται ώστε να κατέχουν και να διαχειρίζονται συλλογικά τα σπίτια τους, δημιουργούν ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία μη βίαιης αντίστασης: τους στεγαστικούς συνεταιρισμούς. Όταν το κίνητρο του κέρδους απομακρύνεται από τη μέση, μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας, προσιτής στέγασης και αυτοδιαχείρισης – πράγματα που ούτε οι εταιρικοί ιδιοκτήτες ακινήτων ούτε οι υπερφορτωμένες κυβερνήσεις καταφέρνουν πάντα να εξασφαλίσουν.
Το σύγχρονο συνεταιριστικό κίνημα έχει τις ρίζες του στη Rochdale Society of Equitable Pioneers, μια ομάδα βιομηχανικών εργατών του 19ου αιώνα που ένωσαν τους πόρους τους για να ξεφύγουν από την εκμετάλλευση. Το μοντέλο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου στεγαστικοί συνεταιρισμοί εξακολουθούν να προσφέρουν μη κερδοσκοπική κατοικία που διοικείται από τους ίδιους τους κατοίκους και είναι λιγότερο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Στη Σουηδία, σχεδόν το 25% των κατοικιών είναι συνεταιριστικές, μια πραγματικότητα που έχει ενισχύσει τη συζήτηση γύρω από τη στέγαση ως δημόσιο αγαθό και όχι απλώς ως εμπόρευμα. Στο Όκλαντ της Καλιφόρνια, ο East Bay Permanent Real Estate Cooperative ακολουθεί μια ακόμη πιο ριζοσπαστική προσέγγιση. Η πρωτοβουλία, με ηγετικό ρόλο μαύρων και ιθαγενών κοινοτήτων, αφαιρεί τη γη από τις κερδοσκοπικές αγορές, δείχνοντας πώς περιθωριοποιημένες ομάδες μπορούν να αποκτήσουν ξανά έλεγχο πάνω στις συνθήκες της ζωής τους.
Υπάρχουν τρόποι να ξεκινήσει κανείς ακόμη και σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Μια κοινότητα μπορεί, για παράδειγμα, να δημιουργήσει ένα κοινό ταμείο στέγασης, συγκεντρώνοντας χρήματα σε έναν κοινό λογαριασμό ή μέσω ενός πιστωτικού συνεταιρισμού. Οι συμμετέχοντες μπορούν να συμφωνήσουν στους όρους των συνεισφορών – ίσα ποσά για όλους ή ποσά ανάλογα με το εισόδημα. Ακόμη και ένα σχετικά μικρό αποθεματικό έκτακτης ανάγκης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό σε περιόδους αύξησης των ενοικίων, απώλειας εργασίας, έκτακτων ιατρικών αναγκών ή αναγκαίων επισκευών.
Μια άλλη δυνατότητα είναι η διερεύνηση μοντέλων συλλογικής αγοράς ενός ακινήτου, μιας μικρής πολυκατοικίας ή ενός οικοπέδου, για παράδειγμα μέσω ενός κοινοτικού καταπιστεύματος γης. Οι κάτοικοι πληρώνουν ένα προσιτό ενοίκιο πίσω στο κοινό ταμείο, ώστε να μπορούν να γίνουν νέες αγορές στο μέλλον. Με τον χρόνο, ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να μεγαλώσει και να αλλάξει όχι μόνο τις συνθήκες στέγασης των συμμετεχόντων αλλά και τη σχέση ολόκληρης της γειτονιάς με τη γη και την κατοικία.
Ακόμη και ένα μικρό βήμα προς τη συλλογική ιδιοκτησία είναι μια ριζοσπαστική πράξη σε έναν κόσμο όπου η κατοικία αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν επενδυτικό προϊόν. Είναι ένας τρόπος να αρνηθούμε ότι ο εκτοπισμός και η στεγαστική επισφάλεια είναι αναπόφευκτα. Στον αγώνα απέναντι στον αυταρχισμό, τον εξορυκτικό καπιταλισμό και την ανισότητα, η ανάκτηση του ελέγχου πάνω στη στέγη μας δεν είναι απλώς αναγκαία. Είναι μια βαθιά πολιτική πράξη.
Υγειονομική περίθαλψη: Φροντίδα πέρα από το κέρδος
Σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σε πλούσιες χώρες, η υγειονομική περίθαλψη είτε συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια εταιρειών που επιδιώκουν το κέρδος είτε ασφυκτιά μέσα σε υποχρηματοδοτούμενα δημόσια συστήματα. Εκατομμύρια άνθρωποι μένουν χωρίς βασική φροντίδα και αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα σε δυσβάσταχτα χρέη και σε προβλήματα υγείας που μένουν χωρίς θεραπεία.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι δρόμοι. Τη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων δημιούργησε Δωρεάν Λαϊκά Ιατρικά Κέντρα σε πόλεις των ΗΠΑ, παρέχοντας εξετάσεις, εμβολιασμούς και ενημέρωση σε γειτονιές που είχαν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί από το επίσημο σύστημα υγείας. Στην αγροτική Κίνα, το πρόγραμμα Barefoot Doctors εκπαίδευσε δεκάδες χιλιάδες κατοίκους χωριών ώστε να μπορούν να παρέχουν βασική ιατρική φροντίδα και ενημέρωση γύρω από την υγιεινή και τη διατροφή.
Οι κοινότητες μπορούν επίσης να οργανώσουν τοπικούς κύκλους υγείας, στους οποίους συμμετέχουν γιατροί, θεραπευτές και επαγγελματίες ευεξίας διαφορετικών προσεγγίσεων. Εργαστήρια γύρω από την πρόληψη, τις πρώτες βοήθειες, τη φροντίδα τραυμάτων ή τη φυτική ιατρική μπορούν να προσφέρουν γνώσεις και υποστήριξη για ζητήματα που απασχολούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, από την υπέρταση και τον διαβήτη μέχρι τα πεπτικά προβλήματα και το άγχος.
Ένα συνεταιριστικό ταμείο υγείας μπορεί επίσης να κάνει ουσιαστική διαφορά στην πρόσβαση των ανθρώπων στην περίθαλψη που χρειάζονται. Όπως και στην περίπτωση ενός κοινού ταμείου στέγασης, τα μέλη μιας κοινότητας μπορούν να συγκεντρώνουν μικρές μηνιαίες συνεισφορές σε ένα αποθεματικό για έκτακτες ανάγκες υγείας. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να καλύπτουν απρόβλεπτα ιατρικά έξοδα, επισκέψεις σε τοπικούς γιατρούς ή άλλες μορφές φροντίδας για ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να τις πληρώσουν.
Όταν η υγειονομική φροντίδα οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες των ανθρώπων και όχι γύρω από το κέρδος, μπορεί να μετατραπεί σε συνεργασία ανάμεσα στη σύγχρονη ιατρική και στην κοινοτική φροντίδα. Δεν πρόκειται για απόρριψη της ιατρικής επιστήμης. Πρόκειται για μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στις συνθήκες της φροντίδας μας, ώστε κανένας θεσμός να μη διαθέτει απόλυτο μονοπώλιο πάνω στην υγεία και την ευημερία μας.
Εκπαίδευση: Μαθαίνοντας να αντιστεκόμαστε, μαθαίνοντας να χτίζουμε
Η εκπαίδευση βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τη δημοκρατία. Καθώς ο αυταρχισμός ενισχύεται και δημόσιοι θεσμοί ιδιωτικοποιούνται, η ίδια η γνώση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης.
Όταν μια ελίτ αποκτά τη δύναμη να αποφασίζει τι θεωρείται γνώση και όταν η κριτική σκέψη αντικαθίσταται από την υπακοή, δεν κινούμαστε απλώς προς τον φασισμό. Αρχίζουμε ήδη να βιώνουμε ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του.
Γι’ αυτό ο αγώνας για την παιδεία δεν αφορά μόνο τα σχολεία. Αφορά και την ίδια την ικανότητα μιας κοινωνίας να επιβιώνει ως ελεύθερη κοινωνία.
Το 1942, στη Νορβηγία υπό ναζιστική κατοχή, ο φασίστας υπουργός Παιδείας διέταξε τους εκπαιδευτικούς να εμφυσήσουν στους μαθητές τη ναζιστική ιδεολογία. Χιλιάδες αρνήθηκαν. Το καθεστώς έκλεισε τα σχολεία και έστειλε σχεδόν 1.000 εκπαιδευτικούς σε φυλακές και στρατόπεδα. Οι δάσκαλοι, όμως, δεν υποχώρησαν. Συνέχισαν να διδάσκουν σε σπίτια και δάση, κρατώντας τη γνώση ζωντανή έξω από τους επίσημους θεσμούς. Τέσσερις μήνες αργότερα, η φασιστική κυβέρνηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
Πιο πρόσφατα, τη δεκαετία του 1990, μετά την απαγόρευση της εκπαίδευσης στην αλβανική γλώσσα από το σερβικό καθεστώς, περισσότεροι από 100.000 Αλβανόπουλα εγκατέλειψαν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οικογένειες δημιούργησαν σχολεία αντίστασης σε υπόγεια και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Εκεί δίδασκαν ιστορία, γλώσσα και πολιτισμό, διατηρώντας ζωντανή την ταυτότητα μιας κοινότητας και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη μελλοντική της ελευθερία.
Οι άνθρωποι μπορούν να ενισχύσουν τις κοινότητές τους υπερασπιζόμενοι τα δημόσια σχολεία ώστε να παραμένουν πραγματικά δημόσια και να μη μετατρέπονται σε όργανα ειδικών συμφερόντων. Παράλληλα, μπορούν να καλύπτουν κενά δημιουργώντας λέσχες βιβλίου σε γλώσσες που έχουν απαγορευτεί, ομάδες τοπικής και πολιτιστικής ιστορίας ή εργαστήρια κλιματικής επιστήμης. Βιβλιοθήκες, κοινοτικά κέντρα και ακόμη και ιδιωτικά σπίτια μπορούν να φιλοξενούν μαθήματα για την ιστορία των μαύρων, τις queer σπουδές, την αφήγηση ιστοριών ή πρακτικές δεξιότητες και επαγγέλματα.
Όταν οι κοινότητες παίρνουν ξανά ενεργό ρόλο στην εκπαίδευσή τους, δεν περιορίζονται στην αντίσταση. Βάζουν τα πνευματικά θεμέλια μιας διαφορετικής κοινωνίας – μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, την αλληλεγγύη και τη συλλογική φροντίδα.
Ενέργεια: Η δύναμη στα χέρια των ανθρώπων
Τα εταιρικά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας αφήνουν ολόκληρες περιοχές εκτεθειμένες σε διακοπές ρεύματος, απότομες αυξήσεις τιμών και περιβαλλοντικές καταστροφές. Όταν η ενέργεια ελέγχεται από λίγους, μετατρέπεται εύκολα σε μέσο κέρδους αντί για βασικό όρο επιβίωσης.
Οι κοινότητες, όμως, δεν χρειάζονται μόνο πρόσβαση στην ενέργεια. Χρειάζονται και λόγο στον τρόπο με τον οποίο παράγεται, στο ποιος επωφελείται από αυτήν και στο αποτύπωμα που αφήνει στον πλανήτη. Η ενεργειακή αυτονομία δεν αφορά μόνο τη βιωσιμότητα. Αφορά την ανθεκτικότητα, την ανεξαρτησία και τη δυνατότητα μιας κοινότητας να ελέγχει βασικές πλευρές της ζωής της.
Στη Γερμανία, το κίνημα Bürgerenergie, δηλαδή «Ενέργεια των Πολιτών», δίνει στις κοινότητες τη δυνατότητα να κατέχουν και να λειτουργούν αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις και μικροδίκτυα, περιορίζοντας την εξάρτηση από μεγάλα εταιρικά συμφέροντα, μειώνοντας τις εκπομπές και επιστρέφοντας μέρος των εσόδων στους ίδιους τους πολίτες. Στο Πουέρτο Ρίκο, η κοινοτική Cooperative Hidroeléctrica de las Montaña κατάφερε να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια ακόμη και κατά τη διάρκεια του τυφώνα Fiona, όταν μεγάλο μέρος του ηλεκτρικού δικτύου του νησιού τέθηκε εκτός λειτουργίας.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να αποκτήσει μια κοινότητα ανεμογεννήτρια για να ξεκινήσει. Η ενεργειακή αυτονομία μπορεί να αρχίσει από πολύ μικρότερες παρεμβάσεις. Ομάδες κατοίκων μπορούν, για παράδειγμα, να βοηθούν στην ενεργειακή αναβάθμιση των σπιτιών της γειτονιάς, με στεγανοποίηση παραθύρων ή καλύτερη μόνωση. Η συγκέντρωση πόρων για την αγορά ηλιακών συλλεκτών, σομπών pellet ή μικρών συστημάτων αξιοποίησης τρεχούμενου νερού μπορεί επίσης να ενισχύσει την ανθεκτικότητα σε περιόδους διακοπών ρεύματος ή ακραίων καιρικών φαινομένων.
Αυτάρκεια δεν σημαίνει απομόνωση. Οι κοινότητες μπορούν να συνεργάζονται με γειτονικές περιοχές, να υποβάλλουν από κοινού αιτήσεις για επιχορηγήσεις ή να συγκεντρώνουν κεφάλαια για την ανάπτυξη δικών τους μικροδικτύων. Η συνεργασία μπορεί να πολλαπλασιάσει τις δυνατότητες μιας κοινότητας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.
Όταν οι κοινότητες αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην ενέργειά τους, αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο και πάνω στο μέλλον τους. Εξαρτώνται λιγότερο από εταιρείες που λογοδοτούν πρωτίστως στους μετόχους τους ή από κυβερνήσεις που μπορεί να αναβάλλουν κρίσιμες αποφάσεις για λόγους πολιτικού κόστους.
Τεχνολογία: Ανακτώντας τα ψηφιακά κοινά
Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας παρακολουθούν τη δραστηριότητά μας, μετατρέπουν την προσοχή και τα δεδομένα μας σε έσοδα και διαμορφώνουν τους ψηφιακούς χώρους μέσω αδιαφανών αλγορίθμων. Το αποτέλεσμα είναι ένας ψηφιακός κόσμος που γίνεται ολοένα πιο εξορυκτικός, περισσότερο επιτηρούμενος και συχνά απρόσιτος σε όσους δεν διαθέτουν χρήματα ή τεχνικές γνώσεις.
Όπως όμως συμβαίνει με την τροφή, τη γη ή την ενέργεια, έτσι και η τεχνολογία μπορεί να περάσει σε μεγαλύτερο βαθμό στα χέρια των ίδιων των κοινοτήτων.
Στην Καταλονία της Ισπανίας, μια μικρή ομάδα εθελοντών δημιούργησε το guifi.net, ένα δίκτυο βάσης που αρχικά στόχευε να καλύψει τα κενά συνδεσιμότητας σε αγροτικές περιοχές. Στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινοτικά ψηφιακά δίκτυα στον κόσμο, με περισσότερους από 40.000 δρομολογητές ή σημεία πρόσβασης και πάνω από 13.000 χρήστες. Είναι αποκεντρωμένο, βασίζεται σε λογισμικό ανοιχτού κώδικα και συντηρείται συλλογικά, χωρίς να βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας μεγάλης εταιρείας.
Η πρωτοβουλία Freifunk στη Γερμανία βοηθά κοινότητες να δημιουργούν αποκεντρωμένα δίκτυα Wi-Fi με σχετικά απλό εξοπλισμό και λογισμικό ανοιχτού κώδικα. Στο Όκλαντ της Καλιφόρνια, το People’s Open Network και το Sudo Room λειτουργούν ένα ασύρματο δίκτυο mesh σχεδιασμένο ώστε να παρέχει ασφαλή και δωρεάν πρόσβαση στο διαδίκτυο σε γειτονιές που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η ψηφιακή ισότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως κοινοτικό έργο και όχι απλώς ως εταιρική υπηρεσία.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς προγραμματιστής ή ειδικός στην τεχνολογία για να ξεκινήσει. Πολλά κοινοτικά τεχνολογικά εγχειρήματα άρχισαν από μια μικρή ομάδα ανθρώπων με περιέργεια και διάθεση να μάθουν στην πορεία.
Τα μέλη μιας κοινότητας μπορούν να αξιοποιήσουν εκπαιδευτικά βίντεο ανοιχτού κώδικα και διαδικτυακά φόρουμ που εξηγούν βήμα προς βήμα τη δημιουργία δικτύων mesh. Η συγκέντρωση χρημάτων για την αγορά μερικών δρομολογητών Wi-Fi και η εγκατάσταση λογισμικού ανοιχτού κώδικα όπως το OpenWRT ή το LibreMesh μπορούν να αποτελέσουν την αρχή ενός ασφαλέστερου δικτύου που διαχειρίζεται η ίδια η κοινότητα.
Αρκεί να έρθουν κοντά άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την πληροφορική, την ψηφιακή ασφάλεια ή το λογισμικό ανοιχτού κώδικα. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχουν έτοιμοι ειδικοί. Χρειάζονται άνθρωποι διατεθειμένοι να μάθουν, να μοιραστούν γνώσεις και να δημιουργήσουν κάτι μαζί.
Η τεχνολογία που ανήκει και ελέγχεται από μια κοινότητα δεν είναι ουτοπική ιδέα. Είναι κάτι που ήδη υπάρχει – και, σε πολλές περιπτώσεις, γίνεται ολοένα πιο αναγκαίο.
Ασφάλεια και προστασία: Από τον έλεγχο στη φροντίδα
Η έννοια της «ασφάλειας» χρησιμοποιείται συχνά για να δικαιολογήσει την επιτήρηση, τη φυλάκιση και τη στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης. Η πραγματική ασφάλεια, όμως, δεν προκύπτει μόνο από τον έλεγχο. Χτίζεται μέσα από τη φροντίδα, την εμπιστοσύνη και τη συλλογική ευθύνη.
Σε διάφορα μέρη του κόσμου υπάρχουν κοινότητες που αρνούνται το ψευδές δίλημμα «αστυνομία ή χάος». Στη θέση του προσπαθούν να δημιουργήσουν δίκτυα κοινοτικής ασφάλειας, ομάδες αντιμετώπισης κρίσεων και κύκλους αποκαταστατικής δικαιοσύνης, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αποκατάσταση παρά στην τιμωρία και στην αλληλεγγύη αντί στον φόβο.
Στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας, περισσότερες από 150 γειτονιές έχουν δημιουργήσει ανεξάρτητα προγράμματα παρακολούθησης και υποστήριξης της γειτονιάς, τα οποία χρηματοδοτούνται και λειτουργούν από τους ίδιους τους κατοίκους και όχι από την αστυνομία. Οι ομάδες αυτές επικεντρώνονται στην επικοινωνία, την αλληλοϋποστήριξη και την αποκλιμάκωση, επιχειρώντας να ενισχύσουν την ασφάλεια μέσα από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και όχι μέσα από τη βία.
Στο Γιουτζίν του Όρεγκον, το πρόγραμμα CAHOOTS (Crisis Assistance Helping Out On The Streets) έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται πολλές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στην πόλη. Με προσωπικό από επαγγελματίες υγείας και ψυχικής υγείας, το CAHOOTS ανταποκρίνεται σε μη βίαιες κρίσεις που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, τη χρήση ουσιών ή την αστεγία χωρίς την αυτόματη παρουσία αστυνομίας. Μόνο το 2019, το πρόγραμμα ανταποκρίθηκε στο 20% όλων των κλήσεων προς το 911 και χρειάστηκε αστυνομική υποστήριξη σε λιγότερο από το 1% των περιστατικών.
Η δημιουργία κοινοτικών μορφών ασφάλειας δεν απαιτεί απαραίτητα κάποια κεντρική άδεια. Απαιτεί κυρίως μια διαφορετική αντίληψη: να περάσουμε από την ιδέα της προστασίας μέσω της βίας στην προστασία μέσω της φροντίδας και της συνεργασίας.
Ένα πρώτο βήμα μπορεί να είναι η δημιουργία μιας μικρής ομάδας που θα κρατά επαφή με ευάλωτους γείτονες, θα ανταλλάσσει πληροφορίες για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης και θα προετοιμάζεται για κοινές κρίσεις – καύσωνες, διακοπές ρεύματος, περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ή συγκρούσεις στη γειτονιά. Χρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί και η χαρτογράφηση των διαθέσιμων πόρων, ώστε όλοι να γνωρίζουν ποιοι άνθρωποι στην περιοχή διαθέτουν ιατρική εκπαίδευση, εμπειρία στην ψυχική υγεία ή δεξιότητες αποκλιμάκωσης.
Οι κοινότητες μπορούν επίσης να οργανώσουν εργαστήρια ενεργητικής ακρόασης, επίλυσης συγκρούσεων και μείωσης της βλάβης. Πρόκειται για πρακτικές που μπορούν να διδαχθούν, να επαναληφθούν και να εξελιχθούν. Με τον καιρό, μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία κινητών ομάδων αντιμετώπισης κρίσεων, ομάδων ειρήνης στη γειτονιά ή δικτύων αλληλοβοήθειας. Ακόμη και μια μικρή ομάδα που συναντιέται μία φορά τον μήνα μπορεί σταδιακά να εξελιχθεί σε κάτι με πραγματική επίδραση στις ζωές των ανθρώπων.
Διασφαλίζοντας μια δίκαιη μετάβαση: Από την εξόρυξη στην ενδυνάμωση
Τα εποικοδομητικά προγράμματα συχνά γεννιούνται ακριβώς στα σημεία όπου αποτυγχάνουν οι κυρίαρχοι θεσμοί – κάτι που σήμερα βλέπουμε να συμβαίνει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Όταν άνθρωποι μένουν χωρίς πρόσβαση σε στέγαση, τροφή, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, ασφάλεια ή πολιτική φωνή, η ανάγκη για νέα συστήματα που υπηρετούν πραγματικά τους ανθρώπους γίνεται επιτακτική.
Τα προγράμματα αυτά επιχειρούν να απαντήσουν άμεσα σε ανάγκες που παραμένουν ακάλυπτες, ενισχύοντας τη συμμετοχή των πολιτών, τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα και τον τοπικό έλεγχο. Σε αντίθεση με τις παρεμβάσεις που επιβάλλονται από πάνω προς τα κάτω ή με φιλανθρωπικές προσπάθειες περιορισμένης διάρκειας, το βάρος πέφτει στην ενδυνάμωση και όχι στη δημιουργία νέων σχέσεων εξάρτησης.
Σε όλο τον κόσμο, λύσεις που σχεδιάστηκαν και οργανώθηκαν από τις ίδιες τις κοινότητες έχουν συμβάλει στην αντιμετώπιση της φτώχειας, στη διεύρυνση της πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες και στην αποκατάσταση της αξιοπρέπειας ανθρώπων που είχαν βρεθεί στο περιθώριο.
Ο αυταρχισμός ευδοκιμεί όταν οι άνθρωποι είναι απομονωμένοι και εξαρτημένοι – όταν η τροφή, η ενέργεια, η στέγαση και η ασφάλεια ελέγχονται από μια μικρή ομάδα ισχυρών. Όταν όμως οι κοινότητες αρχίζουν να φροντίζουν η μία την άλλη, να εξασφαλίζουν τροφή, στέγη, γνώση και προστασία, η εξάρτησή τους από τα κυρίαρχα συστήματα μειώνεται. Και μαζί με αυτήν αυξάνεται και η δυνατότητά τους να αντιστέκονται.
Τέτοιες κοινότητες δεν μαθαίνουν απλώς να επιβιώνουν. Γίνονται δυσκολότερο να ελεγχθούν από οποιαδήποτε άδικη εξουσία, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται κάθε φορά στην κυβέρνηση.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι να εκλέγουμε καλύτερους ηγέτες αλλά να χτίσουμε έναν κόσμο στον οποίο κανένας άνθρωπος ή θεσμός δεν θα έχει τη δύναμη να στερεί από κάποιον άλλον τα βασικά του δικαιώματα.
Και αυτό δεν ξεκινά απαραίτητα από κάτι μεγάλο. Μπορεί να ξεκινήσει από έναν κήπο, ένα κοινό ταμείο, έναν κύκλο φροντίδας, έναν συνεταιρισμό, ένα δίκτυο mesh ή μια ομάδα ασφάλειας στη γειτονιά.
Δεν μπορούν να διορθωθούν όλα τα συστήματα. Κάθε σύστημα όμως που έχει πάψει να λειτουργεί είναι και μια ευκαιρία να χτιστεί κάτι καλύτερο στη θέση του.
Γιατί, από τη στιγμή που αρχίζεις να το χτίζεις ο ίδιος μαζί με τους ανθρώπους γύρω σου, παύεις να περιμένεις από κάποιον άλλο να σου δώσει την άδεια.