Ανάρτηση του Abbas Fahdel, διακεκριμένου γαλλο-ιρακινού σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ, με αφορμή το φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ
Κατά την έναρξη του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, ο Γερμανός σκηνοθέτης Wim Wenders, δήλωσε ότι οι σκηνοθέτες οφείλουν να «μένουν έξω από την πολιτική» και να επικεντρώνονται στην πραγματική τους αποστολή: να αλλάζουν τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Ερωτηθείς για τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στη Γάζα επέμεινε ότι η δημιουργία «αποφασιστικά πολιτικών» ταινιών θα σήμαινε είσοδο στο πεδίο των επαγγελματιών πολιτικών· ο κινηματογράφος, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να λειτουργεί ως «αντίβαρο» της πολιτικής. «Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των επαγγελματιών πολιτικών», πρόσθεσε.
Τα λόγια αυτά παρουσιάζονται ως υπεράσπιση της καλλιτεχνικής αυτονομίας. Ωστόσο, ηχούν περισσότερο ως υπεκφυγή σε μια στιγμή όπου η σιωπή βαραίνει όσο και ο λόγος.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική αποτελεί μια βολική μυθοπλασία. Ο κινηματογράφος δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Επιλέγει οπτική γωνία, κάδρο, αφήγηση, σώματα που θα κινηματογραφηθούν και άλλα που θα μείνουν εκτός πλάνου. Κατανέμει το φως και τη σκιά. Αποφασίζει ποιος δικαιούται πολυπλοκότητα και ποιος περιορίζεται σε μια σιλουέτα. Κάθε έργο διαπερνάται από αξίες, αναπαραστάσεις και σχέσεις εξουσίας. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι ο κινηματογράφος πρέπει να μένει «έξω» από την πολιτική σημαίνει να ξεχνά ότι η ίδια η ουδετερότητα αποτελεί πολιτική θέση. Το «οικουμενικό» που επικαλείται κανείς για να υψωθεί πάνω από τις συγκρούσεις μπορεί, έτσι, να μετατραπεί σε παραπέτασμα και όχι σε υπέρβαση.
Η Berlinale καλλιέργησε επί χρόνια την εικόνα ενός φεστιβάλ ευαίσθητου στους κραδασμούς του κόσμου. Πήρε θέση για την Ουκρανία, για το Ιράν, για άλλες σύγχρονες ρωγμές. Γιατί λοιπόν αυτή η ακραία επιφυλακτικότητα όταν πρόκειται για τη Γάζα; Σε ένα πλαίσιο γενοκτονίας, αναγκαστικών εκτοπισμών και ανθρωπιστικής κρίσης, η επιλογή της απόσυρσης δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια επιλογή που κανονικοποιεί το status quo στο όνομα μιας υποτιθέμενης καλλιτεχνικής αποστασιοποίησης. Πώς μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι «αλλάζει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων» ενώ αρνείται να αντιμετωπίσει καθαρά μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της εποχής μας;
Ο Wenders επικαλείται την ιστορική γερμανική ενοχή που συνδέεται με τη Σοά για να εξηγήσει την κυβερνητική επιφυλακτικότητα. Η μνήμη της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης αποτελεί τεράστια ευθύνη που επιβάλλει επαγρύπνηση και αυστηρότητα. Όταν όμως μετατρέπεται σε επιχείρημα αποφυγής κάθε σύγχρονης κριτικής παύει να είναι ηθική επιταγή και γίνεται παραλυτική δικαιολόγηση. Η μνήμη δεν θα έπρεπε να παράγει σιωπή· θα έπρεπε αντίθετα να οξύνει τη συνείδηση απέναντι σε κάθε κρατική βία όπου κι αν εκδηλώνεται.
Η παρουσίαση του κινηματογράφου ως «αντίβαρου» της πολιτικής προϋποθέτει ότι δρα διαφορετικά, βαθύτερα, μακριά από τους συσχετισμούς δυνάμεων. Είναι αλήθεια ότι οι ταινίες μπορούν να μετασχηματίσουν ευαισθησίες και φαντασιακά. Όμως η ιστορία του κινηματογράφου δείχνει επίσης ότι τα πιο σημαντικά έργα ανέλαβαν συχνά ευθέως την πολιτική τους διάσταση.
Το να κρύβεται κανείς πίσω από την ιδέα ότι η καλλιτεχνική στράτευση αποτελεί «μόλυνση» από την πολιτική σημαίνει να ξεχνά ότι η τέχνη δεν είναι ισχυρή επειδή αποστασιοποιείται αλλά επειδή αντιμετωπίζει το πραγματικό χωρίς να μετατρέπεται σε προπαγάνδα.
Η διακοπή του livestream της συνέντευξης του Wenders λίγο μετά την ερώτηση για τη Γάζα – είτε οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα είτε σε αδεξιότητα – ενίσχυσε το αίσθημα αμηχανίας. Σε ένα φεστιβάλ που θέλει να είναι χώρος διαλόγου και πολυφωνίας ακόμη και η υποψία λογοκρισίας υπονομεύει τη φερεγγυότητα του λόγου περί καλλιτεχνικής ελευθερίας. Δεν μπορεί κανείς να εξυμνεί τη δύναμη του κινηματογράφου να ερωτά τον κόσμο και ταυτόχρονα να δείχνει ότι φοβάται ορισμένες ερωτήσεις.
Θα ήθελα εδώ να αφηγηθώ τη δική μου εμπειρία ως μέλος της επιτροπής ντοκιμαντέρ της Berlinale το 2024. Το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία ήταν ήδη εξαιρετικά τεταμένο. Οι φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις καταστέλλονταν βίαια και κάθε κριτική στην ισραηλινή πολιτική ταυτιζόταν με τον αντισημιτισμό από την κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης. Παρά το πλαίσιο αυτό μαζί με τους δύο άλλους συναδέλφους μου αποφασίσαμε να απονείμουμε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στην παλαιστινιακή ταινία No Other Land. Η απονομή, συνοδευόμενη από ομιλίες που κατήγγειλαν τη γενοκτονία στη Γάζα και τη συνενοχή της γερμανικής κυβέρνησης, πραγματοποιήθηκε παρουσία Γερμανών αξιωματούχων, ανάμεσά τους ο δήμαρχος του Βερολίνου και η ομοσπονδιακή υπουργός Πολιτισμού γνωστοί για την ανοιχτή στήριξή τους στο Ισραήλ. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε σκάνδαλο στα μέσα ενημέρωσης και στον πολιτικό χώρο. Έκτοτε, είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ουσιαστικά αδύνατη η παρουσία ταινιών που υποστηρίζουν ανοιχτά την παλαιστινιακή υπόθεση ή καταγγέλλουν την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης.
Η σημερινή στάση του Wenders, υπό το πρόσχημα της καλλιτεχνικής ουδετερότητας, φαίνεται να επιβεβαιώνει και να νομιμοποιεί αυτή τη μετατόπιση.