Ιρλανδοί στις ΗΠΑ & η εφεύρεση της «λευκότητας»: η μακρά ιστορία μιας επικίνδυνης ιδέας

0

Ο Νόελ Ιγκνάτιεφ (Noel Ignatiev, 1940-2019) υπήρξε Αμερικανός συγγραφέας, ιστορικός, επηρεασμένος από τη σκέψη του ελευθεριακού CLR James, γνωστός για τη θεωρία του σχετικά με τη φυλή και για το κάλεσμά του να καταργηθεί η «λευκότητα». Ο Ignatiev ήταν συνιδρυτής της “New Abolitionist Society” και συνεκδότης του πλέον θρυλικού περιοδικού “Race Traitor” [Προδότης της φυλής], το οποίο προωθούσε την ιδέα ότι «η προδοσία της λευκότητας είναι πίστη στην ανθρωπότητα». Έγραψε το βιβλίο How the Irish Became White (Routledge, 1995), μια εξέταση των επιλογών που έκαναν οι πρώτοι Ιρλανδοί μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλοί από τους οποίους, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την ξενοφοβία και το ιστορικό της καταπίεσης των ίδιων, προχώρησαν στο να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να αυξήσουν τη δύναμή τους στην κοινωνία ταυτιζόμενοι ως «λευκοί» και συμμετέχοντας στην καταπίεση των πιο σκουρόχρωμων λαών. Μεταφράζουμε σήμερα για το Αυτολεξεί μια σχετική του συνέντευξη στο ZNet.

Τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο τον τίτλο του βιβλίου σας Race Traitor; Πώς οι Ιρλανδοί έγιναν λευκοί;

Στον επίλογο του βιβλίου Η Αυτοβιογραφία του Μάλκολμ Χ, ο Άλεξ Χέιλι αφηγείται μια ιστορία όπου ήταν με τον Μάλκολμ στο αεροδρόμιο όταν είδαν ένα αεροπλάνο να προσγειώνεται από την Ευρώπη. Τα παιδιά από την Ανατολική Ευρώπη που κατέβαιναν από το αεροπλάνο ήταν ντυμένα με τα παραδοσιακά τους ρούχα. Ο Μάλκολμ γύρισε προς τον Χέιλι λέγοντας, «Όμορφα μικρά παιδάκια. Σύντομα θα πάνε να μάθουν την πρώτη τους αγγλική λέξη: νέγρος».

Αυτό που πραγματεύεται το βιβλίο μου είναι το πώς μια προηγούμενη ομάδα μεταναστών, οι καθολικοί Ιρλανδοί –οι πρώτοι μη προτεσταντική, μη αγγλική ομάδα Ευρωπαίων μεταναστών που έφτασε στις αρχές του 19ου αιώνα, περίπου την περίοδο κατά την οποία η εκβιομηχάνιση είχε αρχίσει να λαμβάνει χώρα – έμαθαν το αμερικανικό φυλετικό πλαίσιο και βρήκαν τη θέση τους μέσα σε αυτό.

Όταν λέω ότι οι Ιρλανδοί «έγιναν» λευκοί, αυτό στο οποίο ανατρέχω είναι ότι στην Ιρλανδία οι καθολικοί υπήρξαν θύματα ενός είδους διάκρισης που στην Ιρλανδία από πολλές απόψεις ήταν παράλληλη και ανάλογη με αυτή που εμείς, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκαλούμε φυλετική διάκριση – αν και δεν υπάρχει καμία ορατή, φυσική διαφορά μεταξύ των καθολικών και των προτεστάντων στην Ιρλανδία. Παρά το γεγονός αυτό, αν υπήρχαν οποιοιδήποτε άνθρωποι που καταπιέζονταν φυλετικά στην Ιρλανδία, αυτοί ήταν οι Καθολικοί, οι οποίοι στη συνέχεια ήρθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου βρήκαν μια νέα κατάσταση στην οποία υπήρχε μια χρωματική γραμμή – κάτι που οι ίδιοι δεν γνώριζαν, κάτι με το οποίο δεν είχαν καμία εμπειρία. Ήταν κάτι που έπρεπε να μάθουν. Έπρεπε να μάθουν τι ήταν, τι σήμαινε, πώς λειτουργούσε και πώς να βρουν τη δική τους θέση μέσα σε αυτό.

Έτσι, αυτό για το οποίο πραγματικά μιλώ είναι πώς οι Ιρλανδοί από μέλη μιας καταπιεσμένης φυλής στην Ιρλανδία έγιναν μέλη μιας καταπιεστικής φυλής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η περίοδος που καλύπτει το βιβλίο αρχίζει το 1790 και κλείνει το 1877, αλλά η πραγματική καρδιά του βιβλίου αποτελείται από την περίοδο 1830 και 1840 όταν, νομίζω, ότι τα καθοριστικά στοιχεία βρέθηκαν πια στη θέση τους.

Στο βιβλίο συγκρίνετε την κατάσταση των Ιρλανδών πριν από τη μετανάστευσή τους με εκείνη των μαύρων στις ΗΠΑ κατά την ίδια περίοδο. Πόσο καταπιεστική ήταν η κατάσταση για τους Ιρλανδούς στην Ιρλανδία;

Η Ιρλανδία διέπονταν από τους Ποινικούς Νόμους για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα και μέχρι την περίοδο όπου ξεκινά η μελέτη μου [πρόκειται για σειρά νόμων του προτεσταντικού κοινοβουλίου της Ιρλανδίας που περιόριζαν τους καθολικούς]. Οι καθολικοί δεν επιτρεπόταν να ψηφίζουν ή να υπηρετούν στο Κοινοβούλιο ή να κατέχουν δημόσια αξιώματα οποιουδήποτε είδους· δεν επιτρεπόταν να ασκούν το επάγγελμα του δικηγόρου ή να υπηρετούν στον στρατό ή στη δημόσια διοίκηση· δεν μπορούσαν να ανοίξουν ή να διδάξουν σε σχολείο ή να υπηρετήσουν ως δάσκαλοι· δεν επιτρεπόταν να φοιτούν σε πανεπιστήμια ή να στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σχολείο· δεν επιτρεπόταν να κατασκευάζουν ή να πωλούν όπλα, εφημερίδες ή βιβλία, ή να τα κατέχουν, δεν μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους ένα άλογο που να αξίζει περισσότερο από μερικές λίρες· τους απαγορευόταν η μαθητεία στα περισσότερα επαγγέλματα· ήταν περιορισμένο το είδος της γης που μπορούσαν να νοικιάσουν· δεν είχαν κανένα κληρονομικό δικαίωμα (ένας καθολικός μπορούσε να ασπαστεί τον προτεσταντισμό και να αποκληρώσει τον πατέρα του, στην πραγματικότητα ολόκληρη την οικογένειά του)· οι ιερείς δεν επιτρεπόταν να ταξιδεύουν στην Ιρλανδία· οι επίσκοποι είχαν απαγορευτεί από τη χώρα· και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Ένας αγγλο-ιρλανδός προτεστάντης δικαστής του 18ου αιώνα είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ο Νόμος δεν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιου προσώπου, όπως είναι ένας Ιρλανδός ρωμαιοκαθολικός» – κάτι που είναι παράλληλο, φυσικά, με τη ρήση του δικαστή Τάνεϊ στην υπόθεση Ντρεντ Σκοτ ότι «ένας νέγρος δεν έχει δικαιώματα που ένας λευκός άνδρας είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί». Από όλες τις σημαντικές απόψεις, οι Ιρλανδοί Καθολικοί αντιμετωπίζονταν ως καταπιεσμένη φυλή στην Ιρλανδία. Από αυτό το υπόβαθρο προέρχονταν, λοιπόν, οι ίδιοι όταν έφτασαν στο αμερικανικό έδαφος.

Περιγράφετε στο βιβλίο πώς αυτό το υπόβαθρο παρείχε ένα σημασιακό πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ των Ιρλανδών και των μαύρων που συναντήθηκαν στην Αμερική. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν δραματικά, από το αρχικό σημείο να ταυτιστούν οι Ιρλανδοί με τους μαύρους Αμερικανούς και την κατάστασή τους μέχρι αργότερα να απο-ταυτιστούν βίαια μαζί τους. Τι ήταν υπεύθυνο για αυτή την αλλαγή;

Κατά την περίοδο που εξετάζω στο βιβλίο, από τη δεκαετία του 1820 και μετά, οι καθολικοί Ιρλανδοί που ήρθαν εδώ προέρχονταν από τις πιο φτωχές τάξεις. Όχι απαραίτητα από τις φτωχότερες και πιο απελπισμένες – μια τέτοια μετανάστευση δεν άρχισε πραγματικά πριν από τον λιμό στα μέσα της δεκαετίας του 1840. Αλλά σίγουρα προέρχονταν από τις φτωχές τάξεις της κοινωνίας, και όταν ήρθαν, σύμφωνα με τα λόγια του κ. Dooley –του παλιού αρθρογράφου του Σικάγο Peter Finley Dunn– τους έδωσαν ένα φτυάρι και τους είπαν να αρχίσουν να σκάβουν τον τόπο σαν να τους ανήκε.

Τους χρησιμοποιούσαν για επικίνδυνη, βάναυση εργασία στις σιδηροδρομικές γραμμές και τα κανάλια, μερικές φορές δουλεύοντας μαζί με μαύρους εργάτες. Στον Νότο μερικές φορές τους χρησιμοποιούσαν σε επικίνδυνες καταστάσεις όπου δεν είχε νόημα να ρισκάρουν τη ζωή ενός πολύτιμου σκλάβου. Όπως το έθεσε κάποιος, «Ας αφήσουμε τους paddys [προσβλητικός χαρακτηρισμός για τους Ιρλανδούς] να κάνουν τη δουλειά – αν ένας από αυτούς πεταχτεί στη θάλασσα ή σπάσει τον λαιμό του, κανείς δεν θα χάσει».

Καθώς μετακινούνταν στις μεγάλες πόλεις, τους έριχναν στις ίδιες συνοικίες με τους ελεύθερους μαύρους… στον Βορρά, και στον Νότο – Νέα Ορλεάνη, Ιρλανδικό κανάλι, παραγκοπόλεις. Και εκεί κοινωνικοποιήθηκαν. Συγκρούονταν μεταξύ τους, συγκρούονταν με την αστυνομία, συγκρούονταν με… με τον καθένα, με τον καθένα πραγματικά.

Αυτή ήταν η αμερικανική πόλη της δεκαετίας του 1820 και του ’30: ένας πόλεμος του καθενός εναντίον όλων.

Από πολλές απόψεις, ανέπτυξαν επίσης μια κοινή κουλτούρα. Υπήρχαν κάποιου είδους μεικτοί γάμοι. Και υπήρχε ένα είδος «ζωής ανάμεσα στους ταπεινούς». Στο πρώιμο στάδιο των μενεστρέλων, μαζί με το μεγάλο απόθεμα μαύρων χαρακτήρων όπως οι Jim Crow και Jim Dandy, συνυπήρχαν και οι Ιρλανδοί χαρακτήρες Pat και Bridget – αντικείμενα χλευασμού και γελοιοποίησης.

Επισημαίνετε ότι, από ένα σημείο και μετά, οι Ιρλανδοί ήταν γνωστοί ως «λευκοί νέγροι» και οι μαύροι άνθρωποι αναφέρονταν ως «καπνισμένοι Ιρλανδοί». Τι ακριβώς αντανακλούν αυτοί οι όροι;

Αντικατοπτρίζουν την περιφρόνηση με την οποία και οι δύο αντιμετωπίζονταν από τους καλύτερα κοινωνικά τοποθετημένους, από τα ηγετικά στοιχεία της αμερικανικής κοινωνίας. Υπήρξαν υποθέσεις που έλεγαν ότι θα γινόταν κάποια «συγχώνευση», δηλαδή ότι οι Ιρλανδοί και οι μαύροι θα αναμειγνύονταν μεταξύ τους και θα γίνονταν τελικά ένας κοινός λαός. Αυτό δεν συνέβη- στην πραγματικότητα, συνέβη το αντίθετο.

Τι ακριβώς συνέβη;

Ουσιαστικά αυτό που συνέβη ήταν ότι οι Ιρλανδοί έγιναν λευκοί. Δηλαδή, αντί να ενωθούν με τους μαύρους ανθρώπους –ελεύθερους και σκλάβους– για να ανατρέψουν το σύστημα της δουλείας και της φυλετικής καταπίεσης που επικρατούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτοί επέλεξαν, σε γενικές γραμμές, να βρουν έναν τρόπο να αποκτήσουν για τον εαυτό τους μία ευνοϊκή θέση μέσα σε αυτό.

Το 1841, ο Ιρλανδός πολιτικός ηγέτης (στην Ιρλανδία) Ντάνιελ Ο’ Κόνελ –ήταν κάτι σαν συνδυασμός του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Γκάντι, η πιο δημοφιλής φιγούρα μεταξύ των Ιρλανδών σε όλο τον κόσμο– απηύθυνε μια έκκληση, μαζί με 70.000 ακόμη Ιρλανδούς, προς τους Ιρλανδούς των Ηνωμένων Πολιτειών, καλώντας τους να ενωθούν με τους υποστηρικτές της κατάργησης του νόμου της δουλείας στην Αμερική [abolitionists] και να συμμετάσχουν στον αγώνα για την ανατροπή της. «Αντιμετωπίστε τον νέγρο παντού ως ίσο σας, ως αδελφό σας», είπε, «και κάνοντας αυτό θα τιμήσετε το όνομα της Ιρλανδίας». Ο Ο’ Κόνελ μιλούσε από μια κατάσταση όπου οι Καθολικοί στην Ιρλανδία αποτελούσαν μέλη μιας καταπιεσμένης ‘φυλής’. Ήταν ο ηγέτης του κινήματός τους για να να ανατραπεί αυτό το είδος της υποταγής. Οπότε, όπως ήταν φυσικό, αναζητούσε συμμαχίες με τον αγώνα κατά της φυλετικής αδικίας παντού.

Οι Ιρλανδοί στην Αμερική τον απέρριψαν. Έφτασε στο σημείο να πει ότι αν δεν το κάνετε αυτό, τότε δεν θα σας αναγνωρίσουμε ως Ιρλανδούς. Το σκέφτηκαν και κατέληξαν στο συμπέρασμα, «Εντάξει, αν μας αναγκάσετε να διαλέξουμε ανάμεσα στην αγάπη μας για την Ιρλανδία και την προσήλωσή μας στους θεσμούς της νέας μας χώρας, τότε, ναι… Νότια Καρολίνα για πάντα». Αυτό που αποφάσισαν να κάνουν ήταν να ενσωματωθούν στην αμερικανική ζωή ως πολίτες, παρακινούμενοι από τα προνόμια της λευκότητας.

Το ανοιχτόχρωμο δέρμα έδινε στους Ιρλανδούς το δικαίωμα να είναι λευκοί, αλλά δεν εγγυόταν την αποδοχή τους. Αυτή θα έπρεπε να την κερδίσουν.

Και πώς υποτίθεται ότι θα το έκαναν αυτό; να το κερδίσουν;

Υπήρχαν δύο πράγματα που έπρεπε να κάνουν. Πρώτον, έπρεπε να αποστασιοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από τον μαύρο πληθυσμό της Βόρειας Αμερικής. Έπρεπε να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να δημιουργήσουν εμπόδια, να απομονώσουν και να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από τον μαύρο πληθυσμό.

Το δεύτερο πράγμα που έπρεπε να κάνουν ήταν να ξεπεράσουν την αντίδραση εναντίον των δικών τους πολιτικών δικαιωμάτων, που προερχόταν από τους ανθρώπους που βρίσκονταν σε καλύτερη θέση από αυτούς – δηλαδή, τους ιθαγενείς προτεστάντες, τους φανατικούς, τους αντι-καθολικούς, το αντι-μεταναστευτικό κατεστημένο που κυβερνούσε τη χώρα.

Υπήρχε μια σχέση, στην πραγματικότητα, μεταξύ αυτών των δύο πραγμάτων: Στον βαθμό που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι άξιζαν να είναι λευκοί Αμερικανοί – δηλαδή, με την πρόσχαρη συμμετοχή τους στην υποδούλωση των μαύρων–, θα έδειχναν ότι άνηκαν στους λευκούς ήταν, ότι άξιζαν όλα τα δικαιώματα της πολιτειότητας [citizenship]. Από την άλλη πλευρά, στον βαθμό που θα κατάφερναν να εισέλθουν στο παιχνίδι της λευκής πολιτικής αυτής της χώρας, θα μπορούσαν να απομακρυνθούν οι ίδιοι από τους μαύρους.

Αυτό που πραγματεύεται το βιβλίο μου, λοιπόν, είναι πώς οι Ιρλανδοί χρησιμοποίησαν τους διάφορους θεσμούς της αμερικανικής κοινωνίας ώστε να επιτύχουν αυτούς τους δύο παραπάνω στόχους: το Δημοκρατικό Κόμμα, τις πρώιμες εργατικές ενώσεις, την εκκλησία, τις διάφορες μορφές αστικής κοινωνικής αταξίας – όπως οι φυλετικές εξεγέρσεις, για παράδειγμα. Πρόκειται για το πώς κατάφεραν να εφαρμόσουν και να φέρουν σε πέρας μια ατζέντα που τελικά τους εξασφάλισε την είσοδο σε αυτό που μου αρέσει να ονομάζω ως «λευκή φυλή στην Αμερική».

Υπάρχει κάποιο γεγονός από αυτά που αναλύετε στο βιβλίο –κάποιο ιδιαίτερα εκρηκτικό επεισόδιο– που θα το χαρακτηρίζατε ως ένα δραματικό σημείο καμπής στη σχέση μεταξύ των δύο κοινοτήτων;

Ένα από αυτά που θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σημαντικό ήταν αυτό που έμεινε γνωστό ως οι Ταραχές της Νέας Υόρκης, ίσως οι πιο βίαιες αστικές ταραχές στην αμερικανική ιστορία. Έλαβαν χώρα τον Ιούλιο του 1863. Ξεκίνησαν ως διαμαρτυρία των Ιρλανδών και άλλων κατά των κοινωνικών ανισοτήτων της επιστράτευσής τους στον Εμφύλιο Πόλεμο – το γεγονός ότι οι φτωχοί άνθρωποι έπρεπε να υπηρετήσουν, ενώ οι πλούσιοι μπορούσαν να εξαγοράσουν την απαλλαγή τους με πληρώνοντας για έναν αντικαταστάτη.

Αλλά αυτό συνδέθηκε γρήγορα με την προσπάθεια των Ιρλανδών να αποκλείσουν τους μαύρους εργάτες από τα λιμάνια, και από άλλες θέσεις εργασίας στις οποίες θεωρούσαν ότι είχαν δικαίωμα να εδραιωθούν οι ίδιοι μονοπωλιακά. Αυτό οδήγησε σε μια εβδομάδα ταραχών στη Νέα Υόρκη, κατά την οποία οι Ιρλανδοί ύψωσαν τη σημαία της Συνομοσπονδίας, επευφημούσαν το όνομα του Τζέφερσον Ντέιβις, επιτέθηκαν, λιντσάρισαν, έκαψαν έναν έγχρωμο ορφανοτροφείο.

Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσοι μαύροι σκοτώθηκαν σε αυτές τις ταραχές, αλλά οι εκτιμήσεις ανέρχονται σε 1.000 ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, ο Λίνκολν αναγκάστηκε να αποσύρει τα ομοσπονδιακά στρατεύματα από το Gettysburg και αλλού, προκειμένου να καταστείλει αυτή την εξέγερση.

Αυτό που έλαβε χώρα, όπως μου φαίνεται, ήταν, πρώτον, η εγκαθίδρυση ενός ιρλανδικά διοικούμενου λευκού μονοπωλίου θέσεων εργασίας στις αποβάθρες των λιμανιών και στις δημόσιες υπηρεσίες. Οι Ιρλανδοί ήθελαν επίσης να καταστήσουν σαφές ότι, ενώ τάσσονταν υπέρ της Ένωσης (δεν ήθελαν να δουν τη διάσπαση της χώρας, δεν υποστήριζαν την απόσχιση του Νότου), δεν ήθελαν επίσης να γίνει πόλεμος κατά της δουλείας ή πόλεμος για τη φυλετική δικαιοσύνη. Πολεμούσαν για να υπερασπιστούν τη λευκή Ρεπούμπλικα και να διασφαλίσουν ότι αποτελούσαν μέρος της – όχι για να την καταστήσουν μια Δημοκρατία χωρίς αποκλεισμούς και φυλετικά ελεύθερη.

Ας μιλήσουμε για την έκδοση του περιοδικού “Race Traitor”, την οποία αποκαλείτε το περιοδικό του «νέου καταργητισμού» [abolitionism]. Στα εξώφυλλά του εμφανίζεται το σύνθημα «Η προδοσία της λευκότητας είναι πίστη στην ανθρωπότητα». Χρησιμοποιείται μια αρκετά προκλητική γλώσσα. Τι ακριβώς θέλετε να υποδηλώσετε με όλα αυτά; Και πώς ο σκοπός του περιοδικού σχετίζεται με τους στόχους σας στο βιβλίο How the Irish Became White;

Η σχέση μεταξύ του δύο εγχειρημάτων είναι η εξής. Στο βιβλίο μελετώ πώς μια ομάδα ανθρώπων που δεν ήταν λευκοί έγιναν λευκοί, δηλαδή έγιναν μέλη της «λέσχης» των λευκών. Στο περιοδικό προσπαθώ να διερευνήσω πώς οι άνθρωποι που τώρα θεωρούν τους εαυτούς τους λευκούς, ή που είναι λευκοί, ή που συμπεριφέρονται ως λευκοί, μπορεί να γίνουν μη-λευκοί. Έτσι, κατά μία έννοια, είναι ένας τρόπος να μελετήσουμε πώς μπορούμε να τρέξουμε την ταινία ανάποδα αυτή τη φορά.

Φυσικά αυτό εγείρει το ερώτημα τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο «λευκοί».

Πράγματι, δεν αναφέρομαι σε ανθρώπους με ανοιχτόχρωμο δέρμα, ίσια μαλλιά ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό χαρακτηριστικό που συνήθως θεωρούμε λευκό. Κανείς δεν έχει κανέναν έλεγχο για το πώς γεννήθηκε, πώς φαίνεται ή οτιδήποτε από αυτά. Όσον αφορά εμένα, αυτά τα πράγματα δεν έχουν καμία διαφορά. Μιλώ για το τι συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων. Για μένα, το να είσαι «λευκός» σημαίνει ότι είσαι μέλος μιας λέσχης, με συγκεκριμένα προνόμια και υποχρεώσεις. Οι άνθρωποι στρατολογούνται σε αυτή τη λέσχη κατά τη γέννησή τους, εγγράφονται σε αυτή τη λέσχη χωρίς τη συγκατάθεση ή την άδειά τους και μεγαλώνουν σύμφωνα με τους κανόνες της. Σε γενικές γραμμές, διανύουν τη ζωή τους αποδεχόμενοι τους κανόνες και τα οφέλη της ιδιότητας του μέλους, χωρίς ποτέ να αναλογιστούν το κόστος.

Ποιο είναι το κόστος;

Το κόστος της συμμετοχής στη λέσχη των λευκών είναι ότι απαιτεί πίστη και συμμόρφωση προς την επίσημη αμερικανική κοινωνία με τρόπο που κάνει τη ζωή πολύ άβολη, ακόμη και επικίνδυνη, για όλους τους απλούς ανθρώπους σε αυτή τη χώρα – αυτούς που ονομάζονται λευκοί, καθώς και αυτούς που ονομάζονται μαύροι. Το πρόταγμα του περιοδικού μας είναι να σπάσει αυτό το κλειστό κλαμπ. Ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να διαλυθεί είναι με τη διάσπαση της συμμόρφωσης που το συντηρεί.

Κατά την άποψή μας, η χώρα χρειάζεται μια αντιστροφή: ένα σωρό ανθρώπους που θα μοιάζουν λευκοί εξωτερικά αλλά που δεν θα συμπεριφέρονται σαν λευκοί. Τόσοι πολλοί, στην πραγματικότητα, που να γίνει αδύνατο για τους κυβερνώντες σε αυτή τη χώρα να ξεχωρίσουν ποιος είναι λευκός απλώς κοιτάζοντάς τον. Όταν αυτό συμβεί, η αξία του λευκού δέρματος θα σβήσει.

Τι είδους καταστάσεις μπορεί να προκύψουν από αυτό;

Νομίζω ότι πολιτικά ζητήματα, συγκρούσεις και διαιρέσεις θα λάβουν χώρα σε μη-τυπικές βάσεις, που θα έχουν να κάνουν με τα συμφέροντα των ανθρώπων όσον αφορά τον πλούτο έναντι της φτώχειας, για παράδειγμα, και ζητήματα αυτού του είδους, τα οποία θα ανοίξουν την πόρτα για όλα τα είδη των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών που δεν έχουν συμβεί ακόμη, ακριβώς επειδή κάποιοι άνθρωποι συμβιβάζονται με το να είναι λευκοί αντί να ρισκάρουν να είναι ελεύθεροι.

[…]

ΤΕΛΟΣ 1ΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ.

Το περιοδικό Race Traitor κυκλοφόρησε ανά σπαστά χρονικά διαστήματα μεταξύ 1993 και 2005

2ο ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ:

Η εφεύρεση της «λευκότητας»: η μακρά ιστορία μιας επικίνδυνης ιδέας (2ο ΜΕΡΟΣ συνέντευξης)

Αφήστε ένα σχόλιο

8 + 5 =