Δεν ήταν ατύχημα: Η μισθωτή εργασία ως καθεστώς & η έλλειψη φαντασίας

0

Το Σάββατο 31/1/26, η ομάδα προβολών CinéTRISÉ πραγματοποίησε προβολή της ταινίας Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο του Elio Petri στη μνήμη των δολοφονημένων εργατριών στο εργοστάσιο “Βιολάντα”, της Αγάπης, της Αναστασίας, της Βασιλικής, της Έλενας και της Σταυρούλας. Η προβολή πραγματοποιήθηκε σε μια χρονική συγκυρία βαριά. Το εργοδοτικό έγκλημα που προηγήθηκε λειτούργησε ως αφορμή, ως σημείο εισόδου σε βαθύτερα ερωτήματα. Ερωτήματα που αφορούν τη μισθωτή εργασία ως καθεστώς, τη φυσικοποίηση της εκμετάλλευσης, την οργάνωση του χρόνου και της ζωής γύρω από την παραγωγικότητα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία αναπαράγεται μέσα από καθημερινές πρακτικές. Το κείμενο που ακολουθεί, από την ομάδα προβολών CinéTRISÉ, προέκυψε από αυτή τη συνάντηση.

Το κείμενο που ακολουθεί τοποθετείται στο πεδίο της ανάλυσης και του προβληματισμού και κινείται πέρα από τη λογική της άμεσης πρότασης λύσεων ή της υποκατάστασης της δράσης. Η επικαιρότητα προσεγγίζεται ως αφορμή για να στοχαστούμε τη δομή ενός κόσμου μέσα στον οποίο τέτοια γεγονότα παράγονται και επανεμφανίζονται. Η κριτική της μισθωτής εργασίας εστιάζει στην ανάδειξή της σε κεντρικό μέτρο αξίας και ζωής, ενώ αναγνωρίζει ταυτόχρονα την υλική ανάγκη της επιβίωσης και τους αγώνες που διεξάγονται στο εσωτερικό της. Οι έννοιες που χρησιμοποιούνται συγκροτούν αναλυτικά εργαλεία και διακρίνονται από ηθικές κατηγοριοποιήσεις. Το ζητούμενο τίθεται ως κοινή αμφισβήτηση του αυτονόητου και όχι ως απαίτηση συμφωνίας.

Γιατί αυτή η ταινία, γιατί τώρα;

Η επιλογή αυτής της ταινίας υπηρετεί κάτι περισσότερο από τον απλό σχολιασμό ενός γεγονότος. Μια τέτοια χρήση θα τη μετέτρεπε σε απλό παράδειγμα, σε εικονογράφηση μιας ήδη διαμορφωμένης θέσης. Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο προσεγγίζεται ως εργαλείο σκέψης και όχι ως στιγμιαίο σχόλιο της επικαιρότητας· ως μορφή που επιτρέπει τον στοχασμό πάνω στον κόσμο μέσα στον οποίο τέτοια γεγονότα συνιστούν μόνιμη δυνατότητα και όχι σπάνια εξαίρεση.

Το εργοδοτικό και ταξικό έγκλημα της 26/1/26 εμφανίζεται ως σύμπτωμα παρά ως μεμονωμένη ρήξη μιας κατά τα άλλα ομαλής κανονικότητας. Αποτελεί έκφραση της εντατικοποίησης, της επισφάλειας, της αντιμετώπισης της ασφάλειας ως “κόστους” και της θεσμικής ανοχής που μετατρέπει την παραβίαση των κανόνων σε καθημερινή πρακτική. Η λεγόμενη «αιφνιδιαστική τραγωδία» λειτουργεί συχνά ως ορατή κορυφή μιας μόνιμης, αόρατης κανονικότητας κινδύνου. Τα συμπτώματα, έτσι, δεν περιορίζονται στην καταγραφή του τι συνέβη, αλλά φωτίζουν τη δομή ενός κόσμου. Η ταινία του Petri αντί να στέκεται στην απλή αναπαράσταση ή στην άμεση εξήγηση του συγκεκριμένου γεγονότος, αναλύει τον τύπο κοινωνίας που το καθιστά δυνατό και προβλέψιμο.

Αυτό ακριβώς προσδίδει σημασία στη συλλογική θέαση. Η ταινία προσεγγίζεται ως αφορμή κοινής σκέψης παρά ως αντικείμενο κατανάλωσης εικόνων ή αναζήτησης συγκίνησης και ταύτισης. Η συλλογική θέαση, σε αυτό το πλαίσιο, συγκροτεί πολιτική πράξη και όχι απλή τεχνική επιλογή. Υποδηλώνει τη μετατόπιση της σκέψης από το αμιγώς ιδιωτικό και ψυχολογικό επίπεδο προς τη διατύπωση ενός κοινού ερωτήματος. Ταυτόχρονα, η συλλογική θέαση μπορεί να λειτουργήσει και ως τελετουργία ταύτισης ή επιβεβαίωσης ενός ήδη συγκροτημένου νοήματος. Πολιτικό χαρακτήρα αποκτά όταν δεν προϋποθέτει συμφωνία, όταν το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο αλλά τίθεται σε διαδικασία κοινής αμφισβήτησης. Πολιτική γίνεται όταν συνδέεται με διαδικασίες που επιτρέπουν ισότιμη άρθρωση λόγου, σύγκρουση ερμηνειών και, κυρίως, μεταφορά της σκέψης σε συλλογική πρακτική, όπως δίκτυα αλληλεγγύης ή σωματειακή οργάνωση. Σε διαφορετική περίπτωση, παραμένει πολιτιστική κατανάλωση με ριζοσπαστικό λεξιλόγιο.

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, μετατοπίζεται από το «τι δείχνει η ταινία» στο «τι μας επιτρέπει να σκεφτούμε». Και το πρώτο αντικείμενο αυτού του στοχασμού είναι κάτι που συχνά αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο: η ίδια η μισθωτή εργασία.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον τρόπο με τον οποίο η ταινία παρουσιάζει την εργασία.

Η μισθωτή εργασία ως καθεστώς

Για να υπάρχει καθαρότητα στη συζήτηση, αξίζει να κινηθούμε σε τέσσερα επίπεδα. Πρώτα, η ανθρώπινη δραστηριότητα, ο κόπος ως στοιχείο της ζωής. Έπειτα, η μισθωτή εργασία ως συγκεκριμένη ιστορική μορφή αυτής της δραστηριότητας. Τρίτο, το εργασιακό καθεστώς, δηλαδή το πλέγμα πειθαρχιών, χρονικοτήτων και ιεραρχιών. Και τέλος, η εργασία ως κεντρική κοινωνική σημασία, ως κριτήριο αξίας και ταυτότητας. Η κριτική που μας απασχολεί στρέφεται κυρίως στο τρίτο και το τέταρτο επίπεδο και, σε δεύτερο χρόνο, στη μισθωτή εργασία ως ιστορική προϋπόθεσή τους.

Η ταινία του Petri μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια από τις πιο εδραιωμένες βεβαιότητες της σύγχρονης κοινωνίας. Την ιδέα της εργασίας ως απλής δραστηριότητας, ως μέσου επιβίωσης, ως κάτι εξωτερικό προς τον εαυτό. Αυτό που ξεδιπλώνεται στην οθόνη εμφανίζεται ως καθεστώς. Ένα σύνολο ρυθμίσεων που οργανώνει τον χρόνο, το σώμα και τη σκέψη, πριν καν φτάσει στην οργάνωση της παραγωγής.

Το εργοστάσιο παρουσιάζεται ως μηχανισμός χρόνου. Ο χρόνος τεμαχίζεται. Μετριέται, επιταχύνεται, συμπιέζεται. Οι ρυθμοί, τα μπόνους, οι στόχοι λειτουργούν ως τεχνικά εργαλεία αύξησης της παραγωγής και ταυτόχρονα ως διαδικασίες εσωτερίκευσης. Ο εργάτης εκπαιδεύεται να σκέφτεται με τον ρυθμό της μηχανής, να μετρά τον εαυτό του με όρους απόδοσης, να βιώνει τον χρόνο ως υποχρέωση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μισθωτή εργασία μετατρέπεται σε μέτρο αξίας της ζωής. Η αξία προκύπτει μέσα από την παραγωγή. Η ζωή αποκτά βάρος μέσα από την απόδοση. Η παραγωγή περιλαμβάνει αντικείμενα και ταυτόχρονα αποδείξεις αντοχής. Απόδειξη ότι μπορείς να συνεχίσεις. Απόδειξη ότι δεν περισσεύεις.

Το διακύβευμα ξεπερνά την ιδιοποίηση του προϊόντος της εργασίας ή την κατανομή του πλούτου. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάδειξη της εργασίας σε βασικό μέτρο νοήματος, ταυτότητας και αξίας. Ακόμη και σχήματα που εμφανίζονται ως δίκαιες οργανώσεις της παραγωγής αφήνουν ανέπαφο αυτό το φαντασιακό κέντρο. Η μισθωτή εργασία λειτουργεί ταυτόχρονα ως καθεστώς νοήματος και ως μηχανισμός εξάρτησης. Πολύ συχνά, το νόημα σταθεροποιεί τη βία και τη μετατρέπει σε ανεκτή καθημερινότητα.

Ο Λουλού Μάσσα εμφανίζεται ως διαμορφωμένο υποκείμενο, ούτε κακός μα ούτε αθώος, ούτε ήρωας μα ούτε απλό θύμα. Ένα υποκείμενο που έχει μάθει να κινείται, να επιθυμεί και να φοβάται μέσα στους όρους που του έχουν τεθεί. Η πίεση προέρχεται από έξω και ταυτόχρονα από μέσα. Η αυτοπειθαρχία προηγείται της επιβολής. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της ταινίας.

Σε αυτό το σημείο αναδύεται κάτι κεντρικό για τη σκέψη που μας απασχολεί. Η εργασία εμφανίζεται ως φυσική αναγκαιότητα, ενώ στην πραγματικότητα συγκροτεί κοινωνική σημασία. Πρόκειται για μία από τις βασικές σημασίες γύρω από τις οποίες έχει οργανωθεί ο σύγχρονος κόσμος. Δεν δουλεύουμε μόνο για να ζήσουμε· οργανώνουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να παραμένουμε διαθέσιμοι για τη μισθωτή εργασία.  Αυτή η διαθεσιμότητα, χρονική, σωματική και ψυχική, συγκροτεί τον πυρήνα του καθεστώτος. Πριν παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν, συγκροτείται ένα υποκείμενο που αντέχει.

Αυτό το υποκείμενο που αντέχει συγκροτείται μέσα σε μια συγκεκριμένη υλική ασυμμετρία. Η συγκρότησή του περνά μέσα από σχέσεις εξάρτησης και όχι μόνο μέσα από ιδέες ή αφηγήσεις. Η μισθωτή εργασία εμφανίζεται ως καθεστώς χρόνου και νοήματος και ταυτόχρονα ως σχέση εξάρτησης από έναν μισθό, ο οποίος λειτουργεί ως όρος πρόσβασης στα μέσα ζωής. Η μισθωτή σχέση συγκροτείται ως εκχώρηση δικαιώματος διεύθυνσης πάνω στον χρόνο και στο σώμα, με αντάλλαγμα τη δυνατότητα επιβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η εργοδοτική εξουσία στηρίζεται στη διαρκή παρουσία της απειλής. Η απόλυση, η μη ανανέωση συμβολαίου, η αξιολόγηση, η υποβάθμιση λειτουργούν ως επαρκείς μηχανισμοί πειθαρχίας. Ο μισθός, ακριβώς επειδή συνδέεται άμεσα με την επιβίωση, επιτρέπει στην εξουσία να λειτουργεί χωρίς τη συνεχή χρήση ωμής βίας. Η σχέση παραμένει σταθερή μέσα από την απειλή της απώλειας. Το νόημα της εργασίας, ως αξιοπρέπεια, ως κανονικότητα, ως ευθύνη, συγκροτεί τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ασύμμετρη υλική σχέση παγιώνεται. Η ιδεολογική της διάσταση λειτουργεί σε άμεση σύνδεση με την υλική συνθήκη. Μέσα από αυτό το πλέγμα, η σχέση εξάρτησης εμφανίζεται ως αυτονόητη και βιώσιμη. Με αυτή την έννοια, η «αξία» της εργασίας δρα ως μηχανισμός απόκρυψης της εξάρτησης. Και η «ηθική» της εργασίας μετασχηματίζει την εξάρτηση σε εσωτερικευμένη πειθαρχία. Το υποκείμενο μαθαίνει να συμμορφώνεται πριν χρειαστεί οποιαδήποτε εξωτερική επιβολή.

Όταν, λοιπόν, μιλάμε για μισθωτή εργασία, αναφερόμαστε σε κάτι πολύ περισσότερο από μια ουδέτερη δραστηριότητα. Αναφερόμαστε σε έναν τρόπο θέσμισης της κοινωνίας. Σε ένα καθεστώς που διαμορφώνει το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, το τι σημαίνει να αξίζεις, το τι σημαίνει να υπάρχεις μέσα στον χρόνο. Η αμφισβήτηση της μισθωτής εργασίας ως κεντρικής κοινωνικής σημασίας συνυπάρχει με την αναγνώριση της ανάγκης της επιβίωσης και των καθημερινών αγώνων που διεξάγονται στο εσωτερικό της. Ταυτόχρονα, αυτή η αμφισβήτηση ανοίγει τον δρόμο για μια άλλη μέτρηση της ζωής, πέρα από την αντοχή στην εκμετάλλευση ως μοναδικό κριτήριο.

Αν η εργασία λειτουργεί ως αυτονόητο καθεστώς, τότε μέσα σε ποιον κόσμο συγκροτείται αυτή η αυτονόητη θέση; Με ποιον τρόπο αυτός ο κόσμος παρουσιάζεται ως μοναδική δυνατή διαδρομή;

Η μισθωτή εργασία ως ιστορική θέσμιση

Η ταινία του Petri μας επιτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω από την άμεση εμπειρία της εκμετάλλευσης και να θέσουμε ένα πιο ριζικό ερώτημα. Για ποιον λόγο η εργασία εμφανίζεται ως αυτονόητη; Για ποιον λόγο η κοινωνία γίνεται σχεδόν αδύνατο να νοηθεί έξω από αυτήν;

Η μισθωτή εργασία εμφανίζεται ως ιστορική δημιουργία. Αποτελεί προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένων συγκρούσεων. Σε άλλες ιστορικές στιγμές, η ανθρώπινη δραστηριότητα οργανωνόταν με διαφορετικούς τρόπους. Υπήρξαν κοινωνίες όπου η εργασία δεν συγκροτούσε ξεχωριστή σφαίρα της ζωής και όπου το κέντρο της κοινωνικής οργάνωσης βρισκόταν αλλού. Υπήρξαν μορφές ζωής στις οποίες ο χρόνος ακολουθούσε ρυθμούς που δεν υπαγορεύονταν από την παραγωγή και στις οποίες η ανθρώπινη αξία συνδεόταν με άλλες σημασίες πέρα από την απόδοση. Το γεγονός ότι σήμερα αυτές οι δυνατότητες μοιάζουν αδιανόητες φωτίζει τη δική μας ιστορική συνθήκη και τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το φαντασιακό μας, παρά την υποτιθέμενη ανθρώπινη φύση. 

Αυτή η ιστορική διαμόρφωση έχει υλικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει απαλλοτριώσεις κοινών γαιών και εκτοπίσεις που διέλυσαν μορφές αυτάρκειας. Περιλαμβάνει πειθαρχίες χρόνου που μετέτρεψαν τον εργάσιμο χρόνο σε μετρήσιμο και ανταλλάξιμο μέγεθος. Περιλαμβάνει θεσμικές μορφές, όπως οι συμβάσεις, η εργοδοτική εξουσία, το κράτος πρόνοιας και η ασφάλιση, που σταθεροποίησαν τη μισθωτή σχέση ως πρότυπο «κανονικής ζωής». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η εργασία αναδεικνύεται σε βασικό δρόμο κοινωνικής ένταξης και σε κεντρικό μηχανισμό οργάνωσης της ζωής.

Στον καπιταλισμό, η μισθωτή εργασία μετασχηματίζεται από μέσο επιβίωσης σε ηθικό καθήκον. Η εργασία συνδέεται με την ίδια τη νομιμοποίηση της ζωής. Η ζωή εμφανίζεται ως κάτι που χρειάζεται διαρκή επιβεβαίωση μέσα από την παραγωγή. Η κόπωση, η παύση, η αποστασιοποίηση από την εργασία προσλαμβάνονται ως ελλείμματα χαρακτήρα και αξίας. Ο καλός εργάτης συγκροτείται ως αποτελεσματικός και ταυτόχρονα ως πειθαρχημένος, υπεύθυνος, πρόθυμος. Με αυτόν τον τρόπο, η εργασία αποκτά ηθική πυκνότητα που υπερβαίνει την ίδια την παραγωγική διαδικασία.

Ο Λουλού Μάσσα οργανώνει τη ζωή του γύρω από την ορθή εκτέλεση της εργασίας. Μετρά τον εαυτό του με όρους απόδοσης, εσωτερικεύει τους ρυθμούς, βιώνει την παύση ως απειλή. Η εργασία λειτουργεί ως στοιχείο ταυτότητας. Τον ορίζει. Αυτή η ταύτιση συγκροτείται μέσα από την παραγωγή νοήματος. Η υπόσχεση της αναγνώρισης, της αξιοπρέπειας, της θέσης στον κόσμο περνά μέσα από τη σωστή εργασία. Έτσι, η πειθαρχία αποκτά εσωτερικό χαρακτήρα και η συμμόρφωση βιώνεται ως προσωπική επιλογή και ηθική στάση.

Εδώ φτάνουμε στον πυρήνα της κοινωνικής θέσμισης. Κάθε κοινωνία συγκροτεί τις δικές της κεντρικές σημασίες. Ορίζει τι αποκτά σημασία, τι εμφανίζεται ως αυτονόητο, τι παρουσιάζεται ως άξιο επιδίωξης. Στη σύγχρονη κοινωνία, η παραγωγικότητα, η αποτελεσματικότητα και η αντοχή λειτουργούν ως κάτι πολύ περισσότερο από τεχνικές αξίες. Συγκροτούν κοινωνικές σημασίες. Καθορίζουν το περιεχόμενο του «κανονικού», του «χρήσιμου», του «εντάξει». Αυτές οι σημασίες έχουν ιστορική προέλευση. Παράγονται μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές διαδικασίες και στη συνέχεια εμφανίζονται ως αναπόφευκτες. Η παρουσίασή τους ως φυσικές τις καθιστά εξαιρετικά ανθεκτικές στην αμφισβήτηση. Παύουν να βιώνονται ως επιλογές και προσλαμβάνονται ως μοίρα.

Από τη στιγμή που η εργασία γίνεται αντιληπτή ως κοινωνική θέσμιση, ανοίγει και το πεδίο της μεταβολής της. Μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, να μετασχηματιστεί, να χάσει τον κεντρικό της ρόλο. Και εδώ αρχίζει το πιο απαιτητικό σημείο της σκέψης. Το επίδικο μετατοπίζεται από την αλλαγή των συνθηκών μέσα στο ίδιο πλαίσιο στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το πλαίσιο συγκροτείται ως αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο.

Ετερονομία – Όταν ο κόσμος παρουσιάζεται ως μονόδρομος

Η έννοια της ετερονομίας αφορά κάτι βαθύτερο από τη διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που εξουσιάζουν και σε αυτούς που εξουσιάζονται. Αυτή η διάσταση αγγίζει μόνο την επιφάνεια του ζητήματος. Η ετερονομία περιγράφει μια συνθήκη μέσα στην οποία ο κόσμος, οι θεσμοί του και οι σημασίες του βιώνονται ως δεδομένα. Εμφανίζονται ως αυτονόητα, ως αδιαμφισβήτητα, ως στοιχεία που βρίσκονται έξω από το πεδίο της σκέψης και της αμφισβήτησης. Ο φόβος, η σιωπή, η ανάθεση και η ιδεολογική κανονικοποίηση συγκροτούν τους τρόπους με τους οποίους αυτή η συνθήκη γίνεται εμπειρία και καθημερινότητα. Αποτελούν τις μορφές μέσα από τις οποίες η ετερονομία βιώνεται, σταθεροποιείται και αναπαράγεται στον χρόνο.

Σε έναν ετερόνομο κόσμο, οι άνθρωποι εκφράζουν τη σχέση τους με την εξουσία μέσα από φράσεις όπως «έτσι είναι τα πράγματα». Η εμπειρία της επιβολής μετασχηματίζεται σε αίσθηση φυσικότητας. Η εξουσία λειτουργεί κυρίως στο επίπεδο του νοήματος. Έχει ήδη εγκατασταθεί εκεί. Οι θεσμοί εμφανίζονται ως αναγκαιότητες. Παρουσιάζονται ως μονόδρομοι παρά ως αποτελέσματα επιλογών ή συλλογικών αποφάσεων.

Στην ταινία, το εργοστάσιο λειτουργεί ως αυτονόητο πλαίσιο. Η σύγκρουση οργανώνεται γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του. Οι ρυθμοί, τα μπόνους, οι ποινές, οι διαπραγματεύσεις, όλα κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο που διατηρεί τη σταθερότητά του. Ακόμη και οι στιγμές αντίστασης εγγράφονται μέσα στα όρια που ορίζει το ίδιο το σύστημα.

Οι θεσμοί που εμφανίζονται ως φορείς προστασίας του εργάτη, όπως τα συνδικάτα, το κράτος και οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης, λειτουργούν ως μηχανισμοί διαχείρισης. Αναλαμβάνουν τη ρύθμιση της σύγκρουσης χωρίς μετατόπιση του θεμελίου της. Παράγουν καθησυχασμό, αναβολή, απορρόφηση των εντάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η ετερονομία διατηρείται και σταθεροποιείται μέσα στον χρόνο.

Το κρίσιμο σημείο αφορά τόσο το γεγονός της διαχείρισης της σύγκρουσης όσο και το περιεχόμενό της. Αυτό που τίθεται υπό διαχείριση είναι μια σχέση μέσα στην οποία η μία πλευρά διαθέτει θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα διεύθυνσης, ενώ η άλλη πλευρά έχει την ίδια της την επιβίωση δεμένη σε αυτή τη διεύθυνση. Εδώ βρίσκεται η ασυμμετρία. Πρόκειται για ανισότητα εξουσίας πάνω στον χρόνο, στον ρυθμό, στην ένταση και στο δικαίωμα να τεθεί ένα όριο. Ιδίως όταν αυτό το όριο αφορά την ασφάλεια, τον ρυθμό της εργασίας και την έκθεση σε κίνδυνο.

Κεντρικός μηχανισμός αυτής της συνθήκης είναι η ανάθεση. Η ανάθεση λειτουργεί ως πολιτική πρακτική και ταυτόχρονα ως τρόπος σκέψης. Σηματοδοτεί τη μεταφορά της δυνατότητας θέσμισης ερωτημάτων και ορίων σε θεσμούς, εκπροσώπους και ειδικούς. Η κοινωνία συνεχίζει να λειτουργεί, ενώ η αυτοθέσμιση υποχωρεί. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος που κινείται, αποφασίζει και ρυθμίζεται χωρίς τη συλλογική συμμετοχή εκείνων που τον βιώνουν. Αυτό το σχήμα αποτελεί στοιχείο της παρούσας εμπειρίας. Επανεμφανίζεται καθημερινά σε φράσεις όπως «έτσι είναι η αγορά», «αυτός είναι ο μόνος τρόπος», «τουλάχιστον υπάρχει δουλειά». Τέτοιες διατυπώσεις συμπυκνώνουν τη λογική της ετερονομίας. Περιγράφουν έναν κόσμο που εμφανίζεται ως ήδη αποφασισμένος και μια θέση υποκειμένου που οργανώνεται γύρω από την προσαρμογή σε αυτόν τον κόσμο.

Η ισχύς της ετερονομίας εντοπίζεται στη μετατροπή της αμφισβήτησης σε κάτι που βιώνεται ως αδιανόητο ή ως ένδειξη ανευθυνότητας. Όποιος θέτει το ερώτημα του πλαισίου εμφανίζεται ως ουτοπικός, αφελής ή επικίνδυνος. Με αυτόν τον τρόπο, η σκέψη περιορίζεται στο επίπεδο της δυνατότητας πριν ακόμη αποκτήσει λόγο.

Ταυτόχρονα, αυτός ο ετερόνομος κόσμος εμφανίζει αντιφάσεις, ρωγμές και στιγμές αστάθειας. Η κανονικότητα σε ορισμένες στιγμές τρεμοπαίζει. Εκεί αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πότε μια σύγκρουση αναδιανέμει βάρη στο εσωτερικό του ίδιου πλαισίου και πότε μετατοπίζει, έστω και ελάχιστα, το ίδιο το πλαίσιο. Δηλαδή, πότε ανοίγονται δυνατότητες αυτοθέσμισης και πότε η ανάθεση συνεχίζει να οργανώνει το πεδίο της συλλογικής ζωής.

Η ταινία φωτίζει και μια ακόμη διάσταση. Αυτή η κατάσταση αναπαράγεται μέσα από πολλαπλά επίπεδα. Παράγεται από τα πάνω και ταυτόχρονα από την καθημερινή μας συμμετοχή. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού απαιτεί να δούμε τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία διαπερνά τις ίδιες μας τις πρακτικές, λειτουργώντας μέσα από αυτές χωρίς την ανάγκη ρητής συναίνεσης.

Με ποιους τρόπους,όμως, συμβάλλουμε οι ίδιοι στην αναπαραγωγή αυτής της συνθήκης;

Το πρόβλημα της φαντασίας – Γιατί «δεν μπορούμε να σκεφτούμε αλλιώς»

Υπάρχει ένα σημείο στην ταινία όπου γίνεται ορατό ότι το διακύβευμα ξεπερνά την καταστολή ή την εκμετάλλευση. Αγγίζει κάτι βαθύτερο και πιο αθόρυβο: το όριο της φαντασίας. Πρόκειται για τη δυσκολία σύλληψης ενός άλλου κόσμου. Οι χαρακτήρες της ταινίας αντιλαμβάνονται την αδικία με απόλυτη καθαρότητα. Εκείνο που απουσιάζει είναι η δυνατότητα να συλλάβουν μια κοινωνία οργανωμένη έξω από αυτήν.

Στην ταινία κυριαρχεί η εμπειρία μιας ζωής δεμένης με το εργοστάσιο. Οι συγκρούσεις, οι διεκδικήσεις, ακόμη και οι εκρήξεις οργής κινούνται στο εσωτερικό του ίδιου πλαισίου. Το διακύβευμα τοποθετείται στους όρους του καθεστώτος της εργασίας. Μικρότερη πίεση, μεγαλύτερη ασφάλεια, δικαιότερη αμοιβή. Πρόκειται για υπαρκτά, αναγκαία και δίκαια αιτήματα, τα οποία αφήνουν όμως ανέγγιχτο το επίκεντρο.

Σε αυτό το σημείο, η αυτονομία αποκτά ένα ιδιαίτερο νόημα. Αφορά την απομάκρυνση από την ιδέα ενός έτοιμου σχεδίου κοινωνίας. Αφορά την αποστασιοποίηση από τη λογική του προγράμματος και της συνταγής. Αγγίζει κάτι πιο στοιχειώδες και ταυτόχρονα πιο απαιτητικό: την ικανότητα να αναγνωριστεί ότι αυτό που βιώνεται συγκροτεί ιστορική συνθήκη. Οι θεσμοί, οι ρυθμοί και οι λεγόμενες «αναγκαιότητες» εμφανίζονται ως ανθρώπινες δημιουργίες. Αυτή ακριβώς η αναγνώριση ανοίγει τον χώρο της αμφισβήτησης.

Η ταινία αποφεύγει την παρουσίαση λύσης. Αποφεύγει την προσφορά διεξόδου. Αυτή ακριβώς η επιλογή συγκροτεί την πολιτική της ισχύ. Μας φέρνει σε άμεση επαφή με το αδιέξοδο, χωρίς εξωραϊσμό. Μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε ότι η κρίση εκτείνεται πέρα από το οικονομικό και το θεσμικό επίπεδο και αγγίζει το φαντασιακό. Αφορά το πεδίο του δυνατού, το πεδίο του τι καθίσταται σκεπτόμενο. 

Η κριτική που αρθρώνει η ταινία, και που αποτελεί και το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας, στρέφεται προς τη συγκεκριμένη ιστορική θέσμιση της εργασίας ως μισθωτής σχέσης. Εστιάζει κυρίως στην ανάδειξή της σε κεντρική κοινωνική σημασία. Το κρίσιμο σημείο εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η μισθωτή εργασία μετατρέπεται σε μοναδικό μέτρο αξίας, χρόνου και ύπαρξης. Μέσα από αυτή τη μετατροπή, η ζωή οργανώνεται ετερόνομα. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η εργασία προσφέρει και μορφές αξιοπρέπειας, συλλογικότητας, δεξιότητας. Το κρίσιμο ζήτημα αφορά τη μονοπώληση της νομιμοποίησης της αξιοπρέπειας. Ό,τι περνά μέσα από τη μισθωτή εργασία αναγνωρίζεται ως έγκυρο και άξιο. Ό,τι μένει έξω από αυτήν υποβαθμίζεται και αντιμετωπίζεται ως ύπαρξη μειωμένης αξίας, ως «μη-ζωή».

Ίσως, λοιπόν, το πιο απαιτητικό εγχείρημα αφορά να φανταστούμε μια ζωή που μετατοπίζει την εργασία από το κέντρο των πάντων. Η σύγκρουση στο εσωτερικό του υπάρχοντος κόσμου παραμένει οικεία. Η σύλληψη ενός άλλου τρόπου ύπαρξης απαιτεί ρήξη με βαθιά εδραιωμένες σημασίες. Αυτό το ερώτημα, όσο άβολο κι αν μοιάζει, παραμένει αναπόφευκτο για κάθε σοβαρή συζήτηση περί αυτονομίας.

Σε αυτό το σημείο διακρίνονται τουλάχιστον δύο επίπεδα σύγκρουσης. Το πρώτο επίπεδο αφορά αγώνες γύρω από τους όρους της εργασίας: ασφάλεια, μισθό, χρόνο, δικαιώματα. Πρόκειται για αναγκαίους αγώνες, καθώς περιορίζουν άμεσα τη φθορά και την καταστροφή. Το δεύτερο επίπεδο αφορά αγώνες γύρω από το νόημα και την κεντρικότητα της εργασίας. Εδώ το διακύβευμα μετατοπίζεται προς την απο-κέντρωση. Ανοίγει ο δρόμος για χρόνο αποδεσμευμένο από την παραγωγικότητα, για αναδιανομή της φροντίδας, για συλλογικές μορφές ζωής που υπερβαίνουν τη μισθωτή σχέση ως αποκλειστικό πέρασμα. 

Αυτά τα δύο επίπεδα συνυπάρχουν σε διαρκή ένταση. Οι αγώνες για όρους δημιουργούν ανάσες και υλικά περιθώρια. Οι αγώνες για το νόημα ανοίγουν προοπτικές μετασχηματισμού. Χωρίς τη δεύτερη διάσταση, η πρώτη τείνει να επανεμφανίζεται ως καθαρή διαχείριση. Με τη δεύτερη παρούσα, η σύγκρουση αποκτά βάθος και ιστορικό ορίζοντα.

Συνενοχή χωρίς ενοχή – Η καθημερινή αναπαραγωγή της εξουσίας

Για να κατανοήσουμε τη διατήρηση ενός ετερόνομου κόσμου, χρειάζεται μια μετατόπιση του βλέμματος. Το επίκεντρο περνά από το ερώτημα «ποιος φταίει» στο ερώτημα «πώς λειτουργεί». Αυτή η μετατόπιση απομακρύνει την ηθικολογία και την απλή κατανομή ενοχών και ανοίγει τον χώρο της ανάλυσης. Σε αυτό το σημείο, η διάκριση ανάμεσα στην ενοχή και τη συνενοχή αποκτά καθοριστική σημασία.

Η ενοχή συνδέεται με συγκεκριμένες πράξεις. Η συνενοχή συνδέεται με σχέσεις. Συγκροτείται μέσα από την καθημερινή συμμετοχή σε πρακτικές που αναπαράγουν ένα σύστημα, ακόμη και όταν αυτό το σύστημα απορρίπτεται σε επίπεδο λόγου. Πρόκειται για αποτέλεσμα μάθησης και κοινωνικοποίησης μέσα σε έναν κόσμο που διδάσκει τρόπους λειτουργίας και προσαρμογής. Η συνενοχή προκύπτει από το γεγονός ότι η ζωή εξελίσσεται μέσα σε συγκεκριμένες δομές, οι οποίες διαμορφώνουν συμπεριφορές και στάσεις.

Για να αποφευχθεί η μετατροπή της έννοιας της «συνενοχής» σε γενικευμένη ενοχοποίηση, απαιτούνται σαφείς διακρίσεις. Πρώτον, η αναγκαστική συμμετοχή. Εδώ η πράξη υπαγορεύεται από την ανάγκη επιβίωσης. Η συμμετοχή αυτή αποτελεί συνθήκη ζωής και όχι πολιτική επιλογή. Δεύτερον, η στρατηγική προσαρμογή. Η σιωπή ή η υποχώρηση λειτουργούν ως τρόποι μείωσης του ρίσκου. Πρόκειται για πρακτικές με κόστος, οι οποίες όμως δεν ταυτίζονται με αποδοχή ή εσωτερίκευση της κανονικότητας. Τρίτον, η ενεργή αναπαραγωγή. Σε αυτό το επίπεδο, η κανονικότητα μετατρέπεται σε κανόνα που επιβάλλεται και σε άλλους. Φράσεις όπως «μην κάνεις φασαρία» ή «έτσι είναι τα πράγματα» λειτουργούν ως μηχανισμοί πειθαρχίας. Η ανάθεση παρουσιάζεται ως υπευθυνότητα και η απειθαρχία στιγματίζεται ως ανευθυνότητα. Η κριτική που μας απασχολεί εστιάζει κυρίως σε αυτό το τρίτο επίπεδο. Εκεί όπου η ετερονομία παύει να βιώνεται μόνο ως εξωτερικός περιορισμός και αρχίζει να λειτουργεί ως εσωτερικευμένη πρακτική αναπαραγωγής του ίδιου του καθεστώτος.

Στην ταινία, ο Λουλού πειθαρχείται μέσα από πολλαπλά επίπεδα. Οι απειλές των αφεντικών και ο φόβος της απόλυσης αποτελούν μόνο μία διάσταση. Ταυτόχρονα, αναλαμβάνει ο ίδιος την πειθάρχηση του εαυτού του. Μαθαίνει να αντέχει, να επιταχύνει, να συγκρίνεται, να ανταγωνίζεται. Μαθαίνει να μετρά την αξία του με βάση την απόδοσή του. Αυτή η αυτοπειθάρχηση εμφανίζεται ως κοινωνικό προϊόν. Αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία εγκαθίσταται στο εσωτερικό των υποκειμένων.

Η καθημερινή αναπαραγωγή της εξουσίας δεν απαιτεί συνεχή καταστολή. Η συνήθεια, η κόπωση και ο φόβος της απώλειας αρκούν. Η σιωπή λειτουργεί ως βασικό εργαλείο. «Μην κάνεις φασαρία». «Μην ξεχωρίζεις». «Μην τα βάλεις με αυτούς που έχουν την εξουσία». Τέτοιες φράσεις λειτουργούν ως κανόνες κοινωνικοποίησης. Μέσα από αυτές μαθαίνουμε από νωρίς πώς να περιορίζουμε τις κινήσεις μας, τις λέξεις μας και τις προσδοκίες μας. Το γεγονός ότι η εξουσία διαπερνά τις καθημερινές πρακτικές συνυπάρχει με την ύπαρξη ενός επιπέδου κοινωνικής θέσμισης. Οι θεσμοί και οι κεντρικές σημασίες συγκροτούν ιστορικές δημιουργίες. Αποτελούν πεδία συλλογικής αμφισβήτησης και μετασχηματισμού.

Σε αυτό το σημείο η ταινία συνδέεται άμεσα με το εργοδοτικό έγκλημα που στάθηκε αφορμή για την προβολή. Η σιωπή, ο φόβος και η ανασφάλεια λειτουργούν ως δομικά στοιχεία. Αποτελούν προϋποθέσεις. Η θανατηφόρα δυναμική προκύπτει από τη μηχανή, από την απουσία μέτρων ασφαλείας και ταυτόχρονα από έναν κόσμο που καθιστά επικίνδυνη την έκφραση, την άρνηση, τη διακοπή της ροής της «κανονικότητας». Ο κίνδυνος γεννιέται μέσα σε συνθήκες όπου η ομιλία, η αντίρρηση και η παύση βιώνονται ως απειλή. Η αναγνώριση της συνενοχής χωρίς ενοχοποίηση λειτουργεί ως διεύρυνση του πεδίου της ευθύνης. Η ευθύνη αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Αγκαλιάζει το σύνολο των σχέσεων μέσα στις οποίες οργανώνεται η καθημερινή ζωή. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να υπάρχουμε, να προσαρμοζόμαστε, να αναπαράγουμε σημασίες χωρίς να τις θέτουμε σε ερώτηση. Η ευθύνη για το έγκλημα παραμένει συγκεκριμένη, ταξικά εντοπισμένη και βαθιά ασύμμετρη. Η συνενοχή αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας κόσμος συνεχίζει να λειτουργεί αδιάλειπτα, χωρίς ρήξη και χωρίς διακοπή.

Για να αποκτήσει η έννοια της συνενοχής καθαρότητα, χρειάζεται να κρατηθούν μαζί δύο διαστάσεις. Πρώτον, η ευθύνη για τη βλάβη και τον θάνατο παραμένει συγκεκριμένη και ασύμμετρη. Αφορά εκείνους που διαθέτουν δικαίωμα εντολής, καθορίζουν ρυθμούς, περικόπτουν μέτρα, αποδέχονται τον κίνδυνο ως κόστος και λειτουργούν μέσα σε καθεστώς θεσμικής ανοχής. Δεύτερον, η αναπαραγωγή της κανονικότητας διαχέεται σε όλο το κοινωνικό σώμα με άνισους τρόπους. Άλλο η σιωπή ως όρος επιβίωσης και άλλο η επιβολή της σιωπής ως κανόνα στους άλλους. Η έννοια της συνενοχής αποκτά σημασία όταν φωτίζει το σημείο στο οποίο η ανάγκη μετασχηματίζεται σε κανονιστική επιβολή. Εκεί όπου η προσαρμογή παρουσιάζεται ως ρεαλισμός και μετατρέπεται σε μικρή εξουσία πάνω στους διπλανούς. Εκεί ακριβώς αναπαράγεται ο κόσμος που καθιστά τον κίνδυνο κανονικότητα.

Και αυτό μας φέρνει στο τελευταίο αλλά ίσως πιο κρίσιμο ερώτημα: αν η εξουσία αναπαράγεται τόσο βαθιά μέσα στην καθημερινότητα τότε τι μπορεί να σημαίνει ρήξη; Όχι ως σύνθημα ή ως στιγμή έκρηξης αλλά ως μετασχηματισμός του ίδιου του τρόπου που σκεφτόμαστε και ζούμε.

Αυτονομία – Όχι λύση, αλλά ερώτημα

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε έναν συχνό πειρασμό: τη μετατροπή της αυτονομίας σε έτοιμη απάντηση. Τη φαντασίωσή της ως πρόγραμμα, ως μοντέλο κοινωνίας, ως σύνολο λύσεων προς άμεση εφαρμογή. Μια τέτοια προσέγγιση απομακρύνει την αυτονομία από τον ίδιο της τον πυρήνα.

Η αυτονομία συγκροτείται ως διαδικασία. Εμφανίζεται ως κίνηση και όχι ως εγκατεστημένη κατάσταση. Παίρνει μορφή μέσα από τη συνεχή πράξη της αμφισβήτησης. Σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία μια κοινωνία, μαζί με τα άτομα που τη συγκροτούν, αναγνωρίζει ότι οι θεσμοί της, οι κανόνες της και οι σημασίες που οργανώνουν τη ζωή της αποτελούν δικές της δημιουργίες. Αυτές οι δημιουργίες αναγνωρίζονται ως προϊόν ανθρώπινης πράξης και όχι ως αποτέλεσμα φύσης, ιστορικής αναγκαιότητας ή υπερβατικού νοήματος. Ακριβώς γι’ αυτό καθίστανται αντικείμενα ερώτησης.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αυτονομίας. Η ικανότητα μιας κοινωνίας να αυτοθεσμίζεται έχοντας επίγνωση αυτής της πράξης. Η δυνατότητα να θέτει η ίδια τα όριά της, χωρίς να τα αποδίδει σε εξωτερικές αρχές. Πρόκειται για μια μετατόπιση από την αποδοχή των κανόνων ως δεδομένων προς τη συνειδητή ανάληψη της ευθύνης της θέσμισής τους. Η κατάργηση αφορά την ψευδαίσθηση του δεδομένου και όχι την ύπαρξη κανόνων καθαυτή.

Τι σημαίνει αυτή η προοπτική για την εργασία; Το ερώτημα ξεπερνά τη βελτίωση των συνθηκών της. Οι βελτιώσεις παραμένουν αναγκαίες και ουσιαστικές αλλά αφήνουν άθικτη την κεντρικότητα της εργασίας ως κοινωνικής σημασίας. Η αυτονομιακή προοπτική ανοίγει ένα πιο ριζικό πεδίο προβληματισμού. Για ποιον λόγο το εργασιακό καθεστώς οργανώνει τον χρόνο, την ταυτότητα και την αξία μας; Για ποιον λόγο αποτελεί το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ζωή;

Η αυτονομία προσεγγίζει αυτό το ερώτημα με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αντί για άμεση απάντηση, προτείνει κάτι πιο απαιτητικό: τη διατήρησή του ως ανοιχτού. Προτείνει μια στάση που αρνείται την αποδοχή του «έτσι είναι τα πράγματα». Δημιουργεί χώρο για την εμφάνιση ρωγμών μέσα στην κανονικότητα. Ρωγμών μέσα από τις οποίες μπορούν να αναδυθούν άλλες μορφές σχέσεων, άλλες ιεραρχήσεις αναγκών, άλλοι τρόποι χρήσης του χρόνου. Η διατήρηση του ερωτήματος ανοιχτού συνιστά ενεργή στάση. Παίρνει τη μορφή μικρών, αναστρέψιμων δοκιμών αυτοθέσμισης. Εκδηλώνεται μέσα από συλλογικές αποφάσεις, μέσα από τη μείωση της ανάθεσης, μέσα από τη διεκδίκηση χρόνου, μέσα από τη δημιουργία θεσμών από τα κάτω που παραμένουν ανοιχτοί στην αλλαγή και την ανάκληση.

Σε αυτό το σημείο απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η διατήρηση του ερωτήματος της αυτονομίας ανοιχτού συνδέεται με συγκεκριμένες πρακτικές και όχι με κάθε μορφή άρνησης. Η ατομική αποχώρηση αποτελεί μία πιθανή εμπειρία ανακούφισης ή αναγκαιότητας για ορισμένους ανθρώπους, ενώ χωρίς συλλογικές μορφές αυτοθέσμισης συχνά μετατρέπεται σε ιδιωτική λύση στο εσωτερικό του ίδιου κόσμου. Η ηθική καθαρότητα οδηγεί σε έναν νέο καταναγκασμό, σε μια νέα μορφή ετερονομίας, όταν η ζωή μετριέται με όρους προσωπικής καθαρότητας μέσα σε ένα σύνθετο και αντιφατικό πεδίο. Η αισθητική άρνηση, το ριζοσπαστικό ύφος, η σωστή γλώσσα ή οι τελετουργίες διαφοροποίησης συχνά λειτουργούν ως υποκατάστατα πολιτικής πράξης, παράγοντας αίσθηση ρήξης χωρίς μετατόπιση σχέσεων εξουσίας ή συγκρότηση ανακλητών θεσμών και συλλογικής ικανότητας απόφασης. Αν η αυτονομία αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, αυτό εντοπίζεται πρωτίστως στη συλλογική δυνατότητα θέσμισης και μεταβολής κανόνων. Εντοπίζεται στην ανάληψη του κόστους αυτής της πράξης και στη ρήξη με τη λογική της ανάθεσης, είτε αυτή απευθύνεται σε ειδικούς είτε μεταμφιέζεται σε ιδιωτική λύση.

Αυτές οι ρωγμές εμφανίζονται χωρίς μεγαλοπρέπεια και χωρίς καθαρότητα. Παίρνουν τη μορφή συλλογικών πρακτικών που απομακρύνονται από τη λογική της ανάθεσης. Παίρνουν τη μορφή στιγμών αποστασιοποίησης από την κανονικότητα. Παίρνουν τη μορφή διεκδίκησης χρόνου που ξεφεύγει από τα παραγωγικά μέτρα. Αυτές οι κινήσεις λειτουργούν ως ενδείξεις. Φανερώνουν ότι ο υπάρχων κόσμος διαθέτει ανοίγματα και ασυνέχειες.

Η αυτονομία, όπως αναδύεται και μέσα από την ταινία, αποκτά χαρακτήρα απαίτησης ευθύνης. Απευθύνεται σε εμάς ως κάλεσμα ανάληψης του βάρους μιας κρίσιμης παραδοχής: ο κόσμος συγκροτείται ως ανθρώπινη δημιουργία. Από αυτή την παραδοχή προκύπτει και μια υποχρέωση. Η στάση της απόκρυψης πίσω από τη μοίρα, την ανάγκη ή την αναγκαιότητα χάνει τη νομιμοποίησή της.

Η αυτονομία υπερβαίνει το άνοιγμα ενός ερωτήματος ή μια απλή μετατόπιση της σκέψης. Συγκροτείται ως συγκρουσιακή διαδικασία. Παίρνει μορφή μέσα από την αμφισβήτηση θεσμών και σημασιών που οργανώνουν την καθημερινή ζωή. Αυτή η διαδικασία συνοδεύεται από κόστος, από αποτυχίες και από πραγματικούς κινδύνους. Η αυτονομία κινείται έξω από τη λογική της ασφάλειας. Διαλύει την ψευδαίσθησή της.

Με αυτό το ερώτημα, ως ανοιχτή πρόκληση και όχι ως απάντηση, μπορούμε να περάσουμε στο τελευταίο μέρος. Στο άνοιγμα της συζήτησης.

Συζήτηση

Η ταινία μάς αφήνει μέσα σε μια ένταση. Αυτή η ένταση αποτελεί μέρος της πολιτικής της δύναμης. Η γρήγορη μετατροπή της σε συμπέρασμα ή σύνθημα αφαιρεί κάτι ουσιώδες. Το ζητούμενο μετατοπίζεται αλλού. Στην εμπειρία του να φεύγουμε με ερωτήματα που αποκτούν βάρος. Με ερωτήματα που αρχίζουν να μας συνοδεύουν.

Σε αυτό το πνεύμα, η συζήτηση μπορεί να κινηθεί γύρω από ερωτήματα όπως:

  • Πού συναντάμε σήμερα την κανονικότητα που παρουσιάζεται ως αυτονόητη;
  • Σε ποιες στιγμές της ζωής εμφανίζεται η αίσθηση του μονόδρομου;
  • Πώς μπορεί να αρχίσει, έστω δειλά, η αμφισβήτηση του τρόπου οργάνωσης του χρόνου, των σχέσεων και των αναγκών μας;

Αυτά τα ερωτήματα ζητούν κάτι συγκεκριμένο. Ζητούν σκέψη. Ζητούν αντοχή στην αβεβαιότητα που γεννά η αμφισβήτηση. Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο απαιτητικό και ταυτόχρονα το πιο ουσιαστικό βήμα προς την αυτονομία: η παραμονή μέσα στο ερώτημα, η άρνηση του εύκολου κλεισίματος, η αποδοχή της ευθύνης που γεννά η σκέψη όταν παύει να ζητά καταφύγιο.

Ακολουθήστε την ομάδα προβολών CinéTRISÉ και τις δράσεις της:

> ΕΔΩ: https://www.facebook.com/cine.trise

> ΚΑΙ ΕΔΩ https://www.instagram.com/cine.trise

Αφήστε ένα σχόλιο