Κλιματική αλλαγή, αύξηση των μολυσματικών ασθενειών & πανδημίες

0

Του Abrahm Lustgarten. Εξαφάνιση των μεγάλων θηλαστικών, ιοί των τρωκτικών, αποψίλωση-βίαιη αλλαγή χρήσης της γης, υπερθέρμανση και επανεμφάνιση αρχαίων, παγωμένων μέχρι πρότινος, ιών. Ένα νέο αναδυόμενο νόσημα εμφανίζεται 5 φορές τον χρόνο ενώ ο ιός της γρίπης απειλεί να επανέλθει σφοδρότερος. Και μέσα σε όλα, μία αναχαίτιση επιστημονικής έρευνας του ’18 στην Κίνα που προειδοποιούσε για την πανδημία. Δεν είναι ταινία, είναι η Γη μας το 2020:

Οι ολέθριες απώλειες της βιοποικιλότητας, η ανεύθυνη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και οι αυξανόμενες θερμοκρασίες επέτρεψαν στον ιό να εξαπλωθεί παντού. Το να αγνοήσουμε τη σύνδεση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και πανδημίας θα ήταν μία «επικίνδυνη ψευδαίσθηση».

Οι επιστήμονες που μελετούν το πώς εμφανίζονται οι μεταδιδόμενες ασθένειες σε ένα ευμετάβλητο περιβάλλον ήξεραν ότι θα ερχόταν αυτή η στιγμή. Η κλιματική αλλαγή κάνει το ξέσπασμα ασθενειών περισσότερο συνηθισμένο και περισσότερο επικίνδυνο. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός των αναδυόμενων μεταδιδόμενων νοσημάτων —ειδικά των κορονοϊών και άλλων νοσημάτων του αναπνευστικού, που πιθανότατα προέρχονται από νυχτερίδες και πτηνά— έχει εκτιναχθεί. Ένα νέο αναδυόμενο νόσημα εμφανίζεται πέντε φορές τον χρόνο. Μία έρευνα εκτιμά ότι υπάρχουν πάνω από 3,200 είδη κορονοϊού στις νυχτερίδες, έτοιμα να μολύνουν τον άνθρωπο με την πρώτη ευκαιρία.

Οι ασθένειες βρίσκονταν πάντα εκεί, θαμμένες βαθιά σε άγρια και απομακρυσμένα μέρη, μακριά από ανθρώπους. Αλλά, μέχρι τώρα, τα συστήματα φυσικής άμυνας του πλανήτη ήταν καλύτερα στη μάχη κατά των ιών.

Σήμερα, με την αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας καταρρέουν αυτά τα αμυντικά συστήματα, προκαλώντας ολέθριες απώλειες στη βιοποικιλότητα. Και όταν συνδυάζεται με ριψοκίνδυνη αποψίλωση και επιθετική μετατροπή του φυσικού τοπίου για χάρη της οικονομικής ανάπτυξης, μετατοπίζει τις φάρμες και τους ανθρώπους κοντύτερα στην άγρια φύση και ανοίγει τις πύλες για την εξάπλωση ασθενειών.

Ο Άαρον Μπέρνστιν, προσωρινός διευθυντής του κέντρου CChange για το Κλίμα, την Υγεία, και το Παγκόσμιο Περιβάλλον στη σχολή δημόσιας υγείας T.H. Chan του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δήλωσε πώς όταν αγνοούμε πώς η κλιματική αλλαγή και η ταχεία χωροταξική ανάπτυξη μειώνουν τις περιοχές [ζωής] των ζώων που κουβαλούν αυτές τις ασθένειες, είναι σαν να παίζουμε ρωσική ρουλέτα: «Η φύση προσπαθεί να μας πει κάτι».

Οι επιστήμονες δεν έχουν δηλώσει ότι η κλιματική αλλαγή έπαιξε άμεσο ρόλο στην εμφάνιση του COVID-19. Παρ’ όλο που πιστεύεται ότι ο ιός προέρχεται από ένα είδος τρανορινόλοφης νυχτερίδας [horseshoe bat], της οποίας το γένος ζει στα δάση του πλανήτη εδώ και 40 εκατομμύρια χρόνια και ακμάζει στις απόμακρες ζούγκλες της νότιας Κίνας, ακόμη κι αυτή η σύνδεση παραμένει αβέβαιη. Παρ’ όλα αυτά, ερευνητές μελετούν τους κορονοϊούς της νότιας Κίνας εδώ και χρόνια και έχουν προειδοποιήσει ότι η ταχεία κλιματική και περιβαλλοντική αλλαγή στην περιοχή ­­—σε σχέση και με την απώλεια της βιοποικιλότητας και με την καταπάτηση της άγριας φύσης από τον πολιτισμό— επρόκειτο να βοηθήσει τους νέους ιούς να μεταπηδήσουν από τα ζώα στον άνθρωπο.

Τρεις είναι οι τρόποι με τους οποίους το κλίμα επιδρά στα μεταδοτικά νοσήματα. Περίπου το 60% των νέων παθογόνων ιών προέρχονται από ζώα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών [των ζώων] που πιέζονται από τη μείωση της βιοποικιλότητας, και περίπου το ένα τρίτο μπορεί να αποδοθεί άμεσα στις αλλαγές που προκλήθηκαν από ανθρώπινη δραστηριότητα: αποψίλωση, γεωργία, ανάπτυξη ή εξόρυξη πόρων σε περιβάλλοντα που προηγουμένως ήταν παρθένα. Τα λοιμώδη νοσήματα —όπως αυτά που φορείς τους είναι κουνούπια και ψύλλοι, και μεταφέρονται στο αίμα των ασθενών— έχουν επίσης αυξηθεί, καθώς ο θερμότερος καιρός και oι απρόβλεπτες βροχοπτώσεις καθιστούν περισσότερες περιοχές του πλανήτη ευάλωτες σε μολύνσεις. Η κλιματική αλλαγή επαναφέρει ακόμα και πανάρχαιους ιούς στη ζωή, ξεπαγώνοντας μολύνσεις όπως ο ιός του άνθρακα που βρέθηκε σε έναν παγωμένο τάρανδο το 2016 [1], οι οποίοι μπορούν να εξαπλωθούν από τον Αρκτικό Κύκλο και να μας στοιχειώσουν.

Η πανδημία του COVID-19, επομένως, ακόμη και ενόσω ξεδιπλώνεται μπροστά μας ως μία επείγουσα κρίση, μας προσφέρει ένα σημαντικότερο μάθημα. Δείχνει, σε πραγματικό χρόνο, την τεράστια και αδιαμφισβήτητη δύναμη που έχει η φύση πάνω στον σύγχρονο πολιτισμό και την πολιτική του. Αυτό και μόνο μπορεί να κάνει την πανδημία να αποτελέσει έναν πρόλογο ευρύτερων και καταστροφικότερων αλλαγών. Κάνει, όμως, ξεκάθαρο και το ότι η κλιματική πολιτική σήμερα είναι αδιαχώριστη από τις προσπάθειες να αποφευχθεί μία νέα πανδημία. Όπως το έθεσε ο Μπέρνστιν, η ιδέα ότι το κλίμα, η υγεία και η περιβαλλοντική πολιτική μπορεί να μην συνδέονται είναι μία «επικίνδυνη ψευδαίσθηση».

Η υπερθέρμανση αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της μεγαλύτερης –και ταχύτερης– απώλειας της βιοποικιλότητας στην ιστορία του πλανήτη∙ τα διαρκώς μεταβαλλόμενα κλιματικά μοτίβα αναγκάζουν τα ζωικά είδη να αλλάζουν περιβάλλοντα, τα ωθούν σε νέες περιοχές ή απειλούν τις προμήθειες φαγητού και νερού στις οποίες βασίζονται για επιβίωση. Η βιοποικιλότητα αποτελεί στοιχείο κριτικής σημασίας, καθώς η φυσική ποικιλία χλωρίδας και πανίδας παρέχει σε κάθε είδος μεγαλύτερη αντοχή απέναντι σε απειλές. Ως μέρος του οικοσυστήματος, προσφέρει ένα προσεκτικά εναρμονισμένο δίχτυ προστασίας σε κάθε κομμάτι του συστήματος αυτού. Όσο η βιοποικιλότητα εξαφανίζεται, τόσο διαταράσσεται αυτή η ισορροπία, και τα εναπομένοντα είδη γίνονται και περισσότερο ευάλωτα στην ανθρώπινη επιρροή και –σύμφωνα με μία έρευνα ορόσημο του 2010 του επιστημονικό περιοδικό Nature– περισσότερο πιθανά να μεταφέρουν επικίνδυνα παθογόνα.

Οι απώλειες αυτές εντείνονται από την ανελέητη πίεση που ασκεί η κοινωνία στα δάση και τις άγριες περιοχές του πλανήτη, στο κυνήγι της για ξυλεία, καλλιεργήσιμη γη και άλλους φυσικούς πόρους. Οι επιδημιολόγοι που μελετούν τις μολυσματικές ασθένειες στη Νότια Ασία έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ακόμα και φαινομενικά διαχειρίσιμες και σταδιακές αλλαγές –όπως η κατασκευή μίας κτηνοτροφικής μονάδας δίπλα σε ένα υπό κίνδυνο φυσικό δάσος– μπορεί να έχουν υπερμεγέθεις συνέπειες.

Σύμφωνα με το ινστιτούτο World Resources, μόνο το 15% των δασικών περιοχών του πλανήτη έχουν απομείνει ανέγγιχτες. Οι υπόλοιπες έχουν αποψιλωθεί, καταστραφεί ή σπαστεί σε κομμάτια, σε σημείο που τα οικοσυστήματα που βασίζονται σε αυτές να έχουν πλέον διαταραχθεί. Όσο τα δάση πεθαίνουν, και μαζί τους και τα φυσικά βοσκοτόπια και οι υγρότοποι, τόσο η βιοποικιλότητα μειώνεται δραματικά. Τα Ηνωμένα Έθνη προειδοποιούν ότι ο αριθμός των ειδών στον πλανήτη έχει ήδη μειωθεί κατά 20% και πως πάνω από ένα εκατομμύριο είδη ζώων και φυτών βρίσκονται αντιμέτωπα με εξαφάνιση.

Η απώλεια ειδών, σε κάποιες περιπτώσεις, έχει μεταφραστεί άμεσα στην αύξηση των μολυσματικών ασθενειών.

Οι Αμερικανοί έχουν ήδη βιώσει τις επιπτώσεις του φαινομένου, καθώς η βιοποικιλότητα των αποδημητικών πτηνών φθίνει όλο και περισσότερο και, ταυτόχρονα, έχει αυξηθεί ο κίνδυνος της εγκεφαλίτιδας που προκαλείται από τον ιό του Δυτικού Νείλου. Απ’ ό,τι φαίνεται, τα πτηνά-ξενιστές της ασθένειας είναι επίσης και εκείνα που καταφέρνουν να επιβιώνουν ανάμεσα στον απειλούμενό τους πληθυσμό. Αυτοί οι επιζώντες έχουν μεγαλύτερο δείκτη μετάδοσης σε κουνούπια και στον άνθρωπο.

Στο ίδιο μήκος κύματος, μία μελέτη που δημοσιεύτηκε [τον Απρίλη του 2020] στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the Royal Society B παραθέτει ότι, όσο τα μεγαλύτερα θηλαστικά υποφέρουν στα χέρια των κυνηγών, των υλοτόμων ή λόγω των μεταβαλλόμενων κλιματικών μοτίβων, τόσο περισσότερο ευδοκιμούν τα μικρότερα είδη: νυχτερίδες, αρουραίοι και άλλα είδη τρωκτικών, είτε επειδή είναι περισσότερο ανθεκτικά στις επιδεινωμένες περιβαλλοντικές συνθήκες είτε επειδή είναι περισσότερο ικανά να προσαρμοστούν στη ζωή με τον άνθρωπο. Αυτά τα μικρά πλάσματα, που βρίσκουν τροφή στους κάδους σκουπιδιών ή φτιάχνουν φωλιές στις μαρκίζες των κτιρίων, είναι αυτά τα οποία αποδεικνύονται τα περισσότερο προσαρμόσιμα στην ανθρώπινη παρέμβαση και τα οποία τυχαίνει να μεταδίδουν λοιμώδη νοσήματα. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι, μόνο τα τρωκτικά, είναι υπεύθυνα για περισσότερο από το 60% όλων των ασθενειών που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο.

Είναι δεδομένο ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες, η αύξηση των βροχοπτώσεων −φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή– και η απώλεια των θηρευτών του ζωικού βασιλείου θα έχουν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του προβλήματος των τρωκτικών, με καταστροφικές συνέπειες. Το 1999, για παράδειγμα, ορισμένες περιοχές στον Παναμά δέχτηκαν βροχόπτωση τρεις φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθως. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο πληθυσμός των αρουραίων τριπλασιάστηκε. Το ίδιο συνέβη και με τους ιούς που κουβαλούσαν, μαζί με τις πιθανότητές τους να μεταδοθούν στους ανθρώπους. Την ίδια χρονιά, μια θανατηφόρα πνευμονική νόσος, η οποία μεταδιδόταν μέσω του σάλιου, των κοπράνων και των ούρων των αρουραίων και των ποντικιών, που ονομάστηκε πνευμονικό σύνδρομο από τον ιό hanta, εμφανίστηκε στον Παναμά για πρώτη φορά, σύμφωνα με μία αναφορά στο επιστημονικό περιοδικό Emerging Infectious Diseases.

Συνέπειες για ένα είδος [ζώου] επιφέρουν τόσο οι καιρικές αλλαγές, όσο και η μεταβολή περιοχών σε φάρμες και πόλεις. Για την ακρίβεια, οι ερευνητές αποδίδουν το 30% των αναδυόμενων νοσημάτων σε αυτό το οποίο αποκαλούν «αλλαγή χρήσης της γης». Περισσότερο από το ένα τρίτο των εκτάσεων του πλανήτη και τρία τέταρτα όλου του πόσιμου νερού διατίθενται ήδη για την αγροκτηνοτροφική παραγωγή και αυτές είναι οι περιοχές στις οποίες οι μεταδοτικές ασθένειες εξαπλώνονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα.

Ένα παράδειγμα είναι το ξέσπασμα του ιού Νίπα το 1999 στη Μαλαισία∙ το πραγματικό γεγονός στο οποίο βασίστηκε η ταινία “Contagion”. Η ταχεία αποψίλωση των δασών στη χώρα για να χρησιμοποιηθούν εκτάσεις με σκοπό την καλλιέργεια φοινικόδεντρων, οδήγησε τις φρουτοφάγες νυχτερίδες στις παρυφές των αγροτικών περιοχών (διαφορετικοί ερευνητές υπέδειξαν και το ότι η κλιματική αλλαγή άλλαξε την πηγή τροφής των νυχτερίδων). Τα θηλαστικά κούρνιασαν δίπλα με σε μια κτηνοτροφική μονάδα χοίρων. Όπως έτρωγαν τα φρούτα πάνω στα κλαδιά, τους έπεφταν κομμάτια μέσα στα χοιροστάσια, μαζί με τα ούρα τους, και πιστεύεται ότι καταναλώθηκαν από τουλάχιστον ένα γουρούνι. Όταν το ζώο σφαγιάστηκε και πωλήθηκε στην αγορά, εικάζεται ότι ο ιός μεταδόθηκε από τον άνδρα που χειρίστηκε το κρέας. Περισσότεροι από 100 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Το Αμερικανικό Κέντρο για την Πρόληψη και Έλεγχο των ασθενειών (CDC) έχει δηλώσει πως τα τρία τέταρτα όλων των νέων ιών προέρχονται από τα ζώα. Ακόμα και το ξέσπασμα του ιού Έμπολα το 2014 στη Δυτική Αφρική πιστεύεται ότι ξεκίνησε όταν ένα αγόρι έσκαψε μέσα σε έναν κορμό δέντρου, μέσα στον οποίο έτυχε να κουρνιάζουν νυχτερίδες που κουβαλούσαν τον ιό.

Όπως αναφέρει και η Κριστίν Τζόνσον, αναπληρώτρια διευθύντρια του ινστιτούτου One Health, ενός διεπιστημονικού επιδημιολογικού προγράμματος στο Πανεπιστήμιο Ντέιβις της Καλιφόρνια, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της παγκόσμιας πολιτικής για την υγεία έχουν την υποχρέωση να κατανοήσουν πώς οι αλλαγές του κλίματος, του περιβάλλοντος και της χρήσης της γης οδηγούν στην ασθένεια. Σχεδόν κάθε σημαντική επιδημία, για την οποία γνωρίζουμε τις τελευταίες δεκαετίες –SARS, COVID-19, Έμπολα και Νίπα– προήλθε από άγρια ζώα που υπέμεναν ακραίες κλιματικές και περιβαλλοντικές αλλαγές και, ακόμα και τώρα, «δεν τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία», είπε. «Αυτό μας βάζει σε μία επικίνδυνη θέση».

Όταν οι νέες ασθένειες ξεχύνονται στο περιβάλλον, οι εναλλασσόμενες θερμοκρασίες και η βροχόπτωση αλλάζουν και το πώς οι ασθένειες αυτές εξαπλώνονται –και όχι προς το καλύτερο. Το ολοένα και θερμότερο κλίμα αυξάνει και το εύρος της περιοχής μέσα στο οποίο η ασθένεια μπορεί να βρει ξενιστές, ειδικά των ιών που μεταδίδονται από «φορείς»: κουνούπια και ψύλλοι που μεταφέρουν ένα παθογόνο από τον πρωταρχικό ξενιστή του σε ένα καινούριο θύμα.

Μία έρευνα στο επιστημονικό περιοδικό Nature, το 2008, βρήκε ότι περίπου το ένα τρίτο των αναδυόμενων λοιμώξεων, κατά την προηγούμενη δεκαετία, οφείλονταν σε τέτοιου είδους λοιμώδη νοσήματα και ότι οι αυξήσεις ήταν συνδεδεμένες με ασυνήθιστες αλλαγές του κλίματος. Ειδικά σε περιπτώσεις όπου έντομα –όπως κουνούπια-ξενιστές– αναζητούν θερμότερα κλίματα, η έρευνα αναφέρει ότι «η κλιματική αλλαγή ίσως είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από τις αναδυόμενες ασθένειες».

Ψύλλοι και κουνούπια ευημερούν, πλέον, σε μέρη όπου δεν είχαν εξορμήσει ποτέ ξανά. Μετακινούμενα βορειότερα, τα τροπικά είδη εντόμων φέρνουν μαζί τους επικίνδυνα παθογόνα. Ο Ζίκα ή ο ιός Τσικουνγκούνια –που διαδίδεται μέσω των κουνουπιών και το κύριο σύμπτωμά του είναι ο έντονος πόνος στις αρθρώσεις– κάποτε ήταν άγνωστοι στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και οι δύο μεταδόθηκαν σε τοπικό επίπεδο, χωρίς να έχουν μεταφερθεί εκεί από ταξιδιώτες, στο νότιο Τέξας και τη Φλόριντα τα τελευταία χρόνια.

Σύντομα, θα είναι σε θέση να εξαπλωθούν ακόμη βορειότερα. Σύμφωνα με έρευνα του 2019 στο ερευνητικό περιοδικό PLOS Neglected Tropical Diseases, τα κουνούπια, που είναι ενδιάμεσοι ξενιστές ασθενειών, θα έχουν τη δυνατότητα, μέχρι το 2050, να μολύνουν περισσότερα από 500 εκατομμύρια ανθρώπων από όσο μπορούν τώρα, συμπεριλαμβανομένων και περισσότερων από 55 εκατομμυρίων Αμερικανών. Το 2013 η ασθένεια του Δάγκειου πυρετού, που προσβάλλει σχεδόν 400 εκατομμύρια άτομα τον χρόνο, αλλά έχει συνδεθεί με τις φτωχότερες περιοχές της Αφρικής, μεταδόθηκε σε τοπικό επίπεδο στη Νέα Υόρκη για πρώτη φορά. «Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις του Δάγκειου πυρετού ίσως είναι πολύ χειρότερες από αυτές του COVID», είπε ο Σκοτ Γουίβερ, ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Λοιμώξεων και Ανοσίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Γκάλβεστον. «Είναι μία ασθένεια των φτωχότερων χωρών και γι’ αυτό δεν λαμβάνει την προσοχή που της αξίζει».

Η αλυσίδα των γεγονότων που εντέλει οδηγεί σε μία πανδημία μπορεί να είναι μακριά και δυσδιάκριτη, καθώς οδηγείται από αλλαγές στα οικοσυστήματα. Η έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου το 1999 στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, συνέβη αφότου ξηρασίες που οφείλονταν στην κλιματική αλλαγή μείωσαν την υδάτινη ροή ποταμών, δημιουργώντας λιμνάζοντα νερά στα οποία τα κουνούπια αναπαράγονταν ανενόχλητα. Η έλλειψη νερού είχε επίσης ως αποτέλεσμα τον θάνατο των θηρευτών τους –οι λιβελούλες και οι βάτραχοι, που βασίζονταν σε μεγαλύτερα σώματα υδάτων για την επιβίωσή τους, χάθηκαν.

Οι κορονοϊοί, όπως ο COVID-19, συνήθως δεν μεταφέρονται από έντονα καθώς δεν αφήνουν αρκετά κύτταρα-ξενιστές στο αίμα. Ένας στους πέντε ιούς, όμως, που μεταδίδεται από τα ζώα στον άνθρωπο μεταδίδεται μέσω εντόμων, όπως είπε ο Τζόνσον, από το Πανεπιστήμιο του Ντέιβις, το οποίο σημαίνει ότι είναι θέμα χρόνου άλλα τροπικά μεταδιδόμενα παθογόνα να μεταφερθούν από τους τροπικούς στις ΗΠΑ, τον Καναδά ή την Ευρώπη εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. «Το θερμότερο κλίμα θα προκαλέσει μεγαλύτερα προβλήματα τέτοιας φύσεως», είπε ο Τζόνσον, «και πιστεύω ότι κάποιες από αυτές τις περιοχές δεν είναι έτοιμες να τα αντιμετωπίσουν».

Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο το πώς οι ασθένειες μετακινούνται ανά την υφήλιο, αλλά θα επηρεάσει και το πόσο εύκολα αρρωσταίνουμε. Σύμφωνα με μία έρευνα του 2013 στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Currents Influenza, οι θερμοί χειμώνες αποτέλεσαν δείκτες πρόβλεψης για τις επόμενες σοβαρές περιόδους γρίπης τις αντίστοιχες χρονιές. Η προσωρινή ανάπαυλα τον πρώτο χρόνο, όπως αποδείχθηκε, χαμήλωσε τις φυσικές αντιστάσεις των ανθρώπων και μείωσε την «ανοσία της αγέλης», δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για τον ιό της γρίπης να επανέλθει σφοδρότερος.

Ακόμα και απότομες εναλλαγές από το ζεστό στο κρύο ή ξαφνικές καταιγίδες –ακριβώς όπως τα καιρικά μοτίβα που παρατηρούμε ήδη και οφείλονται στην κλιματική αλλαγή– αυξάνουν τις πιθανότητες ασθένειας στους ανθρώπους. Μία έρευνα στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Letters έκανε τη σύνδεση μεταξύ της καταστροφικής χρονιάς 2017-’18 για τη γρίπη, κατά την οποία καταγράφηκαν 79.000 θάνατοι, και των απρόβλεπτων εναλλαγών θερμοκρασίας και ακραίων καιρικών φαινομένων τον χειμώνα, την ίδια περίοδο κατά την οποία ένα κύμα από πλημμύρες και τυφώνες καταρράκωσε μεγάλο μέρος των ΗΠΑ. Εάν η κλιματική κρίση συνεχίσει να εξελίσσεται ανεμπόδιστα, έγραψαν οι συγγραφείς της έρευνας, τα νοσήματα του αναπνευστικού, όπως η γρίπη, θα αυξηθούν απότομα. Οι πιθανότητες μίας επιδημίας γρίπης στις μεγαλύτερες πόλεις της Αμερικής θα αυξηθεί κατά περίπου 50% αυτόν τον αιώνα, όπως και οι θάνατοι που σχετίζονται με επιπλοκές της της γρίπης.

«Αυτή τη στιγμή βασίζουμε σε ένα πολύ επικίνδυνο μονοπάτι», είπε ο Γουίβερ, από το Πανεπιστήμιο του Τέξας. «Οι αργές κινήσεις που έχουν γίνει για να ανασχεθεί η κλιματική αλλαγή έχουν καταστήσει αναπόφευκτη τη δραματική θέρμανση του πλανήτη και τις περιβαλλοντικές αλλαγές σε μεγάλη κλίματα και πιστεύω, επίσης, ότι μαζί με αυτές τις επιπτώσεις θα έρθει και η αύξηση των λοιμωδών νοσημάτων».

Δώδεκα μήνες πριν διαγνωσθεί το πρώτο κρούσμα του COVID-19, μία ομάδα επιδημιολόγων που συνεργαζόταν με την Υπηρεσία των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη στο πρόγραμμα PREDICT, ή αλλιώς Pandemic Influenza and other Emerging Threats, βρισκόταν στα βάθη της ζούγκλας της επαρχίας Γιουνάν, στη νότια Κίνα, κυνηγώντας αυτό που πίστευαν ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες απειλές στον σύγχρονο πολιτισμό: μία πηγή αναδυόμενων ιών. Κατά τη διάρκεια δεκαετούς έρευνας στην περιοχή, οι επιστήμονες είχαν παρατηρήσει ένα μοτίβο ασυνήθιστων ασθενειών που έπλητταν χωρικούς που ζούσαν σε απομακρυσμένα μέρη και χρησιμοποιούσαν γκουάνο, τα συσσωρευμένα περιττώματα νυχτερίδων ή πτηνών, ως λίπασμα και κάποιες φορές και ως φάρμακο. Οι ερευνητές εντόπισαν έναν μεγάλο αριθμό αγνώστων, αναδυόμενων ιών σε σπηλιές που κατοικούνταν από τρανορινόλοφες νυχτερίδες. Κάθε μία από αυτές θα μπορούσε να προκαλέσει μία πανδημία και να προκαλέσει ένα εκατομμύριο θανάτους. Το μόνο που έχει συγκρατήσει τους ιούς από το να ξεφύγουν από αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές και να μεταπηδήσουν στον γενικό πληθυσμό ήταν η τύχη∙ και μόνο η τύχη.

Η τύχη σύντομα δεν θα είναι πια με το μέρος μας, καθώς η Γιουνάν είναι σε διαδικασία ριζικών αλλαγών. Μικρές, γραφικές φάρμες, που καλλιεργούνται μόνο ως μέσο επιβίωσης, επισκιάζονται από, ταχύτατα κατασκευασμένες, ψηλές πολυκατοικίες και από τα δίκτυα τρένων υψηλής ταχύτητας, καθώς η επαρχία αναπτύχθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα που τροφοδοτήθηκε από δεκαετίες κινεζικής οικονομικής ανάπτυξης. Οι πόλεις εξαπλώθηκαν με ταχύτατο ρυθμό, παίρνοντας τη θέση δασικών εκτάσεων. Περισσότεροι άνθρωποι μετακόμισαν σε επαρχιακές περιοχές και το εμπόριο άγριων ζώων, κοινός τόπος σε απομακρυσμένα μέρη, γνώρισε άνθηση. Με κάθε νέο κάτοικο και κάθε πεσμένο δέντρο μειωνόταν και το φυσικό περιβάλλον των νυχτερίδων, βάζοντας τους ιούς που αυτές κουβαλούσαν σε τροχιά σύγκρουσης με την ανθρωπότητα. Προς τα τέλη του 2018, οι επιδημιολόγοι ετοιμάζονταν για αυτό που ονομάζουν “spillover” [φαινόμενο της μετάδοσης από το ένα ζωικό είδος στο άλλο] ή για την ενδεχόμενη αποτυχία να περιορίσουν τον ιό σε τοπικό επίπεδο όσο μεταδίδεται από τις νυχτερίδες και τα χωριά της Γιουνάν στον υπόλοιπο κόσμο.

Στα τέλη του 2018, η κυβέρνηση Τραμπ σταμάτησε απότομα την παραπάνω έρευνα, ως μέρος μιας γενικευμένης προσπάθειας να διακόψει αμερικανικά προγράμματα στην Κίνα. Μαζί με την έρευνα, σταμάτησε και τις προσπάθειες να αναχαιτηθεί και μία πιθανή μετάδοση ενός νέου κορονοϊού. «Λάβαμε μία διαταγή παύσης και αναστολής», είπε ο Ντένις Κάρολ, που έχει ιδρύσει το πρόγραμμα PREDICT και έχει παίξει καθοριστικό ρόλο παγκοσμίως στην αντιμετώπιση των κινδύνων από τα αναδυόμενα νοσήματα.

Μέχρι το τέλος του 2019, η Υπηρεσία των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη είχε σταματήσει να χρηματοδοτεί το πρόγραμμα σε όλο τον κόσμο. Η Υπηρεσία δεν απάντησε σε μία εκτενή λίστα ερωτημάτων του ProPublica.

Πρόκειται για μία τεράστια απώλεια. Οι ερευνητές πίστευαν ότι στα πρόθυρα σημαντικών ανακαλύψεων, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν τα γονίδια των κορονοϊών που είχαν εξάγει από τις τρανορινόλοφες νυχτερίδες όσο πιο γρήγορα γίνεται και να ξεκινήσουν να φτιάχνουν εμβόλια. Ζητούσαν για χρόνια από τους αρμόδιους πολιτικούς να λάβουν πλήρως υπόψη τους τα ευρήματά τους για το πώς η χωροταξική ανάπτυξη και οι αλλαγές στο κλίμα ωθούσαν στην εξάπλωση ασθενειών, και πίστευαν ότι η έρευνά τους κυριολεκτικά θα μπορούσε να δώσει σε κυβερνήσεις έναν χάρτη για τα πιθανά επίκεντρα μιας επόμενης πανδημίας. Ήλπιζαν, επίσης, ότι το γενετικό υλικό που είχαν συγκεντρώσει θα οδηγούσε σε παραγωγή εμβολίου, όχι μόνο για μία θανατηφόρα παραλλαγή του COVID, αλλά ίσως να ήταν ικανό να αντιμετωπίσει μία ολόκληρη οικογένεια ιών – σαν μία αντιπυραυλική ασπίδα για τη βιόσφαιρα (για την ακρίβεια, η δουλειά που είχαν πραγματοποιήσει πάνω στο γονιδίωμα των ιών χρησιμοποιήθηκε για να ελέγξουν την αποτελεσματικότητα του ρεμντέσιβιρ, ενός πειραματικού φαρμάκου που αρχικές έρευνες έδειξαν ότι βοηθούσε ασθενείς με COVID-19).

Ο Κάρολ δήλωσε ότι το να γνωρίζουμε το γονιδίωμα των ιών μάς δίνει τη δυνατότητα να «μεταμορφώσουμε ριζικά τον τρόπο σκέψης μας σχετικά με μελλοντικές βιοϊατρικές παρεμβάσεις πριν την εμφάνιση ενός ιού». Ο στόχος του δεν ήταν μόνο να είναι έτοιμος να αντιδράσει σε μια πανδημία, αλλά να αλλάξει τον ίδιο τον ορισμό της ετοιμότητας.

Όμως, οι προσπάθειες του προγράμματος PREDICT στην Κίνα δεν προσέφεραν μόνο μία πιθανότητα να αποτραπεί η τωρινή πανδημία του COVID-19∙ αποτέλεσαν και μια ευκαιρία για να μελετηθεί πώς η κλιματική αλλαγή και η χωροταξική ανάπτυξη είναι οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από τη διάδοση λοιμωδών νοσημάτων.

Δυστυχώς, η έρευνα δεν κέρδισε έδαφος στην επίσημη πολιτεία. Το προσωπικό και οι σύμβουλοι του PREDICT είχαν ασκήσει πιέσεις στην κυβέρνηση των ΗΠΑ ώστε να λάβουν υπόψιν τους πώς οι περιβαλλοντικές και κλιματολογικές επιστήμες μπορούν να είναι κομμάτι της υγειονομικής πολιτικής και, έτσι, να είναι δυνατή η αποτροπή της μετάδοσης ασθενειών. Η κλιματική αλλαγή ήταν κομμάτι των παρουσιάσεων που το προσωπικό του προγράμματος παρουσίασε στο Κογκρέσο, σύμφωνα με τον Τζόνσον, του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Ντέιβις. Ο Τζόνσον είναι πλέον ο διευθυντής του PREDICT, το οποίο έλαβε παράταση προσωρινής χρηματοδότησης την περασμένη άνοιξη. Επίσης, μέχρι το 2016, η ηγεσία της ερευνητικής ομάδας Eco-Health Alliance στη Νέα Υόρκη –που εργάζονταν κάτω από την ομπρέλα του προγράμματος στη Γιουνάν– είχαν προσκληθεί αρκετές φορές στον Λευκό Οίκο σε συμβουλευτικό ρόλο σχετικά με τις παγκόσμιες υγειονομικές πολιτικές.

Η ομάδα δεν έχει επιστρέψει στο Λευκό Οίκο από τότε που εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ. «Δεν μας ακούει κανείς», είπε ο Πίτερ Ντάζακ, ο πρόεδρος της EcoHealth Alliance. Κανένας εκπρόσωπος του προέδρου δεν δέχτηκε να μας κάνει κάποιο σχετικό σχόλιο.

Μαζί με την αποκατάσταση της χρηματοδότησης για να συνεχίσει το έργο του, ο Ντάζακ ζητά μόνο ένα: να καταλάβουν οι πολίτες και η ηγεσία ότι η αύξηση των ασθενειών, όπως και η κλιματική κρίση, είναι ανθρωπογενές φαινόμενο. Στα δάση της Κίνας μπόρεσε να δει πέρα από την αποψίλωση και αναρωτήθηκε γιατί τα δάση κόβονται και ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει το κόστος αυτών των πράξεων. Τα μέταλλα για την κατασκευή του iPhone και το φοινικέλαιο για την παραγωγή τυποποιημένων προϊόντων είναι δύο μόνο από τις πρώτες ύλες που έρχονται κατευθείαν από πιθανά επίκεντρα πανδημίας στη Νότια Ασία και την Αφρική.

«Εθελοτυφλούμε μπροστά στο γεγονός ότι είναι η δικιά μας συμπεριφορά που προκαλεί αυτές τις αλλαγές», είπε. «Αγοράζουμε φτηνά προϊόντα από τη Walmart αλλά θα το πληρώσουμε ακριβότερα στο μέλλον, με την αύξηση των πανδημιών. Θα έπρεπε να συμβαίνει το ανάποδο».

[1] [ΣτΕ] Οι πάγοι που λιώνουν μπορεί να απελευθερώσουν αρχαίους ιούς


ΜετάφρασηΚατερίνα Δασκαλοπούλου

Βλέπε επίσης: Ο κορονοϊός & η ανάγκη για κοινωνική οικολογία

Αφήστε ένα σχόλιο

20 + seven =