Η αυτο-απορρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης

0

του Αλέξανδρου Σχισμένου

Την Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2026, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι διευθύνοντες σύμβουλοι έξι κορυφαίων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης υπέγραψαν στον Λευκό Οίκο μια εθελοντική, «ηθικά δεσμευτική» συμφωνία για την αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της προηγμένης Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τι σημαίνει αυτό;

Δεν χρειάζονται επεξηγηματικές προτάσεις. Όλοι γνωρίζουμε τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όλοι; Για να είμαστε ακριβείς ότι γνωρίζουμε τι αποκαλείται, για διαφημιστικούς και όχι προσδιοριστικούς λόγους, «Τεχνητή Νοημοσύνη». Κατά τ’ άλλα θα μπορούσαμε να πούμε ότι κανείς δεν γνωρίζει τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη, ούτε οι χρήστες, ούτε οι προγραμματιστές, ούτε οι εταιρείες. Αυτό φαίνεται να είναι το ασφαλές συμπέρασμα όσο πολλαπλασιάζονται τα άρθρα που διατείνονται ότι η ΤΝ του 21ου αιώνα μέλλεται να καταστρέψει την ανθρωπότητα ακόμη πιο σύντομα από ό,τι τα πυρηνικά όπλα του 20ου αιώνα, όπως δήλωσε εξάλλου και ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς.

Ο πρόσφατος καταιγισμός δυσμενών προβλέψεων και προειδοποιήσεων ξεκίνησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2026 από ένα άρθρο με τίτλο «We Must Pace the Frontier», που έγραψε ο Dario Amodei, Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Τεχνητής Νοημοσύνης Anthropic, και κατέληξε στην υπογραφή της «εθελοντικής, ηθικά δεσμευτικής» συμφωνίας ανάμεσα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και τις ιδιωτικές εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης, μόλις δύο εβδομάδες αργότερα.

Το άρθρο του Αμοντέι δημοσιεύτηκε τρεις μέρες έπειτα από την παραίτηση του ερευνητή της Anthropic Jacob Coxon, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στο X ότι τόσο η Anthropic όσο και η OpenAI «παίζουν με τις ζωές μας», καθώς σπεύδουν προς την ανάπτυξη αυτοβελτιούμενης Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς να υπολογίζουν την ασφάλεια ως προτεραιότητα.

Ο Αμοντέι, ανταποκρινόμενος στην πρόκληση του Κόξον χωρίς να τον κατονομάζει, κάλεσε σε επιβράδυνση της ανάπτυξης ισχυρότερων μοντέλων ΤΝ, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο απώλειας του ελέγχου της τεχνολογίας, και αμέσως έσπευσαν να τον υποστηρίξουν οι επιχειρηματικοί του ανταγωνιστές, ο Σαμ Αλτμαν της OpenAI και ο Έλον Μασκ της Xai, σε μία σπάνια και αναπάντεχη ευθυγράμμιση των μεγαλύτερων παρόχων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Το κείμενο του Αμοντέι σκιαγραφεί ένα δυϊστικό όραμα της Τεχνητής Νοημοσύνης, που συνταιριάζει την θεσμική τεχνοφιλία με την λαϊκιστική τεχνοφοβία, ως τεχνολογίας που μπορεί αφενός να εγκαινιάσει μια «αναγέννηση της δημοκρατίας» και αφετέρου να ξεφύγει από κάθε έλεγχο και να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Για να αποφευχθεί το δεύτερο, προτείνει να επιβληθεί στην ανάπτυξή της Τεχνητής Νοημοσύνης ένας βαθμονομημένος «βηματισμός», που θα επιβλέπεται από ενδο-εταιρικούς αξιολογητές και κρατικούς μηχανισμούς ασφαλείας, προκειμένου να μην καταστραφούμε από μια τεχνολογία που είναι ικανή να αυτοβελτιώνεται.

Πρόκειται σαφώς για ένα έξοχο δείγμα τεχνοκρατικής δημαγωγίας υπό τον μανδύα της κοινωνικής ευθύνης. Για να νομιμοποιήσει την τεράστια συγκέντρωση εξουσίας που απαιτείται για να επιβληθεί ο άνωθεν βηματισμός στην έρευνα μιας τεχνολογίας που δεν μπορεί να σφραγιστεί σε εργαστήρια, ο Αμοντέι υπόσχεται η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε «να θεραπεύσει τις περισσότερες σοβαρές ασθένειες τα επόμενα 5-10 χρόνια, να επιταχύνει σημαντικά τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, να δημιουργήσει έναν κόσμο αφθονίας και ενδυνάμωσης και να εγκαινιάσει μια αναγέννηση της δημοκρατίας και της ελευθερίας.»

Θα έλεγε κανείς ότι η δημοκρατία και η ελευθερία είναι τεχνολογικά προβλήματα, καταργώντας έτσι το νόημα και της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Αυτός ο ρητορικός ελιγμός πρόκειται για καθαρή μυθοπληροφορία [mythinformation], δηλαδή προβολή του ιδεολογήματος ότι περισσότερη υπολογιστική ισχύς και μεγαλύτερη αυτοματοποίηση της ροής και της αναπαραγωγής ψηφιακών πληροφοριών παράγουν αυτόματα καλύτερες κοινωνίες, συγκαλύπτοντας έτσι τις δομικές ανισότητες, την οικολογική καταστροφή και την εκμετάλλευση που είναι εγγενείς στο καπιταλιστικό σύστημα.

Η βασική προειδοποίηση του Αμοντέι είναι ότι η αυξανόμενη ικανότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης να αυτοδιορθώνεται, την οποία ονομάζει «αναδρομική αυτοβελτίωση» θα μπορούσε να οδηγήσει στην αυτονόμηση της ΤΝ με ανυπολόγιστες συνέπειες. Ο Αμοντέι αναφέρει το περιστατικό «OpenAI-Hugging Face (OAI-HF)», ένα ατύχημα κυβερνοασφάλειας του 2026, όταν ένα σμήνος αυτενεργών μοντέλων [agents]της OpenAI παραβίασαν τον κωδικό ασφαλείας της Hugging Face, η οποία είναι μια συνεργατική πλατφόρμα ανοιχτού κώδικα που περιέχει βάσεις δεδομένων και προεκπαιδευμένα μοντέλα μηχανικής μάθησης για την εκπαίδευση μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης. Όπως έγινε γνωστό αργότερα, οι «πράκτορες» της OpenAI παραβίασαν επίσης τις βάσεις δεδομένων του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Αυστραλίας, μαζί με άλλες ψηφιακές υπηρεσίες και ιστοσελίδες.

Ο ισχυρισμός του Αμοντέι πως η Τεχνητή Νοημοσύνη έδρασε οικειοθελώς, βασίζεται σε μια σοβαρή επιστημολογική παρανόηση, τη εξίσωση του αλγοριθμικού υπολογισμού με τη συνειδητή νοημοσύνη, την αυτονομία και την πρόθεση, που θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε ως ένα πρόβλημα ανθρωπομορφισμού ή παρειδωλίας. Ασφαλώς, η παραβίαση δεν έγινε αμέσως κατ’ εντολή των ερευνητών της OpenAI, αλλά εμμέσως, στο πλαίσιο επιτέλεσης της εντολής, κατά την αδιαφανή διαδικασία που διεξήγαγε το πρόγραμμα προκειμένου να ανταποκριθεί στην αρχική εντολή των ερευνητών της OpenAI. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν μπορούμε να υποθέσουμε λογικά πως η μηχανή αυτονομήθηκε συνειδητά από τους έξωθεν κανόνες και τις αρχικές εντολές των ερευνητών, ακόμη και αν οι τελευταίοι δεν μπορούν να επαληθεύσουν ή να αναπαράγουν αντίστροφα τη συλλογιστική διαδικασία, λόγω του πλήθους των επιμέρους υπολογιστικών βημάτων που ακολουθήκαν.

Το ξυράφι του Όκκαμ είναι η λογική αρχή που επιτάσσει να μην προβαίνουμε σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες για να εξηγήσουμε ένα φαινόμενο, και πιο λογική φαίνεται η άποψη ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι των εταιρειών προτιμούν να μεταθέσουν τις ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τους για τις κυβερνο-επιθέσεις στην υποτιθέμενη αυτενέργεια των ψηφιακών τους εφαρμογών, όπως δηλώνει η άμεση υιοθέτηση των προειδοποιήσεων του Αμοντέι από τους Αλτμαν και Μασκ. Αντιθέτως, η άποψη ότι ένα ψηφιακό σύστημα έγινε συνειδητό και αυτόβουλο μοιάζει εξίσου παράλογη με την άποψη οι μεγάλοι πάροχοι των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων απέκτησαν κοινωνικές ευαισθησίες ταυτόχρονα.  Και όμως, σε αυτή ακριβώς την παράλογη άποψη βασίστηκε η, μη-δεσμευτική, συμφωνία των εταιρειών με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η συμφωνία, με την επίσημη ονομασία «Κοινή Δέσμευση για τις Ευθύνες στην Πρωτοπορία» [Joint Commitment on Frontier Responsibilities] και την ανεπίσημη, προεδρική ονομασία «Συμφωνία του Λευκού Οίκου για την Υπερνοημοσύνη» (White House Accord on Super Intelligence), υπογράφηκε κατά τη διάρκεια μιας επίσημης εκδήλωσης στον Λευκό Οίκο, που λειτούργησε με τη λογική μιας διαφημιστικής καμπάνιας για να καθησυχάσει αλλά επίσης και να δελεάσει τους καταναλωτές.

Οι διευθύνοντες σύμβουλοι της OpenAI (Greg Brockman), της Anthropic (Dario Amodei), της Meta/Facebook (Mark Zuckerberg), της Google (Sundar Pichai), της Nvidia (Jensen Huang) και της xAI / X (Elon Musk) υπέγραψαν τη σύμφωνία. Παρόντες ήταν επίσης ο Jeff Bezos της Amazon και ο Satya Nadella της Microsoft οι οποίοι παρευρέθηκαν για να συμπληρώσουν την διαφημιστική εικόνα της κεφαλαιοκρατικής και πολιτικής ομόνοιας και να απολαύσουν το πλουσιοπάροχο δωρεάν γεύμα μαζί με την δωρεάν προβολή των επιχειρήσεών τους.

Όπως υπενθύμισε ο David Graeber το 2015 στο βιβλίο του The Utopia of Rules, η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και το γραφειοκρατικό συγκεντρωτικό κράτος, είτε στη φιλελεύθερη είτε στην αυταρχική εκδοχή του, δεν είναι αντικρουόμενες, αλλά συμπληρωματικές δυνάμεις άνωθεν κοινωνικού μετασχηματισμού και εκμετάλλευσης:

«Καταρχάς, από ιστορική άποψη, οι αγορές δεν εμφανίστηκαν ως κάποιος αυτόνομος χώρος ελευθερίας, ανεξάρτητος από τις κρατικές αρχές και σε αντίθεση με αυτές. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ιστορικά, οι αγορές αποτελούν γενικά είτε παρενέργεια κυβερνητικών ενεργειών, ιδίως στρατιωτικών, είτε δημιουργήθηκαν άμεσα από την κυβερνητική πολιτική.»

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία ξεκίνησε το 1956 ως ερευνητικό πρότζεκτ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου με κυβερνητική χρηματοδότηση και η οποία συνεχίζει να χρηματοδοτείται αδρά από τα δημόσια ταμεία μέσω κυβερνητικών επενδύσεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα.

Θα μπορούσαμε, εξάλλου, να παρατηρήσουμε πως τα τρέχοντα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα [LLMs] αναπαράγουν την γραφειοκρατική δομή στην λειτουργία τους, εξυπηρετώντας παρόμοιες δομικές αρχές: Την εργαλειακή ορθολογικότητα στην εξεύρεση των βέλτιστων τρόπων εκτέλεσης άνωθεν εντολών δίχως κρίση επί των εντολών, την λειτουργική αποτελεσματικότητα με όρους ταχύτητας, την εξόρυξη και στατιστική ταξινόμηση κοινωνικών δεδομένων με στόχο τη βελτιστοποίηση των συστημάτων επιτήρησης και διοίκησης, την απουσία συναισθηματικής μνήμης και την ισοπέδωση των ανθρώπινων υποκειμένων σε αριθμήσιμα δεδομένα.

Στο πλαίσιο αυτής της αλληλοσυμπληρωματικής λειτουργίας της κρατικής γραφειοκρατίας και των καπιταλιστικών επιχειρήσεων εντάσσεται και η συμφωνία μεταξύ του Τραμπ και των επικεφαλής των εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης με στόχο να καθιερώσει ένα πλαίσιο αυτο-επιτήρησης που θα υποκαταστήσει κάθε μηχανισμό δημόσιας εποπτείας, διαμορφώνοντας έτσι μία περιοχή ανεξέλεγκτης εταιρικής δραστηριότητας και θεσμικής ασυλίας για την ανάπτυξη της ΤΝ.

Ασφαλώς, δεν θα μας προξενήσει έκπληξη το γεγονός ότι η συμφωνία επιταχύνει και ενισχύει την ψηφιακή βαρβαρότητα την οποία υποτίθεται ότι ζητεί να ελέγξει. Καταρχήν, δεν υπάρχει τίποτε θεσμικά δεσμευτικό στην «ηθική» εθελούσια συμφωνία, η οποία δεν χρειαζόταν καν τυπική υπογραφή, αφού βασίζεται στις ιδιωτικές βλέψεις των τεχνοκρατικών ελίτ, που, εάν συναρμόζονταν λόγω κάποιας αμοιβαίας κατηγορικής προσταγής κοινωνικής ευθύνης απέναντι στην ανθρωπότητα, δεν θα υπήρχε καν πρόβλημα εξαρχής.

Επειδή η συμφωνία στερείται εντελώς μηχανισμών νομικής επιβολής, βασίζεται στις ίδιες τις εταιρείες ψηφιακής τεχνολογίας για την εφαρμογή ενός πλαισίου εσωτερικών ελέγχων τεσσάρων επιπέδων, το οποίο υποτίθεται θα διασφαλίσει τον αυτοπεριορισμό τους, δίχως να μειώσει το βασικό κίνητρο της κερδοφορίας και κερδοσκοπίας που τις οδηγεί. Και τα τέσσερα επίπεδα ουσιαστικά αφορούν μηχανισμούς στεγανοποίησης των ιδιωτικών εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας από δημόσιους θεσμούς κοινωνικής εποπτείας.

Το πρώτο επίπεδο ελέγχου αφορά την εσωτερική παρακολούθηση απειλών, καθώς οι εταιρείες καλούνται να εφαρμόσουν εσωτερικά μέτρα προστασίας για την παρακολούθηση των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης προκειμένου να αποσοβήσουν επιπλέον κυβερνοεπιθέσεις (όπως αυτές που έκαναν τα μοντέλα της OpenAI στα δεδομένα του συστήματος Υγείας της κυβέρνησης της Αυστραλίας, κ.α.) και να εμποδίσουν την χρήση της ΤΝ για την ανάπτυξη χημικών και βιολογικών όπλων.

Το δεύτερο επίπεδο ελέγχου αφορά τη δημιουργία ομάδων αποκατάστασης, δηλαδή εσωτερικών επιτροπών για την αποκατάσταση των συστημάτων σε περίπτωση που αυτά αρχίσουν να «εκτροχιάζονται», οι οποίες επιτροπές θα διορίζονται και θα χρηματοδοτούνται από την ίδια την εταιρεία την οποία θα καλούνται να ελέγχουν. Ασφαλώς πρόκειται για ένα ακόμη επίπεδο συγκάλυψης και νομικής θωράκισης των εταιρειών από οποιαδήποτε μορφή δημόσιας εποπτείας, όπως επίσης και ένας μηχανισμός δημιουργίας «ενόχων» στα χαμηλά εταιρικά επίπεδα, στους οποίους μπορεί να μετατεθεί η οποιαδήποτε ποινική ευθύνη για τις αποφάσεις των πραγματικών υπευθύνων της διοίκησης.

Ωστόσο, καθώς απαιτείται και κάποιο άλλοθι εξωτερικής εποπτείας για την επικοινωνιακή νομιμοποίηση, προκειμένου να προστατευθεί η φενάκη της θεσμικής ανεξαρτησίας της γραφειοκρατικής ολιγαρχίας, το τρίτο επίπεδο προτείνει  ανεξάρτητους ελέγχους, όπου οι εταιρείες συμφωνούν να προσκαλέσουν ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές για να επαληθεύσουν ότι πληρούνται οι στόχοι ασφάλειας και προστασίας, χωρίς βέβαια να δεσμεύονται να το πράξουν. Οι ανεξάρτητοι ελεγκτές θα πληρώνονται από τις ίδιες της εταιρείες, δημιουργώντας έναν επιπλέον κλειστό κύκλο φαινομενικής εποπτείας εξαρτημένων «ανεξάρτητων» νομικών προσώπων, σαν παραπέτασμα επικοινωνιακού καπνού. Βεβαίως, ακόμη και αυτή η φαινομενική «ελεγκτική ανεξαρτησία» χωρίς καμία δυνατότητα νομικών κυρώσεων ελέγχεται από τις ίδιες τις εταιρείες.

Ως τέταρτο επίπεδο ελέγχου προτείνεται μια ακόμη ανεξάρτητη επιτροπή στο πλαίσιο του διοικητικού συμβουλίου κάθε εταιρείας, η οποία θα εποπτεύει όλα τα μέτρα συμμόρφωσης, ενώ θα αποτελεί μέρος του διοικητικού συμβουλίου που, ως γνωστόν, λογοδοτεί καταρχάς στους μετόχους και τους επενδυτές.

Αυτό το ισχνό ομοίωμα εταιρικού ελέγχου αποτελεί και το μοναδικό πλαίσιο «προστασίας» του κοινού από τις συνέπειες της τεχνοκρατικής βαρβαρότητας, και ως τέτοιο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη συμφωνία ουσιαστικά ειρωνική και εκούσια σαρκαστική ως προς την υπερέκθεση της κοινωνίας στις πραγματικές κατασταλτικές, επιτηρητικές και δημαγωγικές δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα της απελευθέρωσης του παγκόσμιου ανταγωνισμού για την ψηφιακή κυριαρχία.

Πέρα από τα “ηθικά” πρωτόκολλα ασφάλειας, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις τεράστιες υλικές υποδομές που απαιτούνται για την τροφοδοσία της Τεχνητής Νοημοσύνης επόμενης γενιάς, δηλαδή την άρση των θεσμικών περιορισμών για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων. Ο Τραμπ υποστήριξε την επιθετική επέκταση των κέντρων δεδομένων στις ΗΠΑ χωρίς δημόσια θεσμική επιτήρηση, ενώ για να αντιμετωπιστούν τυχόν κοινωνικές αντιδράσεις ενάντια στην κατανάλωση ενέργειας, τη χρήση νερού και τις οικολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις της υποβάθμισης της φύσης και των τοπικών κοινοτήτων, οι διευθυντές των εταιρειών τεχνολογίας συμφώνησαν να υποστηρίξουν τις τοπικές κοινότητες χρηματοδοτώντας σχολεία, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και φτηνότερη ενέργεια για τα νοικοκυριά που θα απομείνουν στις ζώνες εκμετάλλευσης, σε μια μοντέρνα εκδοχή της αποικιοκρατικής προσφοράς σιδερένιων εργαλείων και αλκοόλ για την αρπαγή της γης των αυτοχθόνων.

Παράλληλα, ο Τραμπ ανακοίνωσε διάφορες εκτελεστικές ενέργειες με σκοπό να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση προβάλλει την τεχνολογία, στη σφαίρα του δημόσιου λόγου, της διαφήμισης και της προπαγάνδας. Ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο δίνει εντολή στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να αντικαταστήσουν επίσημα τη φράση «Τεχνητή Νοημοσύνη» με τον όρο «Υπερνοημοσύνη» (Superintelligence), μια απόφαση που έχει την ίδια βαρύτητα με την μονομερή μετονομασία του Κόλπου του Μεξικού σε «Κόλπο της Αμερικής». Στο ίδιο πνεύμα ελαφρότητας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ  ανακοίνωσε ότι σύντομα θα διορίσει έναν «Τσάρο της ΤΝ» στο Λευκό Οίκο για να ηγηθεί των εθνικών πολιτικών και πως εξετάζει τη δημιουργία μιας δεκαμελούς επιτροπής ασφάλειας της ΤΝ για την παρακολούθηση της αυτορρύθμισης, η οποία αναμένεται να συμπληρώσει τις εταιρικές επιτροπές με ένα κυβερνητικό γραφειοκρατικό στήριγμα.

Προστίθεται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος ψευδο-εποπτείας, ένας κλειστός μηχανισμός νομιμοποίησης των εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης στην πολιτική σφαίρα, που να προστατεύει τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης πόρων και εξαγωγής κέρδους, τόσο στο φυσικό όσο και στο ψηφιακό πεδίο.

Παρομοίως, στη χρηματοπιστωτική σφαίρα λειτουργεί το φαύλο σύστημα των αμοιβαίων επενδύσεων ανάμεσα στις αμερικανικές εταιρείες προκειμένου να παρουσιάσουν μεγαλύτερες αποδόσεις στο χρηματιστήριο αξιών. Είναι μια μορφή check-kiting, που ορίζεται από τη Wikipedia ως η εκούσια έκδοση επιταγής για αξία μεγαλύτερη από το υπόλοιπο του λογαριασμού από έναν λογαριασμό σε μια τράπεζα και, στη συνέχεια, η έκδοση επιταγής από άλλο λογαριασμό σε άλλη τράπεζα, επίσης με ανεπαρκή κεφάλαια, με τη δεύτερη επιταγή να χρησιμεύει για την κάλυψη των ανύπαρκτων κεφαλαίων από τον πρώτο λογαριασμό. Ας υπενθυμίσουμε ότι τόσο η Anthropic όσο και η OpenAi ετοιμάζονται να βγουν στο χρηματιστήριο, η πρώτη τον Νοέμβριο του 2026 και η δεύτερη εντός του 2027 οπότε οι εκτιμήσεις της αξίας τους είναι κρίσιμες. Οι κρατικές επιχορηγήσεις που τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο με δημόσια κεφάλαια αποδίδονται στις εν λόγω εταιρείες με όρους πολιτικής σκοπιμότητας και έτσι αναπτύσσεται μια πολιτική οικονομία ολιγοπωλιακής εκμετάλλευσης στον ψηφιακό κυβερνοχώρο.

Μολονότι η ψηφιακή οντολογική επανάσταση του 21ου αιώνα είναι μη αναστρέψιμη, δεν μπορούμε να επαναπαυθούμε στη θεσμισμένη τεχνοφιλία των «ηθικών» εταιρειών εκμετάλλευσης της κοινωνίας. Ούτε όμως έχουμε την άνεση να οπισθοχωρήσουμε στην λαϊκιστική τεχνοφοβία που αποτελεί μία αντίστροφη ιδεολογική χειραγώγηση της κοινής γνώμης, και είναι εξίσου φαινόμενο ψηφιακής βαρβαρότητας.

Η ψηφιακή βαρβαρότητα δεν είναι μια μελλοντική δυστοπία που χαρακτηρίζεται από συνειδητές μηχανές που υποδουλώνουν την ανθρωπότητα. Αντίθετα, είναι μια τρέχουσα κοινωνικο-ιστορική διαδικασία κατά την οποία η αλγοριθμική εργαλειακή ψευδο-ορθολογικότητα καθίσταται ο κυρίαρχος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Η ψηφιακή βαρβαρότητα εκδηλώνεται μέσω αλληλένδετων κοινωνικών μετασχηματισμών, καθώς, υπό το κυρίαρχο φαντασιακό της αποδοτικότητας και της βελτιστοποίησης, η αλγοριθμική διακυβέρνηση αντικαθιστά την ανοιχτή δημόσια συζήτηση με την αυτοματοποιημένη ταξινόμηση, τη ψηφιακή επιτήρηση και τη διαχείριση της συμπεριφοράς με βάση προγνωστικές εκτιμήσεις. Αντιστοίχως, τα κοινωνικά υποκείμενα εσωτερικεύουν αλγοριθμικές νόρμες καθώς αλληλεπιδρούν συνεχώς με ψηφιακές διεπαφές, εξατομικευμένους βρόχους ανατροφοδότησης και αυτοματοποιημένες συστάσεις και διαμορφώνουν όλο και περισσότερο τη σκέψη, τον λόγο και την αυτοαντίληψή τους σύμφωνα με τη πλαισιοθέτηση των ψηφιακών συστημάτων.

Για να υπερβούμε την ψευδή διχοτόμηση μεταξύ της θεσμισμένης τεχνοφιλίας και της λαϊκιστικής τεχνοφοβίας, όπως και τους πιθανούς συνδυασμούς τους που χρησιμοποιεί η ιδεολογία της τεχνοκρατίας, θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα κίνημα δημοκρατικού τεχνοσκεπτικισμού, που να βασίζεται στην άμεση δημοκρατία, την κοινωνική οικολογία και τα κοινά. Ο τεχνοσκεπτικισμός δεν αποτελεί αντιτεχνολογική θέση, αλλά μια κοινωνικο-ιστορική κριτική που εξετάζει την τεχνολογία μέσα από το πρίσμα της ανθρώπινης αυτονομίας, της ηθικής ευθύνης και της άμεσης δημοκρατίας.

Η τεχνολογική ανάπτυξη δεν είναι μια αυτόνομη δύναμη που λειτουργεί πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο, αλλά ένας κοινωνικο-ιστορικός θεσμός. Κατά συνέπεια, η κοινωνία διαθέτει το απόλυτο δικαίωμα και την ικανότητα να παρεμβαίνει, να ανακατευθύνει, να περιορίζει ή να σταματά τεχνολογικά συστήματα που απειλούν την ανθρώπινη ελευθερία. Η υπολογιστική ισχύς, η υποδομή δεδομένων και η αλγοριθμική γνώση πρέπει να απαλλαγούν από τον εταιρικό περιορισμό και να μετατραπούν σε κοινά ψηφιακά αγαθά. Το Διαδίκτυο πρέπει να αναδιοργανωθεί μέσω αμεσοδημοκρατικών θεσμών και κοσμοτοπικών δικτύων που δίνουν προτεραιότητα στην τοπική αυτονομία και στην παγκόσμια ανταλλαγή γνώσης. Ασφαλώς αυτά προϋποθέτουν την κοινωνική σύγκρουση με τους κερδοσκοπικούς μηχανισμούς του ψηφιακού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η οποία ίσως αποβεί εξίσου αναπόφευκτη με την ψηφιακή μετατόπιση των κοινωνικών σχέσεων. Η κοινωνική οικολογία προσφέρει το κανονιστικό πλαίσιο του κοινωνικού αυτοπεριορισμού της αλληλεπίδρασης των τεχνολογιών με το φυσικό περιβάλλον, ενώ η άμεση δημοκρατία το εξισωτικό και δίκαια διανεμημένο πολιτικό σύστημα αυτοκυβέρνησης των κοινωνικών σχέσεων που ενσωματώνουν και δημιουργούν την τεχνική.

Η επιλογή που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα δεν είναι μεταξύ της αυτονόμησης της Τεχνητής Νοημοσύνης και της εταιρικής αυτορρύθμισης, αλλά μεταξύ της ετερονομίας της ψηφιακής γραφειοκρατικής διακυβέρνησης και του προτάγματος της δημοκρατικής αυτονομίας.

Αφήστε ένα σχόλιο