ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΠΟΤΕ ΔΑΣΗ…

0

Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιοςδασολόγος-περιβαλλοντολόγος

ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΠΟΤΕ ΔΑΣΗ… Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός εφιαλτικού σεναρίου για την Ελλάδα. Ενός σεναρίου που δεν προκύπτει από την ευαισθησία των στιγμών, ζώντας τις χθεσινές, τις προχθεσινές και τελικά τις συνήθεις και συχνές πια καταστροφές των ελληνικών δασών και των ανθρώπινων περιουσιών από τις πυρκαγιές –οι οποίες περιουσίες μοιραία σχετίζονται με τη φύση, έχοντας σχέση αλληλεξάρτησης με αυτήν στο πλαίσιο του ζην ολιστικώς κατά το γίγνεσθαι στη χώρα–, αλλά δημιουργείται λογιζόμενοι για την κατάστασή μας σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που συντελείται και που την προσλαμβάνουμε ως αναγκαία λειτουργική συνθήκη (λόγω των ακραίων κλιματικών συνθηκών), όντας τελικώς ασύνειδοι και τραγικά αδιάφοροι στο ελληνικό μας δράμα!

Τα πευκοδάση καίγονται και η επίκριση του Νεοέλληνα γι’ αυτά αποτελεί την επικρατούσα αντιμετώπισή τους. Μην τα κατακρίνουμε όμως και τα καταδικάζουμε για τη φτωχότητα (ορθότερα, τη λιτότητα) και την ευφλεξιμότητά τους διότι αποτελούν την επικρατούσα φύση στα ελληνικά περιβάλλοντα, που συγκροτήθηκε κατά τη φυσική τους προόρηση. Τα πευκοδάση καλώς ήλθαν κι επικράτησαν διότι αυτός ήταν ο φυσικός κανόνας. Το πεύκο μπορεί ν’ ανταποκριθεί σε περιβάλλοντα φτωχά και ξηρά, έχοντας τη θαυμαστή ικανότητα της προσαρμογής στην πτωχεία. Και καλώς ήλθε κι έμεινε, υπό την έννοια που ήλθε…

Το πεύκο έχει προσαρμογή στην ακρότητα. Είναι λιτοδίαιτο κι ολιγαρκές είδος, και το μόνο που απαιτεί είναι φως, που αυτό το έχει άφθονο η Ελλάδα. Το μυστικό του, δε, είναι ο Ιχώρ του, η εσωτερική του ουσία, η ρητίνη, που είναι βασική ύλη για τη λειτουργία του. Η ρητίνη ενοχλεί τον άνθρωπο διότι κάνει «επικίνδυνο» για φωτιά το δένδρο, κι αποτελεί τη βασική αιτία που το όμορφο αυτό ελληνικό δένδρο καταδικάζεται. Η ρητίνη περιέχεται σε αγωγούς του κορμού και του φλοιού του πεύκου, που ονομάζονται ρητινοφόροι αγωγοί κι αποτελούν ένα δίκτυο συγκοινωνούντων αγγείων. Πέραν όμως των βασικών ρητινοφόρων αγωγών του ξύλου και του φλοιού του δένδρου, που είναι ενσωματωμένοι στη δομή του κι εξυπηρετούν τη βιολογική του λειτουργία, υπάρχουν και οι εκχυματικοί τραυματικοί ρητινοφόροι αγωγοί, οι οποίοι όταν προκληθούν με τραυματισμό του δένδρου από διάφορες αιτίες (πληγώσεις, άνεμο, φωτιά, κεραυνό, πουλιά κ.ά.) εκκρίνουν τη ρητίνη, που είναι ένα πυκνόρρευστο, κολλώδες, άχρωμο υγρό, που καλύπτει την πληγή και προστατεύει το δένδρο από προσβολές υγρασίας, σήψης και ξηροφθόρων εντόμων. Είναι όμως και εξαιρετικά εύφλεκτο υγρό κι ευθύνεται κατά βάσιν για τη μεγάλη ευφλεξιμότητα του πεύκου. Έχει κι άλλες άμυνες το πεύκο προκειμένου να επιβιώσει: τη βελονοφορία, το κλείσιμο των στοματίων κατά τις θερμές ώρες της ημέρας, για να καταστέλλονται οι λειτουργίες του φυτού σε στιγμές θερμοκρασιακού σοκ, την επιπολαιοριζία κ.λπ.

Καίγεται λοιπόν το πεύκο λόγω της εύφλεκτης ρητίνης του, και καταδικάζεται από τον Έλληνα για το λόγο αυτό! Καίγεται ακόμα και εκ της φύσης του γιατί διά της φωτιάς αναγεννάται. Ώριμα πευκοδάση, με έλλειψη αναγέννησης, με αντιστάσεις μικρές και βάρος ξηρής ύλης τεράστιο για τις δυνατότητες αφομοίωσής του από το παρόν σύστημα, μοιραία παραδίδονται στην παράγοντα που θα τα πλήξει και θα τα παραδώσει στις φλόγες. Η φωτιά εν προκειμένω, αποτελεί τη λύση, καθώς τα απελευθερώνει θα λέγαμε από το βάρος της ύλης τους! Οι φυσικοί παράγοντες επενεργούν λυτρωτικά για τα συγκεκριμένα συστήματα, και η πυρκαγιά που συμβαίνει, τα «καθαρίζει», τ’ ανανεώνει και τ’ αναζωογονεί. Έχει υπολογιστεί ότι τα πευκοδάση εάν αφεθούν καίγονται φυσικώς κάθε 100 με 150 χρόνια. Ο κύκλος αυτός, διά των ετών παρέμβασης του ανθρώπου, έχει κατέλθει στα 50 με 60 χρόνια. Και τελευταίως, λόγω των κλιματικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, ο κύκλος κλείνει στα 15-30 χρόνια. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι το πεύκο ωριμάζει προς παραγωγική καρποφορία από τα 15 χρόνια του, καταλαβαίνουμε ότι κατεβάζοντας τον κύκλο φωτιάς των θερμόβιων πευκοδασών, τα φτάνουμε στο όριο της δυνάμενης δυνατότητάς τους για ν’ αναγεννηθούν.

Όμως δεν περιοριζόμαστε σε τούτα. Καίγουμε τα πευκοδάση μας πολύ νωρίτερα από την ωριμότητά τους, με αποτέλεσμα να τα χάνουμε οριστικά. Είναι τα λεγόμενα διπλοκαμμένα πευκοδάση, που με τον τρόπο αυτό χάνονται.

Εμείς όμως, όντας αστόχαστοι στον ρόλο μας ως διαχειριστές του όμορφου μα επικίνδυνου, όπως θεωρείται, ελληνικού μας περιβάλλοντος (ευαίσθητου θα το χαρακτηρίζαμε, παρά την ανταπόκρισή του στην ακρότητα), οδηγούμαστε στη συνεχή υποβάθμισή του κι εντέλει στην απώλειά του. Δε γνωρίζουμε την οικολογία του και δεν μας ενδιαφέρει να τη μάθουμε. Η απώλειά του μπορεί αρχικά να ταράζει, μα έπειτα ξεπερνιέται ως ένα δύσκολο μα συμβαίνον, αναπότρεπτο γεγονός! Οι περιβαλλοντικές και κλιματικές συνέπειες από την απώλεια φοβίζουν κι όχι το ίδιο το γεγονός της φυσικής απώλειας που δημιουργεί τις συνέπειες. Η οποία απώλεια προκύπτει με τις συνεχείς πυρκαγιές που μ’ ευθύνη του ανθρώπου συμβαίνουν. Αρνητικοί όντας στο πεύκο δεν το υπολογίζουμε ως προς την ειδική, ιδιαίτερη ή ακόμα την προσεκτική αντιμετώπισή του, με αποτέλεσμα να το χάνουμε.

Τι έπεται; Ένα διάδοχο οικοσύστημα θάμνων και, εν απωλεία κι αυτού (διότι νομοτελειακά ο Έλληνας θα το απωλέσει κι αυτό, όπως η ιστορία του το δείχνει!), ένα οικοσύστημα φρυγάνων. Εδώ σταματούμε… Τα φρύγανα, κατά το πώς το θέλησε η ελληνική εξουσία, δεν είναι φύση, αφού δεν είναι δασικό οικοσύστημα (δασική έκταση), και άρα συνιστούν εκτάσεις υποκείμενες σε παντοειδή χρήση. Ως απροστάτευτα οικοσυστήματα είναι μοιραίο ν’ απωλεσθούν κι αυτά, κάτι που είναι δεδομένο λαμβάνοντας υπόψη ότι απόλλυνται δάση και δασικές εκτάσεις που προστατεύονται αυστηρά (και μάλιστα Συνταγματικά).

Η απώλεια των φρυγάνων οδηγεί σε τι; Σε βραχοποιημένη, γυμνή γη, σε κατάσταση ερημοποίησης, ή, υπό μιαν άλλη εκδοχή, στην “αξιοποίηση” της φρυγανικής γης σύμφωνα με τον οικονομικό παράγοντα!

Για να μην επιβεβαιωθούμε λοιπόν σε σχέση με τον τίτλο του κειμένου, καλούμε να λογιστούμε για την ελληνική φύση και να την προστατεύσουμε –όση απέμεινε… Η κήρυξη των καμένων εκτάσεων ως αναδασωτέων βοηθά στη νομική προστασία τους, δεν είναι όμως αρκετή. Χρειάζεται η ανθρώπινη ενέργεια στη φύση, όπου απαιτείται. Όχι άσκοπες αναδασώσεις στις καμένες πευκόφυτες εκτάσεις. Θ’ αναγεννηθεί από μόνο του το θερμόβιο ελληνικό πεύκο, αρκεί να προστατευτεί. Να προστατευτεί ουσιαστικά κι αποτελεσματικά˙ κι όχι τύποις! Αναδασώσεις να γίνουν όπου η φύση αδυνατεί να επανέλθει με είδη του οικείου περιβάλλοντος, σύμφωνα με την επιστημονική κρίση και μελέτη. Μπορεί ν’ απαιτηθεί να εμπλουτιστεί το υπάρχον διάδοχο φυσικό περιβάλλον με είδη θερμοξηρόβια θαμνώδη και δενδρώδη, αλλά έως εκεί˙ όχι ριζική αλλαγή και απώλεια της θέλουσας από τη φύση φυσικής συνέχειας.

Οι διπλοκαμένες πευκόφυτες δασικές εκτάσεις, στις οποίες έχει απωλεσθεί η αναπαραγωγική ικανότητα του πεύκου, ή αυτό το ίδιο έχει απωλεσθεί, πρέπει να καταγραφούν και να μελετηθούν ως προς την αναδάσωσή τους. Σε αυτές μπορούμε να εισάγουμε είδη θερμοξηρόβια ελληνικά, που σε συνέργεια με το πεύκο θ’ αποτελέσουν τους πυρήνες νεοπαγών ελληνικών δασών με αντοχή στις ακραίες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή (ή η κλιματική κρίση ή η κλιματική απειλή…, ή όπως αλλιώς πέστε το –οι καθηγητάδες εξάλλου και οι τεχνοκράτες του συστήματος αρέσκονται στο να εφευρίσκουν όρους και να εξηγούν διαφόρως και κατά συνθήκη τις καταστάσεις!) Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δυνατό να υπάρξουν φυτεύσεις με είδη όπως δρυ, χαρουπιά, κυπαρίσσι, κουκουναριά, σχίνο, κουμαριά, δάφνη, φιλλύκι, αριά, μυρτιά, αγριελιά, κοκκορεβιθιά, κουτσουπιά, μελικουκιά, αρωματικά φυτά κ.ά. –με δασικά, δηλαδή, είδη από την πλούσια ελληνική χλωρίδα, που φτιάχνουν το όμορφο, λιτό και με πλούτο ζωής περιβάλλον της ξεχωριστής ελληνικής φύσης.

(Από το βιβλίο του ιδίου “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων – Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2026.

——————————————
(Φωτογραφία κειμένου: © Αντώνιος Β. Καπετάνιος

Αφήστε ένα σχόλιο