Μπορεί ο Μπέρνι Σάντερς να μας σώσει από την Τεχνητή Νοημοσύνη;

0

του Αλέξανδρου Σχισμένου

Στον τέταρτο χρόνο της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ ο κόσμος φαίνεται να κατακλύζεται από τη θεσμισμένη τεχνοφιλία των κυβερνήσεων και τη λαϊκιστική τεχνοφοβία των μελλοντολόγων, αρχίζουν να πληθαίνουν οι επίσημες εκκλήσεις για κάποιου τύπου τεχνοσκεπτικισμό. Τους τελευταίους μήνες εκφράστηκαν ηχηρά δύο διαφορετικοί τύποι τεχνοσκεπτικισμού απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ένας θεολογικός και ένας θεσμικός-κοινοβουλευτικός, από τον Πάπα Λέοντα ΧΙV και τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς αντιστοίχως. Κατά τη γνώμη μου, παρότι χρήσιμες ως προειδοποιήσεις για το ευρύτερο κοινό, αποτελούν ανεπαρκείς απαντήσεις στην επέκταση της Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς χρειαζόμαστε μια διαφορετική, κοινωνική εκδοχή ενός δημοκρατικού τεχνοσκεπτικισμού. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω σύντομα τη θέση μου.

Τη Δευτέρα, 25 Μαΐου 2026, ο Πάπας Λέων XIV εξέδωσε την παπική εγκύκλιο Magnifica Humanitas, την πρώτη επίσημη εκκλησιαστική προειδοποίηση έναντι της απειλής της ανεξέλεγκτης Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Πάπας κάλεσε τις κυβερνήσεις να “αφοπλίσουν” την Τεχνητή Νοημοσύνη, ξεκαθαρίζοντας πως η έκκλησή του δεν σημαίνει απόρριψη της τεχνολογίας:

Ο όρος “αφοπλισμός” σημαίνει την απόρριψη της υπόθεσης ότι η τεχνολογική δύναμη παρέχει αυτομάτως το δικαίωμα της εξουσίας. Ο “αφοπλισμός” δεν σημαίνει την απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά την αποτροπή της κυριαρχίας της πάνω στην ανθρωπότητα” [παρ. 110]

Ο Πάπας κηρύττει λοιπόν έναν θεολογικό τεχνοσκεπτικισμό που προσπαθεί να συμβιβάσει την παραδοσιακή Θωμιστική θεολογία με την τεχνοεπιστημονική κυριαρχία επί του παρόντος. Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι παίρνει σαφείς αποστάσεις από την θεολογική τεχνοφοβία που χαρακτήρισε άλλες εποχές και άλλους Πάπες, γεγονός που είναι μια παραχώρηση της Αγίας Έδρας στη βαρύτητα της εμπειρικής κοινωνικο-ιστορικής κατάστασης.

Είναι όμως εφικτό το κάλεσμα του Πάπα, την εποχή που οι κυβερνήσεις, τόσο των υπερδυνάμεων όσο και των υπόλοιπων κρατών φαίνεται να έχουν ισχυρά κίνητρα όχι να “αφοπλίσουν”, μα να επενδύσουν ακόμη περισσότερα στις εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης; Μα, ας πούμε ότι, τουλάχιστον οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις του ανεπτυγμένου κόσμου έχουν και ισχυρές αντιπολιτεύσεις που δύνανται να εκφράσουν διαφορετικούς προσανατολισμούς εντός του θεσμισμένου πλαισίου αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Υπάρχουν θεσμικοί τρόποι “αφοπλισμού” των εταιρειών της Τεχνητής Νοημοσύνης, εάν υπάρχει αντίστοιχη πολιτική βούληση;

Είναι εφικτός ένας θεσμικός κοινοβουλευτικός τεχνοσκεπτικισμός;

Είναι ένα ερώτημα, στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει θετικά ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς στις Η.Π.Α. με όρους αναδιανομής του εξαγόμενου κεφαλαίου, και συνεπώς και της δύναμης επιρροής που συνδέεται με αυτό, προς τους πολίτες.

Ο Σάντερς είναι ο πρώτος επαγγελματίας πολιτικός που ξεκίνησε μια οργανωμένη καμπάνια ενάντια στα ολιγοπώλια της Τεχνητής Νοημοσύνης εξ ονόματος των εργαζομένων των Η.Π.Α. Μέσα στο 2026 δημοσίευσε εκθέσεις που δείχνουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση απειλούν να καταργήσουν σχεδόν 100 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις Η.Π.Α. κατά την επόμενη δεκαετία, ιδίως σε χαμηλόμισθες κατηγορίες. Εισήγαγε προσχέδιο νόμου για την αναστολή της λειτουργίας κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence Data Center Moratorium Act of 2026), το οποίο συνυπέγραψε η Δημοκρατική αντιπρόσωπος Αλεξάνtρια Οκάσιο-Κορτέζ, με σκοπό την προσωρινή αναστολή της κατασκευής νέων κέντρων δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης έως ότου θεσπιστούν ισχυρές εθνικές διασφαλίσεις για την ασφάλεια και το περιβάλλον. Το νομοσχέδιο δεν έχει τεθεί ακόμη σε ψηφοφορία μα είναι απίθανο να ψηφιστεί από την απαιτούμενη πλειοψηφία.

Την Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026 κατέθεσε νέα πρόταση νομοσχεδίου [ ‘‘American A.I. Sovereign Wealth Fund Act’’] σύμφωνα με το οποίο οι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης με ετήσια έσοδα τουλάχιστον 200 εκατομμύρια δολάρια θα πρέπει να καταβάλλουν έναν εφάπαξ φόρο ύψους 50% της αξίας των μετοχών τους, με σκοπό τη δημιουργία ενός δημόσιου επενδυτικού ταμείου για τους φορολογούμενους, το οποίο θα ανέρχεται σε περίπου 7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το ταμείο αυτό θα αποδίδει ετήσιο μέρισμα 5% στους πολίτες, το οποίο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Σάντερς, θα υπερβαίνει τα 1.000 δολάρια κατά δικαιούχο. Ενδιαφέρουσα πρόταση. Θα περάσει;

Όχι βέβαια, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχη πολιτική βούληση στους κυρίαρχους συσχετισμούς της εξουσίας. Αν όμως υπήρχε αντίστοιχη πολιτική βούληση και άλλοι συσχετισμοί εξουσίας, θα ήταν αρκετό το νομοσχέδιο του Σάντερς για τον περιορισμό της τεχνοκρατικής ολιγαρχίας; 

Όχι, διότι προσπαθεί να εμποδίσει μόνο την – τρομακτική και βασισμένη στον φαύλο κύκλο της κερδοσκοπικής χρηματοδότησης – συσσώρευση κεφαλαίου και να αναδιανείμει τον παραγώμενο πλούτο στους πολίτες, μα, κατ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει τη διαιώνιση των όρων παραγωγής αυτού του πλούτου, ενώ αφήνει άθικτη την – πιο τρομακτική και βασισμένη στη διττή εξαγωγή υπεραξίας, πρώτον από την εξόρυξη των δεδομένων των χρηστών και δεύτερον από τη διαχείριση της πληροφορίας για τη χειραγώγηση της συμπεριφοράς των χρηστών – συσσώρευση πληροφοριών και υπολογιστικής δύναμης από τους ολιγάρχες της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Μήπως όμως το νομοσχέδιο του Σάντερς, αντί να περιορίσει την ισχύ της τεχνοκρατίας την αποχαλίνωνε, ταυτίζοντάς την με τα συμφέροντα των φορολογουμένων των Η.Π.Α. σε βάρος των συμφερόντων του παγκόσμιου κοινού; Ήδη η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως παράγοντας διεύρυνσης της ανισότητας πλούτου και ισχύος μεταξύ των πρώην αποικιοκρατικών κρατών και των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Η εσωτερική εξουσία των εθνικών κυβερνήσεων ενισχύεται καθώς είναι οι αρμόδιοι ύπατοι φορείς ελέγχου της διασύνδεσης των χρηστών με τον κυβερνοχώρο, όπως δείχνει η στρατηγική χρήση της διακοπής του Διαδικτύου από το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν για την καταστολή της διαφωνίας.

Υπάρχει ένα θεσμικό κενό της αντιπροσωπευτικής πολιτείας όσον αφορά τον έλεγχο της ψηφιακής τεχνολογίας, η οποία αναπροσαρμόζει τις κοινωνικές σχέσεις με όρους ψηφιακής τηλεπαρουσίας. Το θεσμικό κενό βρίσκεται στον πυρήνα της κυρίαρχης θέσμισης, στην ίδια τη λογική της ανάθεσης. Η παραχώρηση της κυβερνητικής εξουσίας σε μία πολιτική ολιγαρχία επαγγελματιών αντιπροσώπων με ελάχιστους θεσμούς δημόσιας λογοδοσίας ή απόδοσης δημόσιων ευθυνών στους αξιωματούχους, οδηγεί στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της πραγματικής λειτουργίας των κρατικών μηχανισμών και της επίγνωσης του πληθυσμού για τη λειτουργία τους. Ο μύθος της αποτελεσματικής τεχνοκρατικής διακυβέρνησης δεν προέρχεται από τον Τζον Μακάρθι, τον “νονό” της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά από τους αυταρχικούς ιδεολόγους του Μεσοπολέμου. Πρόκειται, δηλαδή, για το θεσμικό κενό του δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας.

Αυτό επιτρέπει στις μεγάλες εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης να εκμεταλλεύονται την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης των κοινωνικών λειτουργιών για να εγκαθιδρύσουν παρακρατικά και ιδιωτικά κέντρα παρακολούθησης, ελέγχου και διαχείρησης των ατομικών δεδομένων πέραν της εποπτείας των παραδοσιακών αντιμονοπωλακών θεσμών.

Ποιοι είναι οι τρόποι παραγωγής της Τεχνητής Νοημοσύνης; Μα, ασφαλώς, όπως, κατ’ αναλογία στους πρώτους αιώνες της αποικιοκρατικής συσσώρευσης κεφαλαίου, οι τρόποι της πειρατείας, της εξάντλησης των φυσικών πόρων, της υπερεκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και της μετατροπής των τοπικών κοινωνιών σε κόμβους άντλησης αξίας σε ένα τεράστιο δίκτυο υποδομών, που αρχίζει από τις βιομηχανίες εξόρυξεις σπανίων γαιών και φτάνει έως τα ενεργοβόρα και υδροβόρα κέντρα δεδομένων, τα οποία στιγματίζουν τις αναπτυγμένες χώρες του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, επιτείνοντας την ερημοποίηση – όλα αυτά πριν φτάσουμε στην “εξαϋλωμένη” μορφοποίηση των δεδομένων στις οθόνες των χρηστών. Αυτό το δίκτυο είναι παγκόσμιο αλλά η εταιρική δομή είναι αυστηρά συγκεντρωτική και οι έδρες των εταιρειών βρίσκονται σε συγκεκριμένα κράτη και υπόκεινται σε συγκεκριμένους πολιτικούς μηχανισμούς. Διαμορφώνεται εκ νέου ένας διαχωρισμός του κόσμου σε πληροφοριακά μητροπολιτικά κέντρα και περιφέρειες με όρους διασύνδεσης, στο πλαίσιο του οποίου διεξάγεται ο ψηφιακός ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, των Η.Π.Α. και της Κίνας.

Η πολιτική οικονομία της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι η πολιτική οικονομία του καθαρά παρασιτικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να αναζητούμε την “ηθική” των ψηφιακών τεχνολογιών που είναι ήδη ενσωματωμένη στο σχεδιασμό τους ως ανηθικότητα της κερδοσκοπίας χωρίς επιστροφή των επενδύσεων.

Ο Ελον Μασκ έγινε ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος του πλανήτη με όχημα την έξοδο της Space – X στο χρηματιστήριο, της οποίας η αξία στην Αρχική Δημόσια Προσφορά (Initial Public Offering – IPO) εκιμήθηκε στα 28,5 τρισεκατομμύρια δολλάρια (!). Όπως επισημαίνει το περιοδικό The Atlantic η εταιρεία δεν βασίζει αυτή την εκτίμηση στις διαστημικές της δραστηριότητες, αλλά στις προβλέψεις για τα μελλοντικά κέρδη των εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης. Η Space – X, βλέπετε αγόρασε την ΧΑΙ, την εταιρεία Τεχνητής Νοημοσύνης του Μασκ με το διαβόητο Grok , η οποία είχε εξαγοράσει την Χ, την εταιρεία κοινωνικής δικτύωσης, πρώην Twitter. Ο Μασκ έχει δημιουργήσει έτσι ένα κολοσσιαίο ολιγοπώλιο, ένα τεχνοκρατικό οικοσύστημα με αιχμή του δόρατος τη χειραγώγηση του παγκόσμιου δημόσιου διαλόγου και την εξαγωγή υπεραξίας από το Διαδίκτυο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μία μορφή κυκλωτικού μηχανισμού εξόρυξης αξίας που παρασιτεί στον Παγκόσμιο Ιστό της ψηφιακής τηλεπικοινωνίας. Όμως αυτός ο παρασιτικός μηχανισμός είναι τόσο συμβατός με τις κυρίαρχες δομές της πολιτικής ετερονομίας και της ολιγαρχικής περιχαράκωσης της εξουσίας, ώστε φιλοδοξεί να τις υποκαταστήσει αντιστρέφοντας τους όρους αλληλεξάρτησης.

Ασφαλώς οι όροι αλληλεξάρτησης των κυβερνήσεων και των εταιρειών είναι πολιτικοί. Αυτό είναι ακόμη πιο εμφανές στην περίπτωση του “Πάπα” της τεχνοκρατίας Peter Thiel του οποίου το ψηφιακό σύστημα Palantir χρησιμοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη για να παίρνει δεδομένα από αμέτρητες διαφορετικές πηγές (τραπεζικές συναλλαγές, βίντεο από drones, κινήσεις κινητών τηλεφώνων, αρχεία υγείας) και να τα συνθέτει σε ένα ενιαίο, οπτικό χάρτη που διαθέτει αποκλειστικά σε κυβερνητικές και στρατιωτικές υπηρεσίες. Η πλατφόρμα Gotham χρησιμοποιείται κυρίως από τον στρατό, τις μυστικές υπηρεσίες και την αστυνομία των Η.Π.Α. ενώ έπαιξε κεντρικό ρόλο στην παροχή Τεχνητής Νοημοσύνης για την ταυτοποίηση και εκτέλεση στόχων στον πόλεμο με το Ιράν με τη διαβόητη αυτοματοποιημένη “Αλυσίδα Θανάτου” [Kill Chain] να διαφημίζεται ανοιχτά στην κεντρική σελίδα της εταιρείας.

Και η ανεπάρκεια των προτάσεων του Μπέρνι Σάντερς δεν είναι δείγμα μετριοπάθειας αλλά ένδειξη του μεγέθους του προβλήματος και της ανεπάρκειας των θεσμισμένων κρατικών μηχανισμών να παράγουν την απαραίτητη πολιτική βούληση ώστε να αντιμετωπιστεί. Ένας θεσμικός περιορισμός της απαράμιλλης ισχύος παραπλάνησης και του καταιγισμού μυθοπληροφορίας της Τεχνητής Νοημοσύνης και των τεχνοκρατών που την ελέγχουν απαιτεί έναν ριζικό θεσμικό μετασχηματισμό.

Χρειαζόμαστε ένα πρόταγμα δημοκρατικού τεχνοσκεπτικισμού με όρους ψηφιακής αυτονομίας, το οποίο δεν μπορεί παρά να συμπληρώνει και να επεκτείνει το πρόταγμα της κοινωνικής αυτονομίας. Το πρόταγμα του δημοκρατικού τεχνοσκεπτικισμού απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή τόσο στην εννοιολογική μας κατανόηση της τεχνολογίας όσο και στις πολιτικές μας δομές, αμφισβητώντας τον κυρίαρχο τεχνολογικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα και τα θεωρητικά του θεμέλια. Καθώς η έρευνα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης κατευθύνεται προς τα μοντέλα κόσμου [world models]και τις νευρο-συμβολικές προσεγγίσεις, υπάρχει μια πολιτική και οικονομική φούσκα γύρω από τις υψηλές επενδύσεις σε μοντέλα μεγάλης κλίμακας (LLMs) χωρίς απόδοση, η οποία απειλεί να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία και τη συνεχιζόμενη επέκταση της ψηφιακής επανάστασης.

Η άνοδος της αλγοριθμικής διακυβέρνησης, η επέκταση της εξαγωγής δεδομένων και η κανονικοποίηση του προγνωστικού ελέγχου δεν είναι απλώς τεχνικά φαινόμενα· αποτελούν εκφράσεις ενός ευρύτερου φαντασιακού πλαισίου που ανυψώνει την αποδοτικότητα, την ποσοτικοποίηση και την εργαλειακή λογική πάνω από τη δημοκρατική διαβούλευση και την ανθρώπινη αυτονομία. Αυτό είναι το φάσμα της ψηφιακής βαρβαρότητας: μια κατάσταση στην οποία οι κοινωνίες παραδίδουν το δημόσιο χώρο και χρόνο στην αδιαφανή εξουσία της τεχνοκρατικής δύναμης. Ωστόσο, η ίδια κοινωνική οντολογία που αποκαλύπτει τους κινδύνους της ψηφιακής βαρβαρότητας φωτίζει επίσης τη δυνατότητα αντίστασης. Καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα κοινωνικό δημιούργημα, τότε το μέλλον της δεν είναι προκαθορισμένο. Οι φαντασιακές σημασίες που δομούν τη σχέση μας με τα ψηφιακά συστήματα μπορούν να αμφισβητηθούν και να επαναπροσδιοριστούν.

Θα πρέπει να αμφισβητήσουμε και να αποδομήσουμε την προπαγάνδα της μυθοπληροφορίας που καλλιεργεί τη θεσμισμένη «τεχνοφιλία». Πρέπει να αναγνωρίσουμε τον απαραίτητο ρόλο του ανθρώπινου υποκειμένου, ως δημιουργού της σημασίας, σε κάθε στάδιο της λειτουργίας ενός ψηφιακού συστήματος. Αυτό συνεπάγεται τον δημόσιο αναστοχασμό των θεσμών και των κανόνων που διέπουν τις σχέσεις των πολιτών με τους παρόχους της τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της τεχνολογίας μέσα στην κοινωνία. Απαιτείται να φανταστούμε δημόσιους θεσμούς ικανούς να ρυθμίζουν την τεχνολογική εξουσία, εκπαιδευτικά συστήματα που να καλλιεργούν την ενσώματη επαφή, την φυσική συνύπαρξη και την κριτική φαντασία, καθώς και έναν ελεύθερο δημόσιο χώρο και χρόνο κοινωνικής διαβούλευσης. Απαιτείται η αναγνώριση ότι ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι πεπρωμένο, αλλά πεδίο πολιτικού αγώνα.

Μα όλα αυτά μένουν θεωρητικά κελεύσματα εάν δεν πραγματωθούν σε κοινωνικά κινήματα βάσης με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους και έναν κοινό ορίζονται προσδοκιών για το μέλλον. Θεωρώ ότι η πρακτική υπέρβαση του θεωρητικού στοχασμού όσον αφορά τον ψηφιακό κόσμο περνάει μέσα από τη σύνθεση της άμεσης δημοκρατίας, των δημόσιων κοινών και της κοινωνικής οικολογίας. Ωστόσο, η πρακτική επεξεργασία αυτής της σύνθεσης μένει να συμβεί με συλλογικές διαδικασίες στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο της δημόσιας ζωής.

Αφήστε ένα σχόλιο