Η ιστορία της τέχνης είναι και μια ιστορία αυτονομίας – σχόλιο για τις καταλήψεις θεάτρων

0

του Αλέξανδρου Σχισμένου

«ΜΠΕΡΝΑΝΤΑ – Και τότε γιατί κάνουμε απεργίες;
ΜΩΧΑΜΕΤ – Άκου τη! Γιατί είναι κι αυτές ένα βήμα.
ΛΟΥΚΑΣ – Όπως ένα βήμα μετά την απεργία, είναι η κατάληψη.
ΑΝΤΑΡΑ – Εμπρός λοιπόν. Απάνω τους και τους φάγαμε!»

∼ Γ. Σκούρτης, «Απεργία ή η πάλη των τάξεων απ’ αυτούς που παλεύουν» (1975)

Ακούτε κι εσείς;

Το αίτημα είναι η απόσυρση του ΠΔ 85, η αναγνώριση των καλλιτεχνικών πτυχίων και η δημιουργία Ανώτατων Σχολών Παραστατικών Σπουδών. Τα μέσα του αγώνα είναι πολύμορφα, αυτοοργανωμένα και κλιμακώνονται, από παραστάσεις διαμαρτυρίας σε πορείες σε απεργίες σε καταλήψεις θεάτρων.

Ο θεατρικός αυτοσχεδιασμός γίνεται τρόπος κοινωνικής πάλης.

Οι πορείες γίνονται αυτοσχέδιες μουσικές γιορτές. Οι απεργίες γεμίζουν τους δρόμους με τέχνη. Οι καταλήψεις γίνονται αυτόνομοι χώροι πολιτισμού. Τι είναι αυτό;

Μια παιδεία αντίστασης, παιδεία τέχνης ενσώματη, βιωμένη, αλλά και παιδεία πολιτικής συλλογική, άμεσα δημοκρατική, δημόσια. Αυτό υπερβαίνει το αίτημα, καθιστά τον κοινωνικό αγώνα ιστορικό γεγονός και, σαν κάθε κοινωνικο-ιστορικό γεγονός γεννά στο παρόν. Τι γεννά; Συνειδήσεις. Δηλαδή μέλλον. Μέλλον για την πραγματική δημοκρατία.

Τι μας υποδηλώνουν οι κινητοποιήσεις των καλλιτέχνιδων, των καλλιτεχνών, και των χιλιάδων αλληλέγγυων στο δρόμο; Πέρα από τα άμεσα αιτήματά τους, διαγράφεται κάτι ευρύτερο, κοινωνικά και ιστορικά. Μια ιστορικότητα ανατρεπτικής καλλιτεχνικής δημιουργίας και κοινωνικής συνύπαρξης.

Ένα παρελθόν, παρόν και μέλλον που συνδέεται με τους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες για την χειραφέτηση και για την αυτονομία.

Ας δούμε το πρόσφατο παρόν, πρώτα.

Υπό κατάληψη βρίσκονται σήμερα το κτίριο Τσίλερ και η δεύτερη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το θέατρο Ρεξ στην οδό Πανεπιστημίου, η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, η Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, το Βασιλικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, η Δραματική Σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, το Θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ στην Πάτρα, η Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Τι κάνουν αυτές οι καταλήψεις; Ας δούμε τρεις μέρες της κατάληψης του Εθνικού Θεάτρου του κτιρίου Τσίλλερ.

Την Τετάρτη, μετά την πολυπληθή πορεία χιλιάδων προς το Σύνταγμα και πίσω στην κατάληψη, συναυλία από την Ανοιχτή Ορχήστα, την Πέμπτη ανοιχτό ραδιόφωνο και συναυλία απ’ τους Sourloulou, την Παρασκευή συναύλία με Μαρίνα Σάττι, Σπύρο Γραμμένο, Magic De Spell, Δεληβοριά κ.α., που γέμισε όλη την λεωφόρο με χιλιάδες κόσμο στην παγωνιά, ζεσταμένο από την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κάθε μέρα αυτοσχέδια θεατρικά και μουσικά δρώμενα στους γύρω δρόμους, ανοιχτές συνελεύσεις! Τώρα είδαν όλοι οι κάτοικοι των Αθηνών πώς ζωντανεύει τον δημόσιο χώρο μια ακηδεμόνευτη κατάληψη όταν δεν τσακίζεται από τη βία των γκλομπ και δεν πνίγεται από τα δακρυγόνα.

Οι καταλήψεις είναι αυτόνομοι χώροι πολιτισμού, η βία απέναντι στα κοινωνικά κινήματα ασκείται πάντοτε, και εξ ορισμού, πρωτογενώς από το κράτος.Μα το κράτος δεν τολμά να εξαπολύσει τα τάγματα καταστολής απέναντι στο Εθνικό Θέατρο, όχι γιατί σέβεται τους ηθοποιούς ή το Εθνικό ή την Ιστορία ή έστω την τέχνη του Θεάτρου. Καθόλου δεν σέβεται τον πολιτισμό που υποβαθμίζει.

Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ιδρύθηκε το 1930. Εκεί δίδαξε ο Χουρμούζιος, ο Ροντήρης, η Παξινού κ.α. Την Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου, με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μετά την παραίτηση όλων των καθηγητριών και καθηγητών ως πράξη διαμαρτυρίας και την απώλεια έτους των σπουδαστών, για πρώτη φορά στην Ιστορία έπαψε να λειτουργεί. Οι καθηγήτριες και καθηγητές που παραιτήθηκαν, όπως και ο αγώνας των σπουδαστών τους βρήκαν στήριξη και από το ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου.

Την επόμενη ημέρα έπαψε να λειτουργεί και η Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ, με την παραίτηση εξίσου όλων των καθηγητριών και καθηγητών της.

Όχι, το κράτος απλώς δεν μπορεί να εξαπολύσει τα γκλομπ απέναντι στην βιτρίνα του πολιτισμού, στο θέατρο που γεμίζει τα ταμεία του τουρισμού στη χώρα όπου επινοήθηκε το θέατρο. Μέχρις εκεί όμως. Αυτό είναι και το μόνο όριο του κράτους. Και όχι απόλυτο.

Ας πάμε στο παρελθόν. Ας πάμε σε αυτή την γέννηση στην αρχαία Αθήνα, από τον Θέσπη. Δεν ήταν τυχαίο γεγονός, ήταν συνυπόστατο της δημοκρατίας. Ο φιλόσοφος Κ. Παπαϊωάννου στην αρχαία Αθήνα, στο «κοινό του θεάτρου του Διονύσου» εντοπίζει μια εσώτερη και άρρηκτη σχέση μεταξύ του τραγικού θεάτρου και της πολιτικής θέσμισης, μία μοναδική κοινωνικο-ιστορική κατάσταση όπου έχει αρθεί η διάκριση τραγικού και πολιτικού, όπου το θέατρο έχει ενσωματωθεί μέσα στην κοινωνική οργάνωση και τις πολιτικές λειτουργίες, την οποία ο ίδιος αποκαλεί «Θεατροκρατία».

Πρόκειται για μια κοινωνία που αντιμετωπίζει ως τραγικό πρόβλημα τους θεσμούς εξουσίας, ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει δημόσια και ρητά μέσω των εκφραστικών μέσων της τραγωδίας στο πλαίσιο των δημόσιων δραματικών αγώνων. Η τραγωδία αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό θεσμό πολιτικής εκπαίδευσης, δημόσιου αναστοχασμού και εσωτερίκευσης της υπευθυνότητας από τους πολίτες. Ο στοχαστής βρίσκει εκεί έναν τόπο προ-διαμόρφωσης της μάζας σε συλλογική πολιτική δύναμη, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του θεάτρου ως τον τόπο όπου ο Δήμος συμμετείχε στην ιστορική ζωή της οργανωμένης κοινωνίας, πριν την ριζοσπαστικοποίηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, πριν δηλαδή την παράδοση των εξουσιών του Αρείου Πάγου στη Βουλή και την Εκκλησία με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη το 462/1 π.Χ. Εκεί, στο πλαίσιο του δραματικού αγώνα ο λαός, ο Δήμος και μάλιστα ο λαός πέραν του Δήμου, οι γυναίκες, μπορούσε να υπάρξει ως «Διονυσιακός Χορός που εκστασιάζεται […] με τη Δίκη» (Παπαϊωάννου 2003, 99) προτού αποκτήσει πλήρη ιστορική αυτογνωσία και αυτενέργεια στο πολιτικό πεδίο.

Από την άλλη, ο Καστοριάδης εντοπίζει στην εξέλιξη της τραγωδίας την κίνηση της ανθρώπινης αυτογνωσίας από την «ιδέα μιας θεϊκής ανθρωπογονίας στην ιδέα της αυτοδημιουργίας του ανθρώπου.» (Καστοριάδης 2001, 37) Και επίσης, εντοπίζει ένα θεσμό αυτοπεριορισμού του ίδιου του Δήμου, έναν βασικό θεσμό αυτογνωσίας και αυτοκριτικής στον δημόσιο χώρο και χρόνο όπου οι πολίτες κρίνουν τον ποιητή και κρίνονται από την εσωτερική συγκίνηση που τους δημιουργεί. Μα επίσης, όπου ο ποιητής κρίνει δημιουργικά την παράδοση, μετασχηματίζει τους μύθος αντλώντας νέες σημασιοδοτήσεις, νέα νοήματα που επικοινωνούν άμεσα με την ιστορική κίνηση της εποχής και, κυρίως, με ένα κοινό που με παρόμοιο τρόπο λαμβάνει συλλογικά και τις πολιτικές αποφάσεις. Ένα θεσμό αυτονομίας στο πεδίο του δημόσιου λόγου.

Ας βγούμε από το χάσμα των αιώνων που μας χωρίζει από την γέννηση της τραγωδίας, ας έρθουμε στη γέννηση της νεωτερικότητας. Ηθοποιό, γυναίκα πρωταγωνίστρια βρίσκουμε και στη Γαλλική Επανάσταση.

Η Κλαιρ Λακόμπ [Claire Lacombe] γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1765 και όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση ήταν ηθοποιός σε πλανόδιο θίασο. Το 1792 έβγαλε λόγο στην Εθνοσυνέλευση: “Αφανιστείτε μέχρι τον τελευταίο αφέντη, σιχαμεροί, ζωντανοί δούλοι των Καλιγούλων, θα σας εξολοθρεύσουμε όλους. Και εσείς, μητέρες, ενώ κάνω το καθήκον μου πολεμώντας τους εχθρούς της χώρας, εκπληρώστε το δικό σας ενσταλάζοντας στα παιδιά σας την αγάπη για την ελευθερία και το μίσος για τους τυράννους!”

Ηγήθηκε της εξέγερσης της 10ης Αυγούστου 1792 όπου το πλήθος κατέλαβε το ανάκτορο του Κεραμεικού και συνέλαβε τον βασιλιά – κατά τη διάρκεια της κατάληψης δέχτηκε πυροβολισμό στο μπράτσο μα συνέχισε, κερδίζοντας το λαϊκό θαυμασμό και το προσωνύμιο “ηρωίδα της 10ης Αυγούστου”.

Με ιδεώδες την άμεση δημοκρατία και την πλήρη ισότητα των φύλων ίδρυσε την γυναικεία ένωση Société des Citoyennes Républicaines Révolutionnaires τον Μάη του 1793, και συνεργάστηκε με τους Λυσσασμένους στο σχεδιασμό νέας δημοκρατικής εξέγερσης. Η ομάδα διαλύθηκε τον Σεπτέμβρη του 1793 από τους Ιακωβίνους της κυβέρνησης, εκ των οποίων ο Αναξαγόρας Σωμέτ δήλωσε: “Θέλω η γυναίκα μου να φροντίζει το σπίτι όσο συμμετέχω στην πολιτική.”

Η Λακόμπ κατηγόρησε δημοσίως την Επιτροπή Γενικής Ασφαλείας για την “αχρεία πολιτική της να φυλακίζει τους καλύτερους”, και φυλακίστηκε μέχρι το 1795 οπότε επέστρεψε για λίγο στο θέατρο πριν εισαχθεί στο ψυχιατρείο για πέντε χρόνια μέχρι τον θάνατό της τον Μάη του 1826, σε ηλικία 61 ετών.

Μα δεν τελειώνει εκεί ο αγώνας μεταξύ της κοινωνικής αυτονομίας και της κρατικής εξουσίας, όπως γνωρίζουμε. Η τέχνη ανθίζει με τις επαναστάσεις της νεωτερικότητας και γίνεται η ίδια νεωτερική μέσω των επαναστάσεων.

Θυμήθηκα τι μας έλεγε η καθηγήτρια Kristin Ross για την Κομμούνα του Παρισιού που κατήργησε τον διαχωρισμό μεταξύ καλλιτεχνών και τεχνιτών:

“Το 1871 ο Eugene Pottier και η Ομοσπονδία Καλλιτεχνών υπό την Κομμούνα ανέτρεψαν την ιεραρχία που βρισκόταν στον πυρήνα του καλλιτεχνικού κόσμου, την ιεραρχία που παρείχε τεράστια προνόμια, κύρος και οικονομικά πλεονεκτήματα σε όσους εξασκούσαν τις «καλές τέχνες» (ζωγράφους και γλύπτες) – προνόμια, κύρος και οικονομική ασφάλεια που οι διακοσμητικοί καλλιτέχνες, οι ηθοποιοί του θεάτρου και οι εξειδικευμένοι τεχνίτες πολύ απλά δεν μπορούσαν να αποκτήσουν υπό τη Δεύτερη Αυτοκρατορία.

Γιατί άραγε η εργασία των τεχνιτών δεν θα πρέπει να έχει την ίδια αξία με το έργο των καλλιτεχνών;

Η Ομοσπονδία, η οποία συνένωσε «όλες τις καλλιτεχνικές ευφυΐες, σε απόλυτη ανεξαρτησία από το κράτος», εξέδωσε ένα μανιφέστο που τελειώνει με την εξής φράση: «Θα δουλέψουμε συνεργατικά για την αναγέννησή μας, τη γέννηση της κοινοτικής πολυτέλειας, τη μελλοντική λαμπρότητα και την παγκόσμια δημοκρατία».

Ας έρθουμε και στο δικό μας κοντινό παρελθόν.

Τον Σεπτέμβρη του 1919 ξεκίνησε η πρώτη μεγάλη απεργία των ηθοποιών στην Ελλάδα, που κράτησε δύο εβδομάδες. Οι εφημερίδες της εποχής, αντίθετα προς την σιωπή των ΜΜΕ σήμερα, ασχολήθηκαν με το σοβαρό αυτό θέμα που διατάραξε την κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας:

«Χθες εξερράγη απεργία των ηθοποιών, καθ’ όσον δεν εγένοντο δεκτά αιτήματα αυτών προς βελτίωση της θέσεώς των, υποβληθέντα δι’ υπομνήματός των προς την ένωσιν των εργοδοτών». (εφ. Ακρόπολη, 13/9/1919) –

Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, που ιδρύθηκε το 1917, έθεσε αιτήματα για καλύτερο μισθό, ελάχιστο ποσοστό επί των κερδών, βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Οι απεργοί ηθοποιοί ανέβασαν δικές τους αυτοσχέδιες παραστάσεις ενώ οι θιασάρχες προσπαθούσαν να κρατήσουν με απεργοσπάστες: ” Τα θέατρα της Κυβέλης και της Κοτοπούλη, συνεχίζουν τις παραστάσεις κανονικά” – Δύο βδομάδες μετά, η Αθήνα είχε ζήσει ημέρες θεατρικής εξέγερσης και η απεργία έληξε με συμβιβασμό. Σαν δευτερεύουσα συνέπεια της απεργίας, ιδρύθηκε το 1923 η πρώτη Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου, πρόδρομος των σημερινών δραματικών σχολών.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από τα δελτία ειδήσεων, όπως λέει μια παροιμία.

Και το μέλλον αυτής της χρονικότητας;

Το μέλλον γράφεται στις καταλήψεις των θεάτρων και των δραματικών σχολών.

Ακούμε.

Αφήστε ένα σχόλιο

4 × 1 =