Τα γεγονότα γύρω από την Κρονστάνδη

0

Τον Μάρτιο του 1921 ξεσπά, για να πνιγεί αργότερα στα αίμα της, η μεγαλειώδης εξέγερση της Κρονστάνδης. Κείμενο: Δημήτρης Μαργαρίτης

Η εξέγερση της Κρονστάνδης υπήρξε η τελευταία απόπειρα πραγμάτωσης του επαναστατικού φαντασιακού μέσα σε μία συμβουλιακή δημοκρατία των εργαζομένων, μετά από την αιματηρή καταστολή του μεγαλειώδους αγροτικού κινήματος στην Ουκρανία υπό τον αναρχικό Νέστορα Μάχνο, την περίφημη «μαχνοβτσίνα», που συγκέντρωσε σε έναν αγροτικό αντάρτικο επαναστατικό στρατό χιλιάδες αγρότες και εργάτες, όχι βέβαια αναρχικούς αλλά συμπαθούντες των ιδεωδών ελευθερίας και ισότητας που εξέφραζε ο ηγέτης τους, τον οποίον αποκαλούσαν «μπάτκο» (πατερούλη).

Ο Μάχνο πολεμούσε εναντίον των Λευκών και των Κόκκινων, συμμαχώντας προσωρινά με τους μπολσεβίκους ενάντια στους αντεπαναστάτες στρατηγούς των Λευκών. «Ίσως να φαίνεται παράδοξο –γράφει ο Αρσίνωφ– αλλά είναι παρ’ όλα αυτά αναμφισβήτητο ότι η κομμουνιστική εξουσία φύτεψε και εδραίωσε την εξουσία της στη Ρωσία εξαιτίας του εκπληκτικού αγώνα των Μαχνοβιτών ενάντια στις πολυάριθμες αντεπαναστάσεις». [157] Έτσι εξηγείται το παραμύθι που ιστορούσε ο Τρότσκι, στα 1938, ότι ο ίδιος με τον Λένιν «σκέπτονταν να παραχωρήσουν στους αναρχικούς αγρότες της Ουκρανίας, που ηγέτης τους ήταν ο Μάχνο, μίαν αυτόνομη περιοχή». [158]

Α, ναι; Τι ώρα; Ας μου επιτραπεί το αγρινιώτικο σαρκαστικό σχόλιο. «Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις πάνω από 200.000 αγρότες και εργάτες εκτελέσθηκαν ή πληγώθηκαν βαριά από τις σοβιετικές Αρχές εκείνον τον καιρό στην Ουκρανία. Άλλοι τόσοι σχεδόν φυλακίστηκαν ή εκτοπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Ρωσίας και της Σιβηρίας». [159] Ωραία αυτονομία! Φανταστείτε, δηλαδή, στην ετερονομία τι θα τραβάγανε…

Η Κομμούνα της Κρονστάνδης –τι ειρωνεία της ιστορίας– συνετρίβη από τα σιδερόφραχτα τάγματα του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού στην 50η επέτειο της Παρισινής Κομμούνας. Στο σύνθημα του Μαρξ, «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε!» οι Λένιν – Τρότσκι θα μπορούσαν άνετα να προσθέσουν τη φράση: «Για να μπορούμε να σας σφάζουμε ευκολότερα». Βέβαια, για τον Λένιν, οι εξεγερμένοι της Κρονστάνδης δεν ήταν πραγματικοί «προλετάριοι» αλλά «μικροαστοί» και «λευκοφρουρίτες», που τους βοηθούσαν οι «μεγάλες τράπεζες» και «όλες οι δυνάμεις του χρηματιστικού κεφαλαίου», ώστε να καταστρώσουν «σχέδιο απόβασης στο Ορανιενμπάουμ»! Και τότε, ποιοι είναι οι πραγματικοί προλετάριοι; Σύμφωνα με τον Λένιν, «τις πραγματικές ‘δυνάμεις της εργατικής τάξης’ τις αποτελεί σήμερα [20 Αυγούστου 1921, Δ.Μ.] η ισχυρή πρωτοπορία αυτής της τάξης (το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας, που δεν κατάκτησε μονομιάς, αλλά μέσα σε 25 χρόνια με τα έργα του τον ρολό, τον τίτλο και τη δύναμη της ‘πρωτοπορίας’ της μόνης επαναστατικής τάξης), συν τα στοιχεία που πιο πολύ εξασθένισαν με τον ξεπεσμό τους από την ταξική θέση, στοιχεία που πέφτουν εύκολα σε μενσεβίκικες και αναρχικές ταλαντεύσεις».

Τώρα, μπροστά στην ισχύ του ενός και μοναδικού κόμματος, τι θα μπορούσαν να αντιτάξουν τα υπόλοιπα «στοιχεία» [προσέξτε τον όρο, Δ.Μ.] της εργατικής τάξης, έτσι εξασθενημένα, ταξικά ξεπερασμένα και ταλαντεύομενα που ήταν τα καημένα; Αβίαστο συμπέρασμα της κυκλοτερούς λενινικής διαλεκτικής: πραγματικοί εργάτες = μέλη του κόμματος = πρωτοπορία = ηγεσία = Λένιν, και το αντίστροφο. Ας πρόσεχαν οι «δυστυχισμένοι ναύτες» της Κρονστάνδης.

Ήταν όμως αυτή η αλήθεια; Πώς εξηγείται η εν μία νυκτί μεταστροφή τον κρονστανδινών, από ανθρώπους έτοιμους να δώσουν και τη ζωή τους για την επανάσταση σε συνωμότες της αντεπανάστασης; Και, εάν η μεταστροφή υπήρξε βαθμιαία, ας πούμε εξαιτίας της ταξικής αποσύνθεσης και διάλυσης, πώς το κόμμα της ‘πρωτοπορίας’ δεν πήρε τίποτα χαμπάρι μέσα σε 3,5 χρόνια εξουσίας του;

«Ανάμεσα στην Κρονστάνδη του 1917 και του 1921 δεν υπήρξε ρήγμα στην παράδοση, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε εκείνοι που πήραν μέρος στη σφαγή των ναυτών το 1921. Η θεωρία του Τρότσκι σύμφωνα με την οποία η Κρονστάνδη είχε ξαφριστεί από τα καλύτερα στοιχεία της δεν στέκεται. Η Κρονστάνδη είχε αποδεκατιστεί, τόσο όσο και όλη η Ρωσία που μόλις έβγαινε από τον εμφύλιο πόλεμο. Εάν οι ναύτες είχαν χάσει τα πιο άξια στοιχεία τους, το ίδιο τα έχασε και το κόμμα των μπολσεβίκων. Αυτό όμως δεν το εμπόδισε να αξιώνει την απόλυτη ηγεμονία στη χώρα και στο προλεταριάτο». [162]

Στις 28 Φεβρουαρίου 1921, το πλήρωμα του πολεμικού «Πετροπαυλόσκ», αφού πληροφορήθηκε την κατάσταση των εργατών του Πέτρογκραντ, ψήφισε μιαν απόφαση 15 σημείων, η οποία κατόπιν ψηφίστηκε από τη γενική συνέλευση των ναυτών της Κρονστάνδης και από τα σώματα των κόκκινων στρατιωτών και έγινε δεκτή από τον εργατικό πληθυσμό της πόλης στη γενική συνέλευση 16.000 ατόμων, την 1η Μαρτίου, στην πλατεία της Άγκυρας. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε το πολιτικό πρόγραμμα της εξέγερσης και είναι από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα του διεθνούς επαναστατικού κινήματος γιατί είναι η πρώτη σημαντική ένοπλη εξέγερση των εργατών ενάντια στη νέα ταξική κυριαρχία της κομμουνιστικής γραφειοκρατίας. Στις 2 Μαρτίου, η απόφαση έγινε δεκτή με μεγάλη πλειοψηφία από τους αντιπροσώπους του τοπικού σοβιέτ. Δημιουργήθηκε Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή αποτελούμενη κυρίως από εργάτες με επαναστατική πείρα, κατελήφθησαν τα στρατηγικά σημεία της πόλης και το τυπογραφείο της Iσβέστιας. Στις 3 Μαρτίου, κυκλοφόρησε το 1ο φύλλο της Iσβέστιας με τυπωμένη την απόφαση. [163]

Οι Κρονστανδινοί απαιτούν, μεταξύ άλλων, ελεύθερες εκλογές στα σοβιέτ αμέσως· ελευθερία του λόγου και του Τύπου σε όλους τους εργάτες και αγρότες, στους αναρχικούς και στα σοσιαλιστικά κόμματα της Αριστεράς· ελευθερία των συγκεντρώσεων για τα εργατικά συνδικάτα και τις αγροτικές οργανώσεις· απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων που ανήκαν σε σοσιαλιστικά κόμματα και όσων φυλακίστηκαν για τη συμμετοχή τους σε εργατικά και αγροτικά κινήματα. [164] Αυτές οι απαιτήσεις αποτελούν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας συμβουλιακής δημοκρατίας των εργαζομένων, για αυτόν τον λόγο επέσυραν το μίσος της κομμουνιστικής ηγεσίας, που άρχισε να συκοφαντεί την εξέγερση σαν «συνωμοσία λευκοφρουρών καθοδηγούμενη από τσαρικούς στρατηγούς»! Οι απλοί κομμουνιστές της Κρονστάνδης, οι οποίοι γνώριζαν από πρώτο χέρι την πραγματικότητα, μένοντας έκπληκτοι από τα ασύστολα ψεύδη των ηγετών τους, εγκατέλειψαν κατά μάζες το κόμμα. Οι επιστολές παραίτησης κατακλύζουν τις στήλες της Iσβέστιας. [165]

Μήπως, όπως τόλμησε να γράψει ο Τρότσκι το 1938, «ενώ η χώρα υποφέρε από πείνα, οι κρονστανδινοί απαιτούσανε προνόμια»; [166] Μα το σημείο 9 της απόφασής τους ζητά ίση μερίδα για όλους τους εργαζόμενους, εκμηδενίζοντας την κατηγορία αυτή. Μήπως το κύριο σύνθημα της εξέγερσης –όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στο κόμμα– δεν ήταν παρμένο από το άρθρο του σοβιετικού Συντάγματος που έλεγε ότι όλη η εξουσία, κεντρική και τοπική, ανήκει στα σοβιέτ; Αυτή η αρχή δεν τσαλαπατήθηκε εξαρχής από τους μπολσεβίκους; Μήπως τα οικονομικά αιτήματα των εξεγερμένων για την αναζωογόνηση της οικονομίας (ελευθερία της γεωργικής και βιοτεχνικής παραγωγής που δεν χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία) ήταν «αντισοσιαλιστικά»; Αλλά αυτά ακριβώς δεν εφάρμοσε ο Λένιν με τη Νέα Οικονομική Πολιτική του, που αποφασίστηκε στο 10ο Συνέδριο του κόμματος, ζητώντας «προνόμια στους πάνω και φόρους στους κάτω»;

Όμως ακριβώς η ανατροπή της εκ νέου ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας σε πάνω και κάτω ευρίσκεται στη ρίζα της εξέγερσης της Κρονστάνδης.

Οι εξεγερμένοι είχαν κατανοήσει με διαύγεια την ουσία του κομμουνισμού του Λένιν: «γραφειοκρατία + εκτελέσεις» (Iσβέστια, Νο 7). Η απάντησή τους ήταν μία και μοναδική: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Κάτω τα χέρια σας από την εξουσία, αυτά τα χέρια που βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα των μαρτύρων της ελευθερίας, που έχουν αγωνιστεί ενάντια στους λευκοφρουρούς, τους γαιοκτήμονες και τη μπουρζουαζία» (Iσβέστια, Νο 6). Η Κρονστάνδη θέλησε να γίνει το λυκαυγές μιας τρίτης επανάστασης που θα κατέλυε την κυριαρχία των κόκκινων αφεντάδων: «Τον Φλεβάρη και τον Οκτώβρη, αυτή βρισκόταν στην πρώτη γραμμή. Τώρα, για άλλη μία φορά, η Κρονστάνδη είναι κείνη που σήκωσε πρώτη τη σημαία της τρίτης επανάστασης των εργαζόμενων. Η απολυταρχία του τσάρου γκρεμίστηκε. Η Συντακτική δεν είναι παρά μία θύμηση. Το καθεστώς των κομισάριων θα πέσει και αυτό με τη σειρά του» (Ισβέστια, Νο 10). Ο επαναστατικός αγώνας της Κρονστάνδης δεν έγινε τελικά το έναυσμα για την αναδημιουργία του επαναστατικού φαντασιακού αλλά υπήρξε το κύκνειο άσμα του και η βουτηγμένη στο αίμα τελική πράξη μέσα στο λυκόφως του επαναστατικού δράματος. Από την ελευθερωτική πράξη δεν έμεινε τίποτα άλλο παρά μόνο ο λόγος που συντριβεί στον πυρήνα του το καινούργιο ιστορικό ψευδός: «Είναι απαραίτητο να μάθουν όλοι ότι αγωνιζόμαστε για την πραγματική εξουσία των εργαζομένων, ενώ οι κομμουνιστές Τρότσκι και Ζινόβιεφ και η συμμορία τους σφάζουν και τουφεκίζουν μόνο για να διατηρήσουν τη δικτατορία τους» (Ισβέστια, Νο 11).

Το βασικό επιχείρημα των κομμουνιστών εναντίον των εξεγερμένων εκφράστηκε με εισαγγελικό ύφος από τον Καρλ Ράντεκ στην Εβδομαδιαία Επιθεώρηση του Ρωσικού Τύπου της 20ης Απριλίου, σύμφωνα με το οποίο ο αντεπαναστατικός χαρακτήρας της εξέγερσης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο αντεπαναστατικός Τύπος έδειξε συμπάθεια για την εξέγερση. Με την ίδια λογική, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η διπλωματική ασυλία που έχαιρε ο Λένιν κατά την επιστροφή του στη Ρωσία, τον Μάρτιο 1917, διασχίζοντας ανεμπόδιστα το γερμανικό έδαφος, αποδεικνύει ότι ήταν πράκτορας των Γερμανών; Το λογικό δεν είναι να σκεφτούμε τον απλό κανόνα των συμμαχιών ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου; «Η αλήθεια είναι», γράφει ο Ρούντολφ Ρόκερ, «ότι οι εξεγερμένοι αρνήθηκαν με περιφρόνηση κάθε βοήθεια από την αντίδραση. Όταν, για παράδειγμα, η είδηση της εξέγερσης έφτασε στο Παρίσι, οι Ρώσοι καπιταλιστές που ζούσαν εξόριστοι εκεί τους προσέφεραν 500.000 φράγκα. Όμως, οι εξεγερμένοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά αυτή την προσφορά. Όταν, άλλωστε, μία ομάδα από αντεπαναστάτες αξιωματικούς τους πρόσφερε και αυτή από το Παρίσι τις υπηρεσίες της με ραδιοφωνικό μήνυμα, οι εξεγερμένοι απάντησαν και αυτοί από το ραδιόφωνο: ‘Μείνετε εκεί που είστε! Δεν έχουμε θέση για τους ομοίους σας!’» [167]

Στην «Κομμουνιστική διακήρυξη προς τους εξαπατημένος της Κρονστάνδης» που ρίχτηκε στην πόλη από ένα κομμουνιστικό αεροπλάνο διαβάζουμε: «Σας λείπει το ψωμί, σας λείπουν τα καύσιμα. Αν δεν αλλάξετε μυαλά, θα σας βάλουμε στο σημάδι και θα σας σφάξουμε σαν κοτόπουλα» (Ισβέστια, Νο 4, Κυριακή 6 Μαρτίου 1921). Ενώ, υποτίθεται, ότι το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚ αποφάσισε σαν πρώτο βήμα να προβεί σε διαπραγματεύσεις με τους εξεγερμένους, καμία διαπραγμάτευση δεν έλαβε χώρα. Αντιθέτως, ο Τρότσκι, επιστρέφοντας βεβιασμένα από τη δυτική Σιβηρία στο Πέτρογκραντ, στις 4 ή 5 Μαρτίου, διέταξε την «ένοπλη καταστολή της ανταρσίας», σε ένα περίεργο τελεσίγραφο που έστειλε ραδιοφωνικά στον πληθυσμό της Κροστάνδης ως πρόεδρος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας με συνυπογράφοντα τον Κάμενεφ που ήταν αρχιδιοικητής του Κόκκινου Στρατού (Ισβέστια, Νο 5, Δευτέρα 7 Μαρτίου 1921). Το 1938, ο Τρότσκι, αναλαμβάνοντας εκ νέου την πολιτική ευθύνη για την καταστολή της εξέγερσης, επιρρίπτει παρ’ όλα αυτά την ευθύνη του εν λόγω τελεσιγράφου στον Κάμενεφ. Οι κομμουνιστικές πυροβολαρχίες υπό τις διαταγές του Τουχατσέφσκι, διοικητή της 7ης στρατιάς του Πετρογκράντ, άρχισαν τους κανονιοβολισμούς εναντίον της πόλης στις 16:45 της 7ης Μαρτίου 1921.

Παρά τη λυσσαλέα αντίσταση των 15.000 πεινασμένων υπερασπιστών της, η Κρονστάνδη, όντας απομονωμένη από την υπόλοιπη χώρα και προδοτικά εγκαταλελειμμένη από τους εργάτες του Πέτρογκραντ, υπέκυψε στη δύναμη ενός υλικά και αριθμητικά ανώτερου εχθρού, 50.000 καλά εξοπλισμένων και καλοφαγωμένων στρατιωτών και έπεσε στις 17 Μαρτίου.

Επακολούθησε ένα όργιο αντεκδίκησης για πολλές ημέρες με ολονύκτιες μαζικές εκτελέσεις από την Τσέκα. Πολλοί φυλακίστηκαν ενώ 8.000 Κρονστανδινοί πήραν τον δρόμο της εξορίας προς τη Φιλανδία. Σύμφωνα με τον Α. Σκιρντά (1971), οι εκτιμήσεις του οποίου συμφωνούν με τις αντίστοιχες του μπολσεβίκικου Πούκωφ, οι απώλειες των εξεγερμένων ανέρχονται σε 600 νεκρούς, 1.000 τραυματίες και 2.500 αιχμαλώτους. Οι απώλειες των κομμουνιστών έφτασαν περίπου τους 10.000 νεκρούς και τραυματίες [168]. Κατά την Ίντα Μεττ, δεν μπορούμε να κάνουμε εκτιμήσεις ούτε κατά προσέγγιση για τις απώλειες των κρονστανδινών, γιατί ήταν πολύ μεγάλες. Η πραγματικότητα του μακελειού ευρίσκεται κατατεθειμένη στα αρχεία της Τσέκα και των κομμουνιστικών δικαστηρίων. «Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υγειονομικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας της περιφέρειας της Πετρούπολης, ήταν στα νοσοκομεία αυτής της πόλης στην περίοδο από 3 έως 21 Μαρτίου 4.127 τραυματίες και 527 νεκροί. Σε αυτούς τους αριθμούς δεν συμπεριλαμβάνονται οι πνιγμένοι και οι πολυάριθμοι εγκαταλειμμένοι τραυματίες που πέθαναν από το κρύο στον πάγο, ούτε τα θύματα των “επαναστατικών” δικαστηρίων για την “αναπτέρωση του ηθικού των κυβερνητικών στρατευμάτων”» [169].

Ποια ήταν η μοίρα των ηγετών της εξεγερμένης Κροστάνδης, δηλαδή των μελών της Προσωρινής Επαναστατικής Επιτροπής; Ο πρόεδρός της, ο Πετριτσένκο, διέφυγε στη Φιλανδία μαζί με τα δέκα μέλη της ΠΕΕ που είχαν απομείνει, ο Βερσίνιν είχε συλληφθεί από τους μπολσεβίκους στις 8 Μαρτίου και μάλλον εκτελέστηκε αμέσως. Ο Πετριτσένκο συνελήφθη το 1945 και πέθανε λίγο αργότερα στο γκουλάγκ. Μέλη της ΠΕΕ που φυλακίστηκαν ήταν οι Βαλκ, Παβλώφ και Περεπέλκιν, οι οποίοι εκτελέστηκαν όλοι. Ο Περεπέλκιν, ο γραμματέας της ΠΕΕ, βρέθηκε αρχικά στο παλιό κρατητήριο της οδού Σπαλέρναγια στο Πέτρογκραντ, όπου αφηγήθηκε τα γεγονότα στον Β.Σερζ, όταν αυτός επισκέφτηκε κάποιους φυλακισμένους φίλους του [170]. ‘Οσοι από τους εξόριστους πίστεψαν στη δήθεν πολιτική αμνηστία που υποσχέθηκαν αργότερα οι κομμουνιστές βρέθηκαν όπως και όλοι οι επιζήσαντες συλληφθέντες της Κρονστάνδης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον Μεγάλο Βορρά στις λεγόμενες «σωφρονιστικές αποικίες» της Ούχτα και του Χολμογκόρυ [171].

Ας συγκρίνουμε τη μοίρα αυτών των επαναστατών με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος στους ζοφερούς καιρούς του πολέμου, της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, για να καταλάβουμε τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ αυθεντικής κοινωνικής επανάστασης και ενός εθνικιστικού κινήματος που πλαισιώνεται από ένα ολοκληρωτικό κόμμα. Ιδού τι γράφει ο αείμνηστος, παλιός διεθνιστής επαναστάτης Γιάννης Ταμτάκος: «Ούτε ένα ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ δεν εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, με την εξαίρεση ίσως του Ζεύγου [ο Γ. Ζεύγος δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον Μάρτιο του 1947, από άνθρωπο της εθνικής στρατιωτικής ασφαλείας, Δ.Μ.] από έναν δεξιό. Σάντος, Ιωαννίδης, Στρίγκος, Βλαντάς, Ζαχαριάδης και όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη τη γλίτωσαν. Ας βρεθεί κάποιος να αναφέρει έστω και έναν! Στο απόσπασμα πήγαν μόνο μεσαία και κατώτερα στελέχη τα οποία, άσχετα με το ότι πίστευαν στον σταλινισμό, ήθελαν την κοινωνική επανάσταση». [172]

Στην Ελλάδα, ο μόνος επαναστάτης που είχε διαμαρτυρηθεί για τη σφαγή των εξεγερμένων της Κρονστάνδης ήταν ο Στέλιος Αρβανιτάκης, εργάτης τσιγάρας, ο οποίος σύμφωνα με τον Α. Στίνα σε μία συνέλευση της κομματικής οργάνωσης Θεσσαλονίκης, «κατήγγειλε με βιαιότητα τη σοβιετική κυβέρνηση ότι σφετερίστηκε την εξουσία των μαζών, πέταξε το βιβλιάριο μέλους του κόμματος και αποχώρησε» [173]. Συμμετείχε στην πρώτη γραμμή όλων των εργατικών αγώνων, όντας έξω από κάθε οργάνωση, οπαδός του αναρχικού κομμουνισμού. Ο Αρβανιτάκης δολοφονήθηκε από τις από τους φονιάδες της κομμουνιστικής ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών), κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του Δεκέμβρη 1944, όπως και εκατοντάδες άλλοι επαναστάτες, μεταξύ των οποίων και ο Κωνσταντίνος Σπέρας, αναρχικός εργάτης, τσιγάρας, πρωτοστάτης του εργατικού συνδικαλισμού και ηγέτης της εξέγερσης των μεταλλωρύχων της Σερίφου τον Αύγουστο του 1916, η μπροσούρα του οποίου για την απεργία της Σερίφου είναι, κατά τον Στίνα, ίσως το σημαντικότερο ντοκουμέντο για την πραγματική ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Η επίθεση κατά της Κρονστάνδης εξελισσόταν ταυτόχρονα με τη σύγκληση του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡ, το οποίο ξεκινούσε τις εργασίες του στις 8 Μαρτίου 1921 στη Μόσχα. Ο Β. Σερζ, ο οποίος ανήκε στον κύκλο των διοικούντων της Πετρούπολης και είχε στενές σχέσεις με ορισμένα κορυφαία στελέχη του κόμματος, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των αντιδημοκρατικών διαδικασιών διά των οποίων επιλέγονταν, μήνες πριν, οι αντιπρόσωποι για το Συνέδριο: «Πήρα μέρος στη συζήτηση σε ένα από τα τμήματα της Πετρούπολης και τρόμαξα βλέποντας την “πλειοψηφία” του Λένιν και του Ζινόβιεφ να νοθεύουν τις ψήφους [174]. Αυτή η ψηθονοθεία δεν είχε άλλο σκοπό από το να διευκολύνει τον Λένιν στην επιβολή της μονολιθικότητα σας και στην απαγόρευση κάθε αντιπολιτεύσης μέσα στο κόμμα, έμπρακτη τάση που ήταν κυρίαρχη μέχρι τότε αλλά τώρα θα έπαιρνε ισχύ νόμου. Ο ολοκληρωτικός ηγέτης, μετά τη θανάτωση της δημοκρατίας στην κοινωνία, δεν ανεχόταν πλέον ούτε την ανάδυση αντιπολιτευτικών ομάδων μέσα στο κόμμα, εν είδει ενδο-γραφειοκρατικού φαινομένου, ακόμη κι αν αυτές σέβονταν το πολιτικό μονοπώλιο του κόμματος και δεν αμφισβητούσαν τον ίδιο ως αρχηγό και σαν Γέρο, οι προτάσεις του οποίου μετατρέπονταν σε δεσμευτικές εντολές για το κόμμα: «Εδώ ή εκεί μ’ ένα όπλο, αλλά όχι με την αντιπολίτευση… Βαρεθήκαμε πια την αντιπολίτευση», θα δηλώσει με κυνισμό ο Λένιν προς κάθε κατεύθυνση. [175]

Η αλήθεια είναι ότι δεν βρέθηκε, μέσα στο 10ο Συνέδριο, ούτε ένας αντιπολιτευόμενος μπολσεβίκος που να υπερασπιστεί την Κρονστάνδη, ή έστω να καταγγείλει τη σφαγή των εξεγερμένων. Όλοι συμφώνησαν με την καταστολή εκείνων που τόλμησαν να αμφισβητήσουν τη μονοκρατορία του κόμματος.

Ο Τρότσκι, ο οποίος πάντα εξέφραζε με βίαιη προδηλότητα και χωρίς να μασάει τα λόγια του την αληθινή πρακτική του κόμματος, θα πει στο Συνέδριο τα εξής: «Λες και το κόμμα δεν είχε το δικαίωμα να επιβάλει τη δικτατορία του, ακόμη κι αν αυτή η δικτατορία ερχόταν σε σύγκρουση με τις παροδικές διαθέσεις της εργατικής δημοκρατίας».

Ο απόλυτος κάτοχος της αλήθειας και αυτόκλητος τερματοφύλακας της μυθικής «ιστορικής αποστολής» του προλεταριάτου γίνεται ο απόλυτος κάτοχος του προλεταριάτου και ολόκληρης της κοινωνίας. Όλες οι ουτοπικές υποσχέσεις με τις οποίες οι μπολσεβίκοι άρπαξαν την εξουσία το 1917 κείτονται νεκρές το 1921. Το ολοκληρωτικό κόμμα γίνεται ο πυρήνας για τη γέννηση μιας νέας κυρίαρχης τάξης στην ιστορία: της γραφειοκρατίας. Αυτή η πολιτική προέλευση της άρχουσας τάξης στα κομμουνιστικά καθεστώτα, παρατηρούσε ορθώς ο Παπαϊωάννου, είναι ένα από τα κυριότερα εμπόδια πάνω στα οποία σκοντάφτει κάθε απόπειρα μαρξιστικής θεώρησης της ταξικής φύσης του ολοκληρωτισμού [176].


Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Μαργαρίτη, Οι εκλεκτικές συγγένειες των ολοκληρωτισμών. Κομμουνισμός, Φασισμός, Ναζισμός, εκδόσεις τροπή, 2017.

Βλ. επίσης

Η ιστορία της Κρονστάνδης 100 χρόνια μετά

Αφήστε ένα σχόλιο

five × 2 =