Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Μια κριτική στον παραλογισμό του προσοντολογίου

0

Γιώργος Σκολαρίκης (αναπληρωτής δάσκαλος, υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας)

Σήμερα πλέον οι αναπληρωτές είμαστε τόσο πολλοί, ώστε να μην υπάρχει σχεδόν οικογένεια ή παρέα που να μην έχει έναν αναπληρωτή εκπαιδευτικό ή πολύ συχνά έναν άνεργο που περιμένει να προσληφθεί ή κάποιον που έχει αλλάξει πλέον καριέρα και δεν ασχολείται με το ζήτημα. Όσες φορές βρίσκομαι σε παρέες με συναδέλφους αναπληρωτές κάθε βαθμίδας, οι διορισμοί, οι προσλήψεις, οι πίνακες, οι δηλώσεις περιοχών, τα μόρια και γενικά τα περί του προσοντολογίου μονοπωλούν ουσιαστικά τη συζήτηση. Στις περιπτώσεις που η παρέα απαρτίζεται και από μη εκπαιδευτικούς, εκείνοι με το δίκιο τους δυσανασχετούν και ζητούν να αλλάξουμε θέμα συζήτησης.

Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως τους αναπληρωτές που βιώνουμε τις συνέπειες της εφαρμογής του προσοντολογίου (είτε αυτές για κάποιους είναι θετικές είτε για άλλους αρνητικές), επειδή όμως θα προσπαθήσω να πάρω τα πράγματα από την αρχή, θεωρώ ότι το κείμενο μπορεί να διαβαστεί και από κάποιον που βρίσκεται έξω από το χώρο της εκπαίδευσης, αλλά θέλει να μάθει τι συμβαίνει πλέον σε αυτόν, όσον αφορά το νέο σύστημα διορισμών και προσλήψεων των αναπληρωτών. Όταν λέω ότι θα επιχειρήσω να πάρω τα πράγματα από την αρχή, εννοώ ότι δεν αναφερθώ μόνο στο περιεχόμενο του προσοντολογίου, αλλά θα προσπαθήσω να εξηγήσω πρώτα πώς οδηγηθήκαμε ως την επικράτησή του. Πριν μπω σε λεπτομέρειες θα ήθελα να επισημάνω εξαρχής ότι προσωπικά είμαι από τους ευνοημένους του προσοντολογίου, θα προσπαθήσω ωστόσο να διατυπώσω μια αντικειμενική κριτική με γνώμονα τον ορθό λόγο και όχι το ατομικού μου συμφέρον. Κάποιος ο οποίος ασχολείται με τη φιλοσοφία, όπως εγώ, θα μπορούσε να πει ότι το κείμενο έχει την αξίωση να διέπεται από καντιανές και όχι από ωφελιμιστικές αρχές.

Γενικότερα, νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο χώρο της εκπαίδευσης υπάρχουν στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και έχουν εισηγηθεί εδώ και πάνω από μία δεκαετία, όσον αφορά όμως συγκεκριμένα το προσοντολόγιο νομίζω πως το γεγονός το οποίο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για να οδηγηθούμε σε αυτό, όπως πολύ εύστοχα μου έχει επισημάνει ένας καλός φίλος και συνάδελφος, ήταν η δυνατότητα να αποκτούν οι δάσκαλοι ΠΕ70 και την ειδικότητα των ειδικών παιδαγωγών ΠΕ71, κάνοντας μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή. Μέχρι να γίνει αυτό, για το ελληνικό δημόσιο ανεξάρτητα από το τμήμα και το αντικείμενο το οποίο σπούδαζε κανείς σε μεταπτυχιακό επίπεδο, παρέμενε πάντα στο κλάδο στον οποίο ανήκε το βασικό πτυχίο του. Π.χ. αν κάποιος τελειώσει παιδαγωγικό και κάνει μεταπτυχιακό στη φιλολογία ή την ψυχολογία δεν θα αποκτήσει και τις ειδικότητες ΠΕ02 ή ΠΕ23 αντίστοιχα αλλά θα εξακολουθεί να έχει την βασική του ειδικότητα ΠΕ70. Ο μόνος τρόπος να άνηκε κανείς σε δύο κλάδους, ήταν να έχει αποκτήσει δεύτερο πτυχίο. Από τότε όμως που οι δάσκαλοι ΠΕ70 άρχισαν να μπαίνουν στους πίνακες αναπληρωτών ειδικής αγωγής ΠΕ71, ουσιαστικά με το μεταπτυχιακό τους αποκτούσαν και δεύτερη ειδικότητα. Για να διαχωριστούν από τους ΠΕ71 το κράτος τους ονόμασε ΠΕ70.50 ΕΑΕ (Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης). Η διαφορά των ΠΕ70.50 είναι ότι βρίσκονται και στους δύο κλάδους, δηλαδή μπορούν να εργαστούν και στη γενική και στην ειδική αγωγή, ενώ οι ΠΕ71 μπορούν να εργαστούν μόνο στην ειδική αγωγή.

Το ίδιο βέβαια συνέβη και με τις άλλες βαθμίδες και κλάδους εκπαίδευσης, π.χ. ένας νηπιαγωγός ή ένας μαθηματικός που έκαναν μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή έμπαιναν σε ξεχωριστό πίνακα, ο οποίος αποτελούνταν μόνο από εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής. Σε όλες όμως τις άλλες ειδικότητες, πλην των δασκάλων, δεν υπήρχε ζήτημα, διότι δεν υπάρχει προπτυχιακή σχολή ειδικής αγωγής.

Ουσιαστικά λοιπόν το κράτος ευνόησε τους ΠΕ70 (κλάδος στον οποίο ανήκω) εις βάρος των ΠΕ71. Θα πει κανείς, γιατί συνέβη αυτό; Γιατί ξαφνικά τόση ζήτηση στην ειδική αγωγή; Η απάντηση είναι απλή, τα κονδύλια για τις προσλήψεις αναπληρωτών στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν προέρχονται από το κράτος, αλλά από το πρόγραμμα ΕΣΠΑ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ΕΣΠΑ λοιπόν χορηγεί πολλά χρήματα για πιστώσεις στην ειδική αγωγή. Στο ελληνικό κράτος υπάρχουν μόνο δύο τμήματα ειδικής αγωγής: το Τμήμα Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Βόλου και το Τμήμα Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (για τον ασύλληπτο παραλογισμό που ενυπάρχει στο οποίο θα αναφερθώ αργότερα). Έτσι λοιπόν το ελληνικό κράτος χρειάστηκε παραπάνω ειδικούς παιδαγωγούς από εκείνους που διέθετε, ενώ είχε πολλούς γενικούς παιδαγωγούς που δεν χρειαζόταν. Επειδή τα λεφτά από τα κονδύλια του ΕΣΠΑ, από όσο ξέρω, αν δεν αξιοποιηθούν, χάνονται, το κράτος έκανε κάτι το οποίο μοιάζει λογικό, έδωσε δηλαδή τη δυνατότητα στους γενικούς παιδαγωγούς με ένα μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή να εργάζονται ως ειδική παιδαγωγοί.

Έτσι επί της ουσίας μπήκαν τα αρχικά θεμέλια, για να φτάσουμε στο προσοντολόγιο.

Τα αυξημένα κονδύλια στην ειδική αγωγή δημιούργησαν πολλές νέες θέσεις εργασίας στον τομέα αυτό. Έτσι δημιουργήθηκε ο θεσμός του τμήματος ένταξης και της παράλληλης στήριξης, θέσεις που απαιτούν ειδικούς παιδαγωγούς, αλλά εντός του γενικού και όχι του ειδικού σχολείου. Στόχος μου δεν είναι σε καμία περίπτωση να κρίνω την αναγκαιότητα ή τη σπουδαιότητα αυτών των θεσμών. Προσωπικά, αν ήμουν διευθυντής θα επεδίωκα το σχολείο μου να έχει και Τμήμα Ένταξης και ΖΕΠ και όσο το δυνατόν περισσότερες παράλληλες, διότι όσο περισσότεροι συνάδελφοι στο σχολείο τόσο το καλύτερο αλλά και επειδή γενικότερα θα ήμουν υπέρ του να ανοίγονται όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις εργασίας για συναδέλφους.

Με τις νέες θέσεις εργασίας σε Τμήμα Ένταξης, παράλληλη στήριξη, ΚΕΣΥ ή ΚΕΨΥ οι ανάγκες για ειδικούς παιδαγωγούς εκτοξευθήκαν, έτσι το κράτος δημιούργησε και επικουρικό πίνακα προσλήψεων για όσους δεν είχαν μεταπτυχιακό αλλά σεμινάριο στην ειδική αγωγή, κάτι το οποίο ίσχυε και παλιότερα αλλά είχε καταργηθεί. Ωστόσο, και πάλι οι θέσεις στην ειδική αγωγή άρχισαν να είναι τόσο πολλές, ώστε να προσλαμβάνονται γενικοί παιδαγωγοί σε θέσεις ειδικών παιδαγωγών. Με αυτόν τον τρόπο εργάστηκα κι εγώ την πρώτη χρόνια μου χρόνια από τον πίνακα της Γενικής, στην παράλληλη στήριξη.

Ταυτόχρονα με την απορρόφηση, εκτοξεύθηκε, όπως είναι λογικό με βάση τους νόμους της αγοράς, και η ζήτηση για μεταπτυχιακά ειδικής αγωγής. Τα παιδαγωγικά τμήμα της Ελλάδας, τουλάχιστον από όσο γνωρίζω από το ΠΤΔΕ Αθήνας όπου σπούδαζα, διέθεταν μεταπτυχιακά προγράμματα ειδικής αγωγής κάθε δύο με τρία χρόνια, η εισαγωγή σε αυτά γινόταν με εξετάσεις και οι εισακτέοι ήταν περίπου 15 με 20 άτομα. Έτσι είχαμε οδηγηθεί στο σημείο να δίνουν εξετάσεις 300 άτομα για 15 με 20 θέσεις, περιττό να αναφέρω (στην Ελλάδα βρισκόμαστε άλλωστε) ότι άρχισε το ζήτημα να χρειάζεται και μεσάζοντες. Εφόσον λοιπόν η εισαγωγή στα μεταπτυχιακά των πανεπιστημίων της Ελλάδας έγινε πολύ δύσκολη, σχεδόν όλοι οι ενδιαφερόμενοι στράφηκαν στα ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Αγγλία, απ’ όσο ξέρω, είχαν την τιμητική τους. Παρέλειψα να αναφέρω ότι στον πίνακα της ειδικής αγωγής μπορούσε από ένα σημείο και μετά να μπει και κάποιος που έχει μεταπτυχιακό στο συναφές αντικείμενο της Σχολικής Ψυχολογίας.

Για να σας δώσω να καταλάβετε, εγώ τελείωσα το ΠΤΔΕ τον Ιούλιο του 2013 και προσλήφθηκα πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2018, ενώ γνωρίζω άτομα που αποφοιτήσαμε μαζί και επειδή αγόρασαν…συγγνώμη, απέκτησαν το ετήσιο μεταπτυχιακό της Ιταλίας (χωρίς να γνωρίζουν καν ιταλικά) δουλεύουν στην ειδική ήδη από το 2014. Σημειωτέον, τα μεταπτυχιακά της Ιταλίας και της Βουλγαρίας (επειδή δεν ήταν μονοπώλια, ούτε καν ολιγοπώλια και εξάλλου στις χώρες τους δεν είχαν μεγάλη ζήτηση) ήταν και πολύ οικονομικά, στοίχιζαν απ’ ό,τι έχω ακούσει γύρω στα 1000 ευρώ. Τα μεταπτυχιακά-αστραπή άκμασαν για κάποια χρόνια και ο ΔΟΑΤΑΠ έκανε πάρτι εισπράξεων από τα παράβολα. Κάποια στιγμή όμως τα ελληνικά πανεπιστήμια και οι απόφοιτοι τους άρχισαν να πιέζουν, επισημαίνοντας ότι αυτό που συμβαίνει είναι άδικο και ότι τα πτυχία ειδικής αγωγής του εξωτερικού δεν διαθέτουν ανάλογο επίπεδο σπουδών. Έτσι το Υπουργείο όρισε μια νέα παράμετρο για τα μεταπτυχιακά ειδικής αγωγής. Η αναγνώριση του πτυχίου προϋπέθετε έναν συγκεκριμένο αριθμό ωρών πρακτικής άσκησης στη χώρα προέλευσης του τίτλου σπουδών. Η διάταξη αυτή δεν είχε αναδρομική ισχύ, που σημαίνει ότι όποιος πρόλαβε πρόλαβε, από εδώ και μπρος τα μεταπτυχιακά ειδικής απ’ το εξωτερικό κομμένα. Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να είμαι ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ήδη ξεκινήσει ένα τέτοιο μεταπτυχιακό και δεν πρόλαβαν να το τελειώσουν πριν αλλάξει η νομοθεσία, που σημαίνει ότι ουσιαστικά έχασαν τα λεφτά τους.

Από την ιστορία αυτή κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν τα πανεπιστήμια της Κύπρου, με πιο γνωστό το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Εκεί το κράτος φαίνεται ότι αποφάσισε να μην απογοητεύσει τους Κύπριους αδελφούς και έτσι το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας ξεκίνησε μια αγαστή συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Πατρών, με αποτέλεσμα το μεταπτυχιακό του να μπορεί να αποκτηθεί με πρακτική άσκηση στην Ελλάδα, πράγμα που βέβαια δεν είναι παράλογο, καθώς τα ελληνικά και τα κυπριακά είναι ίδια γλώσσα. Αυτό κατέστησε το μεταπτυχιακό του Πανεπιστημίου Λευκωσίας πολύ δημοφιλές, διότι μπαίνεις χωρίς εξετάσεις και κυρίως διότι το κάνεις εξ αποστάσεως, με αποτέλεσμα η τιμή του να ανέβει κατακόρυφα. Κάνοντας μια έρευνα αγοράς των μεταπτυχιακών ειδικής αγωγής για το συγκεκριμένο άρθρο, διαπίστωσα ότι σχεδόν όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια που έχουν παιδαγωγικά τμήματα (πλην της Αλεξανδρούπολης και της Φλώρινας) διαθέτουν μεταπτυχιακά προγράμματα ειδικής αγωγής τα οποία δέχονται πλέον πολύ μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων από ό,τι παλιότερα (ο μικρότερος που είδα νομίζω ήταν 30), σχεδόν όλα έχουν καταργήσει τις εξετάσεις και η επιλογή γίνεται μόνο με συνέντευξη και εξέταση του φακέλου του υποψηφίου, και τέλος σχεδόν όλα έχουν δίδακτρα τα οποία κυμαίνονται από 2.400 μέχρι 7.500€!

Τα μόνα μεταπτυχιακά που εξακολουθούν προς τιμήν τους να είναι δωρεάν και έχουν φυσικά διατηρήσει τη γραπτή εξέταση ως τρόπο εισαγωγής, είναι του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, του ΠΤΔΕ Ιωαννίνων και του Τμήματος Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του ΠΑΜΑΚ. Ως προς το ΠΤΔΕ Ιωαννίνων, επειδή είχα την τύχη να έχω καθηγήτρια στις μεταπτυχιακές μου σπουδές την τότε πρόεδρο του τμήματος, γνωρίζω ότι έχει δώσει αγώνα για να είναι όλα τα μεταπτυχιακά του ΠΤΔΕ Ιωαννίνων δωρεάν. Ως προς την ιδιάζουσα περίπτωση του τμήματος του ΠΑΜΑΚ δεν γνωρίζω τι συμβαίνει, αλλά το ίδιο τμήμα έχει και δεύτερο μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή το οποίο κοστίζει 4.500 € και σαν τρόπο εισαγωγής έχει μια απλή συνέντευξη. Τώρα πώς γίνεται στο ίδιο τμήμα να υπάρχουν δύο μεταπτυχιακά με ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο, εκ των οποίων το ένα να είναι δωρεάν και το άλλο όχι, δεν μπορώ να το καταλάβω. Αλλά πρώτον στην Ελλάδα είμαστε και δεύτερον το συγκεκριμένο τμήμα είναι sui generis, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

Ωστόσο, κανένα από τα παραπάνω μεταπτυχιακά δεν είναι πολύ δημοφιλή, διότι δεν είναι αρκετά φιλικά προς το χρήστη (user friendly) για να το εκφράσω έτσι σκωπτικά. Εννοώ ότι τα παραπάνω μεταπτυχιακά δεν γίνονται εξ αποστάσεως. Αντιθέτως, τα πιο δημοφιλή είναι αυτά που γίνονται εξ αποστάσεως τα οποία είναι, όπως προανέφερα, του Πανεπιστημίου Λευκωσίας – Πατρών στα 5.550€, του ΕΑΠ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στα 3.600€, του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου στα 5.400€ και του Ευρωπαϊκού Πανεπιστήμιου Κύπρου (που έχει δίδακτρα αλλά δεν αναφέρεται το ποσό, μπορεί για να μην τρομάξουμε!) και του Πανεπιστημίου Frederick (που είναι επίσης της Κύπρου) στα 5.850€. (Εκτός όμως από τα μεταπτυχιακά της ειδικής αγωγής, έχουν ξεπηδήσει σαν μανιτάρια και πάρα πολλά σεμινάρια, τα οποία διαφημίζουν ότι είναι αναγνωρισμένα από τον ΑΣΕΠ, που σημαίνει ότι είναι τουλάχιστον 7 μηνών και 400 ωρών και με τα οποία μπορεί κανείς να μπει στον επικουρικό πίνακα και να δουλέψει μια χαρά από εκεί, (αν είναι ΠΕ70) διότι στους δασκάλους ο επικουρικός νομίζω πλέον εξαντλείται από την πρώτη φάση).

Εφόσον επικράτησε αυτή η κατάσταση στην ειδική αγωγή, άρχισε να υποστηρίζεται η άποψη ότι δεν θα πρέπει να μοριοδοτείται μόνο το μεταπτυχιακό της ειδικής αγωγής, αλλά όλα τα προσόντα κάποιου. Δηλαδή, οι αναπληρωτές να μην τοποθετούνται στους πίνακες προσλήψεων με μόνο κριτήριο την προϋπηρεσία τους, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, αλλά να μοριοδοτούνται και άλλα προσόντα πέραν της προϋπηρεσίας∙ έτσι καταλήξαμε τελικά στο προσοντολόγιο.

Ιδεολογικά διαφωνώ με το προσοντολόγιο, διότι εισάγει τις νεοφιλελεύθερες αρχές στην εκπαίδευση.

Για να το εκφράσω απλά, έχεις χρόνο και χρήματα για να κάνεις μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες, σεμινάριο, δεύτερο πτυχίο, τότε θα προσληφθείς, δεν έχεις, τότε θα μείνεις χαμηλά στη λίστα, άρα δε θα προσληφθείς. Από αυτή την άποψη λοιπόν είμαι αντίθετος και, παρόλο που με ευνοεί, όταν ψηφίζονταν ο εν λόγω νόμος έκανα απεργία και συμμετείχα στις κινητοποιήσεις. Αν εξετάσουμε, ωστόσο, το ζήτημα ολόπλευρα, δεν μπορούμε να πούμε ότι η εφαρμογή του προσοντολογίου δεν έχει καμία λογική, διότι δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε εύλογο άτομα που κατέχουν διδακτορικά να μένουν άνεργα επειδή τα πτυχία τους δεν υπολογίζονται πουθενά, ενώ εκείνοι που έχουν προϋπηρεσία να προηγούνται πάντα και να είναι οι μόνοι που έχουν δυνατότητα να δουλεύουν ως αναπληρωτές και να διοριστούν κάποια στιγμή. Όπως μου επεσήμανε πρόσφατα ένας εκλεκτός φίλος και διδάκτορας, το προσοντολόγιο εξασφαλίζει θέσεις εργασίας στους κατόχους διδακτορικών έστω σε σχολεία, εφόσον δεν γίνεται πλέον να απορροφηθούν στα πανεπιστήμια. Άρα ενώ είμαι ιδεολογικά αντίθετος, δεν θεωρώ ότι η εφαρμογή του προσοντολογίου είναι παράλογη συλλήβδην.

Ο παραλογισμός της έγκειται στα συγκεκριμένα κριτήρια του συγκεκριμένου προσοντολογίου, έτσι όπως θεσπίστηκε για να γίνουν οι πίνακες και οι διορισμοί ιδιαίτερα στην ειδική αγωγή.

Ήρθε η ώρα λοιπόν να αναφερθώ συγκεκριμένα σε αυτά τα κριτήρια. Το προσοντολόγιο έχει τρεις κατηγορίες μοριοδότησης: Α) Ακαδημαϊκά προσόντα έως εκατόν είκοσι μόρια. Β) Εκπαιδευτική προϋπηρεσία, εκατόν είκοσι μονάδες κατ’ ανώτατο όριο: μία (1) μονάδα ανά μήνα πραγματικής εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας. Γ) Κοινωνικά κριτήρια: 3 μόρια για κάθε ανήλικο τέκνο και κάποια άλλα για αναπηρία κτλπ. Τα κοινωνικά κριτήρια δεν είμαι αρμόδιος να τα θίξω καθόλου, το μόνο που μπορώ να επισημάνω (και εύχομαι η κριτική αυτή να είναι άδικη) είναι ότι το ποσοστό αναπηρίας του καθενός και το πώς παίρνονται αυτά τα πιστοποιητικά ενδέχεται να γίνει και προϊόν ρεμούλας, οπότε δεν αποκλείεται να ευνοηθούν κάποια «δικά μας παιδιά» και να αδικηθούν κάποια άλλα.

Θα ασχοληθώ πρώτα με τα μόρια της προϋπηρεσίας. Η ένστασή μου είναι η εξής: γιατί να τίθεται πλαφόν στο ανώτατο όριο της προϋπηρεσίας; Δηλαδή αν κάποιος, που σε αρκετές ειδικότητες ισχύει αυτό, έχει δουλέψει 15 χρόνια ως αναπληρωτής, για ποιο λόγο να χάσει κάποια μόρια προϋπηρεσίας και να μην προσμετρηθεί όλη του η προϋπηρεσία ακέραιη; Αυτό είναι το πρώτο παράλογο, πάμε να δούμε το δεύτερο που είναι ακόμα πιο σοβαρό. Από πού κι ως πού και με ποια λογική κόπηκε η διπλή μοριοδότηση των δυσπρόσιτων στο προσοντολόγιο; Ειλικρινά αναρωτιέμαι αν ο κ. Γαβρόγλου και οι συν αυτώ είχαν την παραμικρή συναίσθηση του τι κάνουν και τον αισχρό τρόπο με τον οποίο παίζουν με τις ζωές εκατοντάδων εκπαιδευτικών, όταν υπέγραφαν αυτή τη διάταξη! Υπάρχουν πάρα πολλοί συνάδελφοι που κυνηγώντας να πιάσουν την περιοχή που θέλουν (ιδιαίτερα περιοχές της Β. Ελλάδας) έχουν θυσιάσει τα νιάτα τους σε δυσπρόσιτα σχολεία και σε ακριτικές περιοχές προσπαθώντας να αποκτήσουν γρηγορότερα τα μόρια που θα τους έφερναν πιο κοντά στις οικογένειες και σε πολλές περιπτώσεις και τα παιδιά τους. Ωστόσο, οι κύριοι του Υπουργείου χωρίς πραγματικά να υπάρχει ουδεμία πραγματική αίτια, έκοψαν τη διπλή μοριοδότηση των δυσπροσίτων. Στο σχολείο που εργάζομαι φέτος έχω γυμναστή, ο οποίος έχασε 40 μόρια από αυτή την ιστορία, τόσα όσα δίνει ένα διδακτορικό! Επομένως, η προϋπηρεσία των συναδέλφων έπρεπε να προσμετρηθεί ακέραιη και με τα διπλά μόρια των δυσπροσίτων, γεγονός που δεν θα υποβάθμιζε την προϋπηρεσία των συναδέλφων και θα τους έφερνε σε πιο πλεονεκτική θέση από εμένα π.χ. που δεν έχω πολλή προϋπηρεσία, αλλά έχω αρκετά προσόντα.

Πάμε τώρα να εξετάσουμε τα ακαδημαϊκά προσόντα. Έχουμε λοιπόν:

Διδακτορικό δίπλωμα: σαράντα (40) μονάδες.
Μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους: είκοσι (20) μονάδες.
Δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους: οκτώ (8) μονάδες.
Δεύτερο πτυχίο Α.Ε.Ι.: επτά (7) μονάδες.
Ο βαθμός του πτυχίου: για πτυχία με βαθμολογική κλίμακα από ένα (1) έως δέκα (10), το γινόμενο των μονάδων που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού του πτυχίου, με στρογγυλοποίηση στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, με συντελεστή δύο μονάδων και πέντε δέκατων (2,5) της μονάδας και με ανώτατο όριο τις είκοσι πέντε (25) μονάδες. Σε περίπτωση που η κλίμακα είναι διαφορετική, ο βαθμός υπολογίζεται με αναγωγή στην κλίμακα αυτή.
Άριστη γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών: επτά (7) μονάδες για κάθε μία (1) εξ αυτών.
Πολύ καλή γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών: πέντε (5) μονάδες για κάθε μία (1) εξ αυτών.
Καλή γνώση έως δύο (2) ξένων γλωσσών : τρεις (3) μονάδες για κάθε μία (1) εξ αυτών.
Πιστοποιημένη γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή Α΄ επιπέδου (ενότητες Επεξεργασία Κειμένου, Υπολογιστικά Φύλλα και Υπηρεσίες Διαδικτύου): τέσσερις (4) μονάδες.
Επιμόρφωση Α.Ε.Ι. ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, διάρκειας τουλάχιστον τριακοσίων (400) ωρών που πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον επτά (7) μηνών: δύο (2) μονάδες.

Αυτά τα κριτήρια υπενθυμίζω ότι εφαρμόστηκαν για να γίνουν προσλήψεις στην Ειδική Αγωγή, πρόκειται για προσόντα που αναφέρονται σε ειδικούς παιδαγωγούς. Για να έχει κανείς δικαίωμα αίτησης διορισμού έπρεπε είτε να ανήκει στον κλάδο ΠΕ 71, είτε στον ΠΕ 70,50 ΕΑΕ ή να ανήκει στον ΠΕ70 και να έχει κάνει σεμινάριο ειδικής αγωγής άνω των 400 ωρών και 7 μηνών, είτε τέλος να ανήκει σε οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα εφόσον έχει μεταπτυχιακό ειδικής αγωγής ή αντίστοιχο σεμινάριο. Αν αναλογιστεί κανείς ότι μιλάμε για παιδαγωγούς που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους με προβλήματα, ο παραλογισμός είναι εμφανής. Υπάρχουν για παράδειγμα δύο σπουδαία προσόντα που δεν μοριοδοτούνται καθόλου. Το πρώτο είναι το πιστοποιητικό γνώσης του συστήματος γραφής και ανάγνωσης τυφλών Braille και το δεύτερο ακόμα σπουδαιότερο και πολύ δυσκολότερο να αποκτηθεί είναι η πιστοποίηση γνώσης της νοηματικής γλώσσας. Η κατοχή Braille δεν μοριοδοτούνταν απλώς αναφερόταν, για να στέλνονται οι αντίστοιχοι παιδαγωγοί σε παιδιά με προβλήματα όρασης. Η νοηματική γλώσσα δεν υπήρχε πουθενά!

Ας δούμε με ένα παράδειγμα τι σημαίνει αυτό. Εγώ που έχω σεμινάριο ειδικής αγωγής, μπαίνω στον επικουρικό πίνακα και επειδή είμαι κάτοχος μεταπτυχιακού στη φιλοσοφία παίρνω από αυτό 20 μόρια, λες και η γνώση φιλοσοφίας είναι σπουδαίο προσόν για να διδάξω σε παιδάκια με νοητική υστέρηση. Απ’ την άλλη κάποιος ο οποίος έχει το ίδιο σεμινάριο με εμένα, αλλά πτυχίο νοηματικής, που σημαίνει ότι ενδιαφέρεται όντως για την ειδική αγωγή δεν παίρνει κανένα μόριο από αυτό! Εγώ λοιπόν είμαι πολύ πιο πάνω στη λίστα από αυτόν, άρα για το κράτος είμαι πιο κατάλληλος να διδάξω σε ένα κωφάλαλο παιδάκι! Από αυτό και μόνο το παράδειγμα κατανοεί κανείς πόσο ακραιφνής είναι ο παραλογισμός των κριτηρίων του προσοντολογίου.

Ας εξετάσουμε όμως και κάποια άλλα κριτήρια. Γιατί θα πρέπει ένας ειδικός παιδαγωγός να μοριοδοτείται για τα πτυχία ξένων γλωσσών του; Θα διδάξει σε παιδιά που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν αγγλικά, γερμανικά ή γαλλικά;

Επίσης το γεγονός ότι το δεύτερο μεταπτυχιακό μοριοδοτείται με 8 μόρια, ενώ το δεύτερο πτυχίο το οποίο κανονικά διαρκεί περισσότερο χρόνο από ένα μεταπτυχιακό, με 7 επίσης δεν φαίνεται να έχει καμία λογική. Τη μόνη λογική που μπορώ να διακρίνω είναι ότι τα μεταπτυχιακά πλέον εξυπηρετούν καλύτερα τις απαιτήσεις της αγοράς, διότι κοστίζουν ενώ ένα δεύτερο πτυχίο είναι δωρεάν συν του ότι μπορεί να αποτελέσει και κάποιο κόστος για το κράτος, από τότε που ο Φίλης ευτυχώς έδωσε το δικαίωμα παροχής συγγραμμάτων στους φοιτητές από κατακτήτριες, γιατί είχε κοπεί μέχρι κι αυτό!

Ως προς τη μοριοδότηση του ECDL με βρίσκει σύμφωνο, διότι ο Η/Υ έχει μπει και επικρατήσει πλέον σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας και φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν χρήσιμα εκπαιδευτικά λογισμικά και για την ειδική αγωγή. Εξάλλου, ειδικά τώρα που έχει μπει στη ζωή μας και η εξ αποστάσεως διδασκαλία, θα έπρεπε μια πιστοποίηση χειρισμού Η/Υ να είναι προαπαιτούμενη ακόμα και για τους μόνιμους, πολλοί από τους οποίους καλούνται τώρα να διδάξουν και δεν έχουν ιδέα, αλλά αυτό δεν μας αφορά εδώ.

Επομένως, με μια πολύ απλοϊκή αλλά ορθολογική θεώρηση, τα ακαδημαϊκά προσόντα που νομίζω ότι θα έπρεπε να μοριοδοτούνται στις προσλήψεις ειδικών παιδαγωγών είναι εκείνα που σχετίζονται άμεσα με το λειτούργημά τους. Δηλαδή μεταπτυχιακό ή σεμινάριο στην ειδική αγωγή ή τη σχολική ψυχολογία, πιστοποιητικό Braille και γνώσης νοηματικής γλώσσας, ούτε ξένες γλώσσες, ούτε άσχετα μεταπτυχιακά, ούτε τίποτα από όσα είχε το προσοντολόγιο. Άλλες δεξιότητες που θα έπρεπε να μοριοδοτούνται θα μπορούσε να είναι η πιστοποίηση γνώσης πρώτων βοηθειών – ΚΑΡΠΑ, που στο εξωτερικό θεωρείται αυτονόητη γνώση για εκπαιδευτικούς και βασικά θα έπρεπε να διδάσκεται υποχρεωτικά εντός όλων των παιδαγωγικών αλλά και καθηγητικών σχολών μας, από τη στιγμή που είμαστε υπεύθυνοι για τη ζωή ανήλικων παιδιών!

Αντί αυτών, το προσοντολόγιο αναγνώρισε μόνο τα πιστοποιητικά τα οποία αναγνωρίζονται και είναι πιστοποιημένα από τον ΑΣΕΠ. Αν η γνώση νοηματικής δεν πιστοποιείται ως προσόν επαγγελματικής κατάρτισης από τον ΑΣΕΠ, τι να κάνουμε, μάλλον κάποιες μίζες δεν έχουν δοθεί, οπότε το προσόν αυτό δεν αναγνωρίζεται.

Στην πραγματικότητα λοιπόν ο παραλογισμός του προσοντολογίου και οι διάφορες τραγελαφικές καταστάσεις που προέκυψαν και προκύπτουν εξαιτίας του, οφείλεται στο γεγονός ότι αντί για μια πραγματική ορθολογική οριοθέτηση κριτηρίων, ανάλογα με την ειδίκευση του καθενός, επικράτησε κι εδώ η λογική της αγοράς. Το ποια προσόντα θα μοριοδοτηθούν φαίνεται ότι ήταν προϊόν πιέσεων διαφόρων lobby, όπως λένε και οι Αμερικανοί. Π.χ. το lobby των φροντιστηρίων ξένων γλωσσών πίεσε, ώστε να μοριοδοτείται και μια δεύτερη ξένη γλώσσα και τελικά το πέτυχε, ασχέτως από το αν αυτό είχε πραγματικό νόημα. Σκεφτείτε να πηγαίνει κάποιος να δουλέψει ως ξεναγός και εκτός από ξένες γλώσσες να του ζητείται και πτυχίο ειδικού παιδαγωγού, τόσο λογικό είναι αυτό που συμβαίνει.

Γενικότερα μάλλον το κράτος μας δεν έχει φτάσει στο σημείο τού να κατανοήσει ποιο είναι ακριβώς το νόημα και το περιεχόμενο της ειδικής αγωγής και θα φέρω δύο παραδείγματα που το αποδεικνύουν. Το ένα είναι πρόσφατο και σχετίζεται με το γεγονός ότι τα ειδικά σχολεία παρέμειναν ανοιχτά καθόλη τη διάρκεια της δεύτερης καραντίνας, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι τα παιδάκια που πηγαίνουν σε αυτά δεν είναι σε θέση να τηρούν μέτρα υγειονομικής προστασίας. Η λογική πίσω από αυτό είναι απλή, οι γονείς, που δεν μπορούν να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι, πίεσαν ώστε τα ειδικά σχολεία να μείνουν ανοιχτά και η κυβέρνηση προφανώς για τα ψηφαλάκια τους έκανε το χατίρι, αδιαφορώντας τόσο για την υγεία των εκπαιδευτικών και όλων των υπολοίπων εργαζομένων στα ειδικά σχολεία, όσο και των ίδιων των παιδιών. Άλλωστε, έχουμε καταλάβει πλέον ότι ο κορωνοϊός μεταδίδεται μόνον εκεί όπου συμφέρει την κυβέρνηση, όπως στη συγκέντρωση έξω από το Εφετείο για τη δίκη της Χρυσής Αυγής και δεν μεταδίδεται όπου δεν τη συμφέρει, όπως στα εγκαίνια του σιντριβανιού της Ομόνοιας.

Για να μην μακρηγορώ θα αναφερθώ στο δεύτερο φοβερό παράδειγμα που αφορά το Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του ΠΑΜΑΚ στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Το εν λόγω τμήμα πρέπει να είναι το μοναδικό στον πλανήτη, όπου οι απόφοιτοί του αποκτούν δύο ιδιότητες τόσο άσχετες και αντιφατικές μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα εντάσσονται τόσο στον κλάδο των Ειδικών Παιδαγωγών ΠΕ71, όσο και στον κλάδο των Κοινωνιολόγων ΠΕ10. Με ένα πτυχίο οι απόφοιτοι αυτού του τμήματος αποκτούν αυτές τις δύο εντελώς άσχετες ειδικότητες. Είναι σαν το κράτος μας να θεωρεί ότι το προσπαθείς να μάθεις ένα παιδάκι πώς να αυτοσυντηρείται μπορεί άνετα να συνδυαστεί με το να του μιλάς για τον Max Weber! Το ζήτημα βέβαια αυτό έχει εγείρει πολλές ενστάσεις και διαμαρτυρίες, αλλά μέχρι στιγμής οι απόφοιτοι του τμήματος παραμένουν κανονικότατα στους πίνακες των κοινωνιολόγων και επειδή μεταφέρεται η προϋπηρεσία τους από τον ένα κλάδο στον άλλο είναι πολύ ψηλότερα στους πίνακες από πολλούς κοινωνιολόγους, πράγμα που μοιάζει τουλάχιστον φαιδρό.

Το ίδιο ζήτημα με τη μεταφορά προϋπηρεσίας έγινε και μεταξύ των κλάδων ΠΕ70 και ΠΕ70,50 ΕΑΕ και αποτελεί, άλλο ένα από τα παράλογα του προσοντολογίου το οποίο ίσως θα μπορούσα να θίξω και νωρίτερα όταν αναφέρθηκα στο ζήτημα της προϋπηρεσίας. Το προσοντολόγιο έδωσε τη δυνατότητα στους δασκάλους ΠΕ70,50 ΕΑΕ να μεταφέρουν ακέραιη την προϋπηρεσία τους στην Ειδική Αγωγή, ανεξαρτήτως από το αν ήταν στη γενική ή την ειδική αγωγή. Για να δώσω ένα παράδειγμα, μία δασκάλα που είχε π.χ. 10 χρόνια προϋπηρεσίας χωρίς να έχει δουλέψει ποτέ στην ειδική αγωγή, αλλά είχε κάνει το μεταπτυχιακό της ειδικής, βρισκόταν πιο πάνω στον πίνακα από μία δασκάλα που είναι στον κάδο ΠΕ71 και έχει δουλέψει 9 χρόνια στην ειδική αγωγή! Αυτό αποτελεί, άλλη μία από τις ακραιφνείς και παράλογες αδικίες. Κανονικά η προϋπηρεσία δεν θα έπρεπε να μεταφέρεται, γιατί η προϋπηρεσία στη γενική δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ειδική αγωγή, πράγμα για το οποίο το υπουργείο μας δεν μπήκε στο κόπο να νοιαστεί. Εκτιμώ λοιπόν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο συνάδελφος ΠΕ70,50 ΕΑΕ θα έπρεπε να μοριοδοτηθεί μόνον για τη προϋπηρεσία του στην ειδική αγωγή και αν δεν έχει αντίστοιχη προϋπηρεσία, να μην πάρει κανένα μόριο προϋπηρεσίας! Δυστυχώς, επειδή και αυτό το παράδειγμα όπως και όλα όσα έχω φέρει ήταν αληθινά, υπάρχουν συνάδελφοι που διορίστηκαν σε ειδικά σχολεία μην έχοντας καθόλου προϋπηρεσία στην ειδική αγωγή, τρώγοντας τη θέση από τους ΠΕ71 που αναγκαστικά έχουν προϋπηρεσία μόνο στην ειδική αγωγή.

Όπως διαπιστώνει κανείς, τα παράλογα του προσοντολογίου και τα κακώς κείμενα στην εκπαίδευση είναι τόσο πολλά, που μάλλον θα χρειαζόταν βιβλία για να περιγραφούν και να αναλυθούν, πράγμα που δεν είναι τόσο περίεργο ύστερα από μια δωδεκαετία πλέον αδιοριστίας.

Τελειώνοντας, θα κάνω μια πρόβλεψη για το μέλλον του συστήματος διορισμών, όπως αυτό διαφαίνεται ήδη. Το προσοντολόγιο πλουτίζει ήδη τόσο τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου, όσο και το ΕΑΠ, αλλά και όλα γενικά τα εγχώρια πανεπιστήμια που έχουν επιδοθεί σε ένα παζάρι σεμιναρίων στην Ειδική Αγωγή, στην Διαπολιτισμική Εκπαίδευση (έχω κάνει και τα δύο και το αναφέρω για να δείξω ότι εφόσον έχω μπει στο χορό, ψωνίζω κι εγώ απ’ το παζάρι), τη Σχολική Ψυχολογία και διάφορα άλλα σεμινάρια τα οποία δεν διαφημίζουν το υψηλό επίπεδο γνώσης και κατάρτισης που προσφέρουν, αλλά το γεγονός ότι πληρούν τα κριτήρια ώστε να αναγνωρίζονται από τον ΑΣΕΠ και προσφέρουν 2 μόρια εύκολα και γρήγορα! Παρεμπιπτόντως τα κριτήρια του ΑΣΕΠ είναι εντελώς δυναμικά, στην αρχική διατύπωση του προσοντολογίου ο ΑΣΕΠ αναγνώριζε σεμινάρια 300 ωρών και άνω, αλλά τελικά το μετέτρεψαν σε 400 ωρών με αποτέλεσμα να βγουν από τον επικουρικό πίνακα συνάδελφοι που είχαν ήδη δουλέψει από αυτόν. Σας είπα, τα τραγελαφικά σκηνικά δεν έχουν τελειωμό!

Επανέρχομαι λοιπόν και λέω ότι η λαϊκίστικη και νεοφιλελεύθερη κυβέρνησή μας, σύμφωνα και με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού δεν σκοπεύει να αρκεστεί στο προσοντολόγιο, αλλά θα προσθέσει και γραπτό διαγωνισμό ΑΣΕΠ για να κάνει διορισμούς. Η εξήγηση είναι απλή, μέχρι τώρα από την όλη ιστορία τα κονομάνε τα πανεπιστήμια, υπάρχουν όμως και πολλοί φροντηστιριάρχες που περιμένουν να τα κονομήσουν. Άρα, θεωρώ ότι το κράτος δεν θα τους χαλάσει το χατίρι και αααν κάποια στιγμή αποφασίσει να προβεί σε διορισμούς θα προκηρύξει γραπτό διαγωνισμό, έτσι ώστε να τα κονομήσουν και οι φίλα προσκείμενα φοντηστιριάρχες που βάζουν τα θέματα των εξετάσεων του ΑΣΕΠ.

Το τελευταίο πράγμα στο οποίο ήθελα να αναφερθώ είναι και η βασικότερη αιτία που συμβαίνουν όλα αυτά στην εκπαίδευση. Όπως ανέφερα και στην αρχή του κειμένου, η συντριπτική πλειοψηφία των αναπληρωτών δεν πληρώνεται από το ελληνικό κράτος αλλά από τον ΕΣΠΑ. Αυτός, όπως ανέφερα, είναι και ο λόγος που πριμοδοτήθηκε τόσο η ειδική αγωγή. Εφόσον δεν πληρώνει το ελληνικό κράτος ουσιαστικά δεν μπορεί και να ελέγξει ορθολογικά την κατανομή των υπαλλήλων του. Επομένως, σήμερα υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που εργάζονται ως παράλληλη στήριξη, δηλαδή έχουν υπό την επίβλεψή τους ένα μόνο παιδάκι, την ώρα που υπάρχουν σχολεία με τάξεις χωρίς κανονικό δάσκαλο!

Το ίδιο γεγονός έχει οδηγήσει και στον υπέρτατο και τελευταίο παραλογισμό που θα αναφέρω. Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί στα σχολεία ο θεσμός του σχολικού νοσηλευτή που χρηματοδοτείται και αυτός προφανώς μέσω ΕΣΠΑ. Την εποχή της πανδημίας που το κράτος αναζητά διαρκώς νοσηλευτές και τους προσλαμβάνει με συμβάσεις ό,τι να ναι, έχει σε κλειστά σχολεία νοσηλευτές να πληρώνονται κανονικά χωρίς να κάνουν τίποτα! Όπως όμως μου ανέφερε ο καλός φίλος και νοσηλευτής στο σχολείο μου, το κράτος δεν μπορεί να τους μεταθέσει σε κάποιο νοσοκομείο, διότι δεν τους πληρώνει αυτό αλλά η Ε.Ε!

Εν κατακλείδι, (όπως είναι ολοφάνερο πλέον) όλα τα δεινά της εκπαίδευσης είναι αποτέλεσμα της απροθυμίας του κράτους να διαθέσει γι’ αυτήν πόρους, να κάνει μόνιμους διορισμούς και να κατανέμει τους αναπληρωτές και όλο το υπόλοιπο προσωπικό ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών μονάδων. Αντί αυτού το κράτος μας προσπαθεί με «μπαλώματα» και τα κονδύλια της Ε.Ε. να καλύψει τα διαρκώς αυξανόμενα κενά, με αποτέλεσμα δυστυχώς η ποιότητα της εκπαίδευσης στη χώρα μας να υποβαθμίζεται συνεχώς…

Αφήστε ένα σχόλιο

eighteen − 13 =