Με αφορμή τη φετινή συμπλήρωση 70 χρόνων από την Ουγγρική Επανάσταση του 1956, ακολουθεί η συνέντευξη με τον András B. Göllner, την οποία πήρε ο Yavor Tarinski για λογαριασμό του Αυτολεξεί. Ο Göllner γεννήθηκε στην Ουγγαρία και σήμερα διαμένει στον Καναδά. Είναι Ομότιμος Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Concordia και ενεργός υπερασπιστής των πολιτικών δικαιωμάτων. Είναι συγγραφέας και ανθολόγος 5 βιβλίων, ανάμεσα στα οποία το The Forgotten Revolution: The 1919 Hungarian Republic of Councils (Montreal: Black Rose Books, 2022) ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολυάριθμα επιστημονικά περιοδικά.
Σύντομο χρονικό της Επανάστασης
Στις 23 Οκτωβρίου 1956, ξέσπασαν ειρηνικές λαϊκές διαδηλώσεις στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, ενάντια στις εκμεταλλευτικές πολιτικές των τοπικών αρχών και των σοβιετικών αφεντικών τους στο Κρεμλίνο. Οι διαδηλωτές εμπνεύστηκαν από τα γεγονότα σε δύο γειτονικές χώρες: αφενός, από τους εργατικούς αγώνες στην κομμουνιστική Πολωνία για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και, αφετέρου, από την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη γειτονική Αυστρία, γεγονός που δημιούργησε στον ουγγρικό λαό την ελπίδα ότι κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να συμβεί και στη δική του χώρα.
Τα συγκεντρωμένα πλήθη στη Βουδαπέστη, ωστόσο, αντιμετωπίστηκαν με πυροβολισμούς από τις δυνάμεις κρατικής ασφάλειας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δεκάδες διαδηλωτές. Αυτό εξόργισε το πλήθος, το οποίο άρχισε να οργανώνει τις δικές του επαναστατικές πολιτοφυλακές, απαντώντας στις επιθέσεις την ίδια κιόλας ημέρα.
Τις επόμενες ημέρες, η εξέγερση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ουγγαρία. Οι άνθρωποι συγκρότησαν στις τοπικές τους κοινότητες δικές τους μονάδες αυτοάμυνας, καθώς και λαϊκά όργανα λήψης αποφάσεων με τη μορφή εργατικών συμβουλίων. Εκατοντάδες τέτοια συλλογικά όργανα ανέλαβαν την αυτοδιαχείριση των δήμων και των χώρων εργασίας, αφαιρώντας στην πράξη από το κράτος τις λειτουργίες του.
Προκειμένου να κατευνάσει τη λαϊκή οργή, το κυβερνών κόμμα διόρισε επικεφαλής τον Imre Nagy, μέλος του, τον οποίο οι περισσότεροι Ούγγροι εκείνης της εποχής θεωρούσαν μεταρρυθμιστή πολιτικό που θα μπορούσε να εξασφαλίσει περισσότερες ελευθερίες στην κοινωνία. Αυτή η κίνηση ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεποίθηση του λαού ότι μπορούσε ο ίδιος να επιφέρει την αλλαγή. Έτσι, οι συγκρούσεις και η αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής συνεχίστηκαν για αρκετές ημέρες.
Υπό την πίεση αυτού του λαϊκού κινήματος, η κυβέρνηση υπό τον Nagy ανακοίνωσε, πράγματι, την αποχώρηση της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας –μια αμυντική συνθήκη μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης, της Ουγγαρίας, της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας– καθώς και τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών.
Η σοβιετική ηγεσία απάντησε στέλνοντας τον στρατό της για να συντρίψει την εξέγερση στις 4 Νοεμβρίου. Ο ουγγρικός λαός, οργανωμένος σε επαναστατικά συμβούλια και πολιτοφυλακές, αντιστάθηκε στην εισβολή. Ωστόσο, η εξέγερση τελικά ηττήθηκε στις 10 Νοεμβρίου, αν και σε ορισμένες περιοχές της χώρας οι μάχες συνεχίστηκαν για αρκετές ακόμη ημέρες. Περίπου 2.000 με 3.000 Ούγγροι και περισσότεροι από 700 Σοβιετικοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις, ενώ πάνω από 200.000 ακόμη Ούγγροι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν πολιτικό άσυλο στο εξωτερικό.
Οι Σοβιετικοί εγκατέστησαν νέα κυβέρνηση στην Ουγγαρία, με επικεφαλής τον πιστό στο Κρεμλίνο János Kádár. Η νέα κυβέρνηση εξαπέλυσε ένα νέο κύμα συλλήψεων. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στάλθηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αρκετές εκατοντάδες εκτελέστηκαν. Ανάμεσά στους εκτελεσθέντες βρίσκονταν ο βραχύβιος μεταρρυθμιστής πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Imre Nagy, καθώς και ο γνωστός μαρξιστής φιλόσοφος György Lukács.
Μακροπρόθεσμα, προκειμένου να αποτραπεί μια νέα αντίστοιχη λαϊκή εξέγερση, η νέα κυβέρνηση εγκαθίδρυσε ένα πιο χαλαρό, αν και αυταρχικό, καθεστώς, το οποίο έγινε γνωστό ως «γκουλάς κομμουνισμός» και διατηρήθηκε μέχρι την πτώση του καθεστώτος το 1989.
Η εξέγερση του 1956, από την άλλη πλευρά, παραμένει ένα μεγαλειώδες παράδειγμα των δημοκρατικών δυνατοτήτων των απλών ανθρώπων να αυτοοργανώνονται και να αυτοδιαχειρίζονται τις δημόσιες υποθέσεις.
***
Yavor Tarinski: Για να θέσουμε αρχικά το πλαίσιο, θα θέλαμε να μας περιγράψεις ποιες ήταν οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ουγγαρία και οδήγησαν στην εξέγερση τον Οκτώβριο του 1956; Τι έκανε τους απλούς εργαζόμενους ανθρώπους να ρισκάρουν τη ζωή τους μπροστά στη συνδυασμένη ισχύ του Συμφώνου της Βαρσοβίας;
András B. Göllner: Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα μεσαία στρώματα της Ουγγαρίας και η ουγγρική μπουρζουαζία έπαιξαν μόνο περιθωριακό ρόλο στον ξεσηκωμό του 1956. Η πρώτη γραμμή αυτής της αντιμπολσεβικικής εξέγερσης αποτελούνταν κυρίως από εργάτες, αγρότες, τα παιδιά τους που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια και διανοούμενους, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν απόγονοι εργατικών ή αγροτικών οικογενειών.
Το 1956 δεν ήταν μια αντεπανάσταση, ούτε μια προσπάθεια αποκατάστασης της ελεύθερης κυκλοφορίας του κεφαλαίου ούτε μία αποκατάσταση ενός καπιταλιστικού συστήματος ελεύθερης αγοράς. Στόχος της ήταν να ολοκληρώσει τη σοσιαλιστική επανάσταση που ξεκίνησαν οι εργατικές τάξεις της Ουγγαρίας το 1919 και η οποία τους είχε υφαρπαχθεί σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις: Πρώτα το 1919 από δυνάμεις ευθυγραμμισμένες με τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και στη συνέχεια το 1948 από τις δυνάμεις του σοβιετικού, μπολσεβικικού ιμπεριαλισμού.
Από το 1948 έως τις 23 Οκτωβρίου 1956, το πολιτικο-οικονομικό σύστημα της Ουγγαρίας ήταν σοσιαλιστικό μόνο κατ’ όνομα. Οι εργάτες και οι αγρότες του ήταν θύματα μιας απάτης, θύματα μιας προδοσίας των σοσιαλιστικών αρχών από τις χειρότερες στην Ευρώπη εκείνης της εποχής. Οι δράστες αυτής της προδοσίας ήταν οι οπαδοί του Λένιν και του Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι είχαν θέσει εκτός νόμου την εργατική αυτοδιαχείριση στη Σοβιετική Ένωση ήδη από την άνοιξη του 1921 και θα συνέτριβαν οποιονδήποτε επιχειρούσε να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι.
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1920-1945) και μετά τη συντριβή της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ουγγαρία (Μάρτιος-Αύγουστος 1919) η Ουγγαρία μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτικο-οικονομικό δορυφόρο της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Η πλειονότητα των μεγαλύτερων βιομηχανιών της βρισκόταν σε γερμανικά και ιταλικά χέρια. Οι στρατοί της Ουγγαρίας υπερασπίστηκαν τον φασισμό μέχρι τις τελευταίες ημέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη συνθήκη ειρήνης, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των φασιστών δόθηκαν στη Σοβιετική Ένωση για 10 χρόνια για να τα κάνει ό,τι ήθελε, η Ουγγαρία καταλήφθηκε από τον Κόκκινο Στρατό, η χώρα απογυμνώθηκε από τους πιο ζωτικούς της πόρους, επιβαρύνθηκε με τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις και μετά το 1948, όταν το τοπικό Κομμουνιστικό Κόμμα (με επικεφαλής προσωπικούς μαθητευόμενους του Στάλιν) κατέλαβε την εξουσία, η χώρα τέθηκε σε μια πολιτικο-οικονομική πορεία που δεν εξυπηρετούσε τίποτα άλλο πέρα από τα συμφέροντα του σοβιετικού κρατικού κεφαλαίου. Η μόνη δυνατότητα διαχείρισης μιας τέτοιας πορείας ήταν η αδίστακτη καταστολή. [1]
Εν κατακλείδι, για μια σειρά από λόγους –μεταξύ των οποίων ο πρώτος ήταν η σφοδρότητα της σοβιετικής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης– οι εργαζόμενες τάξεις της Ουγγαρίας πήραν την εξουσία στα χέρια τους το 1956 επειδή είχαν βαρεθεί τα ψέματα, την άρνηση της αξιοπρέπειάς τους, την καταστολή και την υφαρπαγή του σοσιαλισμού από έναν αδίστακτο και ανέντιμο κρατικο-καπιταλιστικό τύραννο.
Y.T.: Υπήρχε, ίσως, η διαδεδομένη πεποίθηση ανάμεσα στον κόσμο ότι θα μπορούσε να επιτύχει κάποια ουσιαστική αποσταλινοποίηση και εκδημοκρατισμό των θεσμών; Επίσης, θα μπορούσαμε να βρούμε κάποια συγκεκριμένη τάση εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος που πίστευε ότι η πολιτική αλλαγή θα μπορούσε να προέλθει εκ των έσω ή οι ενέργειές τους ήταν αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης από-τα-κάτω;
A.G.: Υπήρχε μία ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση μεταξύ των φοιτητών και των διανοουμένων της Ουγγαρίας εκείνη την εποχή, δηλαδή μεταξύ εκείνων που ήταν ενεργοί στην εξέγερση, ότι υπάρχει ένας διαφορετικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό, διαφορετικός από αυτόν που υποστήριζαν οι μπολσεβίκοι στη Μόσχα και το Πεκίνο. Αυτός ο δρόμος είχε χαραχθεί στους Ούγγρους σοσιαλιστές από μέλη της λεγόμενης Σχολής Κριτικής Κοινωνικής Θεωρίας της Βουδαπέστης ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Πολλοί από αυτή την πρώτη γενιά σοσιαλιστών ήταν είτε αναρχικοί είτε οπαδοί της Ρόζας Λούξεμπουργκ εώς το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή την πρώτη γενιά περιλαμβάνονται στοχαστές όπως ο György Lukács, ο Ervin Szabó, ο Béla Balázs, ο Karl Polanyi, ο Carl Mannheim, η Ilona Duczynska, ενώ στις προσωπικότητες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περιλαμβάνονται οι István Mészáros, Ágnes Heller, István Bibó και άλλοι. [2]
Οι ιδέες της Σχολής της Βουδαπέστης ποινικοποιήθηκαν από το Κρεμλίνο ήδη από το 1921 και δεν θα γίνονταν ανεκτές από την ηγεσία των μπολσεβίκων πουθενά στην παγκόσμια αυτοκρατορία τους μέχρι την εμφάνιση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Στην Ουγγαρία, αυτές οι εγχώριες ιδέες των αρχών του 20ού αιώνα για την εργατική αυτοδιαχείριση και τα εργατικά συμβούλια επανεμφανίστηκαν “για να πάρουν εκδίκηση” τόσο το 1945 όσο και το 1956, και στις δύο όμως περιπτώσεις καταπνίγηκαν από τον σοβιετικό Κόκκινο Στρατό.
Πρέπει να προσθέσουμε ότι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το ουγγρικό σοσιαλιστικό κίνημα ήταν βαθιά διχασμένο μεταξύ του εγχώριου ρεύματος και του εξωτερικά επιβαλλόμενου μπολσεβικικού ρεύματος. Το πρώτο είχε επικεφαλής τον Imre Nagy, ενώ το δεύτερο τον Mátyás Rákosi. Η διαθεσιμότητα επιλογών και το κενό ηγεσίας στο Κρεμλίνο μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Στάλιν το 1953 είχαν, επίσης, κάποια σχέση με την έκρηξη του Οκτωβρίου στην Ουγγαρία.
Y.T.: Οι αφηγήσεις του Ψυχρού Πολέμου τείνουν να παρουσιάζουν την Επανάσταση του 1956 ως μια εξέγερση υπέρ του καπιταλισμού, ενώ η τότε κυβερνώσα ελίτ του Κομμουνιστικού Κόμματος τη συκοφάντησε ως μια εθνικιστική αντεπανάσταση. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι υπήρχαν πολλά περισσότερα από όσα παρουσιάζουν οι επίσημες εκδοχές. Υπήρχαν κρίσιμα χειραφετητικά στοιχεία αυτού του ξεσηκωμού που αξίζουν την προσοχή μας, όπως τα εργατικά συμβούλια και οι πρακτικές λαϊκής αυτοδιαχείρισης που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια των ημερών της εξέγερσης του 1956.
A.G.: Στο εσωτερικό της Ουγγαρίας εκείνη την εποχή, ήταν ευρέως γνωστό ότι τα εργατικά συμβούλια αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της εξέγερσης του 1956 και ότι το 1956 δεν ήταν μια προσπάθεια καπιταλιστικής παλινόρθωσης, αλλά αλλαγής των σχέσεων των εργατών και των αγροτών της Ουγγαρίας με τις δυνάμεις της κρατικής-καπιταλιστικής παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ δεν έσπευσαν να βοηθήσουν τους εξεγερμένους της Ουγγαρίας το 1956. Γνώριζαν πολύ καλά τον πραγματικό χαρακτήρα αυτής της επανάστασης. Μέχρι σήμερα, η ιστορία του 1956 έχει διαστρεβλωθεί τόσο πολύ –όχι μόνο από δυτικούς ψυχροπολεμικούς ρήτορες ή από τους ανατολικούς μπολσεβίκους ιστορικούς αλλά και από τους απολογητές του νεοφασιστικού καθεστώτος του Βίκτορ Όρμπαν– που λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν τι ήταν πραγματικά το 1956, ακόμη και στην Ουγγαρία.
Όπως το έθεσε πριν από δεκαετίες ένα από τα πρώην μέλη της Σχολής της Βουδαπέστης και μεγάλη επαναστάτρια και αγωνίστρια: «Οι εργάτες, οι ναυτικοί και οι στρατιώτες που εξεγείρονται δεν γράφουν· πολεμούν! Σχεδόν αναγκαστικά οι ένοπλοι αγώνες τους εμφανίζονται αργότερα διαστρεβλωμένοι μέσα στα διάφορα πεδία υψηλής έντασης των πολιτικών ιδεολογιών» (Ilona Duczynska, Workers in Arms, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1978, σελ. 11) [3]

Y.T.: Υπήρχαν ανεξάρτητες οργανώσεις, συνδικάτα ή/και επιτροπές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση, τη διατήρηση και τη διατύπωση των λαϊκών διεκδικήσεων, κι αν ναι, ποιες θα μπορούσαμε να αναφέρουμε;
A.G.: Το πιο σημαντικό όχημα για τη διάδοση των ιδεών της Σχολής της Βουδαπέστης μεταξύ των φοιτητών και των διανοουμένων της εργατικής τάξης της Ουγγαρίας ήταν ο Κύκλος Πετόφι [Petofi Circle] στη Βουδαπέστη. Στις συνεδριάσεις του συμμετείχαν εκατοντάδες και τα πρακτικά των συναντήσεων αυτών διαβάζονταν από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε ολόκληρη τη χώρα. Στα μέλη του Κύκλου Πετόφι συγκαταλέγονταν σημαντικές προσωπικότητες του σοσιαλισμού, όπως οι György Lukács, István Mészáros, István Bibó, Ágnes Heller, καθώς και πολλοί άλλοι ακόμη.
Τα Εργατικά Συμβούλια ξεπήδησαν αμέσως και αυθόρμητα με την έναρξη της εξέγερσης, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των κρατικών επιχειρήσεων. Το πιο σημαντικό από αυτά τα Συμβούλια ήταν το ομοσπονδιακό συμβούλιο της Ευρύτερης Βουδαπέστης, πολλά από τα μέλη και ηγέτες του οποίου είτε εκτελέστηκαν είτε καταδικάστηκαν σε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης αφού τα τανκς του Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού εισέβαλαν στην Ουγγαρία στις 4 Νοεμβρίου για να συντρίψουν την Εξέγερση – και σε μεγάλο βαθμό με την παρότρυνση του Προέδρου Μάο της Κίνας.

Y.T.: Πώς θα περιγράφατε την αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης στην εξέγερση του 1956 εκείνες τις μέρες;
A.G.: Η νέα μετα-σταλινική ηγεσία στο Κρεμλίνο αιφνιδιάστηκε και παρέλυσε για λίγο. Ο δημόσιος λόγος στη Σοβιετική Ένωση ελεγχόταν αυστηρά. Δεν έχουμε καλά τεκμηριωμένες αναφορές ούτε για τις συζητήσεις μεταξύ των σοβιετικών ηγετών ούτε για την κοινή γνώμη γενικότερα. Ωστόσο, είναι ευρέως γνωστό ότι η ηγεσία του ΚΚ Κίνας επέμενε ότι οι εργάτες της Ουγγαρίας έπρεπε να συντριβούν χωρίς κανένα έλεος, γιατί αν η εξέγερσή τους πετύχαινε, θα μπορούσε να ανατρέψει την παγκόσμια αυτοκρατορία των μπολσεβίκων. Αυτό έδωσε ώθηση στη σοβιετική αντίδραση των «τανκς» [“tankist” reaction] στους εξεγερμένους.
Ο σοβιετικός Τύπος ανέφερε την επίσημη γραμμή του Κρεμλίνου. Σε μερικά σημεία υπήρχαν αμυδρές και σποραδικές εκφράσεις αλληλεγγύης, αλλά αυτές έσβησαν γρήγορα. Η καλύτερη αποτύπωση για όλα αυτά, και για το πώς αντέδρασαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα στη Δύση στην εξέγερση της εργατικής τάξης της Ουγγαρίας, προέρχεται από τον István Mészáros, ένα παγκοσμίως αναγνωρισμένο μέλος της Σχολής Κριτικής Κοινωνικής Θεωρίας της Βουδαπέστης:
«Έχοντας βιώσει άμεσα τη σταλινική κυριαρχία και την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του 1956 στην Ουγγαρία από τον Κόκκινο Στρατό (η οποία χειροκροτήθηκε, προς ανεξίτηλη ντροπή τους, από τα κομμουνιστικά κόμματα στη Δύση), μου έγινε σαφές όχι μόνο ότι η διακηρυγμένη εξάλειψη της αλλοτρίωσης στην Ανατολή ήταν ένα παραμύθι, αλλά και ότι το υπάρχον σοβιετικό σύστημα δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον σοσιαλισμό… Θα μπορούσε κανείς να παραμείνει σοσιαλιστής παρά τη Σοβιετική Ένωση και όχι εξαιτίας της». (István Mészáros στο Beyond Capital)
Y.T.: Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια, επίσης, για τον απόηχο της εξέγερσης; Ποιο ήταν το επίπεδο της καταστολής που εξαπολύθηκε στον πληθυσμό, πώς διαμορφώθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς από αυτά τα γεγονότα και ποιες πολιτικές εφάρμοσε απέναντι την κοινωνία;
A.G.: Μεταξύ 2.000 και 3.000 ανθρώπων εκτελέστηκαν, ενώ υπήρχαν και 20.000 που καταδικάστηκαν σε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης. Το Κρεμλίνο εγκατέστησε μια νέα μαριονέτα, τον János Kádár, στην ηγεσία του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ακολούθησε μια περίοδος σκληρής καταστολής. Ωστόσο, η ηγεσία του Κρεμλίνου αναγνώρισε, και ήδη υπό την ηγεσία του Nikita Khrushchev, ότι οι υπερβολικές πιέσεις που ασκούνταν για την άντληση πόρων στους εργάτες της Ουγγαρίας θα μπορούσαν να γυρίσουν μπούμερανγκ και έδωσε σημαντικά περιθώρια στον Καντάρ να κυβερνήσει την Ουγγαρία με τρόπο που θα ήταν λιγότερο αποκρουστικός για τους κατοίκους της. Μια σειρά από αμνηστίες εισήχθησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και, υπό τον Kádár, η Ουγγαρία έγινε γνωστή για τον πιο φιλελεύθερο «γκουλάς κομμουνισμό» της [Goulash Communism]. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υπάρχει καμία παρανόηση: Ο Kádár κράτησε την Ουγγαρία εντός των μπολσεβικικών κατευθυντήριων γραμμών και το ακόλουθο απόσπασμα από τον Bill Lomax, περιγράφει ξεκάθαρα την κατάσταση στην Ουγγαρία μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου:
«Υπό τον Kádár, η Ουγγαρία απομακρύνθηκε από το σταλινικό κράτος που ήταν πριν από το 1956… Δεν είναι πλέον μια ολοκληρωτική κοινωνία… Εξακολουθεί (ωστόσο) να είναι ένα αστυνομικό κράτος αυθαίρετης διακυβέρνησης… Το καθεστώς Kádár παρουσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπό του σε όσους το ευνοούν. Ο οπορτουνιστής, ο καριερίστας, ο κομφορμιστής και ο δειλός έχουν μάθει τώρα πώς να λειτουργούν καλύτερα το σύστημα, πώς να κερδίζουν τα οφέλη και τα προνόμια που το καθεστώς είναι έτοιμο να προσφέρει σε όσους είναι έτοιμοι να παίξουν το παιχνίδι σύμφωνα με τους κανόνες του… Όσοι, όμως, δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τον αυτοσεβασμό, την προσωπική τους ακεραιότητα και τις ηθικές τους αξίες, ή την αλληλεγγύη τους προς τους συνανθρώπους τους· όσοι επιδιώκουν να ζήσουν μια ζωή που διαμορφώνουν οι ίδιοι και αρνούνται τη συμπεριφορά αυτοαλλοτρίωσης που απαιτεί το κράτος· καθώς και όσοι, για οποιονδήποτε λόγο επιλέξει το ίδιο το καθεστώς, δεν απολαμβάνουν την εύνοιά του, μπορούν να στερηθούν κάθε δικαιώματος και να βρεθούν αντιμέτωποι με την απόλυτη και αυθαίρετη εξουσία ενός μονολιθικού αστυνομικού κράτους». (Bill Lomax, “25 Years Later–New Light on 1956”, The Socialist Register: Labour Focus on Eastern Europe, τόμ. 5, αρ. 3, καλοκαίρι 1982.)
Y.T.: Πώς γίνονται αντιληπτά τα γεγονότα του 1956 σήμερα στην ουγγρική κοινωνία; Ποιο είναι το επίσημο αφήγημα του κράτους και με ποιους τρόπους προσπαθούν άλλες πολιτικές τάσεις να οικειοποιηθούν την κληρονομιά του;
A.G.: Το απόσπασμα από την Ilona Duczynska που ανέφερα παραπάνω είναι ιδιαίτερα εύστοχο για το συγκεκριμένο ζήτημα. Η σύγχρονη άποψη της Ουγγαρίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τη συμβατική φιλελεύθερη-δημοκρατική δυτική άποψη για το 1956. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι Ούγγροι βλέπουν το 1956 ως μια ηρωική πανεθνική προσπάθεια να αντισταθούν σε έναν ιμπεριαλιστή νταή που προσπάθησε να τους εκμεταλλευτεί. Ο ρόλος των εργατών και των αγροτών, καθώς και οι φιλοδοξίες τους για ένα μη καπιταλιστικό, σοσιαλιστικό μέλλον που θα διοικούνταν από-τα-κάτω μέσω ελεύθερα συγκροτημένων συμβουλίων, έχουν σε μεγάλο βαθμό διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη. Οι περισσότεροι Ούγγροι βλέπουν τις ενέργειες των προγόνων τους πριν από 70 χρόνια ως μια γενναία, ηρωική προσπάθεια να επανενταχθούν στη χριστιανική, φιλελεύθερη-δημοκρατική και πλουραλιστική ευρωπαϊκή Δύση. Δυστυχώς, και εξαιτίας τόσο εκείνων που υφάρπαξαν τον σοσιαλισμό και τον υπέταξαν στον μπολσεβικισμό όσο και των εγχώριων φιλελεύθερων και συντηρητικών διαμορφωτών της ιστορικής αφήγησης στην Ουγγαρία, οι Ούγγροι αντιμετωπίζουν τον σοσιαλισμό σήμερα ως μια ξένη, μη χριστιανική, καταπιεστική μορφή διακυβέρνησης. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα γνώριζαν τη διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλισμό των συμβουλίων και τον εθνικοσοσιαλισμό και θα έβλεπαν τα εργατικά συμβούλια όχι ως την ουσία της σοσιαλιστικής ανάπτυξης αλλά ως μια ουτοπική, ανέφικτη ιδέα.
—————————————
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Για μια λεπτομερή περιγραφή βλ. András B. Göllner, “The Foundations of Soviet Domination and Communist Political Power in Hungary: 1945-1950” στο Nándor Dreisziger (επιμ.), The Hungarian Revolution: Twenty Years After, The Canadian American Review of Hungarian Studies III, 2 (1976), 73-105).
[2] Για μια δική μου προσέγγιση στο ζήτημα βλ. András B. Göllner, “Workers Against the Bolshevik State: The Budapest School and the 1919 and 1956 Workers’ Rebellions in Hungary” στο Marie-Josee Lavalee (επιμ.), Different Shades of Red: Socialisms in 20th Century Europe. Μόντρεαλ: Black Rose Books, 2026).
[3] Για μια ίσως από τις καλύτερες και πιο αξιόπιστες αγγλόφωνες μελέτες της εξέγερσης του 1956, βλ. Bill Lomax (επιμ.), The Hungarian Workers’ Councils in 1956 (Νέα Υόρκη: East European Monographs, 1990).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Reflections from Tarinski’s visit to Budapest on the occasion of the 70th anniversary from the 1956 people’s uprising:
70 years from the Hungarian Revolution: Reflections from Budapest