Κείμενο: Αντώνης Χ.
Στις 17 Οκτωβρίου 2026, στην πλατεία της Δημοκρατίας στο Παρίσι, εκατοντάδες μουσικοί της Ορχήστρας του Νέου Κόσμου (Orchestre du Nouveau Monde) [1] συγκεντρώθηκαν για μια δημόσια συναυλία αλληλεγγύης στις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Η συναυλία είχε δηλωθεί στις αρχές και οι μουσικοί έφτασαν γύρω στις 11.30 για την πρόβα. Λίγο μετά το μεσημέρι, την ώρα που έπαιζαν, η αστυνομία έκανε χρήση δακρυγόνων και χειροβομβίδων στην πλατεία και τους ανάγκασε να σταματήσουν και να αποχωρήσουν. Η προγραμματισμένη για τη μία συναυλία ματαιώθηκε από την αστυνομική επέμβαση (Orchestre du Nouveau Monde 2026, Lesprit 2026).

Οι διαμαρτυρίες είχαν αρχίσει εβδομάδες πριν από τη 17η Οκτωβρίου. Από τις 21 Σεπτεμβρίου, μαθήτριες-ές προχωρούσαν σε καταλήψεις σχολείων διεκδικώντας εκπαιδευτικούς, λιγότερο πολυπληθή τμήματα και κτίρια κατάλληλα για διδασκαλία. Αντιμετώπισαν επίσης δακρυγόνα, συλλήψεις και αστυνομικές επιχειρήσεις τις οποίες η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε ως δυσανάλογες (Amnesty International France 2026). Στις 5 Οκτωβρίου, ένας δεκαπεντάχρονος στη Λανς έχασε το χέρι του από έκρηξη χειροβομβίδας κατά τη διάρκεια μαθητικής κατάληψης. Η εισαγγελία ανέθεσε στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της αστυνομίας τη διερεύνηση του τραυματισμού (Prigent και Mas 2026). Ο ακρωτηριασμός του μαθητή και οι αστυνομικές επιχειρήσεις είχαν προηγηθεί των καταστροφών της 17ης Οκτωβρίου. Αυτή η χρονολόγηση έχει σημασία για την κατανόηση της κλιμάκωσης.
Το κάλεσμα «Jaunes et jeunes, nos luttes se rencontrent!» («Κίτρινα Γιλέκα και νέοι, οι αγώνες μας συναντιούνται!»), δημοσιευμένο πριν από τις συγκρούσεις, απευθυνόταν σε μαθητές, εργαζομένους, αγρότες, υγειονομικούς, κατοίκους λαϊκών συνοικιών και περιβαλλοντικές συλλογικότητες και πρότεινε απεργίες, καταλήψεις, συνελεύσεις και κοινές δράσεις (Coordination Gilets jaunes 2026). Στο επιτόπιο ρεπορτάζ του Bondy Blog από τη Μασσαλία, εργαζόμενη στην εστίαση συνδέει τη δική της συμμετοχή με το κόστος ζωής, τα δικαιώματα των γυναικών, την Παλαιστίνη, το Κονγκό και τη μνήμη της 17ης Οκτωβρίου 1961 (Ripert 2026). Η μαρτυρία δείχνει πώς διαφορετικές πολιτικές αναφορές συναντιούνταν στην εμπειρία μιας διαδηλώτριας. Οι αγώνες συνέκλιναν στον δρόμο, διατηρώντας τις ιδιαίτερες αφετηρίες τους. Συνυπήρχαν η υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης, οι εργασιακές διεκδικήσεις και οι αντιρατσιστικές ή περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες.

Το κάλεσμα ανακαλούσε επίσης τη 17η Οκτωβρίου 1961, όταν, εν μέσω του πολέμου της Αλγερίας, δεκάδες χιλιάδες Αλγερινοί και Αλγερινές διαδήλωσαν ειρηνικά στο Παρίσι ενάντια σε μια ρατσιστική απαγόρευση κυκλοφορίας που επιβαλλόταν ειδικά στον αλγερινό πληθυσμό. Η αστυνομία υπό τον Μορίς Παπόν (Maurice Papon) προχώρησε σε μαζική καταστολή, περισσότερες από δώδεκα χιλιάδες συλλήψεις και θανατηφόρες επιθέσεις, των οποίων η έκταση αποκρύφτηκε για χρόνια. Ο Εμανουέλ Μπλανσάρ (Emmanuel Blanchard) αναδεικνύει την πολιτική αυτενέργεια των Αλγερινών που διαδήλωσαν στην καρδιά της αποικιακής μητρόπολης (Blanchard 2011). Μέσα από αυτή την ιστορική μνήμη, το κάλεσμα του 2026 αναδείκνυε μια παλαιότερη, ιδιαίτερα αιματηρή μορφή της σχέσης ανάμεσα στον κρατικό καταναγκασμό και στη συλλογική διεκδίκηση της ελευθερίας.

Κατά τις κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου, στη Λιμόζ πυρπολήθηκε το δημαρχείο. Η πυρκαγιά προκάλεσε προσωρινές δυσκολίες στη λειτουργία δημοτικών υπηρεσιών (Ville de Limoges 2026). Οι κάτοικοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες μιας διοικητικής εξάρτησης που ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός έχει οργανώσει. Στη Λυών, στη Μασσαλία και στο Παρίσι σημειώθηκαν επίσης συγκρούσεις, υλικές καταστροφές και αστυνομικές επεμβάσεις.
Το υπουργείο Εσωτερικών υπολόγισε τη συμμετοχή στις πανεθνικές κινητοποιήσεις σε 550.000 ανθρώπους και οι διοργανωτές σε 800.000 (Reuters 2026, Le Monde 2026).
Το απόγευμα της 17ης Οκτωβρίου, στη Μιλούζ, μια δεκαεπτάχρονη έχασε οριστικά την όραση από το αριστερό της μάτι έπειτα από τραυματισμό σε περιοχή όπου βρισκόταν σε εξέλιξη αστυνομική επιχείρηση. Η εισαγγελία επιβεβαίωσε τη βαρύτητα του τραύματος και ανέθεσε έρευνα στην IGPN [2] (Rocheteau 2026). Σύμφωνα με μαρτυρίες που δημοσίευσε το Politis, η νεαρή στεκόταν με φίλες της έξω από κατάστημα εστίασης την ώρα που στην περιοχή έπεφταν δακρυγόνα (Martelet και Migevant 2026). Το αντικείμενο που προκάλεσε τον τραυματισμό και η ακριβής ακολουθία των γεγονότων παρέμεναν, σύμφωνα με την εισαγγελία, υπό διερεύνηση.
Η κυκλοφορία βίντεο και φωτογραφιών επηρέασε αποφασιστικά τη δημόσια εικόνα της 17ης Οκτωβρίου. Σύμφωνα με έρευνα του Le Monde, πλάνα με λιθοβολισμό αστυνομικών οχημάτων κοντά στην πλατεία Δημοκρατίας συγκέντρωσαν περισσότερες από σαράντα πέντε εκατομμύρια θεάσεις στο X μέσα σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες (Leloup 2026) ενώ βίντεο της πυρκαγιάς στη Λιμόζ ταξίδεψαν πολύ πέρα από τη Γαλλία και χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και για ξενοφοβικές αφηγήσεις περί «εισβολής». Κυκλοφόρησαν συγχρόνως καταγραφές καταγγελλόμενης αστυνομικής βίας αλλά και κατασκευασμένες εικόνες όπως εκείνη που παρουσιαζόταν ψευδώς ως απεικόνιση ηλικιωμένου ζευγαριού το οποίο είχε δήθεν κακοποιηθεί στο Παρίσι (Mauvy 2026). Ο αριθμός των θεάσεων δείχνει την εμβέλεια μιας εικόνας. Η επιλογή και η ερμηνεία της καθορίζουν ποιες όψεις της σύγκρουσης προβάλλονται ως γενικευμένη απειλή και ποιες αποσπώνται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίχθηκαν.
Στο εξώφυλλο της 21ης Οκτωβρίου, η Charlie Hebdo [3] απεικόνισε έναν κουκουλοφόρο μπροστά σε σπασμένη βιτρίνα, φορτωμένο με τσάντες επώνυμων εταιρειών, να χαίρεται τη μετάβαση στη χειμερινή ώρα επειδή του δίνει «μία ώρα παραπάνω για ψώνια» (Charlie Hebdo 2026). Οι λεηλασίες και οι καταστροφές ήταν πραγματικές, όπως και οι ζημιές σε μικρές επιχειρήσεις ανθρώπων που ζουν από τη δουλειά τους (Nilsson-Julien 2026). Το σκίτσο αποσιωπά όμως τη διαφορά ανάμεσα στις συνέπειες για τις μικρές επιχειρήσεις και στην ιδιοποίηση εμπορευμάτων από μεγάλους οίκους πολυτελείας. Ο γελοιογραφικός τύπος του άπληστου λαφυραγωγού αποκλείει εξαρχής το ερώτημα τι μπορεί να σημαίνει για κάποιον η απόκτηση ενός αγαθού που του είναι κανονικά απρόσιτο. Κυρίως, η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, οι μαθητικές διεκδικήσεις και η αστυνομική καταστολή υποχωρούν μπροστά σε ένα αστείο για την καταναλωτική αρπαγή. Η ερμηνεία της ημέρας απαιτεί να συνεκτιμήσουμε τις αστυνομικές επιχειρήσεις που είχαν προηγηθεί, τον ακρωτηριασμό του μαθητή και τους άλλους σοβαρούς τραυματισμούς, μαζί με τις σπασμένες βιτρίνες. Οι τελευταίες, τουλάχιστον, δεν έχουν οικογένεια και φίλους. Η κριτική των καταστροφών οφείλει να συνεξετάζει ποια εξουσία ασκήθηκε πάνω στους διαδηλωτές, με ποια μέσα και απέναντι σε ποιες διεκδικήσεις.
Η ελευθερία της σάτιρας περιλαμβάνει τη δημόσια κριτική των γελοιογραφιών και των πολιτικών συνεπειών τους. Οι δολοφονίες των ανθρώπων της Charlie Hebdo τον Ιανουάριο του 2015 και του καθηγητή Σαμιέλ Πατί τον Οκτώβριο του 2020 υπήρξαν εγκλήματα εναντίον της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας της σκέψης, της διδασκαλίας και της έκφρασης [4] (Gouvernement français 2025, Ministère de l’Éducation nationale 2026). Η καταδίκη τους είναι αδιαπραγμάτευτη. Η πολιτική κριτική κάθε μεταγενέστερου σκίτσου παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας της έκφρασης. Η κριτική στη θεοκρατία, στον μισογυνισμό και στην εξουσία των κληρικών μπορεί να συνυπάρχει με την κριτική στην κρατική καταστολή, στον ρατσισμό και στην αποικιακή κυριαρχία. Η ελευθερία της σάτιρας περιλαμβάνει και την ελευθερία να της αποδίδουμε πολιτικές ευθύνες.

Η διαμάχη για το πολιτικό περιεχόμενο της σάτιρας στην Charlie Hebdo προηγείται κατά πολύ του εξωφύλλου της 21ης Οκτωβρίου. Η ιστορικός Imen Neffati εντοπίζει ήδη στη διεύθυνση του Philippe Val [5], κατά τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της επόμενης, μια τάση ταυτοτικής ερμηνείας της κοσμικότητας, σε ένταση με την αντικληρικαλική και αντιεξουσιαστική παράδοση του περιοδικού. Στη δημόσια επιχειρηματολογία εκείνης της περιόδου ο αντισημιτισμός συνδεόταν με τους μουσουλμάνους συλλογικά ενώ η μεταποικιακή ή φιλοπαλαιστινιακή κριτική αντιμετωπιζόταν με καχυποψία (Neffati 2021). Ο Charb, που ανέλαβε το 2009, επιχείρησε να απομακρύνει το έντυπο από την περίοδο Val αλλά οι θέσεις του για την ισλαμοφοβία φανερώνουν τις συνέχειες και τις αντιφάσεις αυτής της ιστορίας (Charb 2015). Μετά το 2015, ο Riss διηύθυνε μια σχεδόν εξ ολοκλήρου ανασυγκροτημένη σύνταξη. Η αντιπαράθεση με την αντιρατσιστική Αριστερά οξύνθηκε χωρίς η εφημερίδα να πάψει να στρέφεται και εναντίον της Ακροδεξιάς (Le Monde 2025). Κάπως έτσι, η αντιεξουσιαστική σάτιρα απέκτησε τη δική της εκδοχή του μακρονικού κέντρου.
Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες το 2016, κύριο άρθρο της Charlie Hebdo παρουσίαζε την παρουσία γυναικών με μαντίλα, τη λειτουργία ενός καταστήματος με θρησκευτικούς διατροφικούς κανόνες και την ανοχή απέναντι σε μουσουλμανικές πρακτικές ως στοιχεία ενός κοινωνικού κλίματος που κατέληξε στη μαζική δολοφονία. Η ευθύνη μετατοπίζεται έτσι από τους δράστες και τις οργανώσεις τους στις καθημερινές συνήθειες ανθρώπων που δεν έχουν τελέσει κανένα έγκλημα, σαν η μουσουλμανική τους παρουσία να συνιστά δυνητική απειλή. Η φυλετικοποίηση της θρησκευτικής ταυτότητας είναι το στοιχείο που καθιστά το επιχείρημα ρατσιστικό στην πολιτική του λειτουργία (Safi 2016). Η ευθύνη βαρύνει τους συγκεκριμένους δράστες και τις οργανώσεις τους. Η συλλογική της απόδοση σε ανθρώπους με κοινό θρησκευτικό χαρακτηρισμό στοχοποιεί ακόμη και όσους αντιστέκονται στις ίδιες αυτές εξουσίες.
Η διαφορά ανάμεσα στη δηλωμένη πρόθεση της σάτιρας και στο πολιτικό αποτέλεσμα της εικόνας εμφανίζεται και σε γελοιογραφίες του Riss. Οι περιπτώσεις του Αϊλάν Κούρντι (2016) και της Rokhaya Diallo (2025) [6] που διαφέρουν μεταξύ τους θέτουν και οι δύο το ζήτημα των στερεοτύπων που επιστρατεύει μια εικόνα και των ανθρώπων εναντίον των οποίων στρέφεται.
Η βία της κοινωνικής τάξης και το δίκαιο
Στην αστυνομική επέμβαση ο καταναγκασμός αποκτά αναγνωρίσιμους φορείς, συγκεκριμένο εξοπλισμό, εντολές και διοικητική ιεραρχία. Η τυπική νομιμότητα των πράξεών τους αποτελεί μέρος του καθεστώτος εξουσίας που πρέπει να υποβληθεί σε κριτική. Στην ανάλυση του Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin), η διάκριση ανάμεσα στη βία που θεσπίζει και στη βία που συντηρεί το δίκαιο γίνεται ιδιαίτερα ασταθής στην αστυνομία καθώς η εφαρμογή των κανόνων συνυπάρχει με τη δυνατότητα καθορισμού των πρακτικών ορίων της δημόσιας παρουσίας (Benjamin 1921). Η επίκληση της «δημόσιας τάξης» απαιτεί πολιτικό και ιστορικό έλεγχο των αστυνομικών επιλογών. Πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι που επικαλούνται οι αρχές, τα μέσα που χρησιμοποιούν και οι συνέπειες των επεμβάσεων, ακριβώς επειδή το κράτος διαθέτει οργανωμένη εξουσία επιβολής.
Η Έλσα Ντορλέν (Elsa Dorlin), ανασυνθέτοντας την ιστορία της πολιτικής αυτοάμυνας, δείχνει ότι το δικαίωμα να υπερασπίζεται κανείς τον εαυτό του κατανέμεται μέσα σε σχέσεις εξουσίας. Στον αποικιακό κόσμο οι έποικοι είχαν πρόσβαση στα όπλα και στη θεσμική προστασία, ενώ οι υποδουλωμένοι και οι αποικιοκρατούμενοι αφοπλίζονταν και αντιμετωπίζονταν ως κίνδυνος ακόμη και όταν επιχειρούσαν να προστατευθούν. Η ιστορική αυτή ασυμμετρία φωτίζει και τον σύγχρονο δημόσιο λόγο περί τάξης, στον οποίο η χρήση κρατικής ισχύος εμφανίζεται ως προστασία και η αντίσταση των κυριαρχούμενων ως απειλή που χρειάζεται εξουδετέρωση. Το ποιος αναγνωρίζεται ως δικαιούμενος να αμύνεται αποτελεί ήδη μέρος της σύγκρουσης για την ίδια τη νομιμότητα της αντίστασης (Dorlin 2017).
Η εξέγερση των υποδουλωμένων εναντίον των δουλοκτητών και η αντίσταση μιας κοινότητας στην αστυνομική καταστολή έχουν διαφορετική ιστορική και πολιτική θέση από τη βία που συντηρεί την υποταγή τους. Η αναγνώριση αυτής της ασυμμετρίας αφήνει ανοιχτά δύο ακόμη ζητήματα. Το πρώτο αφορά όσους πλήττουν τα συγκεκριμένα μέσα της αντίστασης και το δεύτερο την εξουσία που σχηματίζεται καθώς ο αγώνας οργανώνεται, αποκτά ηγεσία και ενδεχομένως νικά. Έτσι η εξέταση της δομικής βίας μιας κοινωνικής τάξης, της καταστολής που την περιφρουρεί και της επαναστατικής δράσης που την αμφισβητεί οδηγεί σε διαφορετικά πολιτικά ερωτήματα, που απαιτούν ιδιαίτερη πολιτική κρίση σε κάθε ιστορική περίσταση.
Οι απεργίες, οι καταλήψεις και οι συνελεύσεις μπορούν να αποκτήσουν βαθιά ριζοσπαστικό περιεχόμενο χωρίς η φυσική βία να αποτελεί το κύριο μέσο της συλλογικής σύγκρουσης. Το Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler) υπερασπίζεται μια ενεργητική, ακόμη και έντονα συγκρουσιακή εκδοχή της μη βίας. Στην ανάλυσή του, η άρνηση συμμόρφωσης, η διακοπή της κανονικής λειτουργίας μιας οικονομικής δραστηριότητας και η συγκρότηση αυτόνομων μορφών πολιτικής οργάνωσης αποτελούν πρακτικές ρήξης με μια κοινωνική τάξη, με τη δυνατότητα να διευρύνουν τη συμμετοχή πέρα από όσους μπορούν να εμπλακούν σε σωματική αντιπαράθεση (Butler 2020). Η ανάγκη ένοπλης άμυνας, εκεί όπου προκύπτει, πρέπει να κρίνεται αυτοτελώς με βάση τις πραγματικές συνθήκες της σύγκρουσης και τα μέσα που διαθέτουν οι καταπιεσμένοι.
Η επανάσταση των υποδουλωμένων
Αν ζητούσαμε από τους εξεγερμένους να διεκδικήσουν την κατάργηση της δουλείας αποκλειστικά με τα μέσα που τους επέτρεπαν οιδουλοκτήτες, θα μετατρέπαμε την πολιτική και σωματική τους υποταγή σε όριο της ίδιας τους της ελευθερίας. Η ασυμμετρία ανάμεσα στη βία που συντηρούσε τη δουλεία και στη βία που επιδίωκε την κατάργησή της έχει πραγματική κανονιστική σημασία. Οι αποικιοκράτες υπερασπίζονταν την κυριότητα πάνω σε ανθρώπους ενώ οι εξεγερμένοι αγωνίζονταν να πάψουν οι ίδιοι να αποτελούν αντικείμενα κυριότητας.
Ο Τζέιμς παρακολουθεί και την πορεία του Τουσέν Λουβερτύρ (Toussaint Louverture). Υπό την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του συγκροτήθηκαν δυνάμεις ικανές να αποκρούσουν ξένες επεμβάσεις και να υπερασπιστούν την κατάργηση της δουλείας. Στην προσπάθειά του όμως να αποκαταστήσει τη φυτειακή οικονομία, ο Λουβερτύρ επέβαλε αυστηρή πειθαρχία στην εργασία και περιορισμούς στην κινητικότητα των πρώην υποδουλωμένων. Η κατάργηση της δουλείας αποτέλεσε ριζική ιστορική τομή. Ο Τζέιμς αναδεικνύει επίσης τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική πολιτική της επαναστατικής ηγεσίας και στην ελευθερία που διεκδικούσαν οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν πολεμήσει για την κατάκτησή της. Η αντίδραση των καλλιεργητών στην πειθαρχία των φυτειών δείχνει ότι η σύγκρουση για το περιεχόμενο της ελευθερίας συνεχίστηκε μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο των νικητών. Οι πρώην υποδουλωμένοι διεκδικούσαν να ορίζουν οι ίδιοι τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους της εργασίας τους, την ώρα που η επαναστατική διοίκηση θεωρούσε την αποκατάσταση της παραγωγής προϋπόθεση για την υπεράσπιση της επανάστασης (James 1938).
Το Σύνταγμα του 1801 επιτρέπει να διαβάσουμε αυτή την αντίφαση μέσα στην ίδια τη γλώσσα του δικαίου. Το άρθρο 3 καταργεί τη δουλεία και διακηρύσσει την ελευθερία των κατοίκων, ενώ τα άρθρα 14–16 [7] επιδιώκουν τη συνέχιση της καλλιέργειας στις φυτείες και επιτρέπουν περιορισμούς στη μετακίνηση των καλλιεργητών (Constitution de Saint-Domingue 1801, άρθρα 3, 14–16). Η νομική κατάργηση της δουλείας, τεράστια ιστορική κατάκτηση, συνυπήρξε έτσι με αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησης και στην οργάνωση της εργασίας των πρώην υποδουλωμένων.

Το 1802, η γαλλική εκστρατεία επανακατάκτησης έθεσε σε κίνδυνο την ελευθερία που είχαν κατακτήσει οι πρώην υποδουλωμένοι. Ο Ναπολέων επιδίωκε να επιβάλει εκ νέου τη γαλλική κυριαρχία. Ο νόμος της 20ής Μαΐου 1802 διατηρούσε τη δουλεία στις αποικίες που επέστρεφαν στη Γαλλία με τη Συνθήκη της Αμιένης και σε άλλες περιοχές όπου η κατάργηση του 1794 δεν είχε εφαρμοστεί. Η εφαρμογή του στο Σεν-Ντομένγκ διαφέρει, καθώς εκεί η δουλεία είχε καταργηθεί και ο συγκεκριμένος νόμος δεν την επανέφερε αυτομάτως. Εκεί η εκστρατεία του Leclerc και η πορεία της γαλλικής στρατιωτικής πολιτικής δημιούργησαν την πραγματική απειλή επανυποδούλωσης (Fondation pour la mémoire de l’esclavage χ.χ.). Η ανεξαρτησία του 1804 επισφράγισε τη στρατιωτική και πολιτική νίκη των εξεγερμένων απέναντι στην απόπειρα επαναφοράς της γαλλικής κυριαρχίας.
Η νίκη αυτή, όμως, συνοδεύτηκε από μαζικές δολοφονίες λευκών κατοίκων υπό τη νέα ηγεσία του Ζαν-Ζακ Ντεσαλίν (Jean-Jacques Dessalines). Ορισμένες κατηγορίες κατοίκων εξαιρέθηκαν από τις σφαγές, ανάμεσά τους Πολωνοί που είχαν στραφεί εναντίον των γαλλικών δυνάμεων. Η έκταση της βίας και η ερμηνεία της εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ιστοριογραφικής διαφωνίας. Η φυλετική καταγωγή χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο στοχοποίησης, στη θέση της εξατομικευμένης απόδοσης ευθύνης (Girard 2005). Η αποικιακή κτηνωδία, η συνεχιζόμενη στρατιωτική απειλή και ο φόβος επανυποδούλωσης εξηγούν την ιστορική γένεση αυτής της βίας. Την απόφαση για συλλογική τιμωρία την έλαβε η νέα εξουσία και φέρει την πολιτική ευθύνη της. Όταν η επαναστατική κυβέρνηση αποφασίζει για τη ζωή ανθρώπων αποκλειστικά με βάση την ένταξή τους σε μια ευρεία κατηγορία, χρειάζεται να κριθεί και το είδος εξουσίας που ασκεί, ανεξαρτήτως του ιστορικού δικαίου της εξέγερσης.
Ο Φραντς Φανόν, αναλύοντας μια διαφορετική αποικιακή εμπειρία, ανέπτυξε ένα επιχείρημα που υπερβαίνει τη δικαιολόγηση της ένοπλης αυτοάμυνας. Στο βιβλίο του Της γης οι κολασμένοι περιγράφει την αποικία ως κόσμο που συγκροτείται χωρικά, σωματικά και πολιτικά μέσω βίας. Ο στρατιώτης και ο αστυνομικός είναι μέρος του ίδιου του τρόπου οργάνωσής της. Η αποαποικιοποίηση, υποστηρίζει, μπορεί να περιλαμβάνει μια βίαιη ρήξη μέσα από την οποία οι κυριαρχούμενοι συγκροτούνται σε συλλογικό πολιτικό υποκείμενο. Όσοι συμμετέχουν στη σύγκρουση μπορούν, κατά τον Φανόν, να πάψουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως ανίσχυρο. Δημιουργούνται έτσι σχέσεις αλληλεγγύης και συλλογικής δράσης που η αποικιακή τάξη επιχειρούσε να εμποδίσει (Fanon 1961).
Ο Φανόν στρέφει επίσης την κριτική του προς την εθνική αστική τάξη που μπορεί να αναλάβει την εξουσία μετά την ανεξαρτησία. Η συμμετοχή των πολλών, χάρη στην οποία κατέστη δυνατή η αποαποικιοποίηση, κινδυνεύει να εκχωρηθεί σε εκπροσώπους που μιλούν στο όνομά τους και κυβερνούν ερήμην τους. Ο κίνδυνος γίνεται εντονότερος όταν η επαναστατική ηγεσία διατηρεί τον έλεγχο των όπλων, των αποθεμάτων και των μηχανισμών διοίκησης που συγκροτήθηκαν για τις ανάγκες του αγώνα, μετατρέποντας τις έκτακτες πολεμικές αρμοδιότητες σε σταθερά πολιτικά προνόμια. Η κριτική του Φανόν προς τη μεταποικιακή ολιγαρχία αφορά και την οργάνωση της νικηφόρας αντίστασης. Οι άνθρωποι που απέκτησαν συλλογική ισχύ μέσα από τον αγώνα μπορούν να τη χάσουν ξανά από μια εξουσία που επικαλείται διαρκώς τη νίκη τους (Fanon 1961).
Η απαλλοτρίωση και τα όρια της βίας
Τριάντα χρόνια αργότερα, σε διαφορετικό κείμενο με τον ίδιο τίτλο (Anarchia e violenza), δημοσιευμένο το 1924, ο Μαλατέστα επανέρχεται στη βία από τη σκοπιά του αντιεξουσιαστικού σκοπού. Υπερασπίζεται την αντίσταση στην εγκαθιδρυμένη καταπίεση, επιμένοντας συγχρόνως ότι η αναρχία αποβλέπει στην κατάργηση της βίαιης επιβολής της βούλησης ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Η αντίσταση στη δουλεία και στην καταπίεση δικαιολογεί τη χρήση δύναμης όσο αυτή είναι αναγκαία για την απελευθέρωση. Η μονιμοποίησή της ως σχέσης επιβολής αντιστρατεύεται τον ελευθεριακό σκοπό (Malatesta 1924).
Η διάκριση γίνεται ακόμη πιο ουσιώδης όταν η σύγκρουση αφορά την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Στην ελευθεριακή παράδοση, η κοινωνική απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και του συσσωρευμένου πλούτου αποβλέπει στην κατάργηση του προνομίου χάρη στο οποίο οι κάτοχοι της γης, των μηχανών και των επιχειρήσεων εξουσιάζουν την εργασία άλλων και ιδιοποιούνται τους καρπούς της. Ο Κροπότκιν ζητάει να περάσουν τα μέσα παραγωγής στην κοινή διάθεση, ενώ ο Μαλατέστα υπερασπίζεται την απαλλοτρίωση των ιδιοκτητών για το όφελος όλων (Kropotkin 1892, Malatesta 1920). Η ιδιοποίηση εμπορευμάτων από ένα κατάστημα πολυτελείας μπορεί να έχει κοινωνικό νόημα και ως μεμονωμένη πράξη. Το νόημα αυτό προκύπτει από τις συνθήκες και τις συνέπειές της, ακόμη κι όταν η πράξη αφήνει ανέπαφες τις σχέσεις παραγωγής. Η απόκτηση ενός αντικειμένου προσωπικής χρήσης αφορά επίσης διαφορετική σχέση από την εκμετάλλευση της εργασίας άλλων.
Ας πάρουμε την περίπτωση ενός ακριβού αντικειμένου από κατάστημα της Louis Vuitton ή άλλου οίκου πολυτελείας. Αν περάσει στα χέρια κάποιου που στερείται τα αναγκαία, η ενδεχόμενη μεταπώλησή του μπορεί να εξασφαλίσει χρήματα για τροφή, στέγη ή άλλες άμεσες ανάγκες. Αν το κρατήσει, μπορεί απλώς να του δώσει την ευχαρίστηση να χρησιμοποιήσει κάτι που ο κόσμος του πλούτου κρατούσε απρόσιτο. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα όφελος που οφείλουμε να πάρουμε στα σοβαρά χωρίς να επινοήσουμε ισχυρισμούς για το ποιοι συμμετείχαν σε μια συγκεκριμένη λεηλασία ή πού κατέληξαν τα αγαθά της. Ο Κροπότκιν, στο κεφάλαιο «Les besoins de luxe» της Κατάκτησης του ψωμιού, υπερασπίζεται ακριβώς την ανάγκη η κοινωνική χειραφέτηση να εξασφαλίζει, πέρα από την επιβίωση, τον ελεύθερο χρόνο, την ομορφιά και τις μικρές απολαύσεις που κάνουν τη ζωή επιθυμητή (Kropotkin 1892). Η πρόσκαιρη χαρά ενός φτωχού ανθρώπου έχει αξία και πέρα από την ωφέλεια ενός συλλογικού προγράμματος. Η απαίτηση να δικαιολογεί κάθε επιθυμία του στο δικαστήριο της αναγκαιότητας αναπαράγει μια ασκητική ηθική, που επιτρέπει την πολυτέλεια στους πλούσιους και ζητεί από τους υπόλοιπους να αρκούνται στο απολύτως αναγκαίο. Η Vicky Osterweil έχει αναδείξει ακριβώς αυτή τη διάσταση της μαζικής ιδιοποίησης εμπορευμάτων σε περιόδους εξέγερσης, επιμένοντας τόσο στην άμεση αναδιανομή όσο και στην απόλαυση μιας πρόσβασης στον πλούτο που η κανονική λειτουργία της αγοράς απαγορεύει στους φτωχούς (Osterweil 2020). Η επιθυμία για ένα τέτοιο αγαθό αξίζει να κρίνεται χωριστά από τον τρόπο απόκτησής του. Η αξιολόγηση της ίδιας της πράξης απαιτεί να εξετάσουμε τις περιστάσεις και τις συνέπειές της. Έχει πάντως μια κάποια ειρωνεία να ανακαλύπτει κανείς την αρετή της εγκράτειας όταν πρόκειται για τις επιθυμίες των φτωχών την ώρα που οι πλούσιοι απολαμβάνουν ανενόχλητοι τις δικές τους.
Ο Μαλατέστα, όταν αντιπαραθέτει την κοινωνική απαλλοτρίωση στον επαγγελματία ληστή που θέλει να ζει από την εργασία άλλων, εξετάζει μια διαφορετική σχέση εξουσίας. Στο ίδιο κείμενο αναγνωρίζει ότι η ιδιοποίηση τροφής από άνθρωπο που αποκλείεται από τα μέσα διαβίωσής του μπορεί να συνιστά εξέγερση εναντίον της κοινωνικής αδικίας (Malatesta 1911). Η απόκτηση ενός πολυτελούς καταναλωτικού αγαθού από φτωχό άνθρωπο διαφέρει ριζικά από την ιδιοποίηση της εργασίας άλλων από τον καπιταλιστή. Η άμεση ιδιοποίηση ή αναδιανομή αγαθών πρέπει να διακρίνεται από πράξεις που προκαλούν τραυματισμούς ή στερούν από άλλους αναγκαία μέσα βιοπορισμού. Η καταστροφή μιας βιτρίνας και ο ακρωτηριασμός ενός ανθρώπου μπορούν να περιγραφούν με την ίδια λέξη, «βία», αλλά έχουν ριζικά διαφορετική βαρύτητα. Η πυρπόληση κατοικημένου κτιρίου ή η καταστροφή των αναγκαίων μέσων εργασίας τρίτων εγείρουν άλλα, αυτοτελή ζητήματα, που κρίνονται από τις συνέπειες για τους ανθρώπους και όχι από την ιδιότητα του τυπικού ιδιοκτήτη. Η ελευθεριακή κριτική αντιμετωπίζει την καπιταλιστική κυριότητα ως σχέση εξουσίας και κρίνει κάθε μεμονωμένη ρήξη από το περιεχόμενο και τις συνέπειές της, ακόμη κι όταν απέχει από μια ολοκληρωμένη κοινωνική επανάσταση.
Ο Αλμπέρ Καμύ, στον Επαναστατημένο άνθρωπο, εξετάζει πώς η εξέγερση εναντίον της ταπείνωσης μπορεί να παραχωρήσει σε μια επαναστατική εξουσία το δικαίωμα να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές στο όνομα ενός απώτερου ιστορικού σκοπού (Camus 1951). Στις 22 Ιανουαρίου 1956, μέσα στον πόλεμο της Αλγερίας, απηύθυνε στο Αλγέρι έκκληση για ανακωχή ως προς τη βία κατά των αμάχων, ζητώντας την προστασία τους ανεξάρτητα από την επίλυση της πολιτικής σύγκρουσης (Camus 1956, Le Monde 1956). Η απαίτηση αυτή έθετε ένα πραγματικό όριο στη στοχοποίηση ανθρώπων που δεν συμμετείχαν στις εχθροπραξίες. Διατυπωνόταν, όμως, μέσα σε μια αποικιακή κοινωνία όπου οι κυριαρχούμενοι στερούνταν την ίδια την πολιτική ισοτιμία που θα τους επέτρεπε να επιλέξουν ελεύθερα τα μέσα του αγώνα τους. Ο Φανόν υποχρεώνει έτσι την ηθική κρίση να λογαριαστεί με την αποικιακή σχέση εξουσίας και με τη διαμορφωτική δύναμη της αντίστασης ενώ η αντίρρηση του Καμύ εξακολουθεί να μας αφορά όταν η επίκληση της απελευθέρωσης χρησιμοποιείται για τη στοχοποίηση αμάχων, για βασανιστήρια ή για συλλογική τιμωρία. Η αξιολόγηση των συγκεκριμένων μέσων παραμένει ιστορική και πολιτική ευθύνη όσων συμμετέχουν στην κρίση.

Όταν μια κοινότητα αποκρούει ένοπλη επίθεση, οι αποφάσεις για την άμυνά της λαμβάνονται συχνά με ελλιπείς πληροφορίες και υπό την πίεση ενός χρόνου που μετριέται σε ανθρώπινες ζωές. Η ανάγκη αυτή εξηγεί την ανάθεση επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων, χωρίς όμως να αίρει την ευθύνη για την εκτίμηση της απειλής, την επιλογή των μέσων και τις συνέπειες για όσους πλήττονται. Η προσωρινή αναγκαιότητα χρειάζεται να παραμένει πράγματι προσωρινή, να αναθεωρείται καθώς αλλάζουν οι συνθήκες και να υποβάλλεται εκ των υστέρων σε δημόσιο έλεγχο, γιατί η στρατιωτική νίκη μπορεί να αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα μιας απόφασης χωρίς να δικαιώνει κάθε πράξη που συντελέστηκε στην πορεία της. Απομένει το ερώτημα ποια πολιτική δύναμη περιέρχεται σε όσους οργανώνουν την άμυνα και πόσο εύκολα μπορούν οι υπόλοιποι να τους την αφαιρέσουν.
Ο έλεγχος των όπλων, ο ανεφοδιασμός, η πρόσβαση στις πληροφορίες και η δυνατότητα να δίνονται εντολές συγκροτούν εξουσία μέσα στο ίδιο το επαναστατικό κίνημα, ακόμη και όταν οι άνθρωποι στους οποίους ανατίθενται αυτές οι λειτουργίες δεν επιδιώκουν εξαρχής να κυβερνήσουν. Ο Γκάλτουνγκ είχε ήδη επισημάνει ότι μια επανάσταση οργανωμένη μέσα από αυστηρά ιεραρχικό στρατιωτικό μηχανισμό μπορεί, ύστερα από μια περίοδο εξισωτικών κατακτήσεων, να επιστρέψει σε ιεραρχικές κοινωνικές δομές. Η παρατήρηση αφορά έναν ιστορικό κίνδυνο και επιδέχεται διαφορετικές εκβάσεις (Galtung 1969, 172). Η δυνατότητα ανάκλησης των υπευθύνων, ο έλεγχος των πόρων από τα συλλογικά όργανα και η πραγματική συμμετοχή στις στρατηγικές αποφάσεις αποκτούν έτσι συγκεκριμένο βάρος, καθώς ο έλεγχος της οργάνωσης της άμυνας από τους ίδιους τους ανθρώπους που υπερασπίζεται αποτελεί ουσιώδη όρο της ελευθερίας τους. Το ίδιο ζήτημα τέθηκε από διαφορετική αφετηρία στα εργατικά συμβούλια της ουγγρικής εξέγερσης του 1956.
Τα εργατικά συμβούλια και η πολιτική εξουσία

Στις 14 Νοεμβρίου, μετά τη δεύτερη σοβιετική εισβολή, αντιπρόσωποι συμβουλίων ίδρυσαν το Κεντρικό Εργατικό Συμβούλιο της Μείζονος Βουδαπέστης. Οι αντιπρόσωποι δήλωναν ότι συγκροτήθηκαν με πρωτοβουλία από τα κάτω, διεκδικούσαν δικαίωμα διαπραγμάτευσης εκ μέρους των εργαζομένων και αρμοδιότητα απόφασης για τη συνέχιση ή διακοπή της εργασίας. Διακήρυτταν την προσήλωσή τους στον σοσιαλισμό και στην κοινωνική ιδιοκτησία των παραγωγικών μονάδων. Ζητούσαν την επιστροφή του Ίμρε Νάγκι (Imre Nagy)9 στην κυβέρνηση, την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, την απελευθέρωση κρατουμένων, τον τερματισμό του μονοκομματισμού και ελεύθερες εκλογές, με μια σημαντική πολιτική προϋπόθεση. Τα κόμματα που θα επιτρέπονταν έπρεπε να αναγνωρίζουν τη σοσιαλιστική βάση της κοινωνίας (Nagy-budapesti Központi Munkástanács 1956).
Το ψήφισμα συνέδεε τη διεύθυνση της εργασίας με την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων και τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Οι αξιώσεις αυτές διατυπώθηκαν μέσα στις περιορισμένες συνθήκες λειτουργίας των συμβουλίων και χρειάζεται να διακριθούν από την πραγματική άσκηση σταθερής και γενικευμένης διοίκησης της παραγωγής.
Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, η ουγγρική εξέγερση ανέδειξε την πολιτική δυνατότητα που απέκρυπτε η επίσημη γλώσσα του σοσιαλιστικού κράτους. Οι εργαζόμενοι δημιουργούσαν δικά τους όργανα και διεκδικούσαν εξουσία την οποία το κόμμα και η γραφειοκρατία είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους (Castoriadis 1977). Η σημασία αυτής της πρωτοβουλίας υπερβαίνει τη διεύθυνση του εργοστασίου επειδή η προμήθεια πρώτων υλών και ενέργειας, οι μεταφορές, η διανομή του προϊόντος και η κατανομή των κοινωνικών πόρων συνδέουν τις αποφάσεις κάθε παραγωγικής μονάδας με τη ζωή άλλων εργαζομένων και κοινοτήτων. Η εργατική αυτοδιεύθυνση ανοίγει επομένως το πρόβλημα της γενικής πολιτικής εξουσίας χωρίς η εξουσία αυτή να μπορεί να εξαντληθεί στα όρια των χώρων εργασίας.
Η καταστολή των σοβιετικών δυνάμεων και του νέου καθεστώτος διέκοψε τις προσπάθειες των συμβουλίων να διευρύνουν τον συντονισμό τους, προτού μπορέσουν να δοκιμάσουν, σε βάθος χρόνου, τη δική τους ικανότητα διοίκησης και άμυνας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζαν όσους διαφωνούσαν με την πλειοψηφία τους.
Η αυτοδιεύθυνση και οι εσωτερικές της αντιφάσεις

Στο Mas de las Matas της Αραγονίας υπήρχε αναρχική εργατική δραστηριότητα πολύ πριν από τον Ιούλιο του 1936. Η συγκρότηση της αγροτικής κολεκτίβας στηρίχθηκε σε ανθρώπους που είχαν οργανωθεί, είχαν συμμετάσχει σε προηγούμενες συγκρούσεις και διέθεταν σχέδιο ανασυγκρότησης της τοπικής οικονομίας. Ο Gaston Leval, που επισκέφθηκε την περιοχή, καταγράφει τριάντα δύο ομάδες εργασίας. Οι ομάδες μοιράζονταν ανάμεσα σε αρδευόμενα και ξηρικά χωράφια ώστε τα δυσκολότερα καθήκοντα να κατανέμονται δικαιότερα. Εκπρόσωποι συντόνιζαν την εργασία ενώ οι συνελεύσεις όριζαν τις κατευθύνσεις τις οποίες όφειλε να ακολουθεί μια ολιγομελής διοικητική επιτροπή. Οι κοινές υποδομές, η αποθήκευση και η διανομή του προϊόντος αποτελούσαν έτσι μέρος της καθημερινής λειτουργίας της κολεκτίβας (Leval 1975).
Ο Leval ήταν υποστηρικτής των κολεκτίβων και περιέγραψε τη λειτουργία τους από αυτή τη σκοπιά. Ο Augustin Souchy αναφέρει επίσης ότι οι μικροκαλλιεργητές είχαν τη δυνατότητα να καλλιεργούν ατομικά τη γη τους χωρίς να ενταχθούν στην κολεκτίβα (Souchy 1937). Η επιλογή αυτή, ωστόσο, περιοριζόταν στην πράξη καθώς οι μη συμμετέχοντες εξαρτώνταν σε σημαντικό βαθμό από ένα εμπόριο και ένα σύστημα διανομής οργανωμένα συλλογικά. Η απαγόρευση της μισθωτής εκμετάλλευσης μπορούσε να συνυπάρχει με την ατομική καλλιέργεια. Το ζήτημα της ελευθερίας των μη μελών έθετε επιπλέον ερωτήματα για την πρόσβαση στα αναγκαία αγαθά και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους απέναντι στους φορείς της κολεκτίβας.
Η μεταγενέστερη τοπική ιστοριογραφία, βασισμένη σε αρχεία και προφορικές μαρτυρίες, περιγράφει διαφορετικές συνθήκες ένταξης στην κολεκτίβα. Κάποιοι προσχώρησαν από πεποίθηση άλλοι για λόγους οικονομικής συνεργασίας ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για πιέσεις ενόπλων ομάδων, πολιτικές αντιπαλότητες και φόβο αντιποίνων. Καταγράφονται επίσης περιστατικά βίας εναντίον κατοίκων που θεωρήθηκαν αντίπαλοι της επανάστασης καθώς και προσπάθειες τοπικών αναρχικών να αποτρέψουν την εκδίκηση (Rodrigo Sánchez και Serrano Sanz 2000). Οι μαρτυρίες τεκμηριώνουν τόσο εθελοντική συμμετοχή όσο και εξαναγκασμό αλλά το διαθέσιμο υλικό παρέχει περιορισμένη βάση για ποσοτική εκτίμηση της έκτασης κάθε κατηγορίας.
Τον Αύγουστο του 1937 η κυβέρνηση του Χουάν Νεγρίν (Juan Negrín) διέλυσε με διάταγμα το Συμβούλιο της Αραγονίας και δυνάμεις υπό τον Ενρίκε Λίστερ (Enrique Líster) επενέβησαν στην περιοχή. Η πράξη της κυβέρνησης αφορούσε τυπικά το Συμβούλιο, η επέμβαση όμως έφτασε στις ίδιες τις κολεκτίβες και ακολούθησαν συλλήψεις, διαλύσεις συλλογικών οργάνων και διαδικασίες επιστροφής γαιών και άλλων περιουσιακών στοιχείων σε προηγούμενους κατόχους, με συνέπεια να ανατραπεί σε αρκετές περιπτώσεις η συλλογική οργάνωση της παραγωγής (Rodrigo Sánchez και Serrano Sanz 2000).
Στο Mas de las Matas η κυβερνητική επέμβαση οδήγησε σε αποχωρήσεις ενώ η κολεκτίβα εξακολούθησε να λειτουργεί. Στη δημοσιευμένη μεταγραφή πρακτικού της 3ης Σεπτεμβρίου 1937 αναφέρονται περίπου τριακόσιοι αιτούντες αποχώρηση και ρυθμίσεις για την επιστροφή αγροκτημάτων, ζώων και τη διανομή του προϊόντος (Rodrigo Sánchez και Serrano Sanz 2000, ενότητα «Llegan las tropas de Líster», σημ. 213). Μετά τις αποχωρήσεις, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, 577 άνθρωποι συνέχισαν τη συλλογική παραγωγή σε συνεταιριστική μορφή έως την κατάρρευση του μετώπου της Τερουέλ το 1938.
Οι Mujeres Libres [10] συγκροτήθηκαν από γυναίκες που συμμετείχαν στην ισπανική κοινωνική επανάσταση και αμφισβητούσαν την ανδρική κυριαρχία στο εσωτερικό του ίδιου του ελευθεριακού κινήματος. Η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας άφηνε άθικτες μορφές εξάρτησης και αποκλεισμού τις οποίες οι γυναίκες αντιμετώπιζαν στην καθημερινή εργασία και στη συλλογική πολιτική δράση. Γι’ αυτό η Lucía Sánchez Saornil, η Mercedes Comaposada, η Amparo Poch και πολλές άλλες υποστήριξαν την αναγκαιότητα αυτοτελούς γυναικείας οργάνωσης ικανής να καθορίζει τις δικές της προτεραιότητες (Ackelsberg 1985, 1991).

Οι Mujeres Libres έδωσαν περιεχόμενο στην αυτονομία τους μέσα από προγράμματα μόρφωσης και επαγγελματικής προετοιμασίας. Αντιμετώπιζαν τον αναλφαβητισμό, την οικονομική εξάρτηση και τον αποκλεισμό των γυναικών από τις συλλογικές αποφάσεις ως αλληλένδετα προβλήματα. Στη Βαρκελώνη οργανώθηκαν μαθήματα γραφής, γενικής μόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης ενώ η εκπαίδευση συνδέθηκε με τη δυνατότητα των γυναικών να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή και να εξασφαλίζουν εργασία χωρίς την κηδεμονία της οικογένειας ή της συνδικαλιστικής ηγεσίας. Ο όρος capacitación περιλάμβανε, πέρα από τη μόρφωση και την επαγγελματική προετοιμασία, την ανάπτυξη της επίγνωσης των δυνατοτήτων και της αυτοπεποίθησης που επέτρεπε στις γυναίκες να δρουν ως ισότιμα πολιτικά υποκείμενα (Ackelsberg 1991).
Οι Mujeres Libres επιδίωκαν να συνεργάζονται με την CNT, διατηρώντας την αυτοτέλεια της οργάνωσής τους, και συνεργάζονταν πράγματι με άνδρες αναρχικούς, παρότι συναντούσαν αντίσταση μέσα στο ίδιο το κίνημα. Η Μάρθα Άκελσμπεργκ (Martha Ackelsberg), στηριγμένη σε μεταγενέστερη μαρτυρία της Μερσέντες Κομαποσάδα (Mercedes Comaposada), περιγράφει μια συνάντηση του 1937 με την ηγεσία της CNT στην οποία η προσφερόμενη υλική υποστήριξη συνοδευόταν από έναν ουσιώδη όρο. Οι γυναίκες θα αναλάμβαναν εργασίες που θα καθόριζε η συνομοσπονδία παραχωρώντας σε άλλους την εξουσία να ορίζουν τις προτεραιότητές τους. Οι Mujeres Libres αρνήθηκαν αυτόν τον όρο και, το 1938, η προσπάθειά τους να αναγνωριστούν ως αυτόνομος και ισότιμος κλάδος του ελευθεριακού κινήματος απέτυχε. Οι ιστορικές αφηγήσεις διαφέρουν ως προς τη διαδικασία και τις επιμέρους προτάσεις, συμφωνούν όμως για τον αποκλεισμό τους από τη θέση που διεκδικούσαν. Η αντίφαση βρισκόταν ήδη στις οργανωτικές σχέσεις μιας επανάστασης που διακήρυσσε την κατάργηση της κυριαρχίας καθώς το δικαίωμα των ίδιων των γυναικών να ορίζουν το περιεχόμενο της χειραφέτησής τους εξακολουθούσε να αμφισβητείται από καθιερωμένους φορείς του κινήματος (Ackelsberg 1985, 1991).

Οι αντιφάσεις της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας εμφανίστηκαν με διαφορετικό τρόπο στη συμμετοχή στελεχών της CNT σε κυβερνητικές θέσεις και στις συγκρούσεις της Βαρκελώνης τον Μάιο του 1937. Η ηγεσία της CNT συμμετείχε στην αντιφασιστική συμμαχία μέσα σε συνθήκες πραγματικής στρατιωτικής απειλής. Ο στρατός του Φράνκο απειλούσε τη ζωή και τις κοινωνικές κατακτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ενώ η οργάνωση της άμυνας απαιτούσε συντονισμό και εφοδιασμό. Μέσα στο ίδιο το αντιφασιστικό στρατόπεδο, ωστόσο, η σύγκρουση αφορούσε πλέον τον έλεγχο των επικοινωνιών, των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων που λειτουργούσαν υπό εργατική διαχείριση. Στις 3 Μαΐου η προσπάθεια της καταλανικής αστυνομικής διοίκησης να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο της Βαρκελώνης [11] πυροδότησε οδομαχίες. Η κυβερνητική πλευρά επικαλούνταν την ανάγκη ενιαίας διοίκησης και ελέγχου των επικοινωνιών ενώ οι εργαζόμενοι που υπερασπίζονταν το κέντρο αντιμετώπιζαν την επέμβαση ως αφαίρεση μιας επαναστατικής κατάκτησης.

Ο Τζορτζ Όργουελ, που βρισκόταν στη Βαρκελώνη με τις δυνάμεις του POUM, περιγράφει τις οδομαχίες και εξετάζει τις αντιφατικές πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν αργότερα για την επέμβαση στο τηλεφωνικό κέντρο. Σε ορισμένες αφηγήσεις οι εργαζόμενοι της CNT εμφανίζονταν ως επιτιθέμενοι στο κτίριο που ήδη έλεγχαν, ενώ σε άλλες αποδιδόταν στο POUM μια παρουσία μέσα στο κέντρο με ισχυρισμούς που άλλαζαν από δημοσίευμα σε δημοσίευμα (Orwell 1938, κεφ. 10). Η Κεντρική Επιτροπή του POUM, στην ανακοίνωση της 12ης Μαΐου, αντιμετωπίζει την αστυνομική απόπειρα κατάληψης ως μέρος μιας ευρύτερης ανατροπής των εργατικών κατακτήσεων και υποστηρίζει πολιτικά την αντίδραση των εργαζομένων, παρότι αναγνωρίζει ότι η χρονική στιγμή της σύγκρουσης ήταν δυσμενής για μια αποφασιστική αναμέτρηση (POUM 1937). Ο Όργουελ αντιπαραβάλλει τις δημοσιογραφικές αφηγήσεις με όσα αντίκρισε στη Βαρκελώνη ενώ το POUM επιχειρεί να ερμηνεύσει πολιτικά την υποχώρηση της επαναστατικής διαδικασίας (Bolloten 1991).
Η αντιφασιστική συνεργασία ήταν απάντηση σε πραγματική στρατιωτική απειλή αλλά η συγκρότησή της μέσα από κυβερνητικούς θεσμούς διευκόλυνε και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα επαναστατικά όργανα προς το κράτος. Οι συγκρούσεις του Μαΐου, οι μεταγενέστερες διώξεις του POUM και η μετατόπιση του συσχετισμού εξουσίας στο εσωτερικό του αντιφασιστικού μετώπου όξυναν αυτή τη ρήξη. Ο έλεγχος των όπλων και του εφοδιασμού, η διεύθυνση της άμυνας και η δυνατότητα αμφισβήτησης των εντολών αναδείχθηκαν έτσι σε ζητήματα της ίδιας της κοινωνικής επανάστασης.
Τα όρια της συλλογικής απόφασης
Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, στο The Communalist Project, προτείνει συνελεύσεις γειτονιάς και πόλης που αποφασίζουν για τις κοινές υποθέσεις και συνδέονται μεταξύ τους συνομοσπονδιακά, με εντολοδόχους υπό τον έλεγχο των συνελεύσεων από τις οποίες προέρχονται (Bookchin 2002). Το συνομοσπονδιακό σχήμα επιδιώκει τον συντονισμό χωρίς να μεταφέρει την πολιτική εξουσία σε χωριστή διοίκηση. Η λειτουργία του, όμως, προϋποθέτει περισσότερα από την ανακλητότητα. Οι κάτοικοι πρέπει να έχουν χρόνο και πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες, να μπορούν να αντιπαρατεθούν με τους ειδικούς πάνω στα πραγματικά δεδομένα και να καθορίζουν τις προτεραιότητες που τα τεχνικά όργανα καλούνται να υπηρετήσουν. Διαφορετικά, μια συνέλευση μπορεί να διατηρεί τον τίτλο της κυρίαρχης αρχής ενώ οι αποφασιστικές επιλογές έχουν ήδη μεταφερθεί μέσω της τεχνικής εξειδίκευσης και του ελέγχου της εφαρμογής σε ανθρώπους που λογοδοτούν μόνο τυπικά.
Ας υποθέσουμε ότι μια αυτοδιοικούμενη κοινότητα εξαρτά μεγάλο μέρος της εργασίας της από μια βιομηχανική εγκατάσταση κοντά σε ποταμό η λειτουργία της οποίας ενδέχεται να επιβαρύνει το νερό μιας δεύτερης κοινότητας χαμηλότερα στην κοίτη του. Οι κάτοικοι της πρώτης φοβούνται ότι η αναστολή της παραγωγής θα καταστρέψει τα μέσα βιοπορισμού τους. Οι κάτοικοι της δεύτερης αντιτείνουν ότι ακόμη και μια πιθανή υποβάθμιση της ποιότητας του νερού μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες για την ύδρευσή τους ενώ οι τεχνικές εκτιμήσεις διαφέρουν και το κόστος της πρόληψης κατανέμεται άνισα. Η δημοκρατική απόφαση της πρώτης συνέλευσης, όσο ανοιχτή και αν είναι για τα δικά της μέλη, αφήνει εκτός της διαδικασίας τους κατοίκους που θα πιουν το νερό του ποταμού κατάντη. Χρειάζονται κοινή πρόσβαση στις μετρήσεις, ανεξάρτητος έλεγχος της τεχνικής γνώσης, συμμετοχή των θιγόμενων στη λήψη της απόφασης, δυνατότητα προσφυγής και προσωρινά μέτρα προστασίας όσο η διαφωνία εκκρεμεί. Ακόμη και τότε, ωστόσο, θα πρέπει να αποφασιστεί ποιος μπορεί να επιβάλει μια δεσμευτική ρύθμιση όταν η συναίνεση αποτυγχάνει, πώς θα κατανεμηθεί το κόστος της και με ποιον τρόπο θα εμποδιστεί το κοινό όργανο από το να αποκτήσει εξουσία ανεξέλεγκτη από τους ίδιους τους θιγόμενους.
Στο πρόβλημα αυτό η égaliberté [12], η «ισοελευθερία» του Ετιέν Μπαλιμπάρ (Étienne Balibar), προσφέρει μια απαιτητικότερη αφετηρία από την απλή διαπίστωση ότι η πρώτη κοινότητα αποφάσισε κατά πλειοψηφία. Η ελευθερία των συμμετεχόντων αποκτά πολιτικό περιεχόμενο μαζί με την ισότητα εκείνων που θα υποστούν τις συνέπειες της απόφασης, και η συνομοσπονδιακή οργάνωση οφείλει να αντιμετωπίσει αυτόν τον αποκλεισμό αντί να τον μεταφέρει σε υψηλότερο διοικητικό επίπεδο (Balibar 2010α). Εδώ η αλληλεξάρτηση ισότητας και ελευθερίας δοκιμάζεται στην πράξη, αφού οι κάτοικοι της δεύτερης κοινότητας χρειάζονται τη δυνατότητα να παρέμβουν σε μια απόφαση από την οποία εξαρτάται η ύδρευσή τους, μολονότι δεν ανήκουν στη συνέλευση που πρόκειται να την πάρει. Μια άλλη έννοιά του, η civilité, αποκτά το ιδιαίτερο βάρος της όταν η σύγκρουση φτάνει σε μορφές ακραίας βίας που απειλούν να στερήσουν από ανθρώπους τη δυνατότητα να εμφανιστούν, να διαφωνήσουν και να δράσουν ως πολιτικά υποκείμενα. Αναφέρεται, επομένως, στο όριο όπου ο πολιτικός αγώνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξόντωση ή φίμωση του αντιπάλου και δεν ταυτίζεται με τις διαδικασίες διαχείρισης μιας τεχνικής διαφωνίας (Balibar 2010β).
Στην πλατεία της Δημοκρατίας, η αστυνομική επέμβαση ματαίωσε μια συναυλία που είχε οργανωθεί ως δημόσια πράξη αλληλεγγύης. Στις καταλήψεις σχολείων και στις κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν, η νεολαία γνώρισε τον καταναγκασμό προτού η 17η Οκτωβρίου καταγραφεί ως ημέρα γενικευμένων ταραχών. Το κάλεσμα για κοινές απεργίες και συνελεύσεις πρότεινε έναν τρόπο να συναντηθούν διαφορετικοί κοινωνικοί αγώνες (Coordination Gilets jaunes 2026). Η δημιουργία θεσμών ικανών να αναλάβουν τη διεύθυνση της κοινής ζωής παρέμενε πολιτικό ζητούμενο. Εκείνο που καταστάλθηκε στον δρόμο ήταν μια υπαρκτή δυνατότητα συλλογικής σύγκρουσης. Το αν αυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σταθερή, αυτοδιευθυνόμενη συλλογική ισχύ παρέμενε ανοιχτό πολιτικό ζήτημα.

Από την εξέγερση των υποδουλωμένων στην Αϊτή έως τα ουγγρικά εργατικά συμβούλια και τις ισπανικές κολεκτίβες, οι άνθρωποι που αμφισβήτησαν την εξουσία των άλλων πάνω στη ζωή τους χρειάστηκε να οργανώσουν δυνάμεις, να πάρουν αποφάσεις και κάποτε να ασκήσουν καταναγκασμό, συναντώντας έτσι το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν οι ίδιοι σχέσεις κυριαρχίας. Το ιστορικό δίκαιο της αντίστασής τους, η κρίση για τις πράξεις που διέπραξαν και η ελευθερία των κοινωνικών σχέσεων που επιχείρησαν να συγκροτήσουν παραμένουν κρίσεις διακριτές, μολονότι γεννήθηκαν μέσα στην ίδια σύγκρουση. Καθώς η συλλογική δύναμη αποκτά διάρκεια και δεσμευτική ισχύ, το ερώτημα αφορά ολοένα περισσότερο εκείνους που έμειναν έξω από την απόφαση. Αφορά το αν έχουν πρόσβαση στους λόγους και στα μέσα επιβολής της, αν μπορούν να τη σταματήσουν όταν τους βλάπτει και αν διαθέτουν τη δυνατότητα να αμφισβητούν την εξουσία ακόμη κι όταν αυτή ασκείται στο όνομα της χειραφέτησης.
Βιβλιογραφία
Ackelsberg, Martha A. 1991. Free Women of Spain: Anarchism and the Struggle for the Emancipation of Women. Bloomington: Indiana University Press.
(Άκελσμπεργκ, Μάρθα. 2018. Mujeres Libres: Οι ελεύθερες γυναίκες στην Ισπανία. Αναρχισμός και αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση. Μτφρ. Κατερίνα Σοφιανού, Σέφης Κάτοικος και Αλεξάνδρα Παλαιολόγου. Θεσσαλονίκη: Ναυτίλος.)
Amnesty International France. 2026. «Mouvement lycéen: des mineurs face à la répression des forces de l’ordre». 2 Οκτωβρίου, ενημ. 6 Οκτωβρίου. https://www.amnesty.fr/actualites/france-mouvement-lyceens-blocus-lycees-point-sur-la-situation/.
Balibar, Étienne. 1989. «La proposition de l’égaliberté». Les Conférences du Perroquet, αρ. 22 (Νοέμβριος).
(Μπαλιμπάρ, Ετιέν. 1993. «Η πρόταση της ισοελευθερίας». Μτφρ. Βίκυ Παπαοικονόμου και Δημήτρης Δημούλης. Θέσεις 42: 81–111. https://www.theseis.com/index.php?Itemid=113&catid=74&id=402:category-402&option=com_content&view=article.)
Balibar, Étienne. 2010α. La proposition de l’égaliberté: Essais politiques 1989–2009. Paris: Presses universitaires de France.
Balibar, Étienne. 2010β. Violence et civilité: Wellek Library Lectures et autres essais de philosophie politique. Paris: Galilée.
Benjamin, Walter. 1921. «Zur Kritik der Gewalt». Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik 47: 809–832.
(Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 2023. Για μια κριτική της βίας / Για την έννοια της Ιστορίας. Μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος. Αθήνα: Έρμα. Ο τόμος περιλαμβάνει το συγκεκριμένο δοκίμιο.)
Blanchard, Emmanuel. 2011. «Le 17 octobre 1961 à Paris: une démonstration algérienne, un massacre colonial». Musée national de l’histoire de l’immigration. https://www.histoire-immigration.fr/en/node/3356.
Bolloten, Burnett. 1991. The Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution. Chapel Hill: University of North Carolina Press.
Bookchin, Murray. 2002. «The Communalist Project». https://murraybookchin.org/essays/the-communalist-project/.
(Μπούκτσιν, Μάρεϊ. 2006. Το πρόταγμα του κομμουναλισμού. Μτφρ. Αλέξανδρος Γκεζερλής. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.)
Butler, Judith. 2020. The Force of Nonviolence: An Ethico-Political Bind. London: Verso.
(Μπάτλερ, Τζούντιθ. 2022. Η δύναμη της μη βίας: Ένας ηθικοπολιτικός δεσμός. Μτφρ. Γιώργος Καράμπελας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.)
Camus, Albert. 1951. L’Homme révolté. Paris: Gallimard.
(Καμύ, Αλμπέρ. 2013. Ο επαναστατημένος άνθρωπος. Μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin. Αθήνα: Πατάκης.)
Camus, Albert. 1956. Appel d’Albert Camus: pour une trêve civile en Algérie. Alger: χ.ε. Πρωτότυπο έντυπο της έκκλησης της 22ας Ιανουαρίου, καταλογογράφηση Bibliothèque nationale de France. https://catalogue.bnf.fr/ark:/12148/cb37178162q.
Castoriadis, Cornelius. 1977. «La source hongroise». Libre 1. Προγενέστερη αγγλική δημοσίευση: «The Hungarian Source», Telos 29 (1976).
(Καστοριάδης, Κορνήλιος. 1979. Ουγγρική επανάσταση 1956: Δημιουργική πηγή της σύγχρονης ιστορίας. Μτφρ. Μανόλης Λαμπρίδης. Αθήνα: Ύψιλον.)
Charb. 2015. Lettre aux escrocs de l’islamophobie qui font le jeu des racistes. Paris: Les Échappés. https://bbf.enssib.fr/consulter/bbf-2015-06-0176-009.
Charlie Hebdo. 2026. Charlie Hebdo, αρ. 1787, 21 Οκτωβρίου. Εξώφυλλο: «Passage à l’heure d’hiver». https://charliehebdo.prod.milibris.com/charlie-hebdo/charlie-hebdo/n1787-2026.
Constitution de Saint-Domingue. 1801. «Constitution de 1801». Άρθρα 3, 14–16. Ψηφιακή αναπαραγωγή, Digithèque de matériaux juridiques et politiques, Université de Perpignan. https://mjp.univ-perp.fr/constit/ht1801.htm.
Coordination Gilets jaunes. 2026. «17 octobre: Jaunes et jeunes, nos luttes se rencontrent!». https://www.17octobregiletjaune.net/appel/.
Dorlin, Elsa. 2017. Se défendre: Une philosophie de la violence. Paris: Zones / La Découverte.
(Ντορλέν, Έλσα. 2024. Αυτοάμυνα: Μια φιλοσοφία της βίας. Μτφρ. Μαρία Κακογιάννη. Αθήνα: Πότλατς.)
Fanon, Frantz. 1961. Les Damnés de la terre. Paris: François Maspero.
(Φανόν, Φραντς. 2025. Της γης οι κολασμένοι. Μτφρ. Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη. Αθήνα: Κουκκίδα. Επανέκδοση μετάφρασης που είχε κυκλοφορήσει από τον Κάλβο.)
Fondation pour la mémoire de l’esclavage. χ.χ. «Décret du 20 mai 1802, le rétablissement de l’esclavage par Napoléon Bonaparte». Πρωτογενές νομοθετικό κείμενο με ιστορικό σχολιασμό. https://memoire-esclavage.org/decret-du-20-mai-1802-le-retablissement-de-lesclavage-par-napoleon-bonaparte.
Galtung, Johan. 1969. «Violence, Peace, and Peace Research». Journal of Peace Research 6 (3): 167–191. https://doi.org/10.1177/002234336900600301.
Girard, Philippe R. 2005. «Caribbean Genocide: Racial War in Haiti, 1802–4». Patterns of Prejudice 39 (2): 138–161. https://doi.org/10.1080/00313220500106196.
Gouvernement français. 2025. «10 ans des attentats contre Charlie Hebdo». 7 Ιανουαρίου. https://www.info.gouv.fr/actualite/10-ans-des-attentats-contre-charlie-hebdo.
Heer, Jeet. 2016. «Charlie Hebdo Continues to Satirize Racism with Racist Images». The New Republic, 13 Ιανουαρίου. https://ws.newrepublic.com/article/127583/charlie-hebdo-continues-satirize-racism-racist-images.
Intersyndicale de l’éducation. 2020. «Après l’attentat de Conflans-Sainte-Honorine: rassemblements dimanche 18 octobre». 17 Οκτωβρίου. Κοινό κάλεσμα FSU, UNSA Éducation, FNEC-FP-FO, SNALC, Sgen-CFDT και CGT Éduc’action. https://limoges.snes.edu/Apres-l-attentat-de-Conflans-Sainte-Honorine-Rassemblements-dimanche-18-octobre.html.
James, C. L. R. 1938. The Black Jacobins: Toussaint L’Ouverture and the San Domingo Revolution. London: Secker & Warburg.
Kropotkin, Peter. 1892. La Conquête du pain. Paris: Tresse & Stock. Κεφάλαια «Les voies et moyens» και «Les besoins de luxe». Πρωτότυπο γαλλικό κείμενο: https://fr.wikisource.org/wiki/La_Conqu%C3%AAte_du_pain/Texte_entier.
(Κροπότκιν, Πιοτρ. 2008. Η κατάκτηση του ψωμιού. Μτφρ. Άντα Γαρμπή. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.)
LDH (Ligue des droits de l’Homme). 2025. «Une caricature qui n’illustre que des préjugés coloniaux». 28 Δεκεμβρίου. https://www.ldh-france.org/une-caricature-qui-nillustre-que-des-prejuges-coloniaux/.
Le Monde. 1956. «M. Albert Camus lance un appel pour une trêve en Algérie». 24 Ιανουαρίου. https://www.lemonde.fr/archives/article/1956/01/24/m-albert-camus-lance-un-appel-pour-une-treve-en-algerie_2240583_1819218.html.
Le Monde. 2025. «Riss, dix années pour garder “Charlie” en vie». 7 Ιανουαρίου. https://www.lemonde.fr/actualite-medias/article/2025/01/07/riss-dix-annees-pour-garder-charlie-en-vie_6485374_3236.html.
Le Monde. 2026. «En direct, manifestations du 17 octobre». Ζωντανή κάλυψη της 17ης Οκτωβρίου. https://www.lemonde.fr/societe/live/2026/10/17/en-direct-manifestations-du-17-octobre-le-gouvernement-annonce-550-000-manifestants-les-organisateurs-800-000-environ-400-interpellations-des-violences-urbaines-d-une-gravite-inouie-se-sont-deroulees-et-se-deroulent-encore_6795855_3224.html.
Leloup, Damien. 2026. «Mobilisation du 17 octobre: sur les réseaux sociaux, des images de violences particulièrement virales». Le Monde, 19 Οκτωβρίου. https://www.lemonde.fr/politique/article/2026/10/19/mobilisation-du-17-octobre-sur-les-reseaux-sociaux-des-images-de-violences-particulierement-virales_6797548_823448.html.
Lesprit, Bruno. 2026. «L’Orchestre du Nouveau Monde, un ensemble militant devenu célèbre après la mobilisation du 17 octobre». Le Monde, 20 Οκτωβρίου. https://www.lemonde.fr/culture/article/2026/10/20/l-orchestre-du-nouveau-monde-un-ensemble-militant-devenu-celebre-apres-la-mobilisation-du-17-octobre_6797854_3246.html.
Leval, Gaston. 1975. Collectives in the Spanish Revolution. London: Freedom Press. https://libcom.org/article/collectives-spanish-revolution-gaston-leval.
Malatesta, Errico. 1894. «Anarchy and Violence». Liberty (London) 1, αρ. 9–10 (Σεπτέμβριος–Οκτώβριος). Χρησιμοποιήθηκε η αγγλική μετάφραση του Paul Sharkey, στο The Method of Freedom: An Errico Malatesta Reader, επιμ. Davide Turcato. https://en.theanarchistlibrary.org/library/errico-malatesta-anarchy-and-violence.
Malatesta, Errico. 1911. «Capitalistes et voleurs: À propos des tragédies de Houndsditch et Sidney Street». Les Temps Nouveaux, 18 Φεβρουαρίου. Από τη νεότερη αγγλική έκδοση «Capitalists and Thieves», στο The Method of Freedom: An Errico Malatesta Reader, επιμ. Davide Turcato. https://theanarchistlibrary.org/library/errico-malatesta-capitalists-and-thieves.
Malatesta, Errico. 1920. «Expropriation» [συλλογή αποσπασμάτων κειμένων του 1920]. Στο Life and Ideas: The Anarchist Writings of Errico Malatesta, επιμ. Vernon Richards. https://www.marxists.org/archive/malatesta/1920/expropriation.html.
Malatesta, Errico. 1924. «Anarchia e violenza». Pensiero e Volontà, 1 Σεπτεμβρίου. Διαθέσιμη αγγλική μετάφραση στο The Anarchist Revolution: Polemical Articles 1924–1931, επιμ. Vernon Richards. https://www.theanarchistlibrary.org/library/errico-malatesta-anarchy-and-violence-1924.
(Μαλατέστα, Ερρίκο. 2004. «Αναρχία και βία» [ομώνυμο κείμενο]. Στο Περί αναρχισμού και βίας, επιμ. Παναγιώτης Καλαμαράς. Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα.)
Martelet, Céline, και Pauline Migevant. 2026. «À Mulhouse, une jeune de 17 ans perd la vision d’un œil après un tir de grenade lacrymogène, l’IGPN saisie». Politis, 18 Οκτωβρίου. https://www.politis.fr/articles/2026/10/info-politis-a-mulhouse-une-jeune-de-17-ans-perd-la-vision-dun-oeil-apres-une-charge-policiere-ligpn-saisie/.
Mauvy, Antoine. 2026. «Rumeur d’octogénaires dépouillés le 17 octobre: les images qui circulent ont été générées par IA». Les Surligneurs, 20 Οκτωβρίου. https://lessurligneurs.eu/rumeur-doctogenaires-depouilles-le-17-octobre-les-images-qui-circulent-ont-ete-generees-par-ia/.
Ministère de l’Éducation nationale. 2026. «Hommage aux professeurs Samuel Paty et Dominique Bernard». 13 Οκτωβρίου. https://www.education.gouv.fr/hommage-aux-professeurs-samuel-paty-et-dominique-bernard-462285.
Nagy-budapesti Központi Munkástanács. 1956. «A Nagy-budapesti Központi Munkástanács határozata». 14 Νοεμβρίου. Πρωτογενές ψήφισμα, ψηφιακή έκδοση Magyar Elektronikus Könyvtár. https://mek.oszk.hu/01900/01937/html/szerviz/dokument/kmt1114s.htm.
Neffati, Imen. 2021. «Anti-sociologisme, Zionism, and Islamophobia in Philippe Val’s Charlie Hebdo». French Cultural Studies 32 (3). https://doi.org/10.1177/09571558211027041.
Nilsson-Julien, Estelle. 2026. «Attacked owner of looted Paris shop: “10 years of work destroyed, I have not slept in three days”». Euronews, 21 Οκτωβρίου. https://www.euronews.com/2026/10/21/attacked-owner-of-looted-paris-shop-10-years-of-work-destroyed-i-have-not-slept-in-three-d.
Orchestre du Nouveau Monde. 2026. «Communiqué de l’Orchestre du Nouveau Monde». 19 Οκτωβρίου. Αναδημοσίευση: https://www.palestine-solidarite.fr/2026/10/19/communique-de-lorchestre-du-nouveau-monde/.
Orwell, George. 1938. Homage to Catalonia. London: Secker & Warburg. Κεφ. 10. https://www.marxists.org/archive/orwell/1938/homage-catalonia.htm.
(Όργουελ, Τζορτζ. 2021. Φόρος τιμής στην Καταλονία. Μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς. Αθήνα: Μίνωας.)
Osterweil, Vicky. 2020. In Defense of Looting: A Riotous History of Uncivil Action. New York: Bold Type Books. Συμπληρωματική πρωτογενής συνέντευξη στον Shane Burley, Protean, 29 Οκτωβρίου 2020. https://proteanmag.com/2020/10/29/in-defense-of-looting-an-interview-with-vicky-osterweil/.
Partido Obrero de Unificación Marxista (POUM). 1937. «The May Days in Barcelona». Ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής, 12 Μαΐου. Αγγλική αναπαραγωγή, αναθεωρημένη μετάφραση John Sullivan. https://www.marxists.org/archive/nin/1937/05/maydays.htm.
Prigent, Juliette, και Liselotte Mas. 2026. «Blocage de lycée à Lens: ce que l’on sait de l’adolescent qui a eu la main arrachée par une grenade». Le Monde, 5 Οκτωβρίου. https://www.lemonde.fr/societe/video/2026/10/05/blocage-de-lycee-a-lens-ce-que-l-on-sait-du-jeune-homme-qui-a-eu-la-main-arrachee-par-une-grenade_6788576_3224.html.
Reuters. 2026. «Mass Protests in France Spiral into Worst Riots in Years». 17 Οκτωβρίου. https://www.reuters.com/world/students-trade-unions-yellow-vests-set-protest-across-france-2026-10-17/.
Ripert, Lilian. 2026. «Marseille: “Je vois ma France qui fait la révolution”». Bondy Blog, 17 Οκτωβρίου. https://www.bondyblog.fr/reportages/marseille-je-vois-ma-france-qui-fait-la-revolution/.
Rocheteau, Laurene. 2026. «17 octobre: une adolescente éborgnée en marge des manifestations à Mulhouse, l’IGPN saisie». TF1 Info, 18 Οκτωβρίου. https://www.tf1info.fr/justice-faits-divers/17-octobre-une-adolescente-eborgnee-en-marge-des-manifestations-a-mulhouse-l-igpn-saisie-2470629.html.
Rodrigo Sánchez, Javier, και Antonio Serrano Sanz. 2000. «El anarquismo en Mas de las Matas: 1933–1939». Mas de las Matas 19. https://www.cazarabet.com/idea/anarquistas/rodrigoserrano.htm.
Safi, Michael. 2016. «Charlie Hebdo Criticised for Linking All Muslims to Brussels Bombings». The Guardian, 4 Απριλίου. https://www.theguardian.com/global/2016/apr/04/charlie-hebdo-criticised-linking-all-muslims-brussels-bombings.
Souchy, Augustin. 1937. Entre los campesinos de Aragón: El comunismo libertario en las comarcas liberadas. Valencia: Comisión de Propaganda y Prensa del Comité Nacional de la CNT.
Ville de Limoges. 2026. «Rassemblement et marche symbolique des élus et citoyens jusqu’à l’Hôtel de ville». 18 Οκτωβρίου. https://www.limoges.fr/actualites/rassemblement-et-marche-symbolique-des-elus-et-citoyens-jusqua-lhotel-de-ville.
[1] Η Ορχήστρα του Νέου Κόσμου (Orchestre du Nouveau Monde) συγκροτήθηκε ως μουσικό εγχείρημα με κοινωνική και πολιτική τοποθέτηση. Συνδυάζει επαγγελματίες και ερασιτέχνες μουσικούς και συμμετέχει σε δημόσιες κινητοποιήσεις (Lesprit 2026).
[2] Inspection générale de la Police nationale (Γενική Επιθεώρηση της Εθνικής Αστυνομίας). Διενεργεί διοικητικούς και δικαστικούς ελέγχους, μεταξύ άλλων για καταγγελίες εις βάρος αστυνομικών.
[3] Γαλλική σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα με ισχυρή αντικληρικαλική παράδοση. Στον δημόσιο διάλογο για τις γελοιογραφίες της, η επίκληση της laïcité (της γαλλικής αρχής της κοσμικότητας και της κρατικής ουδετερότητας απέναντι στα θρησκεύματα) συνδέεται συχνά με αντιπαραθέσεις για τη θρησκεία, τον ρατσισμό και την ελευθερία έκφρασης. Η ιστορία αυτών των αντιπαραθέσεων εξετάζεται στο κείμενο.
[4] Τη δολοφονία του Samuel Paty καταδίκασαν επίσης συνδικαλιστικές οργανώσεις του εκπαιδευτικού χώρου, ανάμεσά τους η CGT Éduc’action, οι οποίες κάλεσαν σε συγκεντρώσεις υπέρ της ελευθερίας έκφρασης. Η CGT Éduc’action είναι η οργάνωση της συνομοσπονδίας CGT στον χώρο της εκπαίδευσης (Intersyndicale de l’éducation 2020).
[5] Η απομάκρυνση του σκιτσογράφου Siné το 2008 αποτελεί χαρακτηριστικό επεισόδιο των εσωτερικών διαμαχών της Charlie Hebdo κατά την περίοδο Val. Η σημασία της εδώ είναι η ύπαρξη πολιτικών ρήξεων πριν από τις δολοφονίες του 2015 (Neffati 2021).
[6] Τον Ιανουάριο του 2016, ο Riss παρουσίασε τον μικρό Αϊλάν Κούρντι, που είχε πνιγεί διαφεύγοντας από τον πόλεμο στη Συρία, ως ενδεχόμενο μελλοντικό δράστη σεξουαλικής παρενόχλησης στη Γερμανία. Οι υπερασπιστές του σκίτσου το ερμήνευσαν ως σάτιρα του ρατσιστικού βλέμματος προς τους πρόσφυγες. Η εικόνα αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της αναπαραγωγής του ίδιου στερεοτύπου (Heer 2016). Τον Δεκέμβριο του 2025, ο Riss χρησιμοποίησε αποικιακή εικονογραφία σεξουαλικοποιημένης μαύρης γυναίκας σε γελοιογραφία της αντιρατσίστριας δημοσιογράφου Rokhaya Diallo. Η Ligue des droits de l’Homme την κατήγγειλε ως ρατσιστική και σεξιστική, σημειώνοντας ότι δεν απαντούσε σε πολιτική θέση της Diallo (LDH 2025).
[7] Το άρθρο 14 απαιτούσε αδιάκοπη καλλιέργεια, το άρθρο 15 περιέγραφε τη φυτεία ως οικογένεια με «πατέρα» τον γαιοκτήμονα και το άρθρο 16 συνέδεε την αλλαγή κατοικίας των καλλιεργητών με τον κίνδυνο διακοπής της παραγωγής, δίνοντας στον κυβερνήτη εξουσία έκδοσης αστυνομικών κανονισμών (Constitution de Saint-Domingue 1801, άρθρα 14–16).
[8] Το κείμενο του 1894 και το μεταγενέστερο «Anarchia e violenza» του 1924 αποτελούν δύο διακριτά έργα του Malatesta που συζητούν διαφορετικές όψεις της νομιμοποίησης και των ορίων της επαναστατικής βίας (Malatesta 1894, 1924).
[9]Ο Ίμρε Νάγκι ήταν κομμουνιστής πολιτικός που ανέλαβε την πρωθυπουργία κατά την ουγγρική εξέγερση του 1956 και συνδέθηκε με την απόπειρα αποδέσμευσης από τη σοβιετική επιβολή. Η μνεία του στο ψήφισμα καταγράφει συγκεκριμένη πολιτική θέση των συμβουλίων μέσα σε ένα κίνημα που περιλάμβανε διαφορετικές επιδιώξεις.
[10] Η ονομασία σημαίνει Ελεύθερες Γυναίκες.
[11] Η Telefónica ήταν κρίσιμη εγκατάσταση για τις επικοινωνίες της πόλης. Ο έλεγχός της είχε άμεση σημασία για την πρόσβαση σε πληροφορίες και για την κατανομή εξουσίας ανάμεσα σε εργατικά όργανα και κρατικές αρχές. Το επεισόδιο συνδέθηκε με τις λεγόμενες Ημέρες του Μαΐου 1937.
[12] Ο όρος égaliberté του Étienne Balibar συνδυάζει τις γαλλικές λέξεις égalité (ισότητα) και liberté (ελευθερία). Η σημασία του δεν εξαντλείται σε έναν γλωσσικό νεολογισμό, καθώς εκφράζει την αμοιβαία εξάρτηση των δύο πολιτικών αξιώσεων (Balibar 2010α).