Ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Για την αλληλεγγύη και τον αντιιμπεριαλισμό με αφορμή μία επιστολή

0

Κείμενο για το Αυτολεξεί: Ερβίν Σέχου (ακτιβιστής, υποψήφιος διδάκτορας στο τµήµα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστηµίου Αιγαίου. Συγγραφέας του βιβλίου Οι απρόσκλητοι φιλοξενούμενοι: Αυτοεθνογραφικές – ιστορικές σημειώσεις για τα τριάντα χρόνια της Αλβανικής μετανάστευσης στην Ελλάδα, εκδόσεις Ισνάφι, 2021)

Πρέπει να ήταν το 1989, όταν μια μέρα, αργά το απόγευμα, ήρθαν στο σπίτι άνδρες της κρατικής ασφάλειας, του sigurimi, όπως λεγόταν στα αλβανικά, και ζήτησαν τον πατέρα μου. Ο ίδιος έλειπε εκείνη τη στιγμή. Η μητέρα μου δούλευε απογευματινή βάρδια. Εγώ και ο μικρός αδελφός μου ήμασταν στο σπίτι. Από τη στιγμή που απομακρύνθηκαν –και για κάποιο διάστημα– δεν τον ξαναείδα. Εκείνο το απόγευμα ήταν σαν να τον κατάπιε η γη. Εμφανίστηκε μετά από λίγο καιρό, αδυνατισμένος, με ταλαιπωρημένο πρόσωπο, με τα νεύρα του μετώπου τεντωμένα και να πετάνε συνεχώς με σφυγμό. Δεν μιλούσε καθόλου. Έμαθα ότι για πολλές μέρες, αφού τον συλλάβανε εκείνο το απόγευμα, είχε περάσει από βασανιστήρια. Τον ένιωθα τελείως ξένο. Ήξερα ότι «μιλούσε πολύ», και σε κάθε στιγμή θα σχολίαζε με σαρκασμό ή αγανάκτηση το σύστημα, το καθεστώς ή τα πολιτικά του πρόσωπα. Κάποια στιγμή όλα μαθεύτηκαν και ήταν θέμα χρόνου να τον μπουντρώσουν.

Σε ένα σταλινικό καθεστώς, όπως ήταν η Αλβανία, η εσωτερική καταπίεση, οι βασανισμοί, οι εκτελέσεις, οι εγκλεισμοί, η καταναγκαστική εργασία πολιτικών και μη κρατουμένων και οι εξορίες ήταν από τις απάνθρωπες πολιτικές που ασκούσε το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας σε καθέναν και καθεμιά που δεν ευθυγραμμίζοταν με τη γραμμή του, και προπάντων σε αυτούς που αναζητούσαν αλλαγή του καθεστώτος. Πολλοί ήταν εκείνοι που διαφωνούσαν ασκώντας κριτική, είτε «από τα δεξιά», είτε «από τα αριστερά». Συνολικά, εκδιώχθηκαν περίπου 35.000 πολιτικοί κρατούμενοι και 6.000 εκτελέστηκαν, ενώ 59.000 εκτοπίστηκαν (internim).  

Σε μια τέτοια συνθήκη, δεν έλλειπαν φωνές, ψιθυριστά βέβαια, του τύπου: «Να μπουν οι Αμερικάνοι να τους καταστρέψουν! Να ρίξουν βόμβες στην ηγεσία αλλιώς δεν αλλάζει το σύστημα!» Για να καταλάβουμε πώς μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει σε αυτό το σημείο, να αναζητά και να επιθυμεί την καταστροφή του κράτους από μία ξένη δύναμη, θα πρέπει να μπούμε στο πετσί του, ώστε να κατανοήσουμε το εύρος των βασάνων, την αγανάκτηση που του έχει προκαλέσει η πολιτική του κράτους στο οποίο ζει. Προσωπικά, δεν θα ήξερα τι θα έκανα σε μια τέτοια συνθήκη. Από τη μία πλευρά ήταν η επιρροή που ασκούσε ο πατέρας μου, για να καταδικάζω το καθεστώς, και από την άλλη, το Κόμμα και το κράτος που με είχαν προετοιμάσει για την υπεράσπιση της πατρίδας με νύχια και με δόντια.

Τι θα έκανα; Να υπερασπιστώ τη χώρα μου; Το έθνος που ταυτίζεται με το Κόμμα και τις πρακτικές του; Την ίδια την ιστορία του; Να αδιαφορήσω; Να επικροτήσω την εισβολή; Τότε ίσως θα μπορούσα να φάω το παραμύθι ότι θα μας ελευθερώσουν, ενώ σήμερα, με τις αντιλήψεις και την κοσμοθεωρία που έχω διαμορφώσει, εννοείται ότι θα έλεγα πως επιτίθενται «με πρόσχημα την ελευθερία και τα δικαιώματα», για να καταστρέψουν μία χώρα για τις δικές τους ιμπεριαλιστικές βλέψεις και συμφέροντα. Ίσως να υπήρχε και μια άλλη οπτική: το να πάρεις τα όπλα και να αντιμετωπίσεις τον εισβολέα και μέσα σε αυτές τις συνθήκες να στρέψεις το όπλο στην εσωτερική εξουσία που σε καταπιέζει. Αυτό όμως θα απαιτούσε ένα περαιτέρω βήμα διαμόρφωσης μίας ταξικής συνείδησης.

Όπως πολλοί άλλοι νεαροί, επιθυμούσα την αλλαγή.

Και η Δύση εμφανιζόταν τότε ως η μόνη προοπτική. Είχαμε ακούσει βέβαια για αναρχισμό, τροτσκισμό, αλλά οι περαιτέρω πληροφορίες έλειπαν ή ήταν απαγορευμένες. Μας έλειπαν στην πραγματικότητα οπτικές που ασκούσαν πολιτική κριτική σε αυτά τα καθεστώτα, ώστε να αποκτήσουμε και μια αντίληψη για το τι ζωή θέλουμε για το μέλλον μας. Η μόνη προοπτική παρέμενε η Δύση, και ο δικός της πολιτισμός. Σήμερα, η κριτική μου στη Δύση, στον καπιταλισμό, στις δυτικές χώρες που έχουν διαχρονικά επωφεληθεί από το καθεστώς της αποικιοκρατίας και από την εκμετάλλευση των λαών στη Λατινική Αμερική, Μέση Ανατολή, Ασία και Αφρική, είναι κάτι που δεν μπορεί να με κάνει να ξεχάσω το γεγονός ότι κάποτε επιθυμούσα να απαλλαγώ από το σύστημα και το καθεστώς στο οποίο ζούσα. Αποκορύφωση αυτού ήταν η συμμετοχή μου στην πρώτη πορεία υπέρ των ΗΠΑ, με αφορμή την επίσκεψη που θα έκανε ο τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ James Baker τον Ιούνιο το 1991.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, καθώς αυτές τις μέρες διάβασα τέσσερα κείμενα που με έκαναν να προβληματιστώ γύρω από ένα βασικό ζήτημα: πώς βλέπουν οι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από καθεστώτα που τους καταπιέζουν και τους βασανίζουν, τις άλλες εξωτερικές δυνάμεις οι οποίες, με την πρώτη ευκαιρία, επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στις χώρες όπου οι ίδιοι ζουν. Το πρώτο είναι η ανοικτή επιστολή που εστάλη προς τους Ιρανούς πολιτικούς κρατούμενους, δημοσιευμένη πρόσφατα στο Guardian με τίτλο «Στους πολιτικούς κρατούμενους του Ιράν, παγιδευμένους “ανάμεσα σε δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού”» και υπογράφεται κυρίως από αριστερούς διανοούμενους, ακτιβιστές και νυν ή πρώην πολιτικούς κρατούμενους, επιστολή που έχει εγείρει συζητήσεις για τον ιμπεριαλισμό, τη διεθνή αλληλεγγύη, την κυριαρχία, τα γεωπολιτικά ζητήματα, τις ταξικές συγκρούσεις, όπως και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Ας ξεκινήσουμε με τη θέση που υπερασπίζεται η επιστολή. Βασικά, αναγνωρίζει τη διπλή καταπίεση και τη βία που βιώνουν οι πολιτικοί κρατούμενοι, βρισκόμενοι ανάμεσα σε “δύο λεπίδες του ψαλιδιού”. Από τη μία βρίσκεται η λεπίδα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η οποία, ενώ επικαλείται τον αντιιμπεριαλισμό, χρησιμοποιεί πρακτικές βασανισμού και βίας εναντίον του λαού. Από την άλλη βρίσκεται η λεπίδα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ως ιμπεριαλιστικών και σιωνιστικών δυνάμεων που σπέρνουν τον θάνατο, ρίχνοντας βόμβες στο όνομα της ελευθερίας. Προφανώς, μέσα από το πνεύμα που χαρακτηρίζει την επιστολή, αναδεικνύονται η αλληλεγγύη και ο αγώνας που πρέπει να λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα και στα δύο μέτωπα: ενάντια στις επεμβάσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ και, παράλληλα, ενάντια στη βία και τα βασανιστήρια του ιρανικού καθεστώτος.

Μετά τη δημοσίευση της επιστολής, αναδείχθηκαν, σε αντίθετη κατεύθυνση, άλλοι προβληματισμοί και προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα, η Caitlin Johnstone, στο άρθρο “It’s obnoxious for westerners to criticize the targets of the western empire”, αναφερόμενη στην έννοια της Δυτικής Αυτοκρατορίας, θεωρεί ότι, αν είναι να ασκηθεί κριτική από τους ίδιους τους ανθρώπους που βρίσκονται στην καρδιά αυτής της αυτοκρατορίας, η κριτική αυτή πρέπει να στρέφεται πρωτίστως στις χώρες που ανήκουν σε αυτή την αυτοκρατορία, οι οποίες δεν είναι το Ιράν, η Κίνα, η Ρωσία, η Κούβα ή η Βόρεια Κορέα. Υπό αυτό το πρίσμα, μια κριτική προς τις χώρες αυτές ενδεχομένως να ενισχύσει και να αναπαράγει έναν λόγο που, με πρόσχημα βέβαια την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, μπορεί στη συνέχεια να αξιοποιηθεί από την αυτοκρατορία εναντίον τους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το Ιράν, υπάρχει η αντίληψη ότι δεν μπορούμε να βάλουμε στην ίδια ζυγαριά τις παραβιάσεις δικαιωμάτων προς τους πολίτες του, με τη βία και τις επεμβάσεις της Δυτικής Αυτοκρατορίας, και ότι αυτές οι παραβιάσεις, ο αυταρχισμός, η καταστολή και η βία του καθεστώτος του Ιράν θα πρέπει να κατανοηθούν σε συνάρτηση με την πίεση και τις επιθέσεις που δέχεται η χώρα, συγκεκριμένα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Επομένως, η προσέγγιση των δύο λεπίδων, κατά την ίδια, δημιουργεί σύγχυση και μια ψευδή συμμετρία. Υπό αυτή την οπτική επιτίθεται στις αναρχικές και τροτσκιστικές θέσεις, που τάσσονται ταυτόχρονα ενάντια στη βία που ασκούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και στην καταστολή και τη βία που ασκεί το ιρανικό κράτος. Για την ίδια είναι ξεκάθαρο ότι αν μια κυβέρνηση αυτής της αυτοκρατορίας επιτίθεται στο Ιράν, η μόνη φωνή καταγγελίας και κριτικής θα πρέπει, από τους πολίτες αυτής της κυβέρνησης, να κατευθύνεται προς την ίδια αυτή κυβέρνηση.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Βιτζάι Πρασάντ. Στο κείμενό του με τίτλο “Όχι στις ίσες αποστάσεις για το Ιράν” εμφανίζεται προβληματισμένος για την επίδραση της επιστολής, ακριβώς τη στιγμή που το Ιράν βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη στρατηγική θέση και πολιτική συγκυρία, κατά την οποία έχει καταφέρει να αντιστρέψει τη δυσμενή του θέση: από θέση άμυνας, σε θέση όπου έχει το πάνω χέρι να διαπραγματευτεί, με αφορμή τα πυρηνικά όπλα και τη διέλευση εμπορικών πλοίων από τα δικά του χωρικά ύδατα. Επιπλέον, δεν συμμερίζεται τη μεταφορική έννοια των λεπίδων του ψαλιδιού, καθώς θεωρεί όχι μόνο ότι οι δύο λεπίδες είναι άνισες, αλλά και ότι, στην προκειμένη, η Ισλαμική Δημοκρατία από τη μία και οι ΗΠΑ μαζί με το Ισραήλ από την άλλη παρουσιάζονται ως δύο πηγές του κακού. Εξετάζοντας τις δύο λεπίδες από μια ιστορική σκοπιά, γίνεται κατανοητή η ασυμμετρία, δεδομένου του ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν στρατιωτική παρουσία σε όλο τον κόσμο, επιβάλλουν κυρώσεις, στηρίζουν στρατιωτικά το Ισραήλ και έχουν επέμβει επανειλημμένα σε άλλες χώρες. Το Ιράν, αντίθετα, παρά τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος του, δεν έχει διεξαγάγει κατακτητικούς πολέμους και τις τελευταίες δεκαετίες έχει κυρίως βρεθεί αντιμέτωπο με πόλεμο, κυρώσεις, επιθέσεις και εξωτερικές πιέσεις.

Δεύτερον, κρατά αποστάσεις σε σχέση με τη διατύπωση γύρω από ένα «ψευδές δίπολο ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και έναν κενό αντιιμπεριαλισμό», δηλαδή ενός αντιιμπεριαλισμού χωρίς περιεχόμενο, που ουσιαστικά λέει ότι τοποθετούμαστε εναντίον των ΗΠΑ ή της Δύσης, αλλά δεν λαμβάνουμε υπόψη την εσωτερική κρατική εξουσία και κυριαρχία που ασκείται στην κοινωνία. Για τον Πρασάντ, ο ιρανικός αντιιμπεριαλισμός δεν είναι «κενός», γιατί είχε ένα πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα καθώς έδωσε τη δυνατότητα στο Ιράν να αντισταθεί στην αμερικανική και ισραηλινή επίθεση και στη διαρκή πίεση, αποτρέποντας έτσι την εισβολή και την υποταγή. Επομένως, το να χαρακτηριστεί αυτή τη στιγμή ο ιρανικός αντιιμπεριαλισμός «κενός» είναι ανακριβές.

Τέλος, κατανοούμε τη θέση του, ειδικά όταν στο τέλος της απάντησής του προς την επιστολή αναφέρει, συν τοις άλλοις, ότι η εξωτερική απειλή μπορεί ενδεχομένως να ωθεί το κράτος που δέχεται την επίθεση να λάβει αυταρχικά μέτρα και μηχανισμούς που τελικά στρέφονται ενάντια στην ίδια την κοινωνία. Ωστόσο, η χρονική στιγμή που επιλέγεται να σταλεί μια τέτοια επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας στρέφεται εναντίον του Ιράν, δεν είναι κατά τον ίδιο, η κατάλληλη, καθώς θα το αποδυναμώσει απέναντι στην εξωτερική απειλή και την επίθεση που δέχεται. Γι’ αυτό επικαλείται την αλληλεγγύη προς το Ιράν και όχι την αμφισβήτηση του καθεστώτος του, η οποία θα δημιουργούσε ευνοϊκό έδαφος για τις δυνάμεις που επιτίθενται στο Ιράν.

Μια ενδιαφέρουσα και αξιόλογη απάντηση, απέναντι στην παραπάνω προσέγγιση, έρχεται από την Ιρανή Farah Mokhtareizadeh, μελετήτρια και ακτιβίστρια, στο κείμενο με τίτλο “Who Names the World? Anti-Imperialism and Iran’s Political Prisoners”, η οποία τοποθετεί το ζήτημα με τις δύο λεπίδες σε μία διαφορετική βάση. Το θέμα δεν είναι να βάλουμε στη ζυγαριά ή να δούμε ποια λεπίδα είναι πιο κοφτερή από την άλλη ή ποια εξουσία είναι πιο βίαιη και παράγει μεγαλύτερη καταστολή, αλλά το τι λένε οι ίδιοι οι άνθρωποι που βρίσκονται ανάμεσα σε αυτές και βιώνουν τις δύο μορφές εξουσίας και καταστολής. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας απέναντι στην καταπίεση που ασκεί το ιρανικό κράτος. Για την ακρίβεια, παρεμβαίνει για να δώσει και μία γλωσσική ερμηνεία για το ψαλίδι με τις δύο λεπίδες, διευκρινίζοντας ότι το νόημα είναι ότι το σώμα, ο άνθρωπος, είναι αυτός που δέχεται τη βία από τις δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Επομένως, για τον πολιτικό κρατούμενο η μία εμπειρία δεν ακυρώνει την άλλη. Ο άνθρωπος στη συγκεκριμένη συνθήκη δεν ταξινομεί και ιεραρχεί τα στρατόπεδα ούτε αναλύει τη γεωπολιτική κατάσταση με γνώμονα μόνο τη στρατιωτική ισχύ. Το ότι οι ΗΠΑ είναι ισχυρότερες από το Ιράν είναι δεδομένο. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας προς την ανθρώπινη εμπειρία που βρίσκεται ανάμεσα στις λεπίδες. Το ζήτημα είναι κατά πόσο, μέσα στη συνθήκη του πολέμου, οι Ιρανοί που αντιστέκονται στο δικό τους καθεστώς παραμένουν πολιτικά ενεργά υποκείμενα, συνεχίζουν να αγωνίζονται και αντιστέκονται στις δύο μορφές κυριαρχίας μέσα σε ένα πνεύμα αλληλεγγύης. 

Σχετικά με αυτό συγκεκριμένα αναφέρει: «…Ένας Κούρδος συνδικαλιστής μπορεί να αντιλαμβάνεται την παγκόσμια ασυμμετρία ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πολύ καλά ποιος κρατά το κλειδί του κελιού του. Ένας Ιρανός σοσιαλιστής μπορεί να υπερασπίζεται τη χώρα απέναντι στην ιμπεριαλιστική επίθεση χωρίς να παραδίδει την πολιτική εκπροσώπηση των Ιρανών εργατών στην Ισλαμική Δημοκρατία. Μια Ιρανή γυναίκα μπορεί να αντιτίθεται στον σιωνισμό χωρίς να αναστέλλει τον αγώνα της ενάντια στην έμφυλη κρατική καταστολή…».

Έτσι, για τον πολιτικό κρατούμενο και όσους αντιστέκονται, ο ένας πόλεμος δεν αναβάλλεται για να δοθεί προτεραιότητα στον άλλον, καθώς και οι δύο συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Με λίγα λόγια, η πόρτα της φυλακής δεν θα ανοίξει, επειδή το κράτος που κρατά αυτό το κλειδί δέχεται επίθεση από μία ισχυρότερη δύναμη. Ο ίδιος συνεχίζει να δέχεται την καταστολή πάνω στο σώμα του, και δεν τρέφει την αυταπάτη ότι ο εχθρός και ο εισβολέας, που επικαλείται έναν λόγο περί δικαιωμάτων, θα τον ελευθερώσει.

Από αυτό το σκεπτικό, πηγάζει και το ερώτημα που θέτει στον τίτλο: Ποιος έχει το δικαίωμα να πει στον Ιρανό κρατούμενο ότι “τώρα δεν είναι η στιγμή” να μιλήσει για τη δική του καταπίεση; Άραγε ο δυτικός αντιιμπεριαλιστής, τα όργανα του ιρανικού καθεστώτος; Προφανώς, ούτε ο Prashad ούτε η Johnstone.

Τον πρώτο λόγο για την καταπίεση, τους όρους του αγώνα και τη διαμόρφωση ενός πνεύματος αλληλεγγύης τον έχουν εκείνοι που βιώνουν την καταπίεση. Επομένως, η θέση από την οποία μιλάμε έχει τεράστια σημασία. Και όσον αφορά τη θέση από την οποία ασκούμε κριτική, καταγγέλλουμε ή αντιστεκόμαστε, όλα αυτά βέβαια έχουν πιο πολύ νόημα όταν απευθύνονται πρώτα στην εξουσία του κράτους μέσα στο οποίο ζούμε, θέτοντας έτσι ένα ζήτημα πολιτικής ευθύνης. Ένας Αμερικανός, για παράδειγμα, έχει ιδιαίτερη πολιτική ευθύνη να αντιταχθεί στην επίθεση που κάνουν οι ΗΠΑ στο Ιράν. Μπορούμε λοιπόν και να πολεμάμε τον ιμπεριαλισμό της δικής μας χώρας και να ακούμε σοβαρά τους ανθρώπους που αντιστέκονται στην καταπίεση μέσα στο Ιράν.

Μια λογική διεθνιστικής αλληλεγγύης πρέπει να χωρά και τα δύο. Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι και όσοι αντιστέκονται στο καθεστώς παράγουν πολιτικό λόγο, διαμορφώνουν κινήματα και συνειδήσεις, πρέπει να γίνονται αντιληπτοί ως άνθρωποι με πολιτική αυτενέργεια, και όχι ως παθητικά υποκείμενα στα οποία «επιβάλλεται» η πολιτική. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν τη δική τους ιστορία και τη δική τους πολιτική παράδοση. Σε αντίθετη περίπτωση, ελλοχεύει μια μορφή πατερναλισμού, που λέει ότι οι καταπιεσμένοι, πολιτικοί κρατούμενοι, όσοι αντιστέκονται, φέρουν την εμπειρία τους, τον πόνο, τα βάσανα, αλλά από την άλλη δεν θα είναι αυτοί που θα παράγουν γνώση για τα βιώματά αυτά. Η ερμηνευτική αυθεντία παραμένει στον διανοούμενο που ερμηνεύει επιστημονικά αυτό που το υποκείμενο βιώνει. Και αυτή είναι, σε μεγάλο βαθμό, η κριτική που απευθύνει η Mokhtareizadeh στους υπογράφοντες της επιστολής. 

Όσον αφορά όλα τα παραπάνω, θα υιοθετήσω πρώτα τη θέση που λέει: ως πολίτης ενός κράτους, η βασική μου πολιτική ευθύνη συνδέεται άμεσα με την εξουσία και με τις σχέσεις κυριαρχίας που αναπαράγονται στη χώρα στην οποία ζω και εργάζομαι. Αν το κράτος είναι συνένοχο και συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα σε πολέμους επιθετικούς σε άλλες χώρες, στις επεμβάσεις μέσα από τους μηχανισμούς επιβολής του, τότε η αντίθεση σε αυτές τις πολιτικές ξεκινά τοπικά, εσωτερικά. Η αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σημαίνει αντίσταση στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους στο οποίο ζεις, δεδομένου και του γεγονότος ότι αυτό μπορεί να συμβάλλει στην επέκταση ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου ως σύμμαχος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όποιος συγκρούεται με τη Δύση είναι γι’ αυτόν τον λόγο και πολιτικός μου σύμμαχος.

Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της οπτικής. Στον πόλεμο αυτό, είναι κατανοητό ότι σχεδόν όλη η αριστερά και όχι μόνο θα ήθελαν την ήττα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα σιωπάς για τα εγκλήματα και την καταστολή που έσπειρε το καθεστώς του Μιλόσεβιτς. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση της Κούβας απέναντι στον αμερικανικό αποκλεισμό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ερμηνευτεί ως  υπεράσπιση του κουβανικού κράτους ή να ξεχνιούνται οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν τη χώρα όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής ασφυξίας που προκαλεί ο αποκλεισμός, αλλά και εξαιτίας της εσωτερικής καταστολής. Οπότε, το ζήτημα δεν είναι μόνο απέναντι σε ποιον συγκρούεται ένα κράτος, αλλά και τι σχέσεις αναπαράγει στο εσωτερικό του και επιδιώκει να επιβάλει. Και αυτό σημαίνει ότι η ήττα της ιμπεριαλιστικής επίθεσης δεν συνεπάγεται να σιωπούμε απέναντι στην εξουσία και την καταστολή του κράτους που δέχεται την επίθεση. 

Για να ξεκαθαρίσω, όμως, τι σημαίνει για μένα αυτή η θέση, χρειάζεται πρώτα να σταθώ στην ίδια την εικόνα της «Δυτικής Αυτοκρατορίας». Με τα σημερινά δεδομένα, θεωρώ ότι δεν είναι ιδιαίτερα πειστική η εικόνα μιας ενιαίας, δυτικοκεντρικής «Αυτοκρατορίας», με τις ΗΠΑ στο κέντρο και γύρω τους το ΝΑΤΟ, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους συμμάχους τους, ενώ απέναντι τοποθετούνται τα κράτη που δεν έχουν ακόμη «απορροφηθεί» από αυτήν ή που αντιστέκονται στην κυριαρχία της. Μπορούμε και πρέπει να μιλάμε για αμερικανική και δυτική ηγεμονία, για ιμπεριαλιστικές πολιτικές, για επεμβάσεις, πολέμους και τεράστιες ασυμμετρίες ισχύος. Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι όλες αυτές οι διαφορετικές σχέσεις, συμμαχίες και μηχανισμοί εξουσίας μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία «Δυτική Αυτοκρατορία».

Σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, τα κράτη διαθέτουν δικές τους άρχουσες τάξεις, δικά τους οικονομικά συμφέροντα και κρατικούς μηχανισμούς. Ασκούν εξωτερική πολιτική, διαπραγματεύονται, συμμαχούν, ανταγωνίζονται, επενδύουν, εξάγουν κεφάλαιο και, ανάλογα με τη δύναμή τους, ασκούν πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική πίεση. Η Ελλάδα αποτελεί ένα κοντινό παράδειγμα. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το ελληνικό κεφάλαιο επεκτάθηκε έντονα στα Βαλκάνια, μέσα από επενδύσεις και ιδιαίτερα μέσω του τραπεζικού συστήματος κυρίως στην Αλβανία, ενώ το ελληνικό κράτος διεκδίκησε το δικό του πολιτικό και οικονομικό ρόλο στην περιοχή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει την ισχύ των ΗΠΑ ή της Γερμανίας. Η θέση των διαφορετικών κρατών είναι άνιση και ιεραρχική. Ένας μικρότερος κρίκος μπορεί να κινείται μέσα στα όρια που θέτει ένας ισχυρότερος, αλλά δεν παύει γι’ αυτό να έχει δικά του ταξικά συμφέροντα και δικές του επιδιώξεις.

Παράδειγμα είναι ο ελληνικός ιμπεριαλισμός στα Βαλκάνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: η εισβολή των επενδύσεων και κυρίως του τραπεζικού συστήματος στην Αλβανία, αλλά και η στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας το 1997 στην Αλβανία, στο πλαίσιο της πολυεθνικής επιχείρησης Alba, η οποία είχε εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Βέβαια, η Ελλάδα θα απλώσει τα πόδια της μέχρι εκεί που θα την αφήσει το μεγάλο σκυλί, που στην καλύτερη περίπτωση θα της αφήσει κάποιο κόκαλο. Στη συνέχεια, με το μεγάλο σκυλί μπορεί να διαπραγματευτεί για να εξασφαλίσει μια θέση και να απολαμβάνει κέρδη, όντας το μικρό κουτάβι. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι διαθέτει δικά της ταξικά συμφέροντα και δικές της επιδιώξεις. Εδώ μου φαίνεται πιο χρήσιμη η εικόνα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Τα καπιταλιστικά κράτη συνδέονται μεταξύ τους μέσα από άνισες και ιεραρχικές σχέσεις. Δεν αποτελούν όμως απλώς πιόνια μιας μοναδικής δύναμης. Στο εσωτερικό κάθε κρίκου υπάρχουν άρχουσες τάξεις, εργαζόμενοι, κοινωνικές συγκρούσεις και συγκεκριμένοι πολιτικοί συσχετισμοί.

Βέβαια, το τι συμβαίνει στο εσωτερικό μίας κοινωνίας και έθνους κράτους δεν είναι ξεχωριστό και ανεξάρτητο από το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Για παράδειγμα, το χρέος, οι επενδύσεις, οι κυρώσεις ενάντια σε ένα σύμμαχο κράτος, οι  διεθνείς συμμαχίες ασκούν ουσιαστική επίδραση στο εσωτερικό των κοινωνιών και αυτή η επίδραση διαπερνάει τις ίδιες τις ταξικές συγκρούσεις, τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Το διεθνές και το τοπικό αλληλοδιαμορφώνονται· το ένα δεν καταργεί το άλλο. Αυτή η εικόνα δεν αφορά μόνο τη σχέση ανάμεσα στα κράτη. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τον εθνικισμό. Ένας εθνικισμός που γεννιέται μέσα σε πραγματικές συνθήκες καταπίεσης μπορεί, όταν αλλάξουν οι υλικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, να μετασχηματιστεί σε μορφή κυριαρχίας πάνω σε άλλους. Δεν έχουν όλοι οι εθνικισμοί την ίδια ισχύ ή την ίδια ιστορική θέση. Διαφορετικά θα μιλήσει ένας Σέρβος που έζησε τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς, διαφορετικά ένας Αλβανός του Κοσόβου ή ένας Βόσνιος που βίωσε τον σερβικό εθνικισμό και διαφορετικά ένας άνθρωπος που βρέθηκε μέσα στις αντιφάσεις των ίδιων των αποσχιστικών κινημάτων. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τι συνέβη, πρέπει να ακούσουμε και αυτούς.

Συγκεκριμένα, η Γιουγκοσλαβία δεν έπεσε επειδή έτσι το ήθελε απλώς η Δύση, και οι αποσχίσεις δεν προήλθαν μόνο από τη δική της προπαγάνδα, αλλά και από τις ίδιες τις συγκρούσεις. Ναι, διαμορφώθηκε βόσνιος και αλβανόκοσοβάρικος εθνικισμός, όχι όμως μέσα σε αίθουσες, αλλά από τις ίδιες τις υλικές συνθήκες, όταν άνθρωποι έβλεπαν τις περιοχές τους παραμελημένες, την περιουσία και τον πλούτο τους να χρησιμοποιούνται για να φτιαχτεί μια καλύτερη ζωή του Σέρβου ή του Κρόατη, ενώ οι πιο αδικημένοι πεινούσαν ή αναζητούσαν διέξοδο στις χώρες της Ευρώπης. Υπήρξε μια πολιτική άμεσου και έμμεσου εκτοπισμού. Θα έπρεπε όμως γι’ αυτό να επικροτήσουν την εισβολή της Δύσης; Προφανώς όχι. Αυτό το «όχι», όμως, δεν απαιτεί να σβήσουμε τη δική τους εμπειρία καταπίεσης και διωγμού. Αυτό το όχι απαιτεί υψηλό βαθμό ταξικής συνείδησης, ώστε από τη μία να αντιστέκεται στη δική του καταπίεση και εκτοπισμό από τον κυρίαρχο εθνικισμό, χωρίς να αναζητά την απελευθέρωσή του από μεγαλύτερες δυνάμεις.

Στη Γιουγκοσλαβία, οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι ανισότητες, οι εθνικισμοί και οι υλικές αντιθέσεις ήταν πραγματικές. Η δυτική παρέμβαση τις αξιοποίησε, τις επηρέασε και τελικά επενέβη στρατιωτικά, αλλά δεν τις εφηύρε από το μηδέν. Ακριβώς γι’ αυτό μπορούσαμε να είμαστε κατηγορηματικά ενάντια στην επέμβαση του ΝΑΤΟ χωρίς να χρειάζεται να μετατρέψουμε τον Μιλόσεβιτς σε αντιιμπεριαλιστικό ή χειραφετητικό υποκείμενο. Η καταστολή του καθεστώτος δεν έκανε το ΝΑΤΟ απελευθερωτή· αλλά ούτε οι βόμβες του ΝΑΤΟ έκαναν την εσωτερική καταστολή απλή «άμυνα» απέναντι στη Δύση. Αν ερμηνεύσουμε κάθε κρατική βία στη Γιουγκοσλαβία ως αναγκαστικό αποτέλεσμα της δυτικής πίεσης, τότε δεν εξηγούμε πλέον την καταστολή: αρχίζουμε να τη δικαιολογούμε.

Αυτή τη λογική μπορούμε να την εντοπίσουμε και σε άλλες συνθήκες πολέμου. Για παράδειγμα, ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, ναι μεν έχει τις δικές τις ιδιαιτερότητες, ωστόσο υπάρχουν στοιχεία που δεν μπορούν να μην ληφθούν υπόψη. Το ένα είναι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ που προκαλεί την αντίδραση της Ρωσίας, η οποία θεωρεί (ενδεχομένως ο κίνδυνος αυτός να είναι υπαρκτός) ότι διαμορφώνεται ένας γεωπολιτικός συσχετισμός δυνάμεων εις βάρος της. Όμως η σύγκρουση αυτή δεν γίνεται με αφορμή μόνο τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Η Ουκρανία υπήρξε για μεγάλο διάστημα η «αποθήκη» της Ρωσίας. Ο λιμός της δεκαετίας του ’30 έσπρωξε Ουκρανούς ακόμη και στον κανιβαλισμό, γράφοντας έτσι τη δική τους ιστορία, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε ζώνες επιρροής και γεωπολιτικά συμφέροντα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η ουκρανική κοινωνία έχει τη δική της ιστορία καταπίεσης και συγκρούσεων, και αυτή η ιστορία δεν μπορεί να αγνοείται μόνο και μόνο επειδή τοποθετούμαστε εναντίον του ΝΑΤΟ. Η ύπαρξη δυτικού ιμπεριαλισμού δεν αποκλείει την ύπαρξη ρωσικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Το γεγονός ότι η Ρωσία συγκρούεται με τη δυτική ηγεμονία δεν τη μετατρέπει από μόνο του σε αντιιμπεριαλιστική δύναμη.

Και πάλι, σε αυτή τη σύγκρουση θα πρέπει να δούμε τι λένε όχι η θεσμική εξουσία της Ουκρανίας, αλλά οι εργαζόμενοι, οι ακτιβιστές, τα συνδικάτα και οι πολιτικές οντότητες που εκφράζουν διαφορετικές προοδευτικές και ριζοσπαστικές αντιλήψεις. Εκτός και αν θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν. Διόλου απίθανο. Και ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δεν θα καταδίκαζα τη διάθεση μιας κοινωνίας να ξεφύγει από την επιρροή της Ρωσίας, ακόμη κι αν αυτό την οδηγεί στην αγκαλιά της Δύσης, αλλά ούτε και θα το επικροτούσα. Απεναντίας, θα αναζητούσα εκείνο το πολιτικό υποκείμενο που στρέφεται προς μια διαφορετική κατεύθυνση και εκφράζει την αξίωση για ελευθερία, δικαιοσύνη, αυτονομία και ανεξαρτησία. Για αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο εξουσίες, ασχέτως της ισχύος τους. Μπορεί ένα κράτος να αντιδρά σε μια πραγματική απειλή για τη θέση του στο διεθνές σύστημα και ταυτόχρονα να επιχειρεί να επιβάλει τη δική του κυριαρχία σε έναν ασθενέστερο γείτονα. 

Υπό αυτή την οπτική, δεν υπάρχει μόνο ένας πόλος που δρα και όλοι οι υπόλοιποι απλώς αντιδρούν. Υπάρχουν ανταγωνιστικά καπιταλιστικά κέντρα ισχύος, με τεράστιες βέβαια διαφορές μεταξύ τους. Η περίπτωση της Κίνας εδώ είναι αποκαλυπτική. Είναι μια μεγάλη οικονομική δύναμη που προωθεί τα δικά της συμφέρονται, διέπεται από τους δικούς της εσωτερικούς και εξωτερικούς ανταγωνισμούς, τις ταξικές σχέσεις, με τις δικές της επενδύσεις και στρατηγικές. Μια δύναμη που ανταγωνίζεται την αμερικάνικη ηγεμονία και που είναι βαθιά ενσωματωμένη στον παγκόσμιο καπιταλισμό. 

Μετά από όλα αυτά, το ζήτημα επιστρέφει αναγκαστικά και στο πρόβλημα των «στρατοπέδων» [καμπισμός]. Όλη αυτή η συζήτηση —για τον ιμπεριαλισμό, τον διεθνισμό, την αλληλεγγύη, τη γεωπολιτική— μου θυμίζει ένα ερώτημα που πολλές φορές μας έκαναν, εμάς τους μετανάστες που μόλις είχαμε έρθει στην Ελλάδα,  άνθρωποι του ΚΚΕ και των πολιτικών του απογόνων: «Ήταν καλύτερα τότε στην Αλβανία ή τώρα, στον καπιταλισμό, στην Ελλάδα;» Καλείσαι έτσι να κοιτάξεις προς τα πίσω και να ζυγίσεις δύο διαφορετικές πραγματικότητες: τότε ήταν καλύτερα ή τώρα; Όμως η ίδια η κίνησή μας αποτελεί ήδη ένα μέρος της απάντησης. Εγκαταλείψαμε τη χώρα μας. Και δεν φύγαμε απλώς επειδή κάποια στιγμή κατέρρευσε το σύστημα· πολλοί θα είχαμε φύγει νωρίτερα αν μπορούσαμε, όπως προσπάθησαν να κάνουν χιλιάδες άνθρωποι στα χρόνια της δικτατορίας του «προλεταριάτου», συχνά πληρώνοντας αυτή την προσπάθεια με τη ζωή τους.

Υπό αυτή την έννοια, είχα ήδη κάνει μια επιλογή: έφυγα. Το ότι αργότερα, μέσα στη νέα συνθήκη, βρέθηκα αντιμέτωπος με άλλες μορφές κυριαρχίας, ταξικής εκμετάλλευσης και καταστολής δεν ακυρώνει την προηγούμενη εμπειρία μου. Ούτε χρειαζόμουν κάποιον να μου εξηγήσει εκ των υστέρων ότι η καταπίεση που είχα ζήσει δεν ήταν πραγματική επειδή υπήρχε κάπου αλλού ένας ισχυρότερος αντίπαλος. Ίσως γι’ αυτό δυσκολεύομαι τόσο με τα διλήμματα των στρατοπέδων. Για αυτό, πριν διασχίσουμε τον δρόμο, κοιτάμε και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν από τη μία έρχεται ένα φορτηγό και από την άλλη ένα ΙΧ, δεν σημαίνει ότι τα δύο οχήματα έχουν το ίδιο βάρος, την ίδια ταχύτητα ή την ίδια καταστροφική δύναμη. Σημαίνει απλώς ότι, αν αποφασίσουμε εκ των προτέρων πως οφείλουμε να κοιτάμε μόνο προς τη μία πλευρά, κινδυνεύουμε να μην αντιληφθούμε τι έρχεται από την άλλη. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι και τις διαφορετικές μορφές κυριαρχίας. 

Γι’ αυτό έχει σημασία να στρέφουμε το βλέμμα, όπως μας προτείνει και η Mokhtareizadeh, στους ανθρώπους που έχουν ζήσει μέσα σε αυτά τα συστήματα και καθεστώτα: στις φωνές τους, στις βιωμένες εμπειρίες τους, στους ανθρώπους που βρίσκονται στις φυλακές, στα κινήματα, στους δρόμους, στους χώρους εργασίας. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να είμαστε λιγότερο δογματικοί στη σκέψη μας. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει πάνω στο ίδιο τους το σώμα πολλαπλές μορφές εξουσίας και έχουν μάθει να στρέφουν τα βέλη τους προς περισσότερες από μία κατευθύνσεις.

Έχουν κάτι να μας πουν. Και σίγουρα γνωρίζουν καλύτερα για τη δική τους καταπίεση περισσότερα από μια δυτική Αριστερά που έχει συνηθίσει να μιλά μέσα από έτοιμα γεωπολιτικά στρατόπεδα. Δεν έχει σημασία αν πολλοί έχουν διαβάσει Μαρξ, Λένιν, Τρότσκι ή Μπακούνιν. Ας τους ακούσουμε αντί να τους πουλάμε έτοιμη γνώση περί της Αλήθειας. Γνωρίζουν και εκείνοι τι σημαίνει έμφυλη βία, αστυνομία, φυλακή, βασανιστήριο, πείνα, εκμετάλλευση. Είναι συχνά γυμνά σώματα απέναντι στην εξουσία — αλλά σώματα με ιστορία, μνήμη και πολιτικό λόγο. Εδώ βρίσκεται για μένα και το νόημα της αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη δεν αντιμετωπίζει τον άλλον ως ένα παθητικό θύμα που περιμένει σωτήρες. Προϋποθέτει την αναγνώρισή του ως ενεργού πολιτικού υποκειμένου: κάποιου που αντιστέκεται, αρνείται, οργανώνεται, μιλά, διεκδικεί και ορίζει ο ίδιος τους όρους της αντίστασης. Η αλληλεγγύη δεν υπακούει στη λογική «για» τον άλλον, αλλά σε μια σχέση που συγκροτείται «με» τον άλλον. Όταν εμείς αποφασίζουμε τι χρειάζεται, τι πρέπει να λέει και ποια μορφή αγώνα δικαιούται να έχει, τότε η αλληλεγγύη κινδυνεύει να γίνει προστασία και από την προστασία περνάμε στην κηδεμονία.

Και εδώ επιστρέφουμε στο Ιράν. Τις πραγματικές προοπτικές δεν τις καθορίζουν οι κυβερνήσεις, οι στρατοί και οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί. Τις διαμορφώνουν οι άνθρωποι που βρίσκονται σε κίνηση και αντίσταση. Στις κινητοποιήσεις του 2025 στο Ιράν εμφανίστηκαν φωνές που προσπαθούν να χαράξουν έναν λόγο έξω τόσο από την Ισλαμική Δημοκρατία όσο και από τη μοναρχική ή άλλη δεξιά αντιπολίτευση που επιχειρεί να καρπωθεί την κοινωνική δυσαρέσκεια. Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνουν η φτώχεια, οι ελλείψεις, η καταστολή και οι ταξικές ανισότητες, όπως γνωρίζουν επίσης τι σημαίνουν οι κυρώσεις, η εξωτερική απειλή και η ιμπεριαλιστική επίθεση.

Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν γνωρίσει τι σημαίνει πυρηνικό πρόγραμμα, χρηματοδότηση συμμαχιών και δορυφόρων του καθεστώτος, και αυτοί μπορούν να μας πουν τι σημαίνει αυτό στην καθημερινή τους ζωή. Φίλοι μου από το Ιράν, που πρόσφατα είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, μεταφέρουν τις εμπειρίες τους για την κατάσταση και τις συνθήκες, καθώς καθόμασταν και μιλούσαμε σε ένα Πατόγκ. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί ισχύος δεν θα φέρουν γάλα για τα παιδιά τους, γι’ αυτό και βάζουν τα πράγματα από μια ταξική σκοπιά: ούτε Ισλαμική Δημοκρατία, ούτε μοναρχία, ούτε ΗΠΑ και οι δορυφόροι τους εκτός και εντός Ιράν. Γι’ αυτό βρισκόμαστε παντού στην αναζήτηση εκείνου του πολιτικού υποκειμένου —άνδρες, γυναίκες, ακτιβιστές, φοιτητές— που εξεγείρεται και γνωρίζει πολύ καλά ότι ακόμη και οι δυτικές κυρώσεις και τα εμπάργκο δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως λόγος αναστολής των διεκδικήσεων απέναντι στην εσωτερική ταξική και ισλαμική κυριαρχία. Γνωρίζουν ότι η γεωπολιτική σύγκρουση δεν μπορεί από μόνη της να φέρει κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτή είναι ίσως η θέση από την οποία αξίζει να ξεκινάμε: όχι από το ερώτημα αν είμαστε με το Ιράν ή όχι, αλλά από το τι λένε οι ίδιοι οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε αυτές τις αντιθέσεις.

Εκεί αναζητώ κι εγώ την ελπίδα: στους ανθρώπους που δεν επιτρέπουν στη γεωπολιτική σύγκρουση να αποφασίσει για λογαριασμό τους ποια καταπίεση δικαιούνται να καταγγείλουν. Γιατί το γεγονός ότι ένα καθεστώς συγκρούεται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν αλλάζει το γεγονός ότι παραμένει καθεστώς απέναντι στους ανθρώπους που καταπιέζει. Και, αντίστροφα, το γεγονός ότι άνθρωποι εξεγείρονται εναντίον αυτού του καθεστώτος δεν σημαίνει ότι ο αγώνας τους ταυτίζεται νομοτελειακά με τις επιδιώξεις των δυτικών δυνάμεων.

Επιστρέφοντας στην αφετηρία αυτού του προβληματισμού, σκέφτομαι ξανά την Αλβανία από την οποία έφυγα. Τότε η Δύση μου φαινόταν σαν ένας άλλος κόσμος, κυρίως επειδή ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούσα ήταν το λιγότερο ασφυκτικός. Η επιθυμία για αλλαγή δεν ήταν μόνο προϊόν κάποιας δυτικής προπαγάνδας· γεννιόταν από μια πραγματική εμπειρία φόβου, έλλειψης ελευθερίας και ανέχειας. Το ότι κοιτάζαμε προς τη Δύση δεν σήμαινε ότι αγνοούσαμε την ιστορία της, παρά την εξαντλητική προπαγάνδα του Κόμματος. Ή, για την ακρίβεια, γνωρίζαμε πολλά γι’ αυτήν· όμως η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσαμε ήταν τέτοια ώστε συχνά μας έκανε να παραμερίζουμε αυτή τη γνώση, ακόμη και να την «ξεχνάμε». Η εμπειρία της μετανάστευσης και όσα ακολούθησαν με έκαναν αργότερα να δω πολύ πιο καθαρά ότι και η Δύση βρίσκεται βαθιά μέσα στις σχέσεις κυριαρχίας. Έχει τις δικές της μορφές εκμετάλλευσης, τις δικές της ιεραρχίες, τα δικά της σύνορα και, βέβαια, τη δική της ιστορία επεμβάσεων και ιμπεριαλιστικής ισχύος. Το ότι αργότερα γνώρισα αυτές τις μορφές κυριαρχίας δεν αναιρεί όμως αυτό που είχα ζήσει πριν: ότι η καταπίεση στην Αλβανία ήταν πραγματική και ότι η επιθυμία μου να φύγω από αυτήν ήταν εξίσου πραγματική.

Ίσως γι’ αυτό δυσκολεύομαι να αποδεχτώ έναν αντιιμπεριαλισμό που απαιτεί να επιλέξουμε εκ των προτέρων ποια καταπίεση δικαιούμαστε να βλέπουμε και ποια πρέπει να «παραβλέψουμε» επειδή δεν ταιριάζει στην εκάστοτε γεωπολιτική αφήγηση. Ίσως το δύσκολο, αλλά αναγκαίο, είναι ακριβώς να αντιληφθούμε τις πολλαπλές σχέσεις κυριαρχίας, χωρίς να είναι απαραίτητο τις σχέσεις αυτές να τις δούμε ως συμμετρικές. Να αναγνωρίζουμε ποιος διαθέτει τη μεγαλύτερη ισχύ, χωρίς να χαρίζουμε σε κανένα κράτος τους ανθρώπους που καταπιέζει· και, πάνω απ’ όλα, να αφήνουμε τον πρώτο λόγο σε εκείνους που βρίσκονται μέσα στον αγώνα, αντί να επιβάλλουμε εμείς, εκ του ασφαλούς, τη δική μας ερμηνεία για τη δική τους πραγματικότητα.

Αφήστε ένα σχόλιο