Κείμενο: Γιώργος Λούκας (εκπαιδευτικός, Ataxia School)
Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις καθόλου συμπτωματική .
Τον ξέρουμε αυτόν τον τύπο. Μπαίνει στην αίθουσα, μιλάει «λαϊκά», βρίζει, ειρωνεύεται, χτυπάει το χέρι στο τραπέζι αμα χρειαστεί και υπόσχεται «τάξη». Παριστάνει το «παιδί του λαού» και, την ίδια στιγμή, τον «πατέρα» που αποφασίζει για όλους. Δεν έπεσε από τον ουρανό. Τον γεννά μια χώρα κουρασμένη από τη φθορά της αντιπροσώπευσης, τα πελατειακά ανταλλάγματα, την αίσθηση ότι «κανείς δεν μας ακούει». Τον ταΐζουν η ανασφάλεια, η ταπείνωση από τις «ελίτ», η έλλειψη ζωντανών συλλογικοτήτων και η πολιτική ως θέαμα. Σ’ αυτό το κλίμα, ο αυταρχικός δημαγωγός μοιάζει «αληθινός» ,όχι γιατί έχει σχέδιο, αλλά γιατί παίζει με τους θυμούς μας.
Αν τους δούμε προσεκτικά, οι Σταθάδες και οι Μπέοι κουβαλούν πάνω τους τα διαχρονικά γνωρίσματα κάθε αυταρχικού ηγέτη. Χρησιμοποιούν τη χυδαιότητα ως όπλο εξευτελισμού και αποφυγής των δύσκολων ερωτημάτων, τη λασπολογία για να φτιάχνουν συνεχώς εχθρούς και να διχάζουν, και την περιαυτολογία ώστε ο ναρκισσισμός τους να παίρνει τη θέση κάθε πολιτικού σχεδίου. Περιφρονούν τη γνώση και την κριτική ( ο αντιδιανοουμενισμός/αντιεπιστημονισμός τους κάνει να μοιάζουν ότι μιλούν μια γλώσσα υποτίθεται λαική, ώστε να προσεγγίζουν τον κόσμο ψηφοθηρικά , ως γνήσιοι λαικιστές χειραγωγοί) , υιοθετούν τη βία ως «φυσικό» μέσο τάξης ( συμβολική , συναισθηματική , ακόμη και σωματική) και παρουσιάζονται σαν οι μόνοι αυθεντικοί εκφραστές του λαού, σβήνοντας κάθε πλουραλισμό μέσα στο πρόσωπό τους.
Πρόκειται για μικρογραφία φασιστικού ύφους, όπου η πολιτική δεν συντελείται με επιχειρήματα και σεβασμό, αλλά ως εξουσία με φόβο, κυνισμό και θράσος.
Γιατί «τσιμπάει» όμως ο κόσμος; Γιατί σε εποχές ματαίωσης η χυδαιότητα μοιάζει με ειλικρίνεια και η προσβολή με «αντρίκιο θάρρος». Γιατί είναι ανακουφιστικό να βλέπεις κάποιον να «λέει αυτά που δεν λέγονται, έξω από τα δόντια που λέμε». Γιατί η τηλεοπτική πολιτική απαιτεί ρόλους, κι εκείνος ξέρει να τους παίζει. Και, κυρίως, γιατί έχουμε μάθει την πολιτική ως ανάθεση «πήρε μεγάλο ποσοστό, ας κάνει δουλειά του και εμείς τη δική μας». Έτ σι, η ψήφος -που είναι εντολή με όρους-γίνεται λευκή επιταγή με αποτέλεσμα η δημοκρατία να μικραίνει σε στιγμιαία επικύρωση ενός προσώπου.
Εδώ χωρά και το πιο τοξικό τέχνασμα: «επειδή με ψηφίσατε, μπορώ· Με εξουσιοδοτεί ο λαός. Εσείς δεν εκλεγήκατε, άρα σωπάστε». Με αυτόν τον τρόπο έχουμε την πλήρη αντιστροφή της δημοκρατίας. Η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι κατώτερη από την ιδιότητα του αιρετού· δίνει δικαίωμα λόγου, ελέγχου, διεκδίκησης. Η κάλπη δίνει αρμοδιότητες πρέπει να καταλάβετε κύριε Σταθά, δεν αφαιρεί φωνές. Όταν ο εκλεγμένος ζητά σιωπή από τους μη εκλεγμένους, μετατρέπει τη συμμετοχή σε κερκίδα και τον τόπο σε ιδιοκτησία του.
Τους χρειαζόμαστε; Όχι. Τους έχουμε επειδή τους ανεχόμαστε. Επειδή μας βολεύει η ανάθεση αντί για τη συμμετοχή. Επειδή προτιμάμε τον «μάγκα» που υπόσχεται γρήγορες λύσεις, από τη δύσκολη, αργή δουλειά της κοινότητας όπου πρέπει να μάθουμε να ακούμε, να διαφωνούμε, να αποφασίζουμε μαζί, να λογοδοτούμε. Οι «φασίζοντες» τοπικοί άρχοντες όμως είναι καθρέφτης των αδυναμιών μας και όχι ανάγκη της κοινωνίας.
Και τώρα ας απαντήσουμε και στο πιο δύσκολο ερώτημα. Σε ποιες συνθήκες πρέπει να κινηθούμε για να μην ξαναφυτρώσουν αυτοί οι ανεπαρκείς ηγεμονίσκοι;
Πρώτον, σπάζουμε τη λογική της ανάθεσης, κάνουμε συνελεύσεις γειτονιάς που μετράνε, ζητούμε συμμετοχικούς προϋπολογισμούς, ανοιχτά δεδομένα για όλα, συμμετέχουμε στα δημοτικά συμβούλια, ζητούμε να μεταδίδονται και ηλεκτρονικά, να εφαρμοστούν κανόνες δεοντολογίας που προστατεύουν τον δημόσιο λόγο από την ύβρη. Δεύτερον, χτίζουμε θεσμικά αντίβαρα και ανεξάρτητο έλεγχο. Τρίτον, ξαναμαθαίνουμε τον λαϊκό χαρακτήρα της δημοκρατίας. Λαϊκός δεν σημαίνει τραμπουκισμός· σημαίνει αξιοπρέπεια, μέτρο, φροντίδα για τον κοινό χώρο. Τέταρτον, ενισχύουμε τις ζωντανές συλλογικότητες . Φτιάχνουμε εστίες όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, συνεργάζονται, διαφωνούν χωρίς να συντρίβονται.
Αν δεν το κάνουμε, η συνενοχή μας θα συνεχίσει να γεννά Μπέους και Σταθάδες. Αν το κάνουμε, τότε θα μπορέσουμε να τους πετάξουμε στα σκουπίδια της Ιστορίας , όχι μόνο με την κάλπη, αλλά με τη δημιουργία ενός άλλου πολιτικού πολιτισμού, όπου το «παιδί του λαού» δεν είναι ο τραμπούκος που βρίζει και πετά υπονοούμενα, αλλά ο άνθρωπος που σέβεται, φροντίζει και λογοδοτεί.