Γαλλία: Η αναγέννηση μιας επαναστατικής νεολαίας | Αυτοοργάνωση ή διευθυντική οργάνωση;

0

Κείμενο: Alessandro Stella. Στο νέο , τεύχος #537, μετάφραση για το αυτολεξεί: Χ.Ι.

Το φοιτητικό κίνημα, το οποίο εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά σε όλη τη Γαλλία το φθινόπωρο του 2026, αποτελεί εξ ολοκλήρου έργο των ίδιων των φοιτητών. Χωρίς κανέναν πίσω τους, χωρίς κόμμα, χωρίς συνδικάτο να κινεί τα νήματα, εντελώς μόνοι τους, σαν ενήλικες. Ανάγκασαν όλους τους ενήλικες και τις αρχές, υπεύθυνες γι’ αυτούς, να τους λάβουν σοβαρά υπόψη.

Το κάνουν αυτό καταγγέλλοντας τις αναξιοπρεπείς και μεροληπτικές συνθήκες διδασκαλίας τους, εκφράζοντας την υλική και ψυχολογική τους ταλαιπωρία και διατυπώνοντας συγκεκριμένα και συναφή αιτήματα. Μιλώντας και συζητώντας μεταξύ τους, οργανώνοντας τις δραστηριότητές τους εντός του σχολείου, δημιουργώντας ένα σαφές μήνυμα σε πανό και πλακάτ και στη συνέχεια αναλαμβάνοντας δράση.

Η μορφή δράσης που επέλεξαν αυτοί οι εξεγερμένοι μαθητές λυκείου ήταν να μπλοκάρουν τις εισόδους των σχολείων τους. Έστησαν οδοφράγματα από κάδους απορριμμάτων, ξύλινες παλέτες, αστικό εξοπλισμό – οτιδήποτε μπορούσαν να βρουν. Ουσιαστικά, μια δημόσια διαμαρτυρία και μια κινητοποίηση που ανάγκασε τους ανθρώπους να δουν τι ήταν γραμμένο στα πλακάτ τους και να το συζητήσουν. Αυτή η μορφή δράσης εξαπλώθηκε σε όλη τη Γαλλία μέσα σε λίγες μόνο ημέρες και γρήγορα έγινε μια σημαντική είδηση. Επιτεύχθηκε με πολύ περιορισμένους πόρους, μέσω προφορικής διάδοσης, από ομάδα σε ομάδα, μέσω ομάδων συγγένειας και στη συνέχεια μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μια σύγχρονη αυτοοργάνωση. Και λειτούργησε.

Το Κράτος, αντιμέτωπο με αυτή την εξέγερση των νέων –η πιθανότητα της οποίας είχε διαφύγει από όλους, συμπεριλαμβανομένου του Laurent Nuñez (υπουργού/νομάρχη/επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών)– αποφάσισε αμέσως, «ως ενήλικας υπεύθυνος για την προστασία των παιδιών του», να μην ακούσει τους διαμαρτυρόμενους μαθητές λυκείου, αλλά να τους επαναφέρει στην τάξη και την πειθαρχία. «Ζητήσαμε να μπορέσουμε να δώσουμε τις εξετάσεις του απολυτηρίου και έστειλαν την αστυνομία να μας κυνηγήσει», απάντησαν οι μαθητές. Με αδιανόητη βιαιότητα, ειδικά προς τους εφήβους, προκαλώντας τους διά βίου αναπηρίες, τραυματισμούς και κακώσεις: ξυλοκοπήθηκαν, δεμένοι με χειροπέδες, ρίχτηκαν βίαια σε ένα αστυνομικό βαν και μετά σε ένα άθλιο κελί αστυνομικού τμήματος. Υπό κράτηση, σε ηλικία 15 ετών…

Η εξεγερμένη νεολαία καταφέρνει να αντισταθεί, να αρνηθεί να υποταχθεί και, αντιθέτως, να αντιδράσει σωματικά και ηθικά, κάθε μέρα. Μέρα με τη μέρα, χωρίς να τα παρατά, ωθούμενη από την επίγνωση των αδικιών που έχει υποστεί, οργίζεται ενάντια σε εκείνους που ελέγχουν τη μοίρα της και λαχταρά ένα καλύτερο μέλλον. “Fuk no future!” Αυτές οι ιδέες βρίσκουν απήχηση σε νεαρούς εφήβους παντού, σε πόλεις και στην ύπαιθρο, τροφοδοτώντας το συλλογικό κίνημα. Εξαπλώθηκαν γρήγορα επειδή αυτές οι ιδέες βρήκαν γόνιμο έδαφος. Το έκαναν με λίγους πόρους, χωρίς χρήματα, χωρίς μια κεντρική, δομημένη οργάνωση. Χωρίς ηγέτες, μόνο με διοργανωτές, συλλογικές εμπειρίες, αυτοοργάνωση και συντονισμό.

Η εξέγερση των μαθητών λυκείου του φθινοπώρου του 2026, παρά το τίμημα που πληρώνουν με τα σώματά τους, έχει ήδη πετύχει αρκετές νίκες. Αμέσως, και χωρίς καν να το συνειδητοποιήσουν, έχει ανατρέψει όλες τις πολιτικές και εκλογικές ατζέντες και έχει αναγκάσει όλες τις Εξουσίες να τους κοιτάξουν, να τους ακούσουν, ειδικά όταν φωνάζουν για να ακουστούν, επιτέλους.

Η οπτική, χωρική και ηχητική ανάδυση αυτής της εξέγερσης μαθητών λυκείου αποκαλύπτει ξεκάθαρα ότι η αιχμή του δόρατος των εξεγέρσεων είναι νέοι από το γαλλικό αποικιακό παρελθόν, που ζουν σε μειονεκτούσες γειτονιές της εργατικής τάξης στα περίχωρα της πόλης, οι οποίοι έχουν υπομείνει γενιές καθημερινής ταπείνωσης, περιφρόνησης και αποκλεισμού. Αυτό είναι αναμφίβολα κάτι πρωτόγνωρο στην ιστορία των φοιτητικών εξεγέρσεων, από το 1968 έως σήμερα.

Το άλλο καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτού του κινήματος μαθητών λυκείου είναι η κραυγή εξέγερσης, η απόρριψη του “infantisme” [της διάκρισης εις βάρος των παιδιών και των εφήβων], δηλαδή της υποτίμησης ενός ατόμου με βάση την ηλικία του. Αυτή η διάκριση θα πρέπει να εξεταστεί μεταξύ των δομικών μορφών κατωτερότητας και καταπίεσης στις κοινωνίες μας, παράλληλα με την ταξική διάκριση, τον ανδρισμό, τον ρατσισμό και όλες τις μορφές υπεροχής, που βασίζονται στην περιφρόνηση όσων κοιτάζουν υποτιμητικά ένα άλλο άτομο.

Οι νέοι αυτοί επαναστατούν ενάντια σε όλες τις σχιζοφρενικές δυνάμεις που τους κυριαρχούν. Ανήλικοι κατά το δίκαιο, υποκείμενοι στη γονική εξουσία, χωρίς δικαίωμα ψήφου, αλλά αρκετά μεγάλοι για να ξυλοκοπηθούν, να τραυματιστούν και να καταλήξουν υπό αστυνομική κράτηση ή στη φυλακή.

Μέσα από τον αγώνα τους έχουν καταδείξει ότι έχουν πολλούς καλούς λόγους για να εξεγερθούν, ότι είναι ικανοί να αναλάβουν την ευθύνη και να αυτοοργανωθούν, αυτόνομοι σαν ενήλικες, χωρίς να χρειάζονται κάποιον από πίσω τους.

***

Tο Κράτος, κατασκευάζοντας τον ιστό που έχει σχεδιαστεί για να συλλάβει και να εξημερώσει τη λεία του, χρησιμοποιεί εδώ και καιρό το όπλο της κατασκευής ηγετών του αγώνα, με τη βοήθεια συνεργών μέσων ενημέρωσης. Τις περισσότερες φορές, αυτοί οι ηγέτες επιλέγονται μεταξύ αντιπροσώπων φοιτητικών ενώσεων, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα η κινητήρια δύναμη πίσω από τον αγώνα -κάθε άλλο- και προωθούνται στη σκηνή από τη μηχανή των μέσων ενημέρωσης. Επενδυμένοι με τον τίτλο των ηγετών, θα έχουν τη νομιμοποίηση να μιλούν στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο εκ μέρους όλων των εξεγερμένων και στη συνέχεια θα είναι οι μόνοι εξουσιοδοτημένοι να αντιπροσωπεύσουν το κίνημα στις διαπραγματεύσεις με το Υπουργείο. Ωστόσο, για να περάσει κανείς την οντισιόν και να έχει την ευκαιρία να προαχθεί σε ηγέτη, πρέπει προφανώς να ταιριάζει στο απαιτούμενο προφίλ: να είναι εξεγερμένος αλλά λογικός, θυμωμένος αλλά μετρημένος, ασυμβίβαστος αλλά ανοιχτός σε διαπραγμάτευση. Επιπλέον, πρέπει, με σοβαρό τρόπο, να παρουσιάσει μια λίστα με ακριβή και προϋπολογισμένα αιτήματα.

Και αυτό είναι όλο. Ήδη από το ’68, έχουμε δει αρκετές γενιές πρώην «φοιτητικών ηγετών» που γρήγορα έγιναν μέλη του κοινοβουλίου, γερουσιαστές, αντιδήμαρχοι του Παρισιού και ούτω καθεξής. […]

Η αναζήτηση, η κατασκευή και η προώθηση ηγετών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μάχης του κράτους για την καταστροφή των κοινωνικών κινημάτων εξέγερσης, τα οποία βασίζονται εγγενώς στη συλλογική και όχι στην εξατομικευμένη λειτουργία. […]

***

Για να συμμετέχεις πραγματικά, για να είσαι ενεργός από-τα-μέσα, πρέπει να τοποθετηθείς στο ίδιο επίπεδο, στην ίδια βάση με όλους τους άλλους, χωρίς διακρίσεις. Τα Κίτρινα Γιλέκα το κατάλαβαν και το προώθησαν αυτό καλά: με ένα κίτρινο γιλέκο όλοι είναι ίδιοι, ισότιμοι, ανεξάρτητα από επάγγελμα, ηλικία ή ενδυμασία. Είτε με κίτρινο γιλέκο, είτε με μαύρο αδιάβροχο, είτε με οποιοδήποτε άλλο ανώνυμο ένδυμα, η θεμελιώδης αρχή είναι ότι ο αγώνας είναι συλλογικός, ότι όλοι είναι ίσοι, χωρίς καμία διάκριση ή ιεραρχία. Όλοι συμμετέχουν στο κίνημα ανάλογα με τις ικανότητές τους και τις περιστάσεις τους. Κανένας ηγέτης, κανείς δεν θέλει να γίνει ηγέτης, απλώς μια οριζόντια, τοπική και ευρεία αυτοοργάνωση.

Χωρίς να επιστρέφουμε στην αυγή των επαναστατικών κινημάτων και να επιμένουμε στα κοινωνικά κινήματα που έχουν συγκλονίσει τη Γαλλία τα τελευταία χρόνια, μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι τα κινήματα εξέγερσης των μαθητών λυκείου, των φοιτητών, των εργατών και των επισφαλών εργαζομένων κάθε είδους και επαγγέλματος θα καταφέρουν να ξεφύγουν από την επιρροή των ομάδων, των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων που θα ήθελαν να τα ελέγχουν και να τα κατευθύνουν.

Τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες «της αριστεράς» έχουν πράγματι διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην καταστολή των λαϊκών εξεγέρσεων των τελευταίων ετών. Αρνούμενα τη σημασία και τη νομιμότητα του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων και εκμεταλλευόμενα τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαδηλώσεων, τα συνδικάτα διατηρούσαν, όπως παραδοσιακά συνήθιζαν, τις διαδηλώσεις τους την Πέμπτη, αρνούμενα να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις του Σαββάτου, την εβδομαδιαία ημέρα διαδηλώσεων που είχαν καθιερώσει τα Κίτρινα Γιλέκα. 

Η δύναμη των εθνικών συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών να επιβάλλουν την ατζέντα των αγώνων τους αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για μεγάλης κλίμακας και αποφασιστικά κοινωνικά κινήματα, όπως η καταπολέμηση της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος του Μακρόν. Καλώντας σε διάσπαρτες ημέρες απεργίας, σε διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε σπαστά χρονικά διαστήματα και χειραγωγώντας το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων και χρησιμοποιώντας άλλα τεχνάσματα, τα συνδικάτα κατάφεραν να εξαντλήσουν και τελικά να καταρρίψουν τα ευρέως υποστηριζόμενα κοινωνικά κινήματα. Όλα αυτά τα μαζικά κινήματα διαμαρτυρίας διέφυγαν από τον έλεγχο των συνδικάτων. Ξεπερνούσαν κατά πολύ τα συνηθισμένα και ακίνδυνα αιτήματα, τα οποία επιτρέπουν στο συνδικάτο, στους ηγέτες του και στα μόνιμα στελέχη του να διαδραματίζουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή στις διαπραγματεύσεις και στους συμβιβασμούς· με δυο λόγια, να διασφαλίζουν τη χρηματοδότηση του οργανισμού τους και να διατηρούν τις θέσεις εργασίας τους ως συνδικαλιστές.

«Θα σαρώσουμε τον παλιό κόσμο»

Αν οι μαθητές λυκείου, όπως οι φοιτητές πανεπιστημίου και οι εργάτες που εξεγείρονται, γνωρίζουν καλά ότι για να διεξαχθεί με επιτυχία ένας αγώνας πρέπει κανείς να οργανωθεί και να εξασφαλίσει τα μέσα για να τον συνεχίσει, γιατί θα ήταν απαραίτητη μια κεντρική οργάνωση; Γιατί όσοι εξεγείρονται ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα να πρέπει να χτίσουν μια πυραμίδα, αναπαράγοντας την ιεραρχική δομή που απορρίπτουν, αντί να πολλαπλασιάζουν τους οριζόντιους δεσμούς, τις διασυνδέσεις και τον συντονισμό των αυτοοργανωμένων ομάδων;

Γιατί, λοιπόν, θα ήταν απαραίτητο να διοχετευθούν και να συγκεντρωθούν όλα τα επιμέρους κινήματα αγώνα προς ένα ενιαίο πρόγραμμα που θα συνόψιζε όλες τις συγκρούσεις και τις ελπίδες; Ή προς εθνικές διαδηλώσεις σε μια καθορισμένη ημερομηνία, αντί να αφήσουμε τους αγώνες να διασπαρούν ελεύθερα στον χώρο με όλες τις πιθανές, φανταστικές και απροσδόκητες μορφές;

Από το κίνημα κατά του εργατικού νόμου το 2016 μέχρι τα Κίτρινα Γιλέκα, περνώντας από τις Εξεγέρσεις της Γης [Les Soulèvements de la Terre] και φτάνοντας μέχρι την εξέγερση των μαθητών λυκείου, όλες αυτές οι εμπειρίες δείχνουν ότι ο πολλαπλασιασμός των ζωνών δράσης, που έχουν τις ρίζες τους σε γνωστά εδάφη, βασισμένες στην τοπική αλληλεγγύη και σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεννόησης, είναι αυτό που κάνει τις Εξουσίες να τρέμουν.

Οι εξεγερμένοι μαθητές λυκείου διακήρυξαν δυνατά ότι θέλουν να είναι οι ίδιοι ενεργοί συμμετέχοντες, δρώντα υποκείμενα και όχι αντικείμενα του πεπρωμένου τους. Αρνήθηκαν να υποταχθούν στις αποφάσεις του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, του Υπουργείου Εσωτερικών ή, ακόμη λιγότερο, σε έναν «αλγόριθμο». Γιατί να συμμορφωθούν και να υποταχθούν σε πολιτικά κόμματα, ακόμη και σε αυτά που αποκαλούνται «Ανυπότακτα», ή σε συνδικάτα που ισχυρίζονται ότι τους εκπροσωπούν και φέρνουν τα αιτήματά τους ενώπιον των αρχών;

Ας ελπίσουμε ότι αυτή η νέα γενιά επαναστατών, που έχει απελευθερωθεί από τα κλουβιά των δομικών αρχών εξουσίας, θέλοντας να είναι υποκείμενα και όχι αντικείμενα του πεπρωμένου τους, δεν θα υποκύψει στις σειρήνες ενός προστατευτικού σπιτιού, ενός ακόμη κλουβιού, στο οποίο πρέπει κανείς να συμπεριφέρεται καλά και να ακούει τον ηγέτη.

————————————————————

Μια ομιλία προς τους διαδηλωτές μαθητών λυκείου, που διανεμήθηκε κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 1998, εξέφραζε ξεκάθαρα τα εξής:

«Πιστεύω ότι αυτό που σε φέρνει στους δρόμους δεν είναι ένα απλό πρόβλημα υλικοτεχνικής υποστήριξης. Πιστεύω ότι αυτό που δεν σου αρέσει στο σχολείο δεν είναι ότι έχει κακή θέρμανση, ότι το φαγητό είναι κακό ή ότι υπάρχουν πάρα πολλοί μαθητές στην τάξη, ακόμα κι αν αυτό προστίθεται στην όλη δυσάρεστη κατάσταση. Αυτό που δεν σου αρέσει στο σχολείο είναι αυτό που δεν μου άρεσε κι εμένα ακόμα και στην ηλικία σου: αυτό που δεν σου αρέσει στο σχολείο είναι… το ίδιο το σχολείο. Είναι η υποχρέωση να περνάς τις μέρες σου εκεί με το πρόσχημα της προετοιμασίας σου για μια «ενεργή ζωή» της οποίας η προοπτική είναι κάθε άλλο παρά συναρπαστική. Αυτό που δεν σου αρέσει στο σχολείο είναι ότι είναι ο προθάλαμος σε έναν κόσμο που δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικός, και μάλιστα μάλλον αποκρουστικός, και ότι, γι’ αυτόν τον λόγο, ούτε το ίδιο το σχολείο είναι ελκυστικό, παρά τις προσπάθειες των πιο καλοπροαίρετων παιδαγωγών.

Γνωρίζεις πολύ καλά ότι το σχολείο, παρά τις εκπαιδευτικές του αξιώσεις, δεν στοχεύει να σε οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη και υπεύθυνη ωριμότητα, αλλά να σε προετοιμάσει να ενταχθείς υπάκουα σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους νόμους του χρήματος και της αλλοτριωμένης εργασίας, και ότι, για αυτόν τον μοναδικό σκοπό, τιθασεύει και αποβλακώνει.

Αλλά ήδη γνωρίζεις από τους γονείς σου ότι η εργασία δεν είναι παιχνιδάκι και ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να προχωρήσεις σε αυτό το χάος. Πιθανότατα υποψιάζεσαι πως η βεβαιότητά σου ότι είσαι μια μικρή ιδιοφυΐα και ότι θα προχωρήσεις ό,τι και να γίνει (μέσω της μουσικής ή των εικαστικών τεχνών, για παράδειγμα, ή μέσω του κυνικού εγωισμού κάποιου που συνθλίβει τους πάντες για να ανέβει ψηλότερα) είναι πιθανό να αντιμετωπίσει σκληρό ανταγωνισμό και ότι πολύ λίγοι από εσάς θα καταφέρετε να είστε κάτι άλλο εκτός από μισθωτοί σκλάβοι, είτε εργαζόμενοι είτε άνεργοι.

Δεν βλέπεις, λοιπόν, πραγματικά το νόημα του σχολείου, εκτός από αυτό το μάλλον δυσάρεστο νόημα που σε προετοιμάζει να αποδεχτείς πειθήνια αυτό το ζοφερό μέλλον. Και αρπάζεις το πρόσχημα της απογοήτευσης για την άθλια κατάσταση των περισσότερων σχολείων και την κατάρρευση του εκπαιδευτικού σώματος (όπως συμβαίνει και με κάθε άλλη “δημόσια” υπηρεσία σε αυτές τις μέρες του θριαμβεύοντος φιλελευθερισμού) για να ξεφύγεις για λίγο από αυτά τα μέρη υποδούλωσης».

— (Ένας βετεράνος, 15 Οκτωβρίου 1998)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Εξεγερμένα σχολεία, εξεγερμένη παιδεία στη Γαλλία: Οι νέοι έχουν σιχαθεί το αστυνομικό κράτος!

Αφήστε ένα σχόλιο