Κείμενο: Ηλίας Παπαγεωργίου (Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ)
«Βλέπω λοιπόν, όταν έχουμε συνέλευση στην Εκκλησία του Δήμου, ότι όσες φορές η πόλη πρόκειται να αποφασίσει κάτι για οικοδομικά, στέλνουν και φέρνουν τους οικοδόμους να τους συμβουλέψουν για τα οικοδομήματα κι όταν πρόκειται για ναυπηγικά, τους ναυπηγούς. Το ίδιο γίνεται και για όλα τα άλλα, όσα πιστεύουν ότι μαθαίνονται και διδάσκονται. Κι αν κάποιος άλλος, που δεν τον νομίζουν εκείνοι τεχνικό, πάει να δώσει γνώμη, κι ας είναι πολύ όμορφος και πλούσιος και από γενιά, δεν τον ακούν καθόλου περισσότερο, αλλά τον κοροϊδεύουν και δημιουργούν θόρυβο, ωσότου ή μόνος του αυτός που επιχειρεί να μιλήσει αποχωρήσει, ζαλισμένος από τον θόρυβο, ή οι τοξότες τον τραβήξουν από το βήμα ή τον βγάλουν έξω με διαταγή των πρυτάνεων. Έτσι λοιπόν φέρονται, όταν πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν τεχνικές γνώσεις. Όταν όμως πρόκειται να σκεφτούν για όσα αναφέρονται στη διακυβέρνηση γενικά της πόλεως, όμοια τότε σηκώνεται και τους δίνει τη γνώμη του και οικοδόμος και χαλκιάς και σκυτοτόμος, έμπορος ή ναυτικός, πλούσιος και φτωχός, ευγενής και άνθρωπος του λαού και κανείς δεν τους μαλώνει γι αυτό».
~Πλάτων, Πρωταγόρας, 319b-319d
Το Σάββατο 13 Ιουνίου έλαβε χώρα η βιβλιοπαρουσίαση του νέου βιβλίου του Αυτολεξεί με κείμενα του Κόλιν Γουορντ (Colin Ward) και τίτλο Αρχιτεκτονική, σχεδιασμός και συμμετοχή. Προς μια μετα-εξουσιαστική πόλη” [1]. Στην ωραία συζήτηση που ακολούθησε έγινε μια τοποθέτηση από τον γράφοντα, πάνω σε μια παρεξηγημένη και συχνά λοιδορούμενη έννοια: τη “γνώση” και πιο συγκεκριμένα την “εξειδικευμένη γνώση”. Το κείμενο αυτό επιχειρεί μια πιο συγκροτημένη τεκμηρίωση των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν εκείνη τη βραδιά.
H εξειδικευμένη γνώση είναι μια έννοια που στα γραπτά του Γουορντ δεν κατονομάζεται σαφώς ως αρνητική. Ωστόσο, κάπου ανάμεσα στις γραμμές των κειμένων του, εμφανίζεται μια λανθάνουσα αμφιβολία για την αξία της. Ακόμα περισσότερο, κι αυτός είναι ο λόγος που γράφεται το κείμενο αυτό, αυτή η λανθάνουσα αμφιβολία εμπεριέχεται στα λόγια και τις πράξεις ενός μέρους του κόσμου των κινημάτων. Ίσως είναι λίγο αμήχανο να ασκεί κανείς κριτική σε μια μόνο πτυχή ενός εξαιρετικού βιβλίου. Όσα γράφει ο Γουορντ για την κλίμακα, την ανάγκη επαφής με το έδαφος [2] ή την αναγκαιότητα για μια αρχιτεκτονική ευαίσθητη, αντικαταναλωτική και προσαρμόσιμη [3] είναι αδιαμφισβήτητα. Το κείμενο αυτό παίρνει αφορμή από κάποιες αποστροφές του λόγου του σχετικά με τη γνώση των ειδικών, για να μιλήσει γενικότερα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στόχος είναι να αποσαφηνιστεί μια παρεξήγηση η οποία συχνά γίνεται βάρος στις αποφάσεις μας.
Σύμφωνα με τα λόγια του Ίλιτς, που αναπαράγει ο Γουόρντ, χρειάζεται να απαλλαγούμε από την “ψευδαίσθηση” πως “η γνώση του μεμονωμένου πολίτη έχει μικρότερη αξία από τη ‘γνωση’ της επιστήμης” [4]. Υπονοείται πως οι “ειδικοί” έχουν αποτύχει και πως η μόνη λύση είναι η παράκαμψή τους: “Αναθέστε την ευθύνη όσο πιο χαμηλά γίνεται” [5]. Η επίκληση στον “κάτοικο” ή “χρήστη” της αρχιτεκτονικής, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον επαγγελματία σχεδιαστή τι είναι καλό και κατάλληλο, εμφανίζεται σε διάφορα σημεία μέσα στα κείμενα [6]. Αν οι μη εξειδικευμένοι πολίτες αναλάβουν περισσότερη πρωτοβουλία στη διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος, οι χωρικές συνθήκες θεωρείται βέβαιο πως θα βελτιωθούν αυτόματα. Το παραπάνω πρόταγμα, ως γενικότερη τάση αυτονομίας είναι πέραν από αναγκαίο. Η εμπειρία μας, ωστόσο, από πραγματικά παραδείγματα δείχνει πως αυτή η αυτόματη επίκληση δεν έχει τόσο βέβαια αποτελέσματα.
Κατ’ αρχάς, δεν είναι τόσο αυτονόητο πως οι κάτοικοι θα φτιάξουν καλύτερα το περιβάλλον τους αν το κατασκευάσουν μόνοι τους. Ο Χέρμαν Χέρτσμπερχερ, αρχιτέκτονας που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον σχεδιασμό κτιρίων που μπορούν να ενσωματώνουν τις παρεμβάσεις των κατοίκων [7], αναφέρει την εμπειρία του από την κατασκευή ενός Κέντρου Γειτονιάς στην πόλη Ντέβεντερ της Ολλανδίας. Το κτίριο είχε σχεδιαστεί ως ένας “δρόμος” τον οποίον θα γέμιζαν με τις παρεμβάσεις τους οι κάτοικοι:
«Αυτή η μελέτη, χαρακτηριστικό προϊόν των αρχών της δεκαετίας του ‘70, δημιουργεί εκ των υστέρων αρκετά ερωτηματικά, τώρα που το αποτέλεσμα έχει αποδειχθεί όχι απόλυτα ικανοποιητικό. Είναι προφανές ότι οι χρήστες δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες μας. Αρκέστηκαν στο να παραγγέλνουν προκατασκευασμένα οικοδομικά στοιχεία, να τα τοποθετούν και να τα βάφουν. Ο ‘φωτεινός δρόμος’ εξελίχθηκε σε άμορφη μάζα […] Η μελέτη αποτελεί μια απεικόνιση του τι συμβαίνει, αν δοθεί υπερβολική ελευθερία στον χρήστη. Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό συγκριτικά με τις χωρικές δυνατότητες που θα μπορούσε να τους είχε προσφέρει ένας αρχιτέκτονας» [8].
Ακόμα περισσότερο δεν είναι καθόλου αυτονόητο πως η πρωτοβουλία των μη ειδικών μπορεί να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Μέσα στο βιβλίο επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ως πρόταγμα ή αντιπρόταση ο εκθειασμός των παραγκουπόλεων σε όλο τον κόσμο [9]. Πράγματι σε κάποιες περιπτώσεις το περιβάλλον των αυθαίρετων οικισμών είναι ευχάριστο και ανθρώπινο. Τι γίνεται, όμως, όταν το αρχικό κτίσμα επεκταθεί εξ αιτίας των αναγκών; Πώς διαμορφώνεται το περιβάλλον και ο οικισμός όταν τα παιδιά των κατοίκων κάνουν παιδιά; Ας δούμε για παράδειγμα το Πέραμα, μια συνοικία αυθαιρέτων που χτίστηκε στη δεκαετία του ’70 και της οποίας τα κτίσματα εκθειάστηκαν ως “αληθινά ποιήματα αρχιτεκτονικής: καθαρά ελληνικής από όπου μπορεί να αντλήση κανείς διδάγματα για το αρχέγονο και πρωτόγονο” [10]. Αν σήμερα αντικρίσει κανείς το Πέραμα από τη Σαλαμίνα, θα απογοητευτεί. Τα μικρά σπίτια μετεξελίχθηκαν και γιγαντώθηκαν. Στα ίδια μικρά οικόπεδα χτίστηκαν εξαώροφες πολυκατοικίες που στερούνται κάθε αίσθησης φωτός, αέρα, θέας ή προσανατολισμού στο ευρύτερο περιβάλλον.
Ευτυχώς ή δυστυχώς η γνώση δεν προκύπτει μόνο από την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών, αλλά γεννιέται ως απόσταγμα από την εμπειρία της ζωής και την προβολή της στο μέλλον. Όταν φτιάχνουμε τις “καβάντζες” μας στην παραλία, κάτω από τα δέντρα, όλα είναι εύκολα (ούτε τότε δεν είναι και το ξέρουμε καλά). Οι τέντες μας, όμως, θα φύγουν στο τέλος του καλοκαιριού. Τι γίνεται όταν οι ανάγκες κατοίκησης και συγκατοίκησης είναι πιο μόνιμες και διαρκούν; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα απαντάει μια επιστήμη, η Πολεοδομία, που μεριμνά γι’ αυτήν ακριβώς την προβολή στο μέλλον. Πρόκειται για μια κατεξοχήν πολιτική επιστήμη καθώς οι αποφάσεις για την πόλη καθορίζουν σε ποια περιοχή κατοικούμε, τι χαρακτήρα έχει αυτή η περιοχή, πώς προσεγγίζεται… ζητήματα που έχουν άμεση επίδραση στις ζωές μας. Η βαρύτητα των αποφάσεων δημιουργεί μια καχυποψία για την πολεοδομία καθεαυτή. Ο Γκυ Ντεμπόρ για παράδειγμα γράφει πως “η πολεοδομία είναι η σύγχρονη εκπλήρωση του αδιάπτωτου καθήκοντος προστασίας της ταξικής εξουσίας” [11]. Φράσεις σαν αυτήν ωστόσο περιγράφουν μία μόνο πλευρά των πραγμάτων.
Αυτό που βιώνουμε στις σύγχρονες ελληνικές πόλεις, στην Αθήνα για παράδειγμα, δεν είναι η καταστολή του σχεδιασμού των ειδικών (που όντως υπάρχει σε αρκετές περιπτώσεις) αλλά κυρίως τα αποτελέσματα της παντελούς απουσίας πολεοδομικού σχεδιασμού. Ελάχιστοι χώροι έχουν σχεδιαστεί από “ειδικούς” τους τελευταίους δύο αιώνες. Όλες οι συνοικίες του κέντρου (Παγκράτι, Καλλιθέα, Κυψέλη, Πατήσια…) δεν σχεδιάστηκαν από πολεοδόμους αλλά από κτηματίες που πούλαγαν οικόπεδα.
«Τα σχέδια των επεκτάσεων δεν τα εξεπόνει πάντοτε η υπηρεσία Δημοσίων Έργων. Τα είχον έτοιμα οι ενδιαφερόμενοι κτηματίαι. Και, επί αρκετόν διάστημα, επώλουν επί τη βάσει αυτών εις μικράς, σχετικώς, τιμάς οικόπεδα εκτός σχεδίου πόλεως. Κατόπιν δε, διά των αγοραστών, οίτινες είχον ανάγκην νομιμοποιήσεώς των δια να κτίσουν, τα υπέβαλλον εις το υπουργείον και, διά πολιτικών μέσων επετύγχανον την έγκρισίν των […] Ευνόητον είναι ότι, εφ όσον αι επεκτάσεις του σχεδίου της πόλεως εγίνοντο με αποκλειστικόν σκοπόν την εξυπηρέτησιν ιδιωτικών συμφερόντων, ουδεμία σοβαρά πρόβλεψις υπήρξεν εις αυτάς διά την εξασφάλισιν χώρων κοινής ωφελείας. Εις την τεραστίαν έκτασιν του συνοικισμού της Καλλιθέας, μία μόνο πλατεία προεβλέφθη» [12].
Ακόμα και σήμερα το ίδιο γίνεται, τόσο από τους “πάνω” όσο και από τους “κάτω”. Μήπως κάποτε πρέπει να αναγνωρίσουμε την αναγκαιότητα της γνώσης ως αποστάγματος εμπειρίας και να μην ξεκινάμε κάθε φορά από την αρχή; Αν αντιπαραθέσουμε τον “ναρκισσισμό του σχεδιασμού” [13] με τον “ναρκισσισμό της αφέλειας” δεν είναι βέβαιο ποιος επιβαρύνει το περιβάλλον περισσότερο.
Ο Γουορντ υποστηρίζει πως “το μεγαλύτερο μέρος του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που έχει διασωθεί από την προ-βικτωριανή εποχή, και που το πλήθος προσέρχεται για να θαυμάσει, δεν το άγγιξαν ποτέ επαγγελματίες σχεδιαστές – εκτός ίσως για να το καταστρέψουν”. Πράγματι αυτό ισχύει εν μέρει. Αγνοεί, ωστόσο, ή δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις περιγραφές του Ένγκελς για τους οικισμούς του Μάντσεστερ στο “Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία” [14] (βιβλίο που γράφτηκε το 1847, και περιγράφει οικισμούς πριν από τη βικτωριανή περίοδο που αρχίζει το 1837) με τις άθλιες συνθήκες κατοίκησης σε κτίρια και οικισμούς που σίγουρα δεν τους άγγιξαν ποτέ επαγγελματίες σχεδιαστές. Μόνο η ανάγνωση των λεπτομερών περιγραφών αυτής της αθλιότητας απαιτεί γερά νεύρα και πέτρινο στομάχι. Αυτές ακριβώς τις άθλιες συνθήκες ήρθε να εξαλείψει η μοντέρνα πολεοδομία, όσο κι αν απέτυχε δημιουργώντας άλλα προβλήματα που είχαν σχέση με την κοινωνική ζωή που δεν μπορούσε να αναπτυχθεί στις νέες πόλεις. Είναι προφανές πως ακόμα και οι ειδικοί κάνουν λάθη. Μέσα από αυτά τα λάθη μαθαίνουμε όμως και η εμφάνιση τέτοιων λαθών δεν συνεπάγεται την απαξίωση της γνώσης καθεαυτής αλλά την προσπάθεια ελέγχου και εμπλουτισμού της. Η αυτοκριτική –ακόμα και μιας ολόκληρης επιστημονικής κοινότητας– αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση για την εξέλιξη της γνώσης.
Αιωρείται, ανάμεσα στα λόγια του Γουορντ, αλλά και του κόσμου ευρύτερα, ο μύθος της “Αρχιτεκτονικής χωρίς Αρχιτέκτονες” [15]. Πρόκειται για μια φράση που γεννήθηκε εξ αιτίας της ομώνυμης έκθεσης που επιμελήθηκε ο Ρουντόφσκι το 1964 [16], η οποία καταγράφει παραδείγματα ανώνυμης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής σε όλον τον κόσμο εξαιρετικής ομορφιάς και ποιότητας που υποτίθεται πως δεν φτιάχτηκαν από ειδικούς. Η πρόσφατη αρχαιολογική και ανθρωπολογική έρευνα, ωστόσο, τείνει να δείξει πως σε κάθε εποχή και πολιτισμό υπήρξε κάποιου είδους καταμερισμός εργασίας με βάση τη γνώση [17]. Κάποιος ήξερε να κατασκευάζει και να επινοεί κτίσματα καλύτερα από τους άλλους. Υπάρχουν παραδείγματα προϊστορικών οικισμών πολύ μεγάλης κλίμακας που συνδυάζουν ταυτόχρονα μια σαφώς εξισωτική διάθεση με ιδιαίτερους πολεοδομικούς σχηματισμούς που ξεπερνούν τις μεμονωμένες άμεσες ανάγκες και αποκαλύπτουν πίσω τους ένα ή περισσότερα μυαλά που σκέφτονται για το μέλλον [18]. Αν παρακολουθήσουμε άλλωστε, την εξέλιξη των τύπων της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής θα συνειδητοποιήσουμε πως έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα μακρόχρονων πειραματισμών, αλλαγών, βελτιώσεων αλλά και πολιτισμικών ανταλλαγών που καθόλου αυτονόητες δεν είναι.
Ίσως οι δημιουργοί τους να μην ονομάζονταν Αρχιτέκτονες με κεφαλαίο Α, λέξη που, μετά την αρχαιότητα, έπαψε να χρησιμοποιείται άλλωστε και επανήλθε τους τελευταίους αιώνες. Ήταν όμως “μάστορες” που δεν ενδιαφέρονταν μόνο για το κατασκευαστικό τμήμα της τέχνης τους. Η προέλευση της λέξης “μάστορας” είναι ενδεικτική: Λέξεις όπως το αγγλικό Master, το γερμανικό Meister, το ολλανδικό Meester, το ιταλικό Maestro, το γαλλικό Maître ή το βουλγαρικό Μайстор μας οδηγούν σε μια κοινή προέλευση: το λατινικό Magister [19] που σημαίνει Μέγιστος και είναι τίτλος τιμής. Ο Magister Navis ήταν ο Ναύαρχος μιας Ρωμαϊκής Γαλέρας. Ο Magister Operarum ήταν ο γενικός επιβλέπων ενός τεχνικού έργου [20]. Οι Μαϊστορες ή Μαγίστορες, οι επικεφαλείς των ισναφιών (και πρόγονοι των σημερινών μαστόρων) προέρχονται από την ίδια ρίζα. Αν μελετήσουμε τον τρόπο που λειτουργούσαν τα ισνάφια ή συνάφια, οι παραδοσιακές συντεχνίες δηλαδή, συνειδητοποιούμε πως η γνώση δεν προέκυπτε αυτονόητα αλλά μεταδίδονταν και κατακτιόταν μέσα από μια μακροχρόνια και επίπονη διαδικασία που απαιτούσε εμπλοκή και αφοσίωση [21]. Ο ίδιος ο Γουορντ, άλλωστε, αναφέρεται στους αγρότες της Κέρρυ στην Ιρλανδία οι οποίοι “μπορούσαν να συζητούν για ώρες τις αναλογίες ενός νέου κτιρίου – πόσο ψηλό έπρεπε να είναι το σπίτι, αν θα είχε ένα συγκεκριμένο μήκος, πόσες δοκούς θα έπρεπε να έχει για να φαίνεται όμορφο…” [22]. Η μέριμνα και η φροντίδα για τα πράγματα, μπορεί να μην ταυτίζεται με ένα “πτυχίο”, αλλά εμπεριέχει μέσα της μακρόχρονη καλλιέργεια και εξάσκηση που δεν αποκτάται μόνο με το διάβασμα ενός βιβλίου. Το πλάνισμα ενός ξύλου, μια χειρουργική τομή ή ο σχεδιασμός ενός κτιρίου συνιστούν “γνώση” που ταυτίζεται με ενσώματες δεξιότητες που αποκτούνται σε βάθος χρόνου, με πολύ κόπο και δεν είναι καθόλου αυτονόητες.
Ας αναδείξουμε, λοιπόν την αξία των ειδικών, όχι ως ξεχωριστών και απομονωμένων από την κοινωνία ατόμων. Το στερεότυπο αυτό έχει εκ των πραγμάτων καταρρεύσει σε πολλές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι αρχιτέκτονες σήμερα πασχίζουν καθημερινά να κάνουν καλά τη δουλειά τους σε αντίξοες συνθήκες. Συνεργάζονται με εργοδότες όλων των ειδών – καλούς, κακούς, δύσκολους, βολικούς, πλούσιους και φτωχούς – και σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν ακριβώς ως “υποστηρικτές” ή ως “έμπειροι κατανοητές που δίνουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα να επεξεργάζονται τα προβλήματά τους” [23]. Ο Τζανκάρλο ντε Κάρλο (Giancarlo de Carlo) αν και αναφέρεται από τον Γουορντ πως πίστευε πως “οι χρήστες των κτιρίων πρέπει να ‘επιτεθούν’ στο κτίσμα για να το κάνουν δικό τους” [24], στην πράξη ακολουθούσε πολύ πιο λεπταίσθητες διαδικασίες προσέγγισης των μελλοντικών κατοίκων. Κατά τη διάρκεια του συμμετοχικού σχεδιασμού του συγκροτήματος κατοικιών στο Τέρνι, ο αρχιτέκτονας δεν “άκουγε” μόνο τις επιθυμίες των κατοίκων, αλλά τους παρουσίαζε δυνατότητες, ώστε να συνειδητοποιήσουν τις επιλογές που μπορούσαν να κάνουν [25].
Μέσα στο βιβλίο αναφέρονται κι άλλα παραδείγματα αντίστοιχων μεθόδων. Για παράδειγμα ο Λουσιέν Κρολ (Lucien Kroll) υποστήριζε πως χρειάζεται να παρουσιάζεται στους κατοίκους εξ αρχής ένας προϋπολογισμός ώστε να μπορούν να κάνουν επιλογές που να οδηγούν σε αποφάσεις πάνω στις προτεραιότητες και τους στόχους ενός έργου [26]. Εξίσου αξιόλογο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του άγγλου αρχιτέκτονα Βάλτερ Σήγκαλ (Walter Segal) που σχεδίασε ένα πρωτότυπο σύστημα ξύλινης κατασκευής το οποίο κατασκευαζόταν από επαγγελματίες ξυλουργούς και στο οποίο μπορούσαν οι κάτοικοι να παρέμβουν ανάλογα με τις ανάγκες τους [27]. Η ξύλινη κατασκευή πράγματι δίνει αυτή τη δυνατότητα, καθώς είναι εύκολα διαχειρίσιμη, τουλάχιστον δευτερογενώς – όταν έχουν επιλυθεί τα στοιχειώδη ζητήματα στατικότητας και στεγάνωσης. Όλα τα παραπάνω παραδείγματα μας δίνουν νύξεις για μια ιδιαίτερη συνεργασία ειδικών και μη ειδικών. Ο Καστοριάδης έχει διατυπώσει το πρόταγμα με εξαιρετική σαφήνεια:
«H κατάργηση της διαίρεσης και του ανταγωνισμού μεταξύ ειδικών και μη ειδικών δεν σημαίνει προφανώς την εξαφάνιση της διαφοράς τους. Η αυτοδιοίκηση δεν αξιώνει να παραγνωρίζομε, να μη λογαριάζομε καθόλου την αρμοδιότητα και την ειδικευμένη ‘γνώση’, παντού όπου υπάρχουν και έχουν νόημα. Εντελώς το αντίθετο. (Στην πραγματικότητα, στη σημερινή κοινωνική δομή είναι που δεν τις υπολογίζουν, και οι αποφάσεις που παίρνονται, εξαρτώνται πρώτα πρώτα από τη διαμάχη ανάμεσα στις κλίκες και τις φατρίες, που η κάθε μια τους χρησιμοποιεί τους ‘δικούς της’ ειδικούς για σκοπούς δικαιολογίας και κάλυψης). Οι ειδικοί δεν εξαλείφονται ως τέτοιοι. Για να περιοριστούμε στην περίπτωση του εργοστασίου, τεχνικοί, μηχανικοί, λογιστές κλπ ανήκουν στην κοινότητα. Μπορούν και πρέπει να ακούγονται και ως μέλη της κοινότητας και ως κάτοχοι ειδικής τεχνικής ικανότητας. Μια γενική συνέλευση είναι απολύτως σε θέση να ακούσει ένα μηχανικό που της λέει: ‘Αν θέλετε το Α, οι μόνοι τρόποι που ξέρω για να το κατασκευάσετε είναι ο Χ και ο Ψ · και σας υπενθυμίζω ότι η εκλογή του Χ θα έχει ως συνεπακόλουθο το Ω, η εκλογή του Ψ θα έχει ως συνεπακόλουθα το Τ και Φ’. Όμως στη συνέλευση, και όχι στον μηχανικό, απόκειται να αποφασίσει να κατασκευάσει ή να μην κατασκευάσει το Α, και να διαλέξει ανάμεσα στο Χ και το Ψ. Ασφαλώς ενδεχόμενο να απατάται. Μα θα της ήταν δύσκολο να απατηθεί πιο πολύ από όσο, π.χ. η Panamerican Airways, της οποίας η διεύθυνση, στηριζόμενη στην πραγματογνωμοσύνη εκατοντάδων τεχνικών, στατιστικών, θεωρητικών των πληροφοριών, οικονομετρών, ειδικών της οικονομίας των μεταφορών κ.λπ., αρκέστηκε να πάρει ως ισχύουσα και για το μέλλον την καμπύλη της ζήτησης αεροπορικών μεταφορών του 1960 –σφάλμα που δεν θα το έκανε ένας πρωτοετής φοιτητής μέσης διανοητικότητας– για να καταλήξει σε μια σχεδόν χρεοκοπία από την οποία χρειάστηκε να τη σώσει η αμερικανική κυβέρνηση». [28]
Δυστυχώς σπάνια στις μέρες μας η διαδικασία της κατασκευής συνδέεται με κάποια κοινότητα και ακόμα πιο σπάνια λειτουργεί ως δημιουργός της. Για αυτό, όμως, δεν ευθύνονται οι ειδικοί· είναι χαρακτηριστικό των καιρών γενικότερα και το ζήτημα αφορά όλη την κοινωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθούμε να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την ύπαρξή της.
Ας κρατήσουμε την αναγκαιότητα για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που να αξίζει να ζούμε και να αναπτυσσόμαστε μέσα του και ας δούμε πώς μπορεί η εξειδικευμένη γνώση, σε συνεργασία με την κοινότητα, να συμβάλει σε αυτό [29].
——————————————–
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1]Η παρουσίαση έγινε στο Πάρκο Ναβαρίνου και μίλησαν ο Νίκος Αναστασόπουλος, που έγραψε το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου, και ο Γιάβορ Ταρίνσκι που έκανε την επιλογή των κειμένων.
[2]Ward, Colin, Αρχιτεκτονική, σχεδιασμός και συμμετοχή. Προς μια μετα-εξουσιαστική πόλη, Αθήνα: Αυτολεξεί, 2026, σελ 87.
[3]Ward, σελ. 42.
[4]Ward, σελ. 29. Το πρωτότυπο απόσπασμα είναι από το: Ίλιτς, Ιβάν, Εργαλεία για την καλή ζωή, Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2021.
[5]Ward, σελ. 32. Τα λόγια είναι του William Tatton–Brown.
[6]Ward, σελ. 47, 84 και αλλού.
[7]Ward, σελ. 45.
[8]Hertzberger, Herman, Μαθήματα για σπουδαστές της αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Πανεπιστημιακές εκδόσεις ΕΜΠ, 2002, σελ. 112.
[9]Ward, σελ 47, 85. Αναφέρεται κυρίως στο έργο του Τζων Τέρνερ (John Turner).
[10]Φασιανός, Αλέκος, “Η άλλη Αθήνα, η παράνομη”, Καθημερινή 28/11/1976, σελ. 6.
[11]Debord, Guy, Η κοινωνία του θεάματος, [1972], Αθήνα: Διεθνής βιβλιοθήκη, 2000, σελ. 135.
[12]Κώστας Μπίρης, Αι Αθηναι από του 19ου εις τον 20ον αιώνα, Αθήνα: Μέλισσα, 1995 [πρώτη έκδοση 1966], σελ. 274-275.
[13]Ward, σελ. 33.
[14]Ένγκελς, Φρίντριχ, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, τόμοι 1,2, Αθήνα: Δημιουργία, 1985, Τόμος 1, σελ. 67-137.
[15]Ward σελ 40.
[16]Rudofsky Bernard, Architecture without Architects, New York: The Museum of Modern Art, 1964.
[17]Graeber, David, Wengrow, David, Η αυγή των πάντων. Μια καινούρια ιστορία της ανθρωπότητας, Αθήνα: Διόπτρα, 2021, σελ. 447.
[18]Graeber και Wengrow, ο.π. σελ. 360.
[19]Ανδριώτης, Ν, Π, Ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 1983, σελ. 201.
[20]Παπαγεωργίου, Ηλίας, Η αρχιτεκτονική ως πεδίο συνύπαρξης, Αθήνα: Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2020, σελ. 53.
[21]Χατζημιχάλη, Αγγελική, Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι συντεχνίες.Τα ισνάφια, Αθήνα: 1953.
[22]Ward, σελ. 40. Το κείμενο είναι του J.M. Synge.
[23]Ward, σελ. 52.
[24]Ward, σελ. 102.
[25]https://ekphrasis.it/en/giancarlo-de-carlo-architecture-for-the-community/.
[26]Ward, σελ. 87.
[27]Ward, σελ. 48 και 90.
[28]Καστοριάδης, Κορνήλιος, Ουγγρική Επανάσταση 1956, Αθήνα: Ύψιλον, 1980, σελ. 47.
[29]Πηγή εισαγωγικής εικόνας: Giancarlo de Carlo, Συγκροτημα κατοικιών Ματεότι στο Τέρνι της Ιταλίας.