Χρυσή Αυγή και η ποινική καταστολή: Στρατηγική διάσταση για το κίνημα

0

Κείμενο: Αντώνης Χ.

Η συζήτηση γύρω από το εφετείο της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής ξεπερνά την απλή ηθική καταδίκη μιας εγκληματικής και φασιστικής οργάνωσης. Η πολιτική και ηθική καταδίκη της παραμένει αδιαπραγμάτευτη και το παρόν κείμενο επικεντρώνεται στην ανάλυση της στρατηγικής σημασίας της ποινικής καταστολής για τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Θέτει όμως το ερώτημα αν η ενίσχυση του ποινικού μηχανισμού αποτελεί συμβατό και στρατηγικά ωφέλιμο εργαλείο για ένα χειραφετητικό κίνημα. Αφορά επομένως τον τρόπο με τον οποίο το κίνημα τοποθετείται απέναντι στο ποινικό δίκαιο, στον μηχανισμό της αστικής δικαιοσύνης και στη λογική της καταστολής ως εργαλείου κοινωνικής ρύθμισης. Πρόκειται για ζήτημα στρατηγικής και όχι μόνο πολιτικής συγκυρίας.

Οι νομικές καταδίκες και οι θεσμικές αλλαγές συχνά προκύπτουν μέσα από μακρόχρονους κοινωνικούς αγώνες και πιέσεις. Από το εργατικό δίκαιο μέχρι σύγχρονες υποθέσεις έμφυλης βίας, πολλές θεσμικές εξελίξεις αποτελούν προϊόν συλλογικών διεκδικήσεων. Υπό αυτή την έννοια, μπορούν να θεωρηθούν πραγματικές κοινωνικές κατακτήσεις των από-τα-κάτω. Ωστόσο, στον δημόσιο λόγο εμφανίζονται συχνά δύο αντίρροπες και εξίσου προβληματικές προσεγγίσεις: από τη μία πλευρά μια νομικιστική αντίληψη που αντιμετωπίζει τους νόμους ως αυθύπαρκτες λύσεις, αποκομμένους από τους κοινωνικούς αγώνες που τους παρήγαγαν και από την άλλη πλευρά μια στενή αντιθεσμική στάση που θεωρεί κάθε θεσμική μεταβολή εκ των προτέρων κυριαρχική και αντιδραστική. Η πραγματικότητα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις. Οι νόμοι δεν προκύπτουν αυτόνομα αλλά ούτε αποτελούν ουδέτερα εργαλεία. Διαμορφώνονται μέσα σε συσχετισμούς δύναμης και ενσωματώνουν –συχνά μερικώς και παραμορφωμένα– τις πιέσεις που ασκούν τα κινήματα.

Παράλληλα, η απαίτηση για «καταδίκη με αυστηρές ποινές» είναι αδύνατον να λειτουργεί απομονωμένα. Το ποινικό δίκαιο εφαρμόζει κανόνες γενικά και σταθερά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας προθέσεις. Παράγει δεσμευτική νομολογία και ερμηνευτικά προηγούμενα. Κάθε αυστηροποίηση, κάθε διεύρυνση ποινικών εννοιών, κάθε αποδοχή ευρείας καταστολής, μετατρέπεται σε εργαλείο γενικής χρήσης. Και ιστορικά αυτό το εργαλείο στρέφεται πολύ συχνότερα όχι απέναντι στην ακροδεξιά αλλά πρωτίστως απέναντι στο οργανωμένο κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνιστικό κίνημα, σε συλλογικότητες και συνολικά στον ριζοσπαστικό χώρο. Η αναφορά αυτή είναι κάθε άλλο παρά εξίσωση πολιτικών συλλογικοτήτων με εγκληματικές οργανώσεις. Αντιθέτως αποσκοπεί στην ανάδειξη της ελαστικότητας των ποινικών εννοιών και της δυνατότητάς τους να στραφούν εναντίον διαφορετικών μορφών πολιτικής δράσης ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Η ΧΑ δικάζεται επειδή εντάχθηκε νομικά στην κατηγορία της «εγκληματικής οργάνωσης» και σε επιμέρους ποινικά αδικήματα όχι επειδή είναι φασιστική. Το ποινικό δικαστήριο αξιολογεί τυποποιημένες συμπεριφορές και όχι ιδεολογίες. Αυτή η τυπικότητα αποτελεί δομικό στοιχείο του αστικού δικαίου και ακριβώς γι’αυτό η ενίσχυσή της επεκτείνει τη χρήση της πέρα από τον αρχικό «εχθρό». Η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης για παράδειγμα είναι εξαιρετικά ελαστική. Βασίζεται σε αόριστα κριτήρια (δομή, διάρκεια, σκοπός, καταμερισμός ρόλων) τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν σε πολιτικές συλλογικότητες, δίκτυα αγώνα και μορφές κινηματικής οργάνωσης. Κάθε επιβεβαίωση αυτής της ερμηνευτικής ευρύτητας σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο ενισχύει τη δυνατότητα ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης στο μέλλον.

Η κριτική στο ποινικό σύστημα αφορά άμεσα τη στάση απέναντι στα θύματα της φασιστικής βίας. Η αναγνώριση του πόνου και της απώλειας διαχωρίζεται από την αποδοχή της φυλακής ως μοναδικής μορφής δικαίωσης, καθώς η ποινική τιμωρία αδυνατεί να περιορίσει κοινωνικά τη βία και να ανακόψει τη δομική αναπαραγωγή της. Η κοινωνική αποκατάσταση προϋποθέτει βαθύτερους μετασχηματισμούς.

Όταν τα κινήματα επενδύουν μονοσήμαντα και κατεξοχήν στη φυλακή, στις βαριές ποινές και στην παραδειγματική τιμωρία, αποδέχονται έμπρακτα τη βασική ιδεολογία του ποινικού συστήματος: ότι τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα επιλύονται μέσω καταστολής και εγκλεισμού. Νομιμοποιούν τη φυλακή ως «λύση» και το δικαστήριο ως τελικό ρυθμιστή των κοινωνικών συγκρούσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η κρατική αξίωση μονοπωλίου πάνω στη δικαιοσύνη, την ηθική και τη δημόσια τάξη. Η «δικαιοσύνη» αναλαμβάνει τότε ρόλο τελικού ρυθμιστή συγκρούσεων που στην πραγματικότητα έχουν κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Βεβαίως, η ιστορική καταδίκη της Χρυσής Αυγής προέκυψε μέσα από μία πιο περίπλοκη διαδικασία και μία μακρόχρονη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση: μαζική απονομιμοποίηση, αντιφασιστική παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στους δρόμους και όχι μόνο από εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα. Έτσι, το δικαστήριο λειτούργησε εκ των υστέρων, επικυρώνοντας μια ήδη συντελεσμένη κοινωνική ήττα. Η έμφαση στην κοινωνική σύγκρουση αποτελεί ιστορικά επαληθευμένη πρακτική και θεμελιωμένο πολιτικό προσανατολισμό πέρα από θεωρητικές αφαιρέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση είναι ασήμαντη. Σημαίνει όμως ότι η καθοριστική μεταβολή στους συσχετισμούς είχε ήδη παραχθεί στο κοινωνικό πεδίο.

Σε τέτοιες διαδικασίες, οι κυρίαρχοι θεσμοί τείνουν συχνά να απορροφούν τους κοινωνικούς αγώνες, μεταφράζοντάς τους απλώς σε νομικές ρυθμίσεις που περιορίζουν ή αναπλαισιώνουν τους αρχικούς τους στόχους. Όταν το βάρος επιχειρείται να μεταφερθεί από τη συλλογική δύναμη στην κρατική διαχείριση, το κίνημα κινδυνεύει να μετατραπεί από ενεργό υποκείμενο κοινωνικής σύγκρουσης σε διαρκή αιτούντα θεσμικής προστασίας.

Για το κράτος, η παραπομπή της ΧΑ στη δικαιοσύνη συνιστούσε αναδιάταξη της κρατικής στρατηγικής και μετασχηματισμό των μηχανισμών διαχείρισης της κρίσης παρά επιβεβαίωση κάποιας «δικαίωσης του κράτους δικαίου». Όταν η πολιτική διαχείριση αποτυγχάνει ενεργοποιείται η ποινική. Η ποινική καταδίκη μπορεί να αξιολογηθεί ως συγκυριακή επιτυχία χωρίς να μετατρέπεται σε στρατηγικό πρόταγμα. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία ώστε μια στιγμιαία νίκη να μη μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική γραμμή.

Το αίτημα αυστηρής καταδίκης στο εφετείο, επομένως, δεν μπορεί να ταυτιστεί αυτόματα με στρατηγική ενίσχυση των θέσεων μάχης του κινήματος. Μπορεί ταυτόχρονα να συμβάλλει:

  • στην ενίσχυση της νομολογιακής ισχύος κατασταλτικών εννοιών,
  • στην κοινωνική αποδοχή της αυστηροποίησης,
  • στην εδραίωση της ιδεολογίας της τιμωρίας ως βασικής απάντησης σε κοινωνικά προβλήματα,
  • και στη διεύρυνση της ποινικής διαχείρισης πολιτικών συγκρούσεων.

Παράλληλα, καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η απαγόρευση, η καταδίκη και η φυλάκιση αρκούν για να εξαφανίσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο που γεννιέται από υλικές ανισότητες, κρίσεις εκπροσώπησης, ιδεολογική ηγεμονία και κρατική ανοχή.

Ο φασισμός διαλύεται, τελικά, όταν χάνει κοινωνική βάση, πολιτική χρησιμότητα και ιδεολογική απήχηση, όχι απλώς επειδή θεωρείται παράνομος. Η ήττα του γίνεται εμφανής όταν συγκρούεται με κινήματα που παράγουν δικούς τους θεσμούς, αξίες και μορφές συλλογικής ζωής. Όταν καθίσταται κοινωνικά ασύμβατος. Η κριτική στο ποινικό σύστημα συνοδεύεται από σαφή πολιτική κατεύθυνση: ενίσχυση της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, σταθερή αντιφασιστική παρουσία, συγκρότηση συλλογικών δομών αλληλεγγύης και πολιτισμικής αντιηγεμονίας. Πρόκειται για συγκεκριμένες πρακτικές και όχι για γενικόλογες διακηρύξεις.

Η πολιτική αυτονομία ενός κινήματος μετριέται από την ικανότητά του να συγκρούεται χωρίς να ενσωματώνεται στους μηχανισμούς καταστολής και από το κατά πόσο μετατρέπει τη δική του ηθική αγανάκτηση σε κοινωνική δύναμη αντί για κρατική ποινική εξουσία. Κάτι μπορεί να είναι συγκυριακά ωφέλιμο και ταυτόχρονα στρατηγικά αποδυναμωτικό. Η ένταξή του στο πρόταγμά μας απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση. Η επιμονή στην καταστολή, ακόμη και «για καλό σκοπό», καταλήγει συχνά να ενισχύει εκείνον που τη διαχειρίζεται: το κράτος. Και αυτό, ιστορικά, στρέφεται πάντοτε εναντίον των από τα κάτω.

Υ.Γ.: Η πιθανότητα κακόπιστης παρερμηνείας δεν αναιρεί την ανάγκη στρατηγικής ανάλυσης. Η κριτική σκέψη διατηρεί την αξία της ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αντίπαλο.

Αφήστε ένα σχόλιο