Δημοσιευμένο στο lundimatin#482, την 1η Ιουλίου 2025. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Αντώνης Χ.
Ακολουθεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου που επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί και πώς η αριστερά -δηλαδή η θεσμική αριστερά- κατέστη εκ νέου μια αξιόπιστη υπόθεση για πολλούς ανθρώπους των οποίων οι προσδοκίες υπερβαίνουν εκείνες μιας πιο ήπιας αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού. Πρόκειται για ένα ερώτημα που ο συγγραφέας επιχειρεί ταυτόχρονα να αντιστρέψει: Πού έχει χαθεί η ανατρεπτική και επαναστατική δύναμη που, έως το 2016, εκδηλωνόταν με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις στους δρόμους; Μήπως πλέον ονειρεύεται το Νέο Λαϊκό Μέτωπο;[1] [2]
«Ο δρόμος μας είναι μακρύς και αφήνει ίχνη, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι ορατά προς το παρόν ή αγνοούν και περιφρονούν το μονοπάτι μας».
~Υποδιοικητής Μάρκος
Εισαγωγή
Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυκλοφορία του βιβλίου Η συμμορία (La Meute)[3] έχει πυροδοτήσει μια διαμάχη στα μέσα ενημέρωσης γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise – LFI)[4]: τον αυταρχικό της χαρακτήρα, τη θέση του μεγάλου αρχηγού Μελανσόν, το ενδεχόμενο -ή την αδυναμία- μιας ένωσης των αριστερών δυνάμεων κ.ο.κ. Τίποτα το απρόσμενο από την πλευρά των ελίτ και των μέσων τους: κάθε αφορμή είναι καλή για να πλήξουν τον εκάστοτε «νούμερο ένα εχθρό».
Στο εσωτερικό της αριστεράς, ωστόσο, από αυτή τη συγκυρία αναδύθηκαν ορισμένες σαφώς πιο ουσιαστικές συζητήσεις: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις μορφές οργάνωσης και τις πολιτικές στρατηγικές, ποια μέσα προδιαγράφουν ποια αποτελέσματα, πώς συγκροτούνται ή αποσυντίθενται οι σχέσεις ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τον αυταρχισμό[5] κ.λπ.
Δυστυχώς σε όλες αυτές τις συζητήσεις, όπως σχεδόν πάντα, ένα μεγάλο κομμάτι του στρατοπέδου της χειραφέτησης παραμένει περιθωριοποιημένο: οι υπέρμαχοι-ες της επανάστασης, του-ι-ς οποίου-ε-ς θα μπορούσαμε να ορίσουμε για την ώρα συνοπτικά ως εκείνου-ε-ς που θέτουν το ζήτημα της επανάστασης τόσο στο επίπεδο της σκέψης όσο και στο επίπεδο της πράξης[6]. Τα Κίτρινα Γιλέκα, οι αυτόνομοι, οι εξεγερμένοι-ες του Nahel, οι αναρχικοί-ές, οι φεμινίστριες, οι αντιρατσιστές, οι συνδικαλίστριες, οι κουίρ επαναστάτριες… Αυτοί οι άνθρωποι που εδώ και χρόνια δίνουν σάρκα και οστά στον επαναστατικό αγώνα στο πεδίο είναι σχεδόν όλοι (χωρίς καμία έκπληξη) απόντες από τον πολιτικό σχολιασμό, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς. Το πιο παράδοξο όμως είναι αλλού: είναι σιωπηλοί. Σιωπηλοί απέναντι στη «Συμμορία», απέναντι στην Ανυπότακτη Γαλλία, απέναντι στην επιστροφή της αριστεράς, απέναντι στα ερωτήματα για τη συνέχεια των εξεγέρσεών μας κ.λπ. Και αυτή η σιωπή διαρκεί εδώ και αρκετά χρόνια.
Μια σιωπή που έρχεται σε έντονη αντίθεση με όσα διαδραματίστηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκε σε πολλές χώρες μια νέα γενιά που έβαλε στο στόχαστρο τις παραδοσιακές οργανώσεις της “αριστεράς” στον ίδιο βαθμό με άλλους συντηρητικούς θεσμούς. Η απόρριψη και συχνά η οργή που διατυπωνόταν, τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και πράξης απέναντι σε αυτή την αριστερά η οποία έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο στρατόπεδο της χειραφέτησης εξηγούνταν συνήθως από το ότι είχε απολέσει κάθε ικανότητα ανατροπής[7] ή ότι είχε ενσωματωθεί και εξημερωθεί εντός της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Συνδικάτα, κόμματα, συλλογικότητες, πολιτικοί ηγέτες, κανείς δεν έμενε στο απυρόβλητο.
Σήμερα αντιθέτως, και ιδίως στη Γαλλία, το επίκεντρο της προσοχής φαίνεται να έχει σταδιακά επιστρέψει προς την παραδοσιακή αριστερά και κυρίως προς εκείνη που αυτοπροσδιορίζεται ως “ριζοσπαστική” με εκφραστή τον Μελανσόν και την Ανυπότακτη Γαλλία. Η μετατόπιση αυτή των τελευταίων ετών έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να οδηγήσει στην εκεί προσχώρηση ενός όχι αμελητέου αριθμού πρώην αυτόνομων[8]. Ένα γεγονός αδιανόητο μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, αφού αυτή η ελευθεριακή τάση είχε θέσει -ίσως με τον πιο ρητό τρόπο- ως δηλωμένο πολιτικό στόχο τον «θάνατο της αριστεράς»[9]. Κι ενώ για τα μέσα ενημέρωσης και τη φιλελεύθερη αριστερά κάθε πρόσχημα είναι καλό προκειμένου να αποδυναμωθεί από τα δεξιά το κόμμα του Μελανσόν, στον αντίποδα, στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της επανάστασης, ελάχιστες φωνές υψώνονται για να θέσουν υπό αμφισβήτηση αυτή την άνευ όρων προσχώρηση.
Πώς, λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί αυτή η μεταβολή του κλίματος; Ένα αίσθημα κατεπείγοντος απέναντι στην άνοδο του φασισμού; Τα σοκ που προκάλεσαν οι ήττες των εξεγέρσεων; Μια διαδικασία εκφυλισμού ή αντίθετα μια μορφή ωρίμανσης του ελευθεριακού χώρου; Στη σειρά αυτή των 3 κειμένων θα επιχειρήσουμε να στοχαστούμε πάνω στις αιτίες και τις συνέπειες αυτής της επανεμφάνισης της παραδοσιακής αριστεράς ως αποδεκτής λύσης ακόμη και μέσα στους ίδιους τους επαναστατικούς κύκλους.
Στο πρώτο μέρος θα επιστρέψουμε στο ελευθεριακό κίνημα της τελευταίας δεκαετίας στη Γαλλία (1/3). Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τους βαθύτερους λόγους της επιστροφής της αριστεράς και ειδικότερα της αυταρχικής της εκδοχής ως απάντηση στην κρίση της ελευθεριακής σκέψης μέσα από το πρίσμα της αντεπανάστασης (2/3)[10]. Τέλος, εκκινώντας από τις υπαρκτές δυνάμεις, θα στοχαστούμε μια πιθανή σχέση από-τα-κάτω με την Ανυπότακτη Γαλλία καθώς και τις διαδρομές μέσα από τις οποίες το κίνημά μας θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε αυτό που φιλοδοξεί να είναι: ένα επαναστατικό κίνημα (3/3).
Πραγματικό κίνημα, ελευθεριακό κίνημα (1/3)
Σε αυτό το πρώτο μέρος θα επανέλθουμε στον ελευθεριακό χαρακτήρα του κύκλου των εξεγέρσεων που ζήσαμε. Και στην περίπτωση της Γαλλίας θα προσπαθήσουμε να αναλογιστούμε την πορεία της τάσης που ονομάζεται αυτονομία. Από την άνοδό της μέχρι την παρακμή της.
Το κλίμα της εποχής
Η τελευταία δεκαετία σημαδεύτηκε από ένα κύμα εξεγέρσεων και επαναστάσεων σε κάθε γωνιά του πλανήτη· τόσο πολυάριθμων και μαζικών (αριθμητικά από τις σημαντικότερες στην ιστορία μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα) ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική εποχή εξεγέρσεων[11]. Παρότι κάθε συγκείμενο έχει φυσικά τις ιδιαιτερότητές του, μπορούν να εντοπιστούν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε αυτά τα κινήματα. Ένα από αυτά στο οποίο θα σταθούμε εδώ είναι ο καθοριστικός ρόλος των ελευθεριακών πρακτικών, ιδεών και αγωνιστ-ρι-ών[12].
Ακόμη και όταν οι τελευταίοι-ες δεν βρέθηκαν άμεσα στην ηγεσία ή στην πρωτοβουλία των εξεγέρσεων (όπως στη Βραζιλία, την Τυνησία, την Ελλάδα, την Ισπανία, στα διάφορα κινήματα Occupy[13] ή πιο πρόσφατα στην Ινδονησία) η ίδια η ατμόσφαιρα των εξεγέρσεων αντλούσε ξεκάθαρα από την ελευθεριακή ή αναρχική σκέψη: συγκρούσεις στον δρόμο (συχνά με τη μορφή Black Bloc[14]) και λεγόμενη παρανομία, πρακτικές εδαφικής κατάληψης (κτίρια, πλατείες, γειτονιές, πόλεις), κεντρικότητα της αυτοοργάνωσης, του αυθορμητισμού και της ομάδας συγγένειας (affinity group)[15] ως βασικής μονάδας οργάνωσης, μη δηλωμένες διαδηλώσεις[16], άρνηση της ηγεσίας και της αντιπροσώπευσης, απόρριψη του αυταρχισμού και έμπρακτη οριζοντιότητα, άρνηση ιεράρχησης των αγώνων, χώρος για το χιούμορ και την άγρια τέχνη, επιθυμία για άμεση αλλαγή -όχι παραπομπή της στο αύριο- και φυσικά δυσπιστία έως και ανοιχτή εχθρότητα απέναντι στους θεσμούς της παραδοσιακής αριστεράς κ.λπ.
Ένα σύνολο χαρακτηριστικών που τα συναντήσαμε σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη: στο Χονγκ Κονγκ (2019), στη Μιανμάρ (2020), στη Συρία (2011), στη Λευκορωσία (2020), στο Σουδάν (2018) για να αναφέρουμε μόνο ορισμένα παραδείγματα. Σε αρκετά από αυτά τα κινήματα, η αδυναμία, η απόρριψη ή ακόμη και η πλήρης απουσία της αριστεράς (μαζί με τις περιοριστικές ή/και φολκλορικές μορφές των παραδοσιακών της οργανώσεων) άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη μιας πολιτικής της καθημερινότητας μερικώς χειραφετημένης· και ακριβώς γι’ αυτό ικανής, επιτέλους, να επινοήσει εκ νέου μορφές οργάνωσης και ιδέες και, κυρίως, να ξαναγίνει απειλή.
Αν κοιτάξει κανείς προς τα πίσω, και πέρα από το γαλλικό πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι, πράγματι, χωρίς όλοι-ες να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι ή αναρχικές, να υψώνουν μαύρες σημαίες ή να φορούν adidas, κάτι στην κοινή λογική του πραγματικού κινήματος[17] είχαν αναμφίβολα κάτι το ελευθεριακό. Αξίζει να τονιστεί ότι αυτές οι ιδέες και, κυρίως, αυτές οι πρακτικές ξεχείλισαν πολύ πέρα από τους παραδοσιακούς αναρχίζοντες χώρους και εμφανίστηκαν στο εσωτερικό του πραγματικού, μη κομματικού κινήματος[18], σε όλες τις εξεγερμένες του εκφάνσεις[19]. Το ίδιο συνέβη και σε άλλους πολιτικούς χώρους ή κινήματα: στο φεμινιστικό και το queer κίνημα, στο οικολογικό κίνημα, στο κίνημα για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, στο κουρδικό κίνημα κ.ά. – όλα διαποτίστηκαν από ένα ελευθεριακό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο ότι το PKK και οι Ζαπατίστας, δύο από τις τελευταίες μαζικές επαναστατικές οργανώσεις της εποχής μας, αμφότερες προερχόμενες ιστορικά από τον μαρξισμό-λενινισμό, στράφηκαν ιδεολογικά προς την ελευθεριακή σκέψη.
Ξεπερνώντας κατά πολύ τα μικρά σχήματα ή τις προϋπάρχουσες αναρχικές εμπειρίες, στις πιο προωθημένες εξεγέρσεις αυτό το κλίμα της εποχής πήρε λαϊκή και μαζική μορφή, αγγίζοντας εκείνο που θεωρούμε κατεξοχήν ελευθεριακό ορίζοντα: την ανάδυση μορφών λαϊκής εξουσίας. Δηλαδή τη συγκρότηση χώρων αυτοκυβέρνησης (κομμούνες, caracoles, εδαφικά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.) όπου οι άνθρωποι ανέλαβαν στα χέρια τους την εξουσία στην καθημερινότητά τους και στον τόπο τους, χωρίς κανένα κόμμα ή κράτος να τους υπαγορεύει τι πρέπει να κάνουν· χώρων όπου ασκείται, χωρίς αναβολή, η ικανότητα της αυτοκυβέρνησης και η ανάληψη -έστω και μερική- του ελέγχου της ίδιας της ζωής, της καθημερινότητας και της αναπαραγωγής της.
Κάτι τέτοιο συνέβη (ακόμη σε εμβρυακή και συχνά αδέξια μορφή) στις πλατείες της Τύνιδας, της Νέας Υόρκης, του Μαϊντάν, του Ταχρίρ κ.λπ.· στους κυκλικούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων· στις εδαφικές και φεμινιστικές συνελεύσεις στη Λατινική Αμερική· αλλά και στη Συρία, σε κλίμακα ολόκληρων πόλεων, μέσα από τα τοπικά επαναστατικά συμβούλια στα εδάφη όπου το καθεστώς Άσαντ είχε αποσυρθεί.
Και τέλος, πιθανότατα στην πιο προωθημένη του εκδοχή στο Σουδάν, με τη μορφή επιτροπών αντίστασης οργανωμένων σε επίπεδο ολόκληρων γειτονιών, ικανών όχι μόνο να οργανώσουν την ίδια την επανάσταση αλλά και να επιχειρήσουν να χαράξουν τη συνέχειά της, μέσα από τη συλλογική συγγραφή μιας «Επαναστατικής Χάρτας για την Εξουσία του Λαού»[20]. Εκείνο που μέχρι τότε αποτελούσε έναν μακρινό και συχνά φαντασμαγορικό ορίζοντα για τόσους ελευθεριακούς, υπό το όνομα Κομμούνα[21], πήρε ξαφνικά σάρκα και οστά σε πολλές από τις επαναστάσεις της εποχής μας (συχνά χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν) και μάλιστα σε μια κλίμακα σπάνιας ιστορικής έντασης.
Ωστόσο, ανίκανες να ασκήσουν διαρκή επιρροή στη συνέχεια των εξεγέρσεων και φτάνοντας στα ίδια τους τα όρια, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτές οι νέες, εδαφικά ριζωμένες μορφές τοπικής εξουσίας είτε συντρίφθηκαν από την αντεξέγερση είτε παραμερίστηκαν σταδιακά από τις ανακτήσεις τόσο της αριστεράς[22] όσο και της δεξιάς[23] ή, πιο απλά, εξαντλήθηκαν.
Η επιστροφή της άγριας πολιτικής
Οι ελευθεριακές εξεγέρσεις και η ανάδυση εμβρυακών μορφών λαϊκής εξουσίας δεν αποτελούν ιστορική εξαίρεση. Πολλές περίοδοι έχουν γνωρίσει τέτοιου τύπου αποσυντακτικές[24] εκρήξεις, όπου το πραγματικό κίνημα υπερκεράζει τα εμπόδια που έχουν υψωθεί μπροστά του, όχι μόνο από την κατεστημένη εξουσία αλλά και από τη δήθεν αντιπολίτευσή της. Η δεκαετία του ’60–’70 δεν είναι παρά μία από τις πιο γνωστές στιγμές αυτής της δυναμικής, με τη ριζική απόρριψη της σταλινικής και σοβιετικής αριστεράς από μεγάλο τμήμα της νεολαίας και του εργατικού κινήματος.
Η τελευταία δεκαετία, έτσι, σηματοδότησε την επιστροφή αυτού που ο Charles Reeve ονομάζει «άγριο σοσιαλισμό»[25], ο Jean Tible «άγρια πολιτική»[26] ή ο Pacôme Thiellement «οι χωρίς βασιλιά»[27]. Πρόκειται για μορφές έκφρασης της εξέγερσης που επιχειρούν να ζήσουν την επανάσταση εδώ και τώρα, που αρνούνται τη μεσολάβηση θεσμών ακόμη και αριστερών, και που αναδύονται σε αντιπαράθεση τόσο με τον αυταρχισμό και τον συντηρητισμό του συστήματος όσο και με τον ιστορικό του εχθρό στο εσωτερικό του ίδιου του στρατοπέδου: τον σοσιαλισμό των αρχηγών – μια λογική που θεωρεί ότι το πραγματικό κίνημα οφείλει να καθοδηγείται από μια «φωτισμένη» πρωτοπορία (τους αρχηγούς) προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του.
Οι λόγοι για αυτή την επιστροφή του ελευθεριακού κινήματος είναι πολλοί[28] και, παρότι δεν θα τους αναπτύξουμε εδώ διεξοδικά, μπορούμε να σταθούμε σε μία υπόθεση που θεωρούμε κεντρική. Σε πολλές από τις χώρες όπου ξέσπασαν εξεγέρσεις, οι κοινωνίες είχαν ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι «την αριστερά» (σοσιαλιστική, κομμουνιστική, δημοκρατική) στην εξουσία. Και αυτή η εμπειρία συχνά ταυτίστηκε είτε με έναν αυταρχικό εφιάλτη στη ριζοσπαστική της εκδοχή (Συρία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Χονγκ Κονγκ, Λιβύη, Καζακστάν) είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή της με μια μακρά αλυσίδα προδοσιών και συμβιβασμών με την καπιταλιστική εξουσία (τα «σοσιαλιστικά» κόμματα στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα κ.λπ., η Convención στη Χιλή, οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ κ.ά.).
Έτσι, με τη λήξη της εφήμερης περιόδου του «τέλους της Ιστορίας» που υποτίθεται ότι σφράγιζε την οριστική νίκη του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού επί του κομμουνισμού αλλά που στην πράξη διήρκεσε, στην καλύτερη περίπτωση, από την πτώση του Τείχους το 1989 έως την εξέγερση των Ζαπατίστας το 1994 και τη στιγμή που οι λαοί εξεγέρθηκαν εκ νέου απέναντι στην άδικη και αβίωτη τάξη της Αυτοκρατορίας, ο κόσμος στράφηκε κυρίως προς τα ελάχιστα διαθέσιμα σημεία αναφοράς που μπορούσαν ακόμη να ενσαρκώσουν την αντίσταση χωρίς να έχουν πλήρως απαξιωθεί: αφενός, τη σκέψη και κυρίως την πρακτική του ελευθεριακού ή αναρχίζοντος κινήματος· Αλλά και τον ισλαμισμό, πολύ πιο συγκροτημένο ιδεολογικά και οργανωτικά και με σαφείς προτάσεις για το «μετά» της εξέγερσης.
Η στάση της μεγάλης πλειονότητας της παγκόσμιας αριστεράς απέναντι σε αυτόν τον κύκλο εξεγέρσεων επιβεβαίωσε, σε μεγάλο βαθμό, την αρχική δυσπιστία. Όταν οι εξεγέρσεις δεν αντλούσαν επαρκώς από τα «κλασικά» αριστερά συμφραζόμενα (κόκκινες σημαίες, παραδοσιακά τραγούδια, καθιερωμένα συνθήματα) η αριστερά υιοθετούσε μια στάση αδιαφορίας (όπως στο Σουδάν και τη Μιανμάρ, πιθανότατα και λόγω ρατσισμού) ή περιφρόνησης (απέναντι στα Κίτρινα Γιλέκα τόσο στο εξωτερικό όσο και στην ίδια τη Γαλλία). Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η στάση αυτή μετατράπηκε σε ανοιχτά αντεπαναστατική όταν οι ίδιες οι εξεγέρσεις έρχονταν σε σύγκρουση με τα γεωπολιτικά της δόγματα. Έτσι, δεν ήταν σπάνιο η αριστερά να στηρίζει ρητά ή σιωπηρά την αντεπανάσταση στις περιπτώσεις του Χονγκ Κονγκ (2019), του Ιράν (2019, 2022), της Συρίας (2011), του Λιβάνου (2019) ή της Ουκρανίας (2014)[29]. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη Χιλή (2019), την Ισπανία (2011) ή την Ελλάδα (2011), μια αριστερά που αυτοπαρουσιάστηκε ως ριζοσπαστική, νέα και σε ρήξη με τη φιλελεύθερη εκδοχή της, συνάντησε πολύ μικρότερη αμφισβήτηση μέσα στις εξεγέρσεις, κατορθώνοντας ακόμη και να εμφανιστεί ως συνέχειά τους, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσβαση στην εξουσία. Αυτό αναπόφευκτα προσέλκυσε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη διεθνή αριστερά. Ωστόσο, και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νέοι-ες εκλεγμένοι-ες έσπευσαν να μοιάσουν με τους πολιτικούς που διακήρυσσαν ότι πολεμούν: ανίκανοι-ες όχι μόνο να ανατρέψουν αλλά ούτε καν να ραγίσουν το status quo.
Γαλλία: Ακμή και πτώση της αυτονομίας
Ας επιστρέψουμε, όμως, στη γαλλική περίπτωση. Από τις αρχές του αιώνα, η Γαλλία -όπως η Χιλή, το Σουδάν, το Ιράν και τόσες άλλες χώρες- αποτέλεσε πεδίο μιας σταδιακής κλιμάκωσης του πραγματικού κινήματος. 2005: εξέγερση των προαστίων για τον Zyed και τον Bouna[30]. 2006: κίνημα ενάντια στο CPE[31]. 2008–2018: αγώνας ενάντια στο αεροδρόμιο της Notre-Dame-des-Landes και το κίνημα των ZAD[32]. 2016: κίνημα ενάντια στον νόμο για την εργασία[33]. 2016: δολοφονία του Adama Traoré[34]. 2017: βιασμός του Théo[35] και κίνημα ενάντια στην αστυνομική βία. 2017: κίνημα #MeToo. 2017: τα φεμινιστικά κολλάζ ενάντια στις γυναικοκτονίες[36] και πολλά ακόμη. Για πάνω από μια δεκαετία, διαδέχθηκαν το ένα το άλλο κινήματα αμφισβήτησης όλο και πιο εφευρετικά και υπονομευτικά απέναντι στην κατεστημένη τάξη.
Όπως και αλλού, αυτή η σειρά από αγώνες συνοδεύτηκε κι από τη διάχυση ελευθεριακών ιδεών και πρακτικών. Και ένα κίνημα ειδικότερα βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο: το αυτόνομο κίνημα. Η αυτονομία ως πολιτικό ρεύμα είναι εσκεμμένα δύσκολο να οριστεί. Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει αυτό το πολιτικό ρεύμα του οποίου η ιστορική καταγωγή ανάγεται άμεσα στο ιταλικό αυτόνομο κίνημα της δεκαετίας του ’70[37], και το οποίο συγκροτείται γύρω από ένα σύνολο αρχών, πρακτικών και κωδίκων: αντικρατισμός και αντικαπιταλισμός, ρήξη με τα κόμματα και τα συνδικάτα (που νοούνται ως θεσμοί συμβιβασμένοι με το σύστημα), παρανομία, καταλήψεις, κλοπή και αυτομείωση τιμών[38], άρνηση του διαχωρισμού ανάμεσα στην πολιτική και τη ζωή, πρακτική της εξέγερσης, απόρριψη της ιδεολογίας (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) και του αυταρχισμού. Και φυσικά μια βαθιά πίστη στην επανάσταση ως αναγκαία ρήξη, η οποία οφείλει να πραγματώνεται εδώ και τώρα και όχι να αναβάλλεται μέχρι να «ωριμάσουν οι αντικειμενικές συνθήκες» όπως υποστήριζαν πολλές σοσιαλιστικές οργανώσεις του 20ού αιώνα.
Πέρα από τη δική της ιστορία και αισθητική, οι φιλοσοφικές και πολιτικές ρίζες της αυτονομίας διαπλέκονται με τον αναρχισμό και με ορισμένα ετερόδοξα ρεύματα του κομμουνισμού. Φυσικά στο εσωτερικό της αυτονομίας συνυπάρχουν διαφορετικές τάσεις. Οι δύο βασικές γραμμές εκκίνησης ανάγονται αφενός σε αυτό που οι Ιταλοί-ές ονόμαζαν εργατική αυτονομία, μαρξιστική, εργατισμός και αφετέρου στη λεγόμενη διάχυτη αυτονομία, πιο κοντά στον αναρχισμό, τον εξεγερτισμό, τον μεταμοντερνισμό ή τον σιτουασιονισμό. Στη Γαλλία, αυτές οι δύο τάσεις και κυρίως η δεύτερη, ενσαρκώθηκαν ιδιαίτερα στις ZAD, στο cortège de tête[39], στα κείμενα του Comité Invisible[40], στην εμπειρία των δικτύων mutu[41], καθώς και στην άνθηση λαϊκών καντινών, πολιτικών κοινοτήτων, ομάδων συγγένειας κ.ά.
Το ρεύμα της αυτονομίας που γνώρισε τη μεγαλύτερη απήχηση και προβολή τόσο σε εθνικό όσο και εν μέρη σε διεθνές επίπεδο ονομάστηκε από τους επικριτές του «Απελισμός» (Appellisme) σε αναφορά στο ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, το Appel[42] [43], γραμμένο το 2003. Αν και η θεωρητική του αφετηρία εντοπίζεται στο περιοδικό Tiqqun (1999)[44], το ρεύμα αυτό έγινε κυρίως γνωστό μέσα από τα τρία βιβλία που υπογράφονται από το Comité Invisible και μέσα από την «υπόθεση του Tarnac»[45]. Για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε μία από τις πιο οργανωμένες και μαζικές τάσεις[46] της αυτονομίας. Παρότι οι ίδιοι οι «απελιστές» αρνούνται κάθε κατηγοριοποίηση και χλευάζουν την ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει κάτι όπως ο «απελισμός», μπορούμε ωστόσο να επιχειρήσουμε (αναγκαστικά αποσπασματικά[47]) να περιγράψουμε ορισμένους από τους αρχικούς στόχους που διατυπώνονται στα κείμενα αναφοράς:
- την προσπάθεια επανασύνδεσης της κατασκευής και της καταστροφής στο εσωτερικό του αυτόνομου κινήματος,
- την επαναφορά της έννοιας της στρατηγικής σε μια περίοδο όπου αυτή απουσίαζε συχνά από ορισμένες αντιεξουσιαστικές ιδεολογίες,
- την εκ νέου σκέψη του μακρού χρόνου της επαναστατικής οικοδόμησης, χωρίς επιστροφή σε μια κλασική και άκαμπτη αντίληψη του κόμματος.
Η «καταστροφή της αριστεράς» αποτελούσε τότε λογικό επακόλουθο όλων αυτών. Για να μπορέσουν αυτές οι προοπτικές να επιβληθούν έπρεπε να μπει οριστικό τέλος στην αιώνια επιστροφή της αριστεράς ως της μοναδικής δυνατής διεξόδου των κινημάτων εξέγερσης[48]. Από αυτή τη θέση προέκυπτε μια στρατηγική που συνδύαζε συγκρουσιακές παρεμβάσεις στον δρόμο, τη συγκρότηση στρατηγικών υποκειμένων λόγου και παρέμβασης (αρχικά υπό διαφορετικά ονόματα και σε διαφορετικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια σε μεγαλύτερη κλίμακα μέσω του Comité Invisible), την παρεμπόδιση των στιγμών ανασυγκρότησης της αριστεράς, καθώς και τη δημιουργία μιας σειράς χώρων και υλικών μέσων, οργανικά συνδεδεμένων μεταξύ τους από αυτή τη στρατηγική προοπτική.
Για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου, κεντρικής σημασίας υπήρξε η αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης, ιδίως μέσα από κάτι σαν ένα συνωμοτικό κόμμα, ελάχιστα θεσμοποιημένο και μη δημόσιο. Το σχήμα αυτό αποτελούνταν από πολλαπλές πολιτικές συλλογικότητες, παρούσες σε περίπου σαράντα πόλεις στη Γαλλία και διεθνώς. Συμμετέχοντας στους περισσότερους από τους μεγάλους κραδασμούς της περιόδου, από τα κοινωνικά κινήματα στη Γαλλία έως τις εξεγέρσεις στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ και ακόμη και σε χώρες του αραβικού κόσμου, αυτή η εμπειρία, ταυτόχρονα διχαστική[49] και κινητήρια δύναμη για το σύνολο της αυτονομίας, έπαψε να υφίσταται ως οργανωμένη δύναμη το 2018. Η κατάληξή της οφειλόταν σε εσωτερικές αντιφάσεις που οξύνθηκαν από στρατηγικές διαφωνίες γύρω από το τι έπρεπε να ακολουθήσει μετά τη νίκη της ZAD της Notre-Dame-des-Landes· από την είσοδο του φεμινισμού και της διαθεματικότητας στο πεδίο μιας αυτονομίας που έως τότε τα είχε σε μεγάλο βαθμό αποκλείσει· και τέλος από τη ρήξη ανάμεσα στου-ι-ς υποστηρίκτ-ρι-ες μιας μακροπρόθεσμης εδαφικής υπόθεσης και σε εκείνου-ε-ς που προέκριναν μια επιθετική, μητροπολιτική μορφή, ασαφή και ακριβώς γι’ αυτό ελάχιστα ριζωμένη.
Παρά το τέλος αυτής της εμπειρίας, ένα σημαντικό μέρος των ιδεών της, για παράδειγμα μέσα από τον ιστότοπο lundimatin, το μέσο Contre-Attaque, τις εκδόσεις La Tempête, καθώς και η υλική υποδομή που συγκροτήθηκε με την πάροδο των ετών (χώροι, δίκτυα, αγωνιστ-ρι-ές στη Γαλλία και αλλού) εξακολουθούν να υφίστανται. Παράλληλα συναντά κανείς ορισμένα πρώην μέλη αυτής της «συντροφικότητας» σε πλήθος πολιτικών χώρων που επιχειρούν, με δυσκολία, να υπερβούν τα όρια στα οποία προσέκρουσε το επαναστατικό κίνημα (Soulèvements de la Terre, Syndicat de la Montagne limousine κ.ά.).
Η αυτονομία, σε όλες τις εκφάνσεις της, συμμετείχε ενεργά στους περισσότερους αγώνες της περιόδου 2005-2018. Το ευρύ κοινό τη γνώρισε κυρίως μέσα από τις επιθετικές πρακτικές του black bloc ή των antifa. Και παρότι οι σωματικές συγκρούσεις με την αστυνομία και οι καταστροφές σε διαδηλώσεις αποτέλεσαν ένα σημαντικό ακόμη και συστατικό στοιχείο του αυτόνομου κινήματος, δεν ήταν παρά η πιο ορατή και πιο εμπορεύσιμη για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όψη ενός ευρέος κινήματος με ποικιλία πρακτικών. Η διεύρυνση και οι συναντήσεις με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα πραγματοποιούνταν συχνά στο πλαίσιο παραδοσιακών κινητοποιήσεων που εκκινούσαν από την αριστερά[50] (CPE 2005, κίνημα για τις συντάξεις 2010-2011, νόμος για την εργασία 2016, καταλήψεις πανεπιστημίων το 2018). Εκείνο που προσέλκυσε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας δεν ήταν τόσο τα αιτήματα, όσο οι ίδιες οι πρακτικές, η υπονόμευση της παραδοσιακής ιδίως αριστερής πολιτικής και η ριζοσπαστικότητα των αυτόνομων αγωνιστ-ρι-ών. Πρώτα απ’ όλα, γοητεύτηκε μια νεολαία μεσαίας τάξης των μεγάλων πόλεων, ολοένα και πιο επισφαλής και με ελάχιστες προοπτικές αλλά και τμήματα μιας μεγαλύτερης σε ηλικία μεσαίας ή λαϊκής τάξης, πολιτικοποιημένης προς τα αριστερά, πλην όμως βαθιά απογοητευμένης από την κυβέρνηση Hollande και τις διαδοχικές της υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.
Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ανόδου του πραγματικού κινήματος είδαμε την συνδικαλιστική και εκλογική αριστερά, που έως τότε κατείχε ηγεμονική θέση στο πεδίο της κοινωνικής αμφισβήτησης να συρρικνώνεται σταδιακά έως ότου ξεπεράστηκε από αγωνιστ-ρι-ές και εξεγερμένου-ε-ς χωρίς κομματική ένταξη. Μια πληθώρα μικρών ομάδων, πολιτικών συλλογικοτήτων, κύκλων φίλων, μαθητών λυκείου, συναδέλφων, συνδικαλιστ-ρι-ών σε ρήξη με τις ηγεσίες τους διεύρυναν λίγο-λίγο αυτό που προηγουμένως δεν ήταν παρά ένας περιορισμένος χώρος λίγων χιλιάδων ανθρώπων. Και ήταν ακριβώς με αφορμή τον νόμο για την εργασία που οι αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές (και ειδικότερα το απελιστικό τους ρεύμα) και οι ιδέες τους έγιναν πιο ορατές και πιο ηχηρές στο εσωτερικό της γενικευμένης αμφισβήτησης. Οι τοίχοι γέμισαν με αυτόνομα συνθήματα[51], οι συνελεύσεις στα πανεπιστήμια που συνήθως ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστερά (UNEF[52], NPA[53]) κατέστησαν αδύνατες εξαιτίας των παρεμβάσεών τους, οι αποκλεισμοί ξεκινούσαν ή ενισχύονταν μαζικά από αυτού-έ-ς, ενώ οι δρόμοι, οι άγριες διαδηλώσεις και οι συναντήσεις διαφορετικών ελευθεριακών ρευμάτων κατά τη διάρκεια του Nuit Debout[54] συνέθεταν ένα νέο τοπίο αγώνα. Και φυσικά αναδύθηκε η πιο εμβληματική μορφή αυτών των χρόνων της αυτονομίας: το cortège de tête.
Αρνούμενοι να συνεχίσουν να παρελαύνουν πειθαρχημένα πίσω από τα συνδικάτα και τα κόμματα, αυτόνομοι-ες αγωνίστ-ρι-ες και ανυπότακτοι-ες μαθήτ-ρι-ες πήραν την κεφαλή των πορειών κατά τη διάρκεια του κινήματος ενάντια στον νόμο για την εργασία, με σφοδρές συγκρούσεις, αρχικά με τις περιφρουρήσεις των συνδικάτων και στη συνέχεια με την αστυνομία. Ωστόσο μετά από λίγες διαδηλώσεις τα συνδικάτα εγκατέλειψαν τελικά την κεφαλή και σε πολλές γαλλικές πόλεις γίναμε μάρτυρες πορειών όπου μια κεφαλή εορταστική, επιθετική και χωρίς κομματικές ή συνδικαλιστικές σημαίες, αυτόνομη με την πρωταρχική έννοια του όρου, ήταν δύο ή και τρεις φορές πολυπληθέστερη από το συνδικαλιστικό μπλοκ[55]. Κάθε ένα από αυτά τα κοινωνικά κινήματα και ιδίως εκείνο ενάντια στον νόμο για την εργασία, άφησε πίσω του ένα πλήθος μικρότερων, περισσότερο ή λιγότερο τοπικών κινητοποιήσεων: άγριες απεργίες[56], την άνθηση εκατοντάδων μικροομάδων, καταλήψεις πανεπιστημίων ή άδειων κατοικιών, τη δημιουργία αυτόνομων μέσων ενημέρωσης, λαϊκών καντινών κ.ο.κ.
Κατά τη γνώμη μας, αν η αυτονομία υπήρξε ισχυρή κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας και διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι «στρατολόγησε» νέα μέλη ούτε στο ότι διέθετε ιδιαίτερα ισχυρή προπαγάνδα, μεγάλα μέσα ή κάποια εξαιρετικά επεξεργασμένη στρατηγική. Οφειλόταν πρωτίστως στο ότι κατανοούσε και συμμεριζόταν τα αποσυντακτικά αισθήματα της εποχής της: την απόρριψη της πολιτικής των πολιτικών, αριστεράς συμπεριλαμβανομένης. Τη διάθεση για πράξη αντί για ατέρμονη συζήτηση. Την επιθυμία για ρήξη με το status quo: για την ανατροπή καθεστώτων, μικρών βασιλιάδων, πολιτικών και θεσμών. Και στο ότι ήταν σε θέση να μετασχηματίζει σε πράξη ιδέες και τάσεις προς δράση που ήδη υπήρχαν διάχυτες μέσα στην κοινωνία.
Σε αυτό εντοπίζουμε και τον λόγο της πολιτισμικής της επιτυχίας. Τα πιο οργανωμένα τμήματα άσκησαν πράγματι ουσιαστική επιρροή στα συνθήματα και στις κατευθύνσεις αυτών των κινημάτων χωρίς όμως ποτέ να επιχειρήσουν να τα ηγηθούν ή να εμφανιστούν ως εκπρόσωποί τους. Είτε από απόρριψη του πρωτοποριασμού είτε από επίγνωση ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, δεδομένου του βαθμού δυσπιστίας απέναντι σε κάθε μορφή ηγεσίας στο εσωτερικό όλων αυτών των κινημάτων. Θα μπορούσε κανείς να το συνοψίσει λέγοντας ότι το αυτόνομο κίνημα κατόρθωσε, τουλάχιστον εν μέρει, να συγχωνευθεί με το πραγματικό κίνημα και να γίνει όντως το νερό και όχι το ψάρι μέσα στο νερό[57]. Προσφέροντάς μας έτσι μια φευγαλέα ένδειξη του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα επαναστατικό κίνημα.
Δυστυχώς, τότε όπως και σήμερα, ελάχιστοι-ες αυτόνομοι-ες αγωνιστ-ρι-ές, και εμείς οι ίδιοι-ες ανάμεσά τους, κατανόησαν πλήρως τη θέση που κατείχαν οι ιδέες μας στο εσωτερικό του πραγματικού κινήματος. Και, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Βραζιλία όπου οι ελευθεριακοί βρέθηκαν στην απαρχή της εξέγερσης του 2013) αποδείχθηκαν ανίκανοι-ες να δώσουν συνέχεια, να «επιβεβαιώσουν το εγχείρημα» και να καταστούν πραγματικά απειλητικοί-ές για τις ελίτ, όχι περιστασιακά αλλά σε βάθος χρόνου.
Απρόσμενα για πολλούς, η συνέχεια και η εμβάθυνση αυτών των κινημάτων και άρα η πραγματική απειλή, προήλθαν από απρόσμενα εδάφη. Και η έλευση εκείνου που η αυτονομία ανέμενε διαχρονικά, μιας λαϊκής εξέγερσης, σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος της αυτονομίας όπως τη γνωρίζαμε.
Μαζικοποίηση και πτώση της αυτονομίας: τα Κίτρινα Γιλέκα[58]
Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε ταυτόχρονα την επιβεβαίωση της προσέγγισης και των πρακτικών της αυτονομίας: μη δηλωμένες διαδηλώσεις, επιθετικότητα, έξοδος από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας, εδαφικές καταλήψεις, κατασκευή καλυβών, άρνηση της εκπροσώπησης τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά και μια ρητά διατυπωμένη επιθυμία για επανάσταση. Ένα μαζικό, αυτόνομο κίνημα χωρίς κεφαλαίο Α (καθώς δεν συνδεόταν με την ιδεολογία και την ιστορική παράδοση της Αυτονομίας)· αλλά παραδόξως ήταν και η στιγμή που είδαμε τους αυτόνομους να περνούν στην οπισθοφυλακή του πραγματικού κινήματος. Με την έννοια ότι προσπάθησαν περισσότερο να ακολουθήσουν και να κατανοήσουν την εξέγερση, παρά να τη διαμορφώσουν πολιτισμικά και πρακτικά.
Με ελάχιστη παρουσία στους κυκλικούς κόμβους[59], στις δομές ηγεσίας του κινήματος ή στις προτάσεις για τη συνέχειά του (όπως το RIC[60]), οι αυτόνομοι βρέθηκαν αρχικά, όπως και η πλειονότητα της αριστεράς, κυρίως σε μια θέση κριτικής απόστασης[61]. Και παρότι, εδώ κι εκεί, ένα μέρος τους συμμετείχε ενεργά με διαφορετικούς τρόπους (Maison des Peuples του Saint-Nazaire[62], ομάδα του Rungis[63], καλύβες στο Montreuil ή στο Commercy[64], η εμφάνιση του μέσου Cerveaux non disponibles[65], η εφημερίδα Jaune[66] στην Τουλούζη, το καραβάνι των Κίτρινων Γιλέκων στο οροπέδιο της Limousine[67], για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα), η μεγάλη πλειονότητα των αυτόνομων περιορίστηκε στη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Υιοθέτησαν έτσι μια στάση εντυπωσιακά κοντινή σε εκείνη που ιστορικά κατηγορούσαν στους αριστερίστικους χώρους: μια στάση υπεροπτική, άβολη απέναντι στην επαφή με το λαϊκό και το «ακάθαρτο», παγιδευμένη στις ίδιες της τις πρακτικές, καχύποπτη απέναντι στο νέο, χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο δυσνόητο και έντονα ιδεολογικό. Ακόμη κι αν οι απελιστές προσχώρησαν ίσως πιο γρήγορα στο κίνημα από τα πρώτα του βήματα[68], ακόμη κι εκείνοι-ες που υποτίθεται ότι ήταν οι πιο «προετοιμασμένοι-ες» για την εξέγερση αφού την είχαν προαναγγείλει[69], άσκησαν τελικά σχεδόν μηδενική επιρροή όταν αυτή πράγματι ξέσπασε. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η δύναμη που είχαν οικοδομήσει τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε πια ως τέτοια. Υπονομευμένοι από εσωτερικές διαιρέσεις, παρέμειναν ανίκανοι να προτείνουν μια συντονισμένη και ουσιαστικά αποτελεσματική προσέγγιση του γεγονότος.
Και αν μετά τα πρώτα βήματα του κινήματος προτάθηκαν από την αυτονομία ορισμένες απόπειρες, δύο σημαντικά γεγονότα στα οποία δεν θα επανέλθουμε εδώ αναλυτικά, όπως η απόπειρα της συνέλευσης των συνελεύσεων[70] [71] καθώς και η διαδήλωση στα Ηλύσια Πεδία στις 16 Μαρτίου 2019[72], η αυτονομία δεν κατάφερε να συναντήσει πραγματικά το κίνημα. Δηλαδή να συγκλονιστεί από αυτό και κατά συνέπεια να μετασχηματιστεί από το ίδιο το γεγονός. Μοναδικός τρόπος άλλωστε για να μπορέσει στη συνέχεια να μετασχηματίσει και την ίδια την εξέγερση. Ύστερα από μια δεκαετία ανόδου οι αυτόνομοι βρέθηκαν τότε απογυμνωμένοι, αν όχι αποσβολωμένοι, μπροστά στην πραγματική εμφάνιση ενός εξεγερσιακού κινήματος. Σαν να μην το πίστευε κανείς στ’ αλήθεια πριν το ζήσει.
Αυτό το χαμένο ραντεβού και ο αντίκτυπός του στο ελευθεριακό κίνημα μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, περισσότερο ακόμη και από την πανδημία του Covid που συχνά επικαλείται κανείς για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή, τα Κίτρινα Γιλέκα υπήρξαν η βασική αιτία της παρακμής του οργανωμένου τμήματος του πραγματικού κινήματος που προϋπήρχε αυτών. Σε όλη του την ποικιλομορφία. Πώς συνεχίζει κανείς μετά από αυτό;
Πώς επιστρέφει στις διαδηλώσεις; Πώς κατανοεί αυτή την αδυναμία και αυτή την καθυστέρηση; Ποια ήταν τελικά τα πραγματικά όρια του κινήματος; Δεν είναι τυχαίο ότι το cortège de tête δεν θα επανεμφανιστεί μετά από εκείνη την περίοδο ή, όταν επανεμφανιστεί, θα το κάνει σε μια τελετουργική, ακίνδυνη και άχαρη μορφή.
Αν από εκείνη την ημέρα επιμένει ένα αίσθημα χαμένης ευκαιρίας, δεν χρειάζεται να είμαστε υπερβολικά σκληροί με του-ι-ς εαυτού-έ-ς μας. Οι στιγμές εξέγερσης τέτοιας κλίμακας είναι συχνά απρόβλεπτες και εκ των υστέρων λειτουργούν ως στιγμές βαθιού κλονισμού και ανασύνθεσης των επαναστατικών χώρων. Το ’68 υπήρξε μια τέτοια στιγμή, που οδήγησε στην ανάδυση της αυτονομίας στην Ιταλία, η Άνοιξη των Λαών του 1848 αποτέλεσε αντίστοιχα το έδαφος για τη συγκρότηση ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος κ.ο.κ. Σε τέτοιες στιγμές, η θεωρία συχνά διαρρηγνύεται από την πραγματικότητα. Περιμέναμε μια εξέγερση των λαϊκών συνοικιών ή μια καθαρά αντικαπιταλιστική εξέγερση και τελικά αυτό που εκδηλώθηκε ήταν μια λαϊκή ζακερία[73]. Προσδοκούσαμε μια μαζική οικολογική απεργία και αντ’ αυτού εμφανίστηκε ένα κίνημα ενάντια σε έναν λεγόμενο «οικολογικό» φόρο. Νομίζαμε ότι θα ήταν ο «λαός της αριστεράς» που θα ξεσηκωνόταν ενάντια στον καπιταλισμό· όμως ο λαός της αριστεράς απουσίαζε και στη θέση του εξεγέρθηκε ένας «λαός» ούτε αριστερός ούτε δεξιός αλλά παρ’ όλα αυτά βαθιά επαναστατικός, που επιχείρησε να επιτεθεί στο ίδιο το «σύστημα».
Και αν από το εσωτερικό του κινήματος προέκυψαν ελάχιστα έργα, άρθρα ή δημόσιες παρεμβάσεις ικανές να αποτυπώσουν και να επεξεργαστούν αυτά τα ερωτήματα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν έντονες εσωτερικές συζητήσεις και απόπειρες. Τα χρόνια που ακολούθησαν είδαμε να αναδύονται ορισμένα ακόμη αδέξια εγχειρήματα χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία, όπως το Akira ή το Acta[74], περιορισμένα από πλήθος εσωτερικών αντιφάσεων και από μια θεωρητική και στρατηγική επεξεργασία που παρέμενε ανολοκλήρωτη.
Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η στρατηγική σκέψη φάνηκε να επιβραδύνεται και τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες μάλλον μιας αποδυνάμωσης αν όχι μιας διάχυσης της αυτονομίας. Η απουσία ενός κοινού χώρου όπου θα μπορούσε κανείς να συναντηθεί, να συζητήσει και να φανταστεί τη συνέχεια, οδήγησε ένα μέρος των αυτόνομων στο να στραφεί σε ό,τι γνώριζε καλύτερα ή σε ό,τι τους φαινόταν πιο «λογικό» για τη συγκυρία: την οικολογία για ορισμένου-ε-ς, την εδαφική συγκρότηση για άλλου-ε-ς, τον φεμινισμό ή τον διεθνισμό για άλλου-ε-ς. Συχνά αυτό σήμαινε την παραμέριση εκείνου που αποτελούσε τη βασική δύναμη της αυτονομίας: ενός οριζόντιου και επαναστατικού κινήματος που επιτίθεται σε όλες τις όψεις της ζωής και της εξουσίας. Άλλοτε βέβαια επέτρεψε την εμβάθυνση σε πτυχές του αγώνα που προηγουμένως χάνονταν μέσα σε αυτή τη συνολική φιλοδοξία της αυτονομίας να συγκρουστεί με την εξουσία σε όλα τα μέτωπα.
Σήμερα, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τα Soulèvements de la Terre[75], που όμως απομακρύνονται σταδιακά από αυτή την παράδοση και στα οποία θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στα δύο επόμενα κείμενα, η αυτονομία έχει καταστεί σχεδόν ανύπαρκτη ως συνεκτική δύναμη. Παραμένει εγκλωβισμένη σε μια έλλειψη προοπτικής, στρατηγικού οράματος και κυρίως εφευρετικότητας· της ποιότητας εκείνης που της είχε επιτρέψει την προηγούμενη δεκαετία να ανοίξει μια πραγματική ρωγμή στη μονοτονία του αριστερίστικου τοπίου.
Πέρα από όσου-ε-ς εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι-ες, η μεγάλη πλειονότητα εκείνων που είχαν συμμετάσχει σε όλα αυτά, που είχαν βρεθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μέσα σε αυτό το ισχυρό ελευθεριακό ρεύμα και που κάποια στιγμή είχαν πιστέψει ότι η επανάσταση ήταν δυνατή, επέστρεψαν στη ζωή τους. Εξαντλημένοι από την κούραση, τις δυσκολίες της καθημερινότητας, συχνά απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα, ξανά απομονωμένοι, καταθλιπτικοί, βυθισμένοι στον κυνισμό και στο αίσθημα ανημπόριας απέναντι σε έναν κόσμο ολοένα και πιο βίαιο. Συνεχίζουν να συζητούν στο μπαρ ή στη μηχανή του καφέ, να κατεβαίνουν πού και πού σε διαδηλώσεις (όχι όλοι), σχεδόν μηχανικά, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Και όχι άδικα: πώς να πιστέψει κανείς σε μια συνδικαλιστική πορεία ή σε ένα αντιφασιστικό black bloc, όταν έχει ζήσει τα Κίτρινα Γιλέκα;
Κρίση του ελευθεριακού κινήματος και επιμονή του πραγματικού κινήματος
Αν πέρα από τα Κίτρινα Γιλέκα η πανδημία του Covid συνέβαλε αναμφίβολα στην αποδυνάμωση του κινήματος αμφισβήτησης, αυτό δεν άργησε να ανακτήσει δυναμική. Οι δρόμοι ξαναγέμισαν με το κίνημα ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων το 2022 όπου επί μήνες διαδήλωσαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι. Ωστόσο το κίνημα αυτό υπήρξε ταυτόχρονα ενδεικτικό της υποχώρησης της αυτονομίας και της αρχής της επιστροφής με ισχύ της παραδοσιακής αριστεράς. Ήταν ένα μαζικό κίνημα ιδίως στις μικρές και μεσαίες πόλεις, ως καθυστερημένο αποτέλεσμα των Κίτρινων Γιλέκων, όμως τα συνδικάτα παρέμειναν απολύτως κυρίαρχα στις αποφάσεις και επέβαλαν εκ νέου τον ρυθμό και τη μορφή του αγώνα. Σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα χρόνια οι πρακτικές αυτοοργάνωσης και η επινοητικότητα ήταν σχεδόν απούσες. «Η αυτονομία που λείπει» ακουγόταν τότε συχνά.
Αν αυτό το κίνημα ανέδειξε την αδυναμία του ελευθεριακού χώρου, το πραγματικό κίνημα από την πλευρά του δεν άργησε να υπενθυμίσει εκ νέου τις βαθιές ρωγμές και αντιφάσεις τόσο της κοινωνίας όσο και της αριστεράς. Ίσως επηρεασμένα από την εμπειρία των Κίτρινων Γιλέκων, αφού πέρασε αυτό το σχετικά κλασικό και τελικά ακίνδυνο κύμα κινητοποιήσεων τα χρόνια που ακολούθησαν είδαν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού να εξεγείρονται διαδοχικά ενάντια στο γαλλικό κράτος. Πρώτα, η εξέγερση για τον Nahel τον Ιούνιο του 2023[76], η μεγαλύτερη εξέγερση των λαϊκών συνοικιών στην ιστορία της Γαλλίας ως προς την έντασή της, σχεδόν χίλια δημόσια κτίρια, τράπεζες και σούπερ μάρκετ πυρπολήθηκαν μέσα σε λίγες μόνο νύχτες[77]. Ακολούθησε η εξέγερση στο Kanaky[78] το 2024, η εξέγερση των αγροτών[79] το ίδιο έτος καθώς και το κίνημα στη Μαρτινίκα[80]. Αν και καθένα από αυτά τα κινήματα έφερε τα δικά του όρια[81] και κυρίως αποδείχθηκε ανίκανο να αρθρώσει έστω και μια στοιχειώδη σύγκλιση με τα υπόλοιπα, παραμένουν μια ακολουθία πέντε εξεγέρσεων, λαϊκών εκρήξεων που ξέφυγαν πλήρως από τα θεσμικά, παραδοσιακά και νόμιμα πλαίσια της διαμαρτυρίας, οι οποίες έπληξαν τη Γαλλία την περίοδο 2018-2025. Μια αλληλουχία γεγονότων που καθιστά ορατές τις ολοένα και οξύτερες αντιφάσεις της γαλλικής κοινωνίας και που καθιστά τη Γαλλία, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις δυτικές χώρες με το υψηλότερο εξεγερσιακό δυναμικό.
Παρότι η εποχή αυτή φέρει καθαρά τη σφραγίδα της ελευθεριακής σκέψης, πρακτικής και κινηματικής δυναμικής, ανέδειξε ταυτόχρονα και τα όρια, καθώς και τα αδιέξοδα του ίδιου του κινήματος. Δυσκολία να συνδιαλλαγεί με ό,τι δεν είναι «καθαρό», δηλαδή με ό,τι δεν μοιράζεται τους ίδιους κώδικες, τις ίδιες λέξεις, την ίδια σημαία· αδυναμία σύνδεσης των εξεγερμένων μεταξύ τους· διασπορά και έλλειψη ικανότητας συντονισμού και συλλογικής αξιοποίησης δυνάμεων· απουσία συνεκτικού σχεδίου παρέμβασης· αφέλεια ως προς τις προθέσεις και τις δυνατότητες παρέμβασης άλλων κομματικών ή παραταξιακών δυνάμεων· και τέλος, αδυναμία συγκρότησης μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής τόσο εντός των κινημάτων όσο και εκτός αυτών.
Ακολουθώντας τον David Graeber, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ελευθεριακό κίνημα στη Γαλλία όπως και αλλού αιφνιδιάστηκε από το σοκ της ίδιας του της πολιτισμικής νίκης. Ένα κίνημα που είχε συγκροτηθεί ως μη-ηγεμονικό βρέθηκε να γίνεται ηγεμονικό στο εσωτερικό του στρατοπέδου της χειραφέτησης. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει με αυτή τη δύναμη όπως έχει συμβεί τόσες φορές στην ιστορία, οι ελευθεριακοί άφησαν την εξουσία σε εκείνους που δεν διστάζουν να την ασκήσουν, την ακροδεξιά ή τη «ριζοσπαστική» αριστερά και υποχώρησαν σε πιο οικεία και πιο διαχειρίσιμα πεδία: μικρές συλλογικότητες, ενώσεις, επιμέρους αγώνες ή τοπικές κοινότητες.
Όσον αφορά ειδικότερα την αυτονομία η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων και εκείνες που ακολούθησαν αντί να λειτουργήσουν ως στιγμές επιβεβαίωσης, λειτούργησαν μάλλον ως αποκαλυπτικός φακός των πιθανών εκτροπών αυτής της τάσης όταν περιχαρακώνεται στον εαυτό της: ιδεολογικοποίηση ή ταυτοτικοποίηση, υπερβολικά λευκή και ελιτίστικη σύνθεση, εστίαση στη Γαλλία ή ακόμη και στο ίδιο της το τοπικό πλαίσιο, αδυναμία διαλόγου με το λαϊκό ή με τον Άλλο, όποιος κι αν είναι αυτός (ξένος, άνθρωπος μεταναστευτικής καταγωγής, κάτοικος της υπαίθρου κ.λπ.). Εκτροπές που σε πολλές στιγμές μετέτρεψαν το αυτόνομο κίνημα σε ένα απλό «μιλιέ» ανάμεσα σε άλλα· δηλαδή σε κάτι ακίνδυνο, δομημένο πάνω σε άγραφους κανόνες και νόρμες που, στο τέλος της ημέρας αποδεικνύονται συντηρητικές.
Σε πιο γενικό επίπεδο, όλα αυτά τα όρια φωτίζουν μια βαθιά κρίση της ελευθεριακής στρατηγικής και πρακτικής. Μια κρίση που δεν περιορίζεται ούτε στη Γαλλία ούτε στους ελευθεριακούς. Αγγίζει το σύνολο των εξεγέρσεων των τελευταίων ετών οι οποίες παρά την έντασή τους δεν κατάφεραν να αρθρώσουν προοπτικές βαθιών μετασχηματισμών ή πειστικών εναλλακτικών. Τελευταία επιβεβαίωση του ότι η εποχή υπήρξε ελευθεριακή και ότι η κρίση της παρέσυρε μαζί της ολόκληρο το κίνημα των αγώνων που γεννήθηκε από τις εξεγέρσεις μας.
Να ξαναπιάσουμε το νήμα
Τελικά, δεν είναι οι διαδοχικές, φαινομενικές ήττες εκείνες που μας γεννούν περισσότερο το αίσθημα της αποτυχίας. Οι πιο ισχυρές επαναστάσεις χτίζονται πάντοτε πάνω στις ρωγμές που άνοιξαν προηγούμενες απόπειρες και πάνω στα μαθήματα που αυτές παρέδωσαν στου-ι-ς εξεγερμένου-ε-ς, ιδίως στα αδιέξοδα που συνάντησαν. «Οι βαθιές επαναστάσεις καθίστανται δυνατές μέσα από μια σειρά εξεγέρσεων που συναντούν και υπερβαίνουν τα όριά τους, αναζητώντας επίμονα αυτή τη ρήξη»[82]. Η Κομμούνα του Παρισιού στηρίχθηκε στην ήττα του 1848· η ρωσική επανάσταση του 1917 σε εκείνη του 1905 όπου επινοήθηκαν τα σοβιέτ· η σουδανική επανάσταση του 2019 στα φοιτητικά κινήματα του 2013 όπου είχαν ήδη σκιαγραφηθεί οι επιτροπές αντίστασης κ.ο.κ. Καμία από αυτές τις επαναστάσεις δεν υπήρξε ολοκληρωμένη ή απολύτως νικηφόρα· όμως καθεμία, διαδοχικά, υπήρξε βαθύτερη από την προηγούμενη.
Αυτό που μας βαραίνει περισσότερο είναι η αδυναμία, προς το παρόν, του ελευθεριακού κινήματος να μετατρέψει αυτές τις διαδοχικές εξεγέρσεις σε στάδια, σε σκαλοπάτια πάνω στα οποία να οικοδομήσει. Να οικοδομήσει ένα κίνημα ικανό να διατηρείται τόσο στις νίκες όσο και στις ήττες. Ένα ελευθεριακό κίνημα ικανό ξανά και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα να συγχωνεύεται με το πραγματικό κίνημα των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα. Δηλαδή μια δύναμη ή μια «οικολογία», όπως θα έλεγε ο Rodrigo Nunes[83] συνειδητή του εαυτού της, αποτελούμενη από πλήθος οργανώσεων, ομάδων, μέσων, συλλογικοτήτων, συμμοριών, γειτονιών κ.λπ., ενωμένων (αλλά όχι ομοιόμορφων) γύρω από έναν κοινό προσανατολισμό: μια επαναστατική ρήξη και την οικοδόμηση ενός ισότιμου κόσμου.
Δυστυχώς, αυτός δεν είναι σήμερα ο δρόμος που ακολουθούν οι ελευθεριακοί, διασκορπισμένοι από τις ήττες. Και αξιοποιώντας την αποθάρρυνση και το αίσθημα ανημπόριας, έχει ξεκινήσει μια διακριτική αλλά αποφασιστική επιστροφή: η επιστροφή της αριστεράς. Τραγουδώντας το παλιό, γνώριμο ρεφρέν που ενώ προσποιείται ότι γιορτάζει την επανεμφάνιση του πραγματικού κινήματος στην πραγματικότητα μάς καλεί να το οδηγήσουμε πίσω στον «σωστό δρόμο» και μας λέει σε όλε-ου-ς: «Αυτή η νέα πολιτική είναι θαυμάσια, αλλά φαίνεται πως έφτασε στα όριά της· χρειαζόμαστε… την παλιά πολιτική»[84].
Στο επόμενο επεισόδιο θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε: τι εννοούμε όταν μιλάμε για αντεπανάσταση; Ποια είναι τα εργαλεία της; Ποιοι επωφελούνται από τις ήττες μας; Και πώς ακριβώς επέστρεψε η αριστερά με τόση ισχύ;
Lucas Amilcar
lucas_amilcar at riseup.net
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] ΣτΣ: Διστάσαμε να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο. Συχνά, εκείνα τα σημεία εκφοράς λόγου που βρίσκονται πιο κοντά μας είναι και αυτά που μάς ενοχλούν περισσότερο. Εδώ, ορισμένες πολιτικές κατηγορίες που επιστρατεύονται για την ανάλυση της εξέλιξης των επαναστατικών τάσεων στον γαλλικό χώρο μάς φαίνονται ελάχιστα λειτουργικές. Αν και τη δεκαετία του ’80 υπήρξαν μικροσκοπικά αυτόνομα μιλιέ σε ορισμένες μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, δεν υπήρξε ποτέ «αυτόνομο κίνημα» με την ιστορική έννοια του όρου βλ. σχετικά La Horde d’Or των Moroni και Balestrini ή Autonomie! του Marcello Tari. Όσο για το στερεότυπο του «απελισμού», που επί μακρόν τροφοδότησε τόσο τις αστυνομικές εκθέσεις όσο και τον κινηματικό ανταγωνισμό, θα χρειαστεί κάποτε να αφιερώσουμε χρόνο ώστε να αντλήσουμε τα διδάγματα εκείνα που μας θωρακίζουν εξίσου απέναντι στη μυθοποίηση, τη μυθοπλασία και τη γελοιοποίηση. Τούτων λεχθέντων, το κείμενο του Lucas Amilcar έχει το ουσιαστικό προτέρημα ότι ανοίγει κρίσιμα και φιλόδοξα ερωτήματα· γι’ αυτό και επιλέξαμε τη δημοσίευσή του παρά τις επιμέρους διαφωνίες και παρεξηγήσεις.
[2] ΣτΜ: Nouveau Front populaire – NFP, είναι η εκλογική και πολιτική συμμαχία της γαλλικής αριστεράς που συγκροτήθηκε το 2024 ως απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς. Ο όρος παραπέμπει συνειδητά στο ιστορικό Λαϊκό Μέτωπο του 1936 επιχειρώντας να ανασυστήσει μια εικόνα “ενότητας” και “λαϊκής σωτηρίας” αυτή τη φορά γύρω από την Ανυπότακτη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τους Οικολόγους και το ΚΚΓ.
[3] ΣτΜ: Πρόσφατο δημοσιογραφικό έργο γραμμένο από δημοσιογράφους της Libération, εφημερίδας που αυτοπαρουσιάζεται ως αριστερή αλλά έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει σαφώς φιλελεύθερες και θεσμικές θέσεις. Το βιβλίο επικρίνει τη λειτουργία της Ανυπότακτης Γαλλίας εστιάζοντας στον υπερσυγκεντρωτισμό της οργάνωσης και στον ρόλο του Jean-Luc Mélenchon και η κυκλοφορία του αποτέλεσε αφορμή για μια ευρεία μιντιακή επίθεση στη ριζοσπαστική αριστερά.
[4] ΣτΜ: Πολιτικός σχηματισμός της γαλλικής θεσμικής αριστεράς που ιδρύθηκε το 2016 γύρω από τον Jean-Luc Mélenchon. Αποτελεί προϊόν ανασύνθεσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αποσύνθεσης της κυβερνητικής αριστεράς μετά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων Hollande. Παρά τη ρητορική ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό η LFI διατηρεί μια συγκεντρωτική, προσωποκεντρική, ιεραρχική και εκλογοκεντρική λογική, γεγονός που την καθιστά όχι συνέχεια αλλά ανάχωμα των κινημάτων χειραφέτησης.
[5] Ενδεικτικά, δύο ιδιαίτερα εύστοχα άρθρα:
–Roger Martelli, «La France insoumise face à son destin», Mediapart
[6] Μια αντίληψη που επομένως δεν αποκλείει εκ των προτέρων του-ι-ς αγωνιστ-ρι-ές της Ανυπότακτης Γαλλίας, οι οποίοι-ες αυτοπροσδιορίζονται ως μία από τις συνιστώσες μιας μακρόπνοης «επανάστασης των πολιτών». Θα επανέλθουμε σε αυτό στο τρίτο μέρος του κειμένου.
[7] Η εγκατάλειψη της επαναστατικής προοπτικής από ένα μεγάλο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος στη Δύση και η μετατροπή του σε εργαλείο συνδιαχείρισης του καπιταλισμού· οι ιστορικοί δεσμοί μεταξύ κοινοβουλευτικών δημοκρατιών και αυταρχισμού· οι αμέτρητοι συμβιβασμοί των σοσιαλιστικών κομμάτων με το καπιταλιστικό σύστημα· η εμμονή στη στρατολόγηση, τα άψυχα συνθήματα χωρίς αντίκρισμα στην πράξη κ.ο.κ.
[8] Υποστηρικτές της αυτονομίας: αυτού του επαναστατικού πολιτικού ρεύματος που θέτει ως στόχο την αυτονομία από τον καπιταλισμό, το κράτος αλλά και από τα κόμματα και τα συνδικάτα.
[9] Θα επανέλθουμε σε αυτό όμως για την αυτονομία η αριστερά θεωρούνταν συχνά εμπόδιο στον δρόμο προς την επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Dionys Mascolo: «Το αντίθετο του να είσαι αριστερός δεν είναι να είσαι δεξιός· είναι να είσαι επαναστάτης».
[10] ΣτΜ: Το δεύτερο μέρος δημοσιεύτηκε στο lundimatin#506 στις 27 Ιανουαρίου 2026 και θα δημοσιευθεί σύντομα μεταφρασμένο στο Αυτολεξεί.
[11] Η διαπίστωση αυτή συναντάται, μεταξύ άλλων, στα βιβλία Révolutions de notre temps / If We Burn του Vincent Bevins και Pour une politique sauvage του Jean Tible.
[12] Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια εκείνων που θεωρούν ότι η επανάσταση όπως και η κοινωνία πρέπει να οργανώνεται από-τα-κάτω και όχι από-τα-πάνω· που αρνούνται να εκχωρήσουν την εξουσία τους σε μια κυβέρνηση, έναν ηγέτη, έναν σύζυγο, έναν εργοδότη ή ένα κράτος· και που υποστηρίζουν ότι η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισότητα.
[13] ΣτΜ: Διεθνές κύμα κινημάτων που ξεκίνησε το 2011 (Occupy Wall Street, Occupy London κ.ά.) βασισμένο στην κατάληψη δημόσιων χώρων, στην άμεση δημοκρατία και στην απόρριψη της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης.
[14] ΣτΜ: Τακτική διαδήλωσης και σύγκρουσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980 κυρίως σε αναρχικά και αυτόνομα κινήματα όπου οι συμμετέχοντες δρουν συλλογικά, ντυμένοι στα μαύρα και με καλυμμένα πρόσωπα, προκειμένου να διασφαλίσουν ανωνυμία, αλληλεγγύη και επιχειρησιακή συνοχή απέναντι στην καταστολή.
[15] ΣτΜ: Προέρχεται από την αναρχική παράδοση και δηλώνει μια μικρή, αυτόνομη ομάδα ανθρώπων που βασίζεται σε σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινής πολιτικής αντίληψης και λειτουργεί ως βασική μονάδα δράσης χωρίς ιεραρχία ή κεντρική καθοδήγηση.
[16] ΣτΜ: Κινητοποιήσεις που δεν έχουν λάβει επίσημη άδεια από τις αρχές και συγκροτούνται έξω από το θεσμικό πλαίσιο διαμαρτυρίας ως συνειδητή άρνηση της κρατικής ρύθμισης του πολιτικού αγώνα.
[17] Όρος που χρησιμοποιούμε εδώ, ακολουθώντας τη διατύπωση του Μαρξ, για να περιγράψουμε όλου-ε-ς εκείνου-ε-ς που εξεγείρονται με στόχο την κατάργηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων.
[18] Άτομα και συλλογικότητες μη προσδεδεμένες σε συγκεκριμένη ιδεολογία ή σαφώς ορισμένη πολιτική τάση.
[19] Χωρίς αυτό να συνεπάγεται βεβαίως κάποια συστηματική ή γενικευμένη ιδεολογική μεταστροφή προς τις ελευθεριακές τάσεις.
[20] Για την εντυπωσιακή επαναστατική εμπειρία του Σουδάν συνιστούμε την παρακολούθηση του εξαιρετικού μέσου Sudfa Media αλλά κυρίως τη συνάντηση και ακρόαση των Σουδανών επαναστατ-ρι-ών στην εξορία, οι οποίοι-ες είναι πολυάριθμοι-ες στη Γαλλία.
[21] Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η Κομμούνα της Οαχάκα (2006), η εξέγερση στο Όκλαντ (2011) ή το Nuit Debout στη Γαλλία, τα οποία αξιοποίησαν όλα αυτό το πολιτικό και συμβολικό φαντασιακό.
[22] ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα, Podemos στην Ισπανία, Boric στη Χιλή.
[23] Στρατιωτικό καθεστώς στην Αίγυπτο, τεχνοκρατική διακυβέρνηση στη Σρι Λάνκα, ισλαμιστικά κόμματα στην Τυνησία, ακροδεξιά/φασιστική διακυβέρνηση στη Βραζιλία κ.ο.κ.
[24] ΣτΜ: Ο όρος αποδίδει το γαλλικό destituantes και χρησιμοποιείται εδώ με τη θεωρητική του σημασία σε αντιδιαστολή με το constituantes (συντακτικές) που παραπέμπει στη συγκρότηση νέας εξουσίας και ιστορικά στη διαδικασία σύνταξης νέου Συντάγματος (constitution). Οι αποσυντακτικές πρακτικές αντίθετα δεν αποσκοπούν στη θεμελίωση μιας νέας θεσμικής τάξης αλλά στην αποδόμηση, την αχρήστευση και την απενεργοποίηση των υφιστάμενων μορφών εξουσίας και θεσμικής διακυβέρνησης.
[25] Charles Reeve, Le Socialisme sauvage Essai sur l’auto-organisation et la démocratie directe dans les luttes de 1789 à nos jours (Ο άγριος σοσιαλισμός. Δοκίμιο για την αυτοοργάνωση και την άμεση δημοκρατία στους αγώνες από το 1789 έως σήμερα), εκδ. L’Échappée.
[26] Βλ. Jean Tible, Politique sauvage, εκδ. Terres de Feu.
[27] Βλ. την ιδιαίτερα εύστοχη ερμηνευτική αφήγηση της ιστορίας της Γαλλίας από τον Pacôme Thiellement, «L’Empire n’a jamais pris fin» (Η Αυτοκρατορία δεν τελείωσε ποτέ), Blast.
[28] Υβριδισμός μεταξύ αναρχιζουσών πρακτικών ακτιβιστών του Νότου και του Βορρά κατά τη διάρκεια του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης· τραυματική εμπειρία από τις εκφυλιστικές πορείες των κλασικών οργανώσεων της αριστεράς του 20ού αιώνα· κεντρική σημασία του διαδικτύου που επιτρέπει την παράκαμψη λειτουργιών άλλοτε μονοπωλιακών για τις παραδοσιακές οργανώσεις· αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να επιτελέσουν τον ρόλο της διαμεσολάβησης απέναντι σε μια βίαιη και συνολική καπιταλιστική επίθεση κ.ά.
[29] Η εμμονή στο «να έχει κανείς δίκιο» αντί της θεωρητικής αναδιατύπωσης μπροστά στο πραγματικό έχει σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικές πολιτικές συνέπειες.
[30] ΣτΜ: Zyed Benna και Bouna Traoré, δύο έφηβοι από τα προάστια του Παρισιού που δολοφονήθηκαν το 2005, καταδιωκόμενοι από την αστυνομία. Ο θάνατός τους πυροδότησε εκτεταμένες εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια, σηματοδοτώντας την επανεμφάνιση μαζικών, μη θεσμικών εξεγέρσεων στη Γαλλία.
[31] ΣτΜ: Contrat Première Embauche, εργασιακό καθεστώς που προωθήθηκε το 2006 και προέβλεπε ευκολότερες απολύσεις για νέους εργαζόμενους. Αποσύρθηκε μετά από μαζικές κινητοποιήσεις φοιτητών και εργαζομένων.
[32] ΣτΜ: Πολυετής αγώνας ενάντια στην κατασκευή αεροδρομίου κοντά στη Νάντη. Οι ZAD (Zones à Défendre) αποτέλεσαν εμβληματικό παράδειγμα εδαφικής κατάληψης, αυτοοργάνωσης και σύγκρουσης με το κράτος. Το έργο ακυρώθηκε το 2018.
[33] ΣτΜ: Μεταρρύθμιση του 2016 που αποδυνάμωσε τα εργασιακά δικαιώματα. Προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις, απεργίες και συγκρούσεις καθώς και το κίνημα Nuit Debout.
[34] ΣτΜ: Νεαρός μαύρος άνδρας που δολοφονήθηκε το 2016 μετά από σύλληψη από τη γαλλική αστυνομία. Η υπόθεσή του έγινε σύμβολο του αγώνα ενάντια στην αστυνομική βία και τον θεσμικό ρατσισμό.
[35] ΣτΜ: Théo Luhaka, νεαρός άνδρας που υπέστη βίαιο και σεξουαλικό βασανισμό από αστυνομικούς το 2017. Η υπόθεση προκάλεσε νέες εξεγέρσεις και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία.
[36] ΣτΜ: Φεμινιστική πρακτική που ξεκίνησε το 2017, με ανάρτηση αφισών και συνθημάτων σε δημόσιους χώρους, καταγγέλλοντας τις γυναικοκτονίες και την κρατική αδράνεια.
[37] Για την ιταλική αυτονομία προτείνονται ιδιαιτέρως:
-La Horde d’or. Italie 1968-1977. La grande vague révolutionnaire et créative, politique et existentielle, εκδ. L’Éclat
-Marcello Tari, Autonomie!, εκδ. La Fabrique
-Alessandro Stella, Années de rêves et de plomb, εκδ. Agone
[38] Η αυτομείωση είναι μια αντικαπιταλιστική πολιτική πρακτική που συνίσταται στην επιβολή, με συλλογικό και αγωνιστικό τρόπο, της μείωσης της τιμής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας ή ακόμη και της δωρεάν πρόσβασης σε αυτά.
[39] ΣτΜ: «Πορεία κεφαλής», ριζοσπαστικό μπλοκ που εμφανίστηκε μαζικά στις πορείες από το 2016 και μετά λειτουργώντας έξω από τη συνδικαλιστική περιφρούρηση και τις θεσμικές διαδρομές των διαδηλώσεων. Συνδύαζε συγκρουσιακές πρακτικές, άρνηση εκπροσώπησης και ισχυρή παρουσία αυτόνομων και αναρχικών ρευμάτων.
[40] ΣτΜ: «Αόρατο Συμβούλιο», ανώνυμο συλλογικό υποκείμενο που έγινε γνωστό μέσα από θεωρητικά και πολιτικά κείμενα όπως L’Insurrection qui vient, À nos amis και Maintenant. Τα κείμενα αυτά άσκησαν μεγάλη επιρροή σε διεθνές επίπεδο ιδίως στους κύκλους της αυτονομίας και του εξεγερτισμού.
[41] ΣτΜ: Δίκτυα αλληλοβοήθειας και υλικής υποστήριξης κινημάτων (καντίνες, ταμεία αγώνα, υγειονομική και νομική υποστήριξη) που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα μετά το 2016, ενσαρκώνοντας την ιδέα της πολιτικής της καθημερινότητας.
[42] ΣτΜ: «Κάλεσμα», σύντομο πολιτικό κείμενο που καλούσε σε ρήξη με τις υπάρχουσες μορφές ζωής και πολιτικής, θέτοντας τις βάσεις για μια στρατηγική αποσυντακτικής εξέγερσης και κοινοτικής ανασύνθεσης.
[43] Για το ιδρυτικό κείμενο αυτής της τάσης, βλ.: https://libcom.org/library/appel
[44] ΣτΜ: Θεωρητικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Συνδύαζε κριτική της νεωτερικότητας, βιοπολιτική ανάλυση και ελευθεριακές επαναστατικές προτάσεις. Αποτελεί βασικό θεωρητικό υπόβαθρο του «απελισμού». Ο τίτλος Tiqqun (ή Tikkun) προέρχεται από το εβραϊκό תיקון και σημαίνει «επανόρθωση», «διόρθωση» ή «αποκατάσταση». Παραπέμπει στην καμπαλιστική έννοια Tikkun Olam (επανόρθωση του κόσμου) και επιλέχθηκε ως όνομα της ομώνυμης γαλλικής φιλοσοφικής επιθεώρησης για να δηλώσει ένα πρόταγμα ριζικής κριτικής και υπονόμευσης της σύγχρονης κοινωνίας μέσω της επαναοικειοποίησης του νοήματος και της ζωής.
[45] ΣτΜ: Δικαστική και πολιτική υπόθεση που ξέσπασε το 2008 όταν το γαλλικό κράτος κατηγόρησε μέλη ενός αγροτικού κοινοτικού εγχειρήματος στο χωριό Tarnac για «τρομοκρατία». Η υπόθεση κατέρρευσε δικαστικά αλλά χρησιμοποιήθηκε για την ποινικοποίηση της αυτονομίας και των κύκλων γύρω από το Comité Invisible.
[46] Ο πραγματικός αριθμός αυτού του «κόμματος χωρίς κάρτες και μέλη» θα είναι πάντοτε δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί· μπορεί ωστόσο να εκτιμηθεί σε αρκετές εκατοντάδες, ίσως ακόμη και έως περίπου χίλια άτομα.
[47] Πόσω μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι εμείς γνωρίσαμε αυτή την εμπειρία από κοντά μόνο από το 2016 και ποτέ εκ των έσω.
[48] Έκφραση που χρησιμοποιείται συστηματικά από την αριστερά για να δηλώσει ότι κάθε εξέγερση οφείλει να βρει έναν «θεσμικό δρόμο» συνήθως μέσω εκλογικής διεξόδου ή μέσω κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης των αιτημάτων της.
[49] Ως αντίδραση στα θετικά αλλά και αρνητικά φαντασιακά που παρήγαγε μια τάση η οποία διατηρούσε (και διατηρεί) έντονη αδιαφάνεια γύρω από τις μορφές οργάνωσής της και τα στρατηγικά της στοιχήματα, ο «απελισμός» αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής από μεγάλο μέρος της αυτονομίας. Ο όρος «απελιστής» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμη ως ανάθεμα για να απαξιώσει κάθε τι που μοιάζει, άμεσα ή έμμεσα, με αυταρχισμό ή «στρατηγισμό».
[50] Μία από τις πολλές αντιφάσεις της αυτονομίας η οποία ενώ κατήγγελλε με σφοδρότητα τα συνδικάτα και την αριστερά εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από τα καλέσματά τους για να κινητοποιηθεί και να συναντήσει νέο κόσμο. Η ίδια αυτή αντίφαση επαναλαμβάνεται σε όλη την περίοδο: η αυτονομία ενώ αρνείται τη διαμεσολάβηση της αριστεράς, ενεργοποιείται συχνά μόνο μέσα από τα δικά της πλαίσια κινητοποίησης.
[51] Βλ. ενδεικτικά: https://paris-luttes.info/hier-il-n-y-avait-plus-de-place-6149?lang=fr
[52] ΣτΜ: Union Nationale des Étudiants de France, ιστορικό φοιτητικό συνδικάτο στη Γαλλία, στενά συνδεδεμένο με την κοινοβουλευτική και συνδικαλιστική αριστερά. Συχνά κατηγορείται από ριζοσπαστικούς χώρους για γραφειοκρατία και λειτουργία ως μηχανισμός ελέγχου των κινητοποιήσεων.
[53] ΣτΜ: Nouveau Parti Anticapitaliste, μικρό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία, προερχόμενο από τροτσκιστικές παραδόσεις. Παρά τον “αντισυστημικό” λόγο του αντιμετωπίζεται από αυτόνομους κύκλους ως τμήμα της θεσμικής αριστεράς.
[54] ΣτΜ: Κίνημα καταλήψεων πλατειών που εμφανίστηκε το 2016 στο πλαίσιο της αντίστασης στον νόμο για την εργασία. Αποτελούσε χώρο συνελεύσεων, συναντήσεων και πειραματισμού με άμεσες, μη θεσμικές μορφές πολιτικής.
[55] Για τη μετάβαση από το Black Bloc στο cortège de tête, βλ.: https://taranis.news/2023/03/black-bloc-le-cote-obscur-de-la-force/
[56] ΣτΜ: Απεργίες που ξεκινούν χωρίς την έγκριση ή τον έλεγχο των επίσημων συνδικαλιστικών οργάνων, συχνά σε ρήξη με τις ηγεσίες τους.
[57] L’Insurrection qui vient, εκδ. La Fabrique.
[58] ΣτΜ: Λαϊκό εξεγερσιακό κίνημα που ξέσπασε στη Γαλλία το 2018, αρχικά ενάντια στην αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και εξελίχθηκε σε γενικευμένη αμφισβήτηση της κοινωνικής ανισότητας, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελίτ. Χαρακτηρίστηκε από μαζική συμμετοχή εργατικών και λαϊκών στρωμάτων εκτός παραδοσιακών οργανώσεων.
[59] ΣτΜ: Βασικός χώρος οργάνωσης και ζωής του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων. Εκεί στήνονταν καλύβες, συνελεύσεις και μπλόκα, συγκροτώντας εδαφικές μορφές λαϊκής παρουσίας έξω από τα αστικά κέντρα.
[60] ΣτΜ: Référendum d’Initiative Citoyenne, αίτημα για δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, κεντρικό πολιτικό αίτημα των Κίτρινων Γιλέκων. Αντανακλά τη βαθιά κρίση νομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη Γαλλία.
[61] Για μια κριτική της «κριτικής στάσης», βλ.: https://paris-luttes.info/la-revolution-pour-ou-contre-11165
[62] ΣτΜ: Σπίτι των Λαών – Saint-Nazaire, κατειλημμένο κτίριο που λειτούργησε ως πολιτικό, κοινωνικό και οργανωτικό κέντρο των Κίτρινων Γιλέκων, συνδέοντας το κίνημα με τοπικά εργατικά και λαϊκά στρώματα.
[63] ΣτΜ: Ομάδα Κίτρινων Γιλέκων που επιχείρησε μπλοκαρίσματα στο μεγάλο χονδρεμπορικό κέντρο τροφίμων του Rungis, σύμβολο της εφοδιαστικής αλυσίδας και της καπιταλιστικής κυκλοφορίας.
[64] ΣτΜ: Πόλεις όπου συγκροτήθηκαν εμβληματικές καλύβες και συνελεύσεις των Κίτρινων Γιλέκων. Ιδιαίτερα το Commercy έγινε σημείο αναφοράς για την προσπάθεια εθνικού συντονισμού του κινήματος από-τα-κάτω.
[65] ΣτΜ: Ανεξάρτητο κινηματικό μέσο που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, με στόχο την αντιπληροφόρηση και την αποτύπωση της λαϊκής εμπειρίας της εξέγερσης.
[66] ΣτΜ: Τοπική εφημερίδα των Κίτρινων Γιλέκων, ενδεικτική της προσπάθειας του κινήματος να παράγει τον δικό του λόγο, έξω από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.
[67] ΣτΜ: Αγροτική περιοχή της κεντρικής Γαλλίας όπου αναπτύχθηκαν εγχειρήματα σύνδεσης των Κίτρινων Γιλέκων με αγροτικούς και οικολογικούς αγώνες μέσω κινητών καραβανιών και συνελεύσεων.
[68] Βλ. για παράδειγμα: https://lundi.am/Les-amours-jaunes
[69] Ιδίως στο L’Insurrection qui vient αλλά και στο Premières mesures révolutionnaires σε συνεργασία με τον Éric Hazan.
[70] ΣτΜ: Assemblée des assemblées, πανεθνική απόπειρα συντονισμού των Κίτρινων Γιλέκων μέσω εκπροσώπων από τοπικές συνελεύσεις. Πραγματοποιήθηκε σε διαδοχικές συναντήσεις (Commercy, Saint-Nazaire κ.ά.) και εξέφρασε την αναζήτηση μιας οριζόντιας, μη κομματικής μορφής συλλογικής απόφασης. Παρά τη συμβολική της σημασία, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει σταθερό πολιτικό βάθος ή διαρκή οργανωτική αποτελεσματικότητα.
[71] Πολύ ελπιδοφόρα αρχικά αλλά γρήγορα εγκαταλελειμμένη από πολλούς κόμβους των Κίτρινων Γιλέκων και κατακλυσμένη από ακτιβιστές της αριστεράς που προσχώρησαν καθυστερημένα και χωρίς να έχουν μετασχηματιστεί από το ίδιο το κίνημα.
[72] ΣτΜ: Μία από τις πιο συγκρουσιακές στιγμές του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, με μαζικές συγκρούσεις, πυρπολήσεις και εκτεταμένες υλικές καταστροφές στο κέντρο του Παρισιού. Για ορισμένους αυτόνομους κύκλους αποτέλεσε απόπειρα ανακατάληψης του κινήματος σε συμβολικό και συγκρουσιακό επίπεδο για άλλους σημάδι των ορίων μιας καθαρά θεαματικής κλιμάκωσης.
[73] ΣτΜ: Ο όρος jacquerie populaire παραπέμπει στις μεσαιωνικές αγροτικές εξεγέρσεις στη Γαλλία (οι λεγόμενες ζακερίες) αυθόρμητες, μαζικές και συχνά ανοργάνωτες εξεγέρσεις των κατώτερων τάξεων ενάντια στην εξουσία και τη φορολογία. Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος δεν έχει υποχρεωτικά υποτιμητική σημασία αλλά χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια λαϊκή εξέγερση που ξεσπά έξω από τις παραδοσιακές πολιτικές οργανώσεις, χωρίς προϋπάρχον ιδεολογικό πρόγραμμα αλλά με έντονο συγκρουσιακό και απονομιμοποιητικό χαρακτήρα.
[74] ΣτΜ: Μικρής διάρκειας πολιτικά εγχειρήματα που εμφανίστηκαν στη Γαλλία μετά το 2019 στο πλαίσιο αναζητήσεων για τη συνέχεια του επαναστατικού κινήματος.
[75] ΣτΜ: Ένα σύγχρονο γαλλικό οικολογικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα που συγκροτήθηκε μετά το 2021 συνδυάζοντας πρακτικές πολιτικής ανυπακοής, μαζικής κινητοποίησης και εδαφικών αγώνων ενάντια σε έργα υποδομής και αγροβιομηχανικά συμφέροντα.
[76] ΣτΜ: Μαζική εξέγερση που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του 17χρονου Nahel από αστυνομικό στη Ναντέρ. Χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένες συγκρούσεις και υλικές καταστροφές σε δεκάδες πόλεις και αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της εξέγερσης των λαϊκών και μεταναστευτικών συνοικιών στη σύγχρονη Γαλλία.
[77] Βλ. ενδεικτικά:
ή
https://lundi.am/Il-n-y-a-plus-rien-a-piller
[78] ΣτΜ: Όνομα που χρησιμοποιούν οι ιθαγενείς Κανάκ για τη Νέα Καληδονία, γαλλική αποικία στον Ειρηνικό. Η εξέγερση του 2024 συνδέεται με την αποικιακή καταπίεση, τη θεσμική ανισότητα και τις απόπειρες του γαλλικού κράτους να μεταβάλει το εκλογικό σώμα εις βάρος του αυτόχθονα πληθυσμού.
[79] ΣτΜ: Μαζικές κινητοποιήσεις και αποκλεισμοί από αγρότες ενάντια στις πολιτικές της ΕΕ και του γαλλικού κράτους, που συνδύαζαν κοινωνική δυσαρέσκεια, οικονομική ασφυξία και απόρριψη της τεχνοκρατικής «πράσινης» μετάβασης.
[80] ΣτΜ: Κοινωνικές εξεγέρσεις στο υπερπόντιο γαλλικό έδαφος της Μαρτινίκας, ενταγμένες σε ένα μακρύ ιστορικό αποικιακής εκμετάλλευσης, κοινωνικών ανισοτήτων και αντιγαλλικών κινητοποιήσεων.
[81] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέγερση των αγροτών, η οποία τέθηκε σχεδόν άμεσα υπό τον έλεγχο της FNSEA. (ΣτΜ: Fédération nationale des syndicats d’exploitants agricoles, είναι η κυρίαρχη και ιστορικά πιο ισχυρή αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση στη Γαλλία στενά συνδεδεμένη με το κράτος, την αγροβιομηχανία και τις ευρωπαϊκές αγροτικές πολιτικές. Λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός ελέγχου και θεσμικής ενσωμάτωσης των αγροτικών κινητοποιήσεων, περιορίζοντας τις εξεγέρσεις σε διαχειρίσιμα αιτήματα.)
[82] Révolutions de notre temps – Manifeste internationaliste des Peuples Veulent.
[83] Rodrigo Nunes, Neither Vertical nor Horizontal.
[84] Jasper Bernes και Joshua Clover, όπως αναφέρονται και συζητούνται στο Neither Vertical nor Horizontal.