Ελεύθερος χρόνος & εργασία: Μαρτυρία απολυμένου εργαζόμενου στη Σκρουτζ

0

Δημήτρης Καρράς, πρώην υπάλληλος αποθήκης Σκρουτζ

Την Παρασκευή 1η του Μάρτη μου ανακοινώθηκε απόλυση από τη “Σκρουτζ”, στη βασική αποθήκη της οποίας δούλευα, στη μία από τις τρεις νυχτερινές βάρδιες τους τελευταίους πέντε μήνες. Οι λόγοι που επικαλέστηκε η διοίκηση είναι πλημμελής τήρηση του ωραρίου και χαμηλή απόδοση ενώ η απόλυση ήρθε δύο μέρες μετά τη συμμετοχή μου στην πανελλαδική απεργία της 28/2 – για το θεαθήναι βέβαια, στη γραφειοκρατική επικοινωνία μεταξύ εταιρίας και εμού στο εταιρικό μέιλ, η έγκριση της συμμετοχής στην απεργία ως “αδικαιολόγητη απουσία” ακολουθήθηκε από τη δεύτερη “γραπτή σύσταση συμμόρφωσης” για καθυστερήσεις η οποία και απο τη πλευρά μου τηρήθηκε άρα δε μπορεί να θεωρηθεί η παραβίασή της ο ουσιαστικός ή τυπικός λόγος της απόλυσης.

Το ευρύτερο πλαίσιο της διαμάχης με την εταιρία υπήρξε πράγματι ο χρόνος εργασίας.

Εργαζόμουν επί σειρά μηνών στη βάρδια 03.00-12.30 η οποία εμπεριέχει μια ώρα υποχρεωτικής υπερεργασίας, δηλαδή φτηνής και υποχρεωτικής υπερωρίας καθώς και μισή ώρα απλήρωτη παράταση του χρόνου εργασίας για να αναπληρώσει το διάλλειμα των εργαζομένων στους εργοδότες, το οποίο ο νόμος Χατζηδάκη δεν εντάσσει στον εργάσιμο χρόνο. Κυρίως αυτή η βάρδια, κόβει τη νύχτα και τη μέρα στη μέση, όπως και η κατ’ επίφαση “πρωϊνή” (12.30-22.00) κάνει το αντίστοιχο με το πρωί και το απόγευμα. Στη δεύτερη περίπτωση το εργαζόμενο πρόσωπο κερδίζει τον βραδυνό του ύπνο αλλά χάνει όλη του τη μέρα, χωρίς να έχει ελεύθερο κανένα κοινό time slot με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Στη πρώτη περίπτωση, το εργαζόμενο πρόσωπο δεν έχει κανένα κοινό time slot με τους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά επιπλέον κερδίζει μια διαταραχή ύπνου (στη περίπτωσή μου και παρατεταμένη ξηροφθαλμία) αν επιχειρήσει να κάνει το οτιδήποτε άλλο πέραν του να κοιμάται την εναπομείνουσα μέρα και νύχτα, όπως πχ το να ψωνίσει τα απαραίτητα, να διατηρήσει διαπροσωπικές σχέσεις ή οικογενειακή ζωή, να πάει τα κατοικίδια στον γιατρό, να δει μια ταινία κτλ. Ενδεικτικά, από τις τέσσερις προσλήψεις των τελευταίων 6-7 μηνών που αξιοποιήθηκαν στη συγκεκριμένη βάρδια οι τρεις παραιτήθηκαν κι εγώ απολύθηκα.

Η εταιρία διατηρεί άλλες δύο νυχτερινές βάρδιες 22.00-6.30 και 00.00-08.30 στις οποίες εντάσσει εργαζόμενους χωρίς μέσο μετακίνησης (εγώ μετακινούμαι με ποδήλατο), παλαιότερους ή/και πιο “παραγωγικούς” εργαζόμενους ή εργαζόμενους με παιδιά εν είδη εξυπηρέτησης. Από την άλλη, δεν θέλω να υπονοήσω εδώ πως η εταιρία δεν διατηρεί ίση μεταχείρηση στη μισθολογική μιζέρια, ακόμα και εργοδοτικοί εργαζόμενοι ή σε κάθε περίπτωση εργαζόμενοι πιο “πρόθυμοι και παραγωγικοί” δέχονται προτάσεις για μετακίνηση σε πιο επιτελικό πόστο (όπου η εταιρία χρειαζεται εμπειρία στους τρόπους της) σε μια πιο ανθρώπινη βάρδια, όπως μια κατ’ εξαίρεση κανονική πρωϊνή βάρδια που η εταιρία κατασκευάζει ad hoc σε μια από τις νέες της αποθήκες σε Ασπρόπυργο και Παιανία με τίμημα φυσικά 100-150 ευρώ μισθολογική μείωση, αφού ο εργαζόμενος εκπίπτει από τα 850 περίπου ευρώ που διασφαλίζει από νυχτερινά και “υπερεργασία” στον βασικό μισθό.

Ένα τυφλό σημείο στις σχέσεις εργαζόμενων-εργοδοτών, όχι μόνο σε αυτή την εταιρία αλλά ευρύτερα, είναι ακριβώς αυτή η αναπλήρωση μισθού που παρέχεται μέσα από τη παράταση του εργάσιμου χρόνου (δηλαδή μείωση της ποιότητας ζωής του εργαζόμενου προσώπου). Η όποια εταιρία διαφημίζει το “ανταγωνιστικό πλεονέκτημα” που παρέχει μισθολογικά απέναντι σε όμορες εταιρίες του κλάδου για να διασφαλίσει χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό, αφού “με τις υπερωρίες και τα νυχτερινά βγαίνει 850 και σας δίνουμε και μια κάρτα σίτισης 100 ευρώ και ιδιωτική ασφάλιση”. Οι δε εργαζόμενοι αποφεύγουν το ομολογουμένως κοπιαστικό έργο της ταξικής πάλης ώστε να διασφαλίσουν πως αυτά τα 940 –πχ– ευρώ θα προέρχονται αποκλειστικά από το 8ωρο τους και όχι από υπερωρίες και αφύσικες βάρδιες που κοστίζουν την υγεία τους και τον προσωπικό-κοινωνικό τους χρόνο, ούτε από μια κάρτα που από 100 έγινε 80 ευρώ κατά τη βούληση της εργοδοσίας και έχει περιορισμένη χρήση αφού αποτελεί παροχή και όχι μισθό.

Ειδικότερα στον κλάδο των ταχυμεταφορών, η πλήρης αδιαφορία για οποιαδήποτε έννοια ισορροπίας μεταξύ εργάσιμου και προσωπικού χρόνου και η μονομερής εξυπηρέτηση κάποιας “ανάγκης” της εταιρίας, δηλαδή κάποιου πλάνου των εργασιών που κατέστρωσε κάποιος φοβερός και τρομερός πάνσοφος μάναντζερ που κοιμάται στο σπίτι του το βράδυ και που προφανώς θα μπορούσε να ειναι αρθρωμένο με χίλιους διαφορετικούς άλλους τρόπους, αποτελεί κανόνα. Έτσι στη “Μποξ” οι αποθηκάριοι δουλεύουν το οχτάωρό τους σπαστά (πρωί και απόγευμα) στη Μεταμόρφωση και οι οδηγοί διανέμουν νύχτα. Η “Σκρουτζ” αρνείται να καθιερώσει πρωϊνη, απογευματινή και νυχτερινή βάρδια στα time slots που θα επέτρεπαν στους εργαζόμενους να μοιράζονται τη ζωή και τον ύπνο της υπόλοιπης ανθρωπότητας παρ’ όλο που έχει επαρκή όγκο εργασιών. Η νυχτερινή βάρδια, όποιου τύπου, γίνεται μόνιμο καθεστώς μισθολογικής αναπλήρωσης, η υπερωρία καλύπτει πάγιες ανάγκες της όποιας εταιρίας και ομοίως αναπληρώνει τον χαμηλό και χτυπημένο από τον πληθωρισμό μισθό. “Άδειες στις μεταφορικές δεν δίνονται σε περίοδο γιορτών” γιατί η εταιρία δεν μπορεί να προσλάβει έκτακτους εκείνες τις μέρες για να παρέχει άδειες που να μπορούν να χρησιμοποιήσουν πραγματικά οι εργαζόμενοι από κοινού με τις οικογένειες ή τα όποια κοινωνικά τους πλαίσια, αλλά μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτους κάθε Τρίτη που έχει αυξημένο όγκο εργασιών μέσω της Adecco. Γενικώς θα πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς που τουλάχιστον τηρούνται τα –αντεργατικώς– νόμιμα, δηλαδή το γεγονός πχ πως η υποχρεωτική υπερωρία πληρώνεται.

Επιπλέον, καμία εταιρία δεν υπολογίζει ως εργάσιμο χρόνο τον χρόνο μετακίνησης από και προς την εργασία, παρ’ όλο που ο ελληνικός νόμος αναγνωρίζει εμμέσως την εμπλοκή της εργασίας στον χαρακτήρα του αναφορικά με το γεγονός πως ατυχήματα που συμβαίνουν εντός του θεωρούνται εργατικά ατυχήματα. Η βελγική νομοθεσία, αντιθέτως, υποχρεώνει σε πληρωμή αυτού του χρόνου.

«Το μόνο “δωρεάν” (free) στον λεγόμενο ελεύθερο χρόνο είναι ότι δεν κοστίζει τίποτα στο αφεντικό. Ο ελεύθερος χρόνος αφιερώνεται κυρίως στην προετοιμασία για δουλειά, στη μετάβαση στη δουλειά, στην επιστροφή από τη δουλειά και στην ανάκαμψη από τη δουλειά. Ο ελεύθερος χρόνος είναι ευφημισμός για τον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίο η εργασία, ως συντελεστής παραγωγής, όχι μόνο μεταφέρεται με δικά της έξοδα από και προς τον χώρο εργασίας, αλλά αναλαμβάνει την πρωταρχική ευθύνη για τη δική της συντήρηση και επισκευή. Ο άνθρακας και ο χάλυβας δεν το κάνουν αυτό. Οι τόρνοι και οι γραφομηχανές δεν το κανουν αυτό» (B. Black, 1985).

Kάπως έτσι, οι ανώτεροί μου στη “Σκρουτζ” είχαν την αξίωση να απολογούμαι για τα 20 λεπτά που θα καθυστερούσα όταν έβρεχε (ή τα 10 ενίοτε όταν δεν έβρεχε) και έπρεπε να οδηγώ με το ποδήλατο στη μέση της νύχτας αφού, σύμφωνα με αυτούς, είτε θα έπρεπε να εκθέσω τον εαυτό μου σε κίνδυνο τραυματισμού για να είμαι στην ώρα μου οδηγώντας με κανονική ταχύτητα “όπως ο συναδελφός σου με το μηχανάκι” (και την τετραπλάσια σε πλάτος ρόδα) είτε να έχω μυρίσει τα νύχια μου πως θα βρεχει στη μέση της νυχτας για να ξεκινήσω νωρίτερα ενώ δεν έχω χρόνο ούτε να τα μυρίσω, ούτε να ξεκινήσω νωρίτερα, ούτε να κοιμηθώ ή να ειμαι εντάξει στις προσωπικές μου υποχρεώσεις και ενδιαφέροντα καθώς όλο τον χρόνο μου τον ρουφά άμεσα ή έμμεσα η εταιρία.

Το 8ωρο είναι μόνο ευφημισμός, με την απλήρωτη εργασιακή προέκταση του διαλλείματος, την υποχρεωτική υπερεργασία, τη μετακίνηση από και προς τη δουλειά, την αποδιοργάνωση και την υπερένταση που δημιουργεί κενό χρόνο ανάμεσα στη δουλειά και τον ύπνο ή την εκπλήρωση προσωπικών-κοινωνικών αναγκών, αυτό που μένει στο εργαζόμενο πρόσωπο είναι 4 ώρες “διασκέδασης”. Αυτό που μένει στο εργαζόμενο πρόσωπο που έχει παιδιά (όπως πολλοί συνάδελφοι) φροντίζει -πρώην- αδέσποτα ζώα (όπως εγώ) ή προσπαθεί να μάθει κάτι (πχ. παρακολουθεί κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης όπως κάποιοι συνάδελφοι) είναι ακριβώς μηδέν ώρες. Είμαστε τυχεροί αν καταφέρουμε να κοιμηθούμε αρκετά δυο μέρες στη σειρά.

Θα έπρεπε μάλλον, λοιπόν, να πέσω στα γόνατα ζητώντας συγχώρεση με δάκρυα στα μάτια (“gomenasai sensei”) από τον αφέντη ως ένας ταπεινός ακόλουθος που έκανε ένα παράπτωμα ως προς τον φεουδαρχικό ιαπωνικό οίκο, για τα 10-15-20-25 λεπτά της όποιας αργοπορίας μου απέναντι σε μια εταιρία που μας βάζει να δουλεύουμε απλήρωτοι το 30λεπτο διάλλειμά μας. Δυστυχώς, μου στέρεψαν τα δάκρυα γιατί επαθα ξηροφθαλμία από την παρατεταμένη νυχτερινή βάρδια και το γεγονός πως η αποθήκη δεν πλένεται ποτέ και είναι μέσα στη σκόνη.

Αρνήθηκα να το κάνω. Και απολύθηκα.

Το πλαίσιο στο οποίο αναδύονται, κερδοφορούν και αναπτύσσονται εταιρίες σαν τη “Σκρουτζ” χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Πράγματι, όσο θα ξένιζε πριν από 20 χρόνια η ιδέα του να σου φέρει “το ντελίβερυ” σπίτι το φαγητό σου και να μην το μαγειρέψεις ή αγοράσεις και φας στο κατάστημα ή παραλάβεις ο ίδιος/-α για να το φας στο σπίτι, άλλο τόσο θα ξένιζε πριν από 10 χρόνια και η ιδέα πως –ασχέτως της σωματικής σου κατάστασης (πχ. του γεγονότος πως δεν είσαι ηλικιωμένος ή ΑΜΕΑ), του βάρους και του όγκου του προϊόντος που επιθυμείς και της φυσικής απόστασης του καταστήματος– αναμένεται κοινωνικά να υπάρχει μια υπηρεσία διανομής του περίπου οτιδήποτε στο σπίτι σου, η οποία επιπλέον κάνει και το έργο αντί εσού, δηλαδή κάνει έρευνα αγοράς βάσει κριτηρίων τιμής, δημοφιλίας, κ.λπ. για το προϊόν που αναζητάς. Θα αντισταθώ στη παρόρμηση να ονομάσω αυτού του τύπου το έργο “bullshit job” και να σχολιάσω πως δεν παρέχονται πολύ πιο αναγκαίες υπηρεσίες για άλλα και άλλα, αν και συχνα αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση (για ποιο λόγο, άραγε, εγώ ο αποθηκάριος ή ο εργαζόμενος οδηγός βασανιζόμασταν για να ταξινομήσουμε ή διακπεραιώσουμε τη μεταφορά σε κάποιον καταναλωτή οδηγό ενός σάκου του μποξ ή συναρμολογούμενου επίπλου που ζυγίζει δεκάδες κιλά;)

Παρ’ όλα αυτά, η λογική ανάπτυξης αυτού του τύπου των υπηρεσιών είναι ιστορική. Στον καπιταλισμό η ενσωμάτωση της τεχνικής για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, επομένως και του περιθωρίου του κέρδους υποσκάπτει τα ίδια της τα θεμέλια όταν οι μισθοί μένουν στασιμοι και η εργατική κατανάλωση δεν μπορει να καλύψει την υπερπληθώρα παραγωγής. Ένας τρόπος μετάθεσης της κρίσης στο μέλλον είναι η επινόηση νέων πεδίων συσσώρευσης για να επενδυθούν τα λιμνάζοντα κεφάλαια και να αντιμετωπιστεί η τάση “μηδενισμού της αξίας”. Το κεφάλαιο έτσι επινοεί μια νέα αγορά, το οποίο σημαίνει ταυτόχρονα μια νέα καταναλωτική “ανάγκη” που μπορεί να ανταποκρίνεται ή όχι σε πιεστικές ανάγκες των εργαζόμενων τάξεων.

Δεν έχει τόσο σημασία το αν κάτι αποτελεί “ανάγκη” ή “πολυτέλεια”. Δεν κρίνω σωστό να αρνηθούμε την πολυτέλεια απλώς επειδή ειναι πολυτέλεια, και κάτι που θα ήταν πολυτέλεια σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα (πχ. δωρεάν και ορθολογική διανομή “από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες” όπου ο ανθρωπος θα παραλάμβανε ο ίδιος τα απαραίτητα αγαθά από το “σούπερ μάρκετ” και “καταστήματα” της γειτονιάς του και όχι από τη “Σκρουτζ” στην πόρτα του) μπορεί να είναι ανάγκη σε αυτό και αντίστροφα. Σε τι όμως συνίσταται αυτή η ανάγκη-πολυτέλεια ως προς τις υπηρεσίες που παρέχει η “Σκρουτζ” στους πελάτες της;; Στη μείωση του χρόνου και του κόπου που αναλώνεται στην κατανάλωση, στον χρόνο της έρευνας αγοράς, στον χρόνο της φυσικής παρουσίας για αγορά στο κατάστημα, στον χρόνο και τον κόπο της μεταφοράς του αγαθού. Για ποιους και ποιες αυτή η μείωση του χρόνου και του κόπου είναι περισσότερο ανάγκη παρά πολυτέλεια;; Ακριβώς για τις εργαζόμενες τάξεις.

Εδώ λοιπόν το κεφάλαιο επινοεί έναν “αυτοματισμό της κατανάλωσης”, έναν τρόπο για να μας γλιτώνει χρόνο. Για να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για ελεύθερη προσωπική-κοινωνική ανάπτυξη; Όχι. Για να μας τρώει όλο τον υπόλοιπο χρόνο η δουλειά. Κάθε βήμα “αυτοματισμού της κατανάλωσης” επαναεπινοεί ένα βήμα “παραγωγικής αφέλειας”, ένα βήμα δηλαδή που η ένταση ανειδίκευτης εργασίας είναι απαραίτητη, αφού η δουλειά της ταξινόμησης που μπορεί να κάνει το μυαλό και το χέρι του αποθηκάριου και της διανομής που κάνει το μυαλό και το χέρι του-της οδηγού, δεν μπορει να γίνει ακόμα αποτελεσματικά ή αρκετά φτηνά από μηχανες. Το drone διανομής της Amazon μπορεί να μεταφέρει μέχρι ένα κουτάκι κοκα-κόλα τη φορά, δεν έχουν ρυθμιστεί οι υποδομές και οι κανονισμοί ασφαλείας ενός τέτοιου συστήματος κυκλοφορίας, τα ρομπότ της Boston Dynamics είτε δεν μπορούν ακόμα είτε είναι πολύ ακριβό ακόμα να κάνουν τη δουλειά που κάνω εγώ.

Η “Σκρουτζ” και άλλες όμορες εταιρίες αρκούνται σε ένα ταπεινό μηχάνημα “sorter” που προσομοιάζει μια παραδοσιακή γραμμή παραγωγής για διαλογή των μικρών δεμάτων. Ένα χέρι χρειάζεται ακόμα να τα ξεχωρίσει από τα μεγάλα και να τα φορτώσει προς και από τη μηχανή. Το χέρι ενός χαμηλόμισθου που τρώει όλη του τη μερα στη δουλειά. Το ίδιο χέρι θα γλιτώσει χρόνο από τον “ελεύθερό” του χρόνο, διακπεραιώνοντας μια γραφειοκρατική διαδικασία ηλεκτρονικά αντί να στηθεί σε μια δημόσια υπηρεσία. Ένα άλλο ξεζουμισμένο χέρι που έστησε τον αλγόριθμο του τάδε gov.gr θα παραγγείλει από τη “Σκρουτζ”, επιτάσσοντας την εργασία του δικού μου χεριού στις τρεις τη νυχτα.

Ένα άλλο κοινωνικό συστημα θα πρέπει να αντικαταστήσει αυτό της μισθωτής σκλαβιάς.

Οι κατευθύνσεις του μπορούν να είναι ήδη εμφανείς στις διεκδικήσεις του σήμερα. Περισσότεροι στη δουλειά για περισσότερα και λιγότερο χρόνο. Αύξηση του μισθού και των προσλήψεων, μείωση του εργάσιμου χρόνου. Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας έχει τρωτά σημεία, πλέονα των παραδοσιακών και ακόμα απαραίτητων μέσων όπως η συνδικαλιστική οργάνωση και η απεργία. Όταν το σύγχρονο κεφάλαιο δυναμοποιεί σε τέτοιο βαθμό την κατανάλωση εμπλέκοντάς την όλο και πιο στενά με την παραγωγική σφαίρα (πχ. την έκκληση δεδομένων για προσωποποιημένη διαφήμιση και εκπαίδευση της Α.Ι.) ώστε να της δίνει έναν ψευδεπίγραφο “λόγο”, αυτός ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εναντίον του επικουρικά με την ταξική πάλη. Όπως έδειξε και η εργατική διαφορά στην e-food, τα 5 αστεράκια μπορούν να γίνουν 1 και η κατανάλωση μποϋκοτάζ.

Επομένως:

ΚΑΤΩ Η ΣΚΡΟΥΝΤΖ
ΖΗΤΩ Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

—————————————————

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΧΡΟΝΟ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ: “ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΤΕΙΣ: χώροι, υποκείμενα & καταστολή σε συνθήκες πλανητικής αστικοποίησης”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Η Σιωπηλή Παραίτηση (Lying Flat, Anti-Work & more) – μία κρίση στον καπιταλισμό

Αφήστε ένα σχόλιο

3 + two =