Με αφορμή τη συλλογή ακόμη μιας υλικής βοήθειας & το νόημα της αλληλεγγύης

0

Κείμενο: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου

Πολιτιστικοί σύλλογοι, ομάδες αλληλοβοήθειας, δήμοι, συνδικάτα, ΜΚΟ και οργανωμένοι οπαδοί έχουν γεμίσει το ίντερνετ με ανθρωπιστικά καλέσματα συλλογής ειδών προς τους πληγέντες των δύο μεγασεισμών στη νοτιοανατολική Τουρκία και τη Συρία. Μπροστά στην τρομακτική καταστροφή, τόσο το κράτος, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις όσο και ο κόσμος της αυτοοργάνωσης, δίνουν την ευκαιρία στον κάθε παθητικό πολίτη-καταναλωτή να δώσει κάποια ρούχα που έχει για πέταμα, μια κουβέρτα, ένα sleeping bag κ.ο.κ. Δοκιμασμένη συνταγή με δύο πλευρές νικητών.

Ο κάθε δωρητής δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί για το ζήτημα της δίκαιης διανομής καθώς αναθέτει τυφλά στην κάθε ομάδα τη διευθέτηση του ζητήματος. Μάλλον δεν τον ενδιαφέρει κιόλας. Η δωρεά κάποιων ειδών λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης για το σοκ της τραγωδίας ή της συλλογικής ευθύνης που μπορεί να του μεταφέρεται από τις εικόνες που βλέπει αναγνωρίζοντας τον εαυτό του ως μέλος της παγκόσμιας κοινότητας.

To ίδιο συμβαίνει και με τους διαμεσολαβητές. Οι κρατικοί φορείς δείχνουν ένα ανθρωπιστικό προσωπείο εν όψει εκλογών (η σχεδόν ανύπαρκτη ελληνική αποστολή διάσωσης κερδίζει πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες και βαρύγδουπους υπότιτλους στα δελτία ειδήσεων), οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι πάντως είδους επενδυτές δηλώνουν πλαγίως πως είναι διαθετημενοι να βάλουν στοπ στα κέρδη τους για να βοηθήσουν (προτρέποντας τους πελάτες όμως να βάλουν το χέρι στη τσέπη) ενώ υπόλοιπες ομάδες και πολιτικές οργανώσεις βλέπουν τη δράση ως μια αντιρατσιστική δήλωση ή υπόσχεση για το πώς «η αλληλοβοήθεια θα είναι ο κανόνας στο πολιτικό κόσμο που φανταζόμαστε».

Όσοι-ες έχουν επαφή με κάποια ομαδοποίηση από τις παραπάνω, θα συμφωνήσουν πως η λογική «ας μαζέψουμε τα πράγματα και βλέπουμε αργότερα πού και πώς θα τα στείλουμε» είναι συνήθως η κυρίαρχη.

Και στις δύο περιπτώσεις, το ζήτημα της δίκαιης διανομής είναι δευτερεύον. Η παραπάνω «συνταγή» έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως σε προηγούμενες καταστροφές είτε σε εγχώριες περιπτώσεις (Μάτι, Εύβοια, Σάμος κ.λπ.) είτε στο εξωτερικό (σεισμός στην Αλβανία το 2019) και οι προβληματισμοί που θυμάμαι να είχαν αναδειχθεί τότε, παραμένουν. Ίσως μάλιστα λόγω της γεωπολιτικής κατάστασης στις περιοχές που επλήγησαν από τον σεισμό η τωτρινή περίπτωση να είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη.

Στο παρελθόν έχουν υπάρξει αναφορές για τρόφιμα που σάπισαν σε αίθουσες κοινοτήτων επειδή είχαν μαζευτεί είδη τα οποία δεν χρειαζόντουσαν, ρουσφέτια των τοπικών Αρχών που «καβάτζωναν» τους φίλους και γνωστούς με νέες ηλεκτρικές συσκευές, άτομα σε θέσεις εξουσίας που μεταπουλούσαν είδη κ.λπ.

Μιλώντας για τους σεισμούς που έπληξαν τη γείτονα χώρα και προσθέτοντας στην εξίσωση το κουρδικό ζήτημα (καθώς η νοτιοανατολική Τουρκία και η Βόρεια Συρία έχουν μεγάλο πληθυσμό Κούρδων) το ζήτημα της δίκαιης διανομής γίνεται ακόμη πιο αμφισβητήσιμο.

Γίνεται να εμπιστευτούμε το Τουρκικό κράτος και τον Άσαντ για να βοηθήσουν περιοχές με τις οποίες τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση; Με τις κατηγορίες για χημικό πόλεμο, δηλητηριάσεις των νερών και κόψιμο του ρεύματος να είναι η νόρμα από την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων το 2018;

Με τις παραπάνω σκέψεις και ως άτομο που έχει συμμετάσχει σε ομάδες αλληλοβοήθειας, θα έπρεπε για τον κόσμο της αυτοοργάνωσης να είναι φανερό το ότι από τη στιγμή που ζούμε σε ένα γραφειοκρατικό, ιεραρχικό σύστημα δεν μπορουμε να αναθέτουμε τυφλά σε επίσημους φορείς (πρεσβείες, κράτη, δήμους) να «φέρουν τη δουλειά εις πέρας» γιατί από τη φύση τους οι παραπάνω είναι αντιδημοκρατικοί. Ο κοινωνικός έλεγχος δεν είναι παρών. Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, να αποφευχθεί το ρουσφέτι και η εκμετάλλευση είναι να στηριχθούν όσο γίνεται οι κινήσεις των «από τα κάτω» – ιδανικά μιλώντας, ομαδοποιήσεις με τις οποίες υπάρχει μια επικοινωνία και γνωριμία από τα πριν.

Καταλαβαίνω, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι πάντα δυνατό. Θυμόμαστε πως μετά το κάψιμο του καμπ της Μόριας του 2020, και αφού το κράτος είδε την παρόμοιας δυναμικής βοήθεια που ξεκίνησε να καταφτάνει από όλη την Ελλάδα -και ουσιαστικά αμφισβητούσε την αντιμεταναστευτική του ρητορική-, έθεσε τον ακόλουθο περιορισμό: «στα χωριά γύρω από το καμπ, θα έχουν δικαίωμα μόνο αναγνωρισμένες ΜΚΟ να πάρουν μέρος στην παροχή βοήθειας».

Επίσης, για τα ένστικτα της αλληλοβοήθειας, της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης που μπορεί να έχουν ενεργοποιηθεί σε κάθε άτομο έπειτα από μια τέτοια καταστροφή, είναι καλό να υπογραμμίσουμε πως υπάρχουν πολλοί επιπλέον αγώνες να δώσουμε τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνιστικό επίπεδο. Χωρίς να βάζω τη δωρεά ειδών αντιπαραθετικά, υπάρχει ανάγκη να δοθεί αγώνας για να σταματήσουν οι πνιγμοί στα ανοιχτά του Αιγαίου (των ίδιων ατόμων που ηρωικά βγάζουν από τα χαλάσματα τα ΕΜΑΚ), να λυθεί το πρόβλημα της στέγασης σε μια χώρα όπου τα άδεια κτίρια είναι πολλαπλάσια του άστεγου πληθυσμού (ενός πληθυσμού που πότε εργαλειοποιείται για να προωθηθεί το ανθρωπιστικό προφίλ των από πάνω και πότε εκτοπίζεται, ανάλογα τα κέφια του κάθε real estate επιχειρηματία) ή να σταματήσει η ρατσιστική αντιμετώπιση των κοινοτήτων Ρόμα οι οποίες βρέθηκαν αποκλεισμένες χωρίς ρεύμα και νερό χωρίς καμία μέριμνα από τον Δήμο Ασπροπύργου με την επέλαση του χιονιά τις τελευταίες μέρες.

Το να κυνηγάς να αποκτήσεις το πολιτικό κεφάλαιο έπειτα από κάθε καταστροφή, χωρίς να σε ενδιαφέρει πού και πώς θα μεταφερθεί η βοήθεια που προσφέρεις ή το να περιμένεις μια τραγωδία για να αποδείξεις τον αντιρατσισμό σου και την αλληλεγγύη σου στους πονεμένους, μόνο αλληλεγγύη δεν είναι. Είναι μάλιστα μια εξουσιαστική λογική που χρησιμοποιούν πολλές φορές οι από πάνω: εργαλειοποιούν διάφορες εκμεταλλευόμενες ομάδες για να δείξουν μια αντιρατσιστική στάση, χωρίς όμως να τους νοιάζει «η λύση του προβλήματος» γιατί, αν δεν υπάρχει πρόβλημα, τότε δεν υπάρχει και ανάγκη για μεσσίες!

Παίρνοντας μέρος στους αγώνες των από τα κάτω, χτίζοντας διαύλους επικοινωνίας και θεσπίζοντας τις δικές μας δομές, παίζουμε ενεργό ρόλο ενάντια στον εκφυλισμό της λέξης «αλληλεγγύη».

Αφήστε ένα σχόλιο

five × five =