Πολυτεχνείο & πανδημία – Δύο (από τις πολλές) όψεις μιας δυστοπικής πραγματικότητας

0

Κατερίνα Γεωργαντζίκη

17.11.2020.

Κωδικός 1, σε χαρτί. Όχι sms, με τίποτα sms πλέον. Ξεκινώ με τα πόδια από τη Βασιλίσσης Σοφίας, στο ύψος του Χίλτον.

Διμοιρίες παντού, ο αποκρουστικός ήχος του ελικοπτέρου πάνω από τα κεφάλια μας να δοκιμάζει προκλητικά κάθε ικμάδα δύναμης που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανή. Προετοιμάζομαι για τη συνέχεια. Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, η ίδια κάτωχρη εικόνα, με το «απαραίτητο» συμπλήρωμα από δακρυγόνα στα Προπύλαια και κλούβες γεμάτες με χαρούμενους «ολοστόλιστους» αχυρανθρώπους, που απολαμβάνουν τη δυστοπία τρώγοντας, πίνοντας και γελώντας ανέμελα. Χωρίς μάσκες και αποστάσεις μεταξύ τους, γιατί απλά μπορούν.

Λίγο πριν την Σολωμού, με σταματούν και με ρωτούν πού πηγαίνω. «Σπίτι μου». «Να κάνετε τον κύκλο από πάνω και να κατεβείτε στην Πατησίων μετά την Τοσίτσα». «Εντάξει». «Υπακούω», και έπειτα από περιήγηση κατά μήκος της (εξίσου) κατάφορτης με κατασταλτικό κρεσέντο Μπουμπουλίνας, φτάνω έξω από το κλειδαμπαρωμένο Πολυτεχνείο. Εγώ και άλλοι τέσσερις εκεί κοντά, να προσπαθούμε να ανασάνουμε λίγα λεπτά ελευθερίας μέσα στη δίνη της φυλακής που μας καταπνίγει. Είμαστε περικυκλωμένοι από δεκάδες ρομπότ, μόνο που αυτή τη φορά –χορτασμένα, γαρ, από τα πρωινο-μεσημεριανά επιτεύγματά τους– δεν μας ενοχλούν, παρά μένουν να μας τρυπούν με το παγωμένο τους βλέμμα απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τελευταία στάση για τσιγάρο και επιστροφή. Το στομάχι κόμπος, οργή και αγανάκτηση για την ξεγνοιασιά τους, που κατακεραυνώνει την πραγματικότητά μας ωσάν προερχόμενη από άλλο σύμπαν.

Από το ξεκίνημα της πανδημίας, έχω τη χαρά να διαβάζω εξαιρετικές αναλύσεις σχετικά με την τρέχουσα συγκυρία. Στέκομαι κυρίως σε όσες επιχειρούν να την αποτυπώσουν από μία πιο σφαιρική οπτική γωνία, χωρίς, ωστόσο, να παραβλέπουν την κομβική σπουδαιότητα των καθημερινών αγώνων, μικρών και μη. Μικρές και μεγάλες νίκες, όπως αυτή της 7ης Οκτώβρη, όπως αυτή της Πολωνίας, όπως τόσες και τόσες άλλες, που έδωσαν μια (άμεση πρακτική) απάντηση στο ερώτημα «και τι κάνουμε επί του παρόντος;» Ιστορικά, έχουμε δει σημαντικότατες κοινωνικές διεκδικήσεις να πραγματώνονται στον δρόμο, με τη ζωντανή παρουσία σωμάτων που πάλεψαν με γενναιότητα για ένα καλύτερο αύριο.

Υπό το βάρος των σημερινών συνθηκών, δεν θεωρώ ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει με τους μέχρι πρότινος ισχύοντες όρους. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να οργανωθούμε διαφορετικά, πιο έγκαιρα, να βγούμε στον δρόμο μαζικά με άλλα μέσα (μηχανοκίνητα, για παράδειγμα), και απαραιτήτως με προσανατολισμό την προστασία της δημόσιας υγείας. «Αυτοί που ήρθαν» βροντοφώναζαν την απολαυσιακή διάσταση των σαδιστικών προθέσεών τους εξαρχής. Αυτή τη στιγμή απορούμε, ασφυκτιούμε, κατακλυζόμαστε από ένα διαρκές βασανιστικό «γιατί», αλλά νομίζω ότι (έστω και ενδόμυχα) δεν πέφτουμε από τα σύννεφα. Παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν συνέβη, και δεν ωφελεί να μεμψιμοιρούμε γι’ αυτό εκ των υστέρων. Και καθότι το «μέχρι πρότινος» απαγορεύτηκε στο παρά ένα με πρωτοφανή για τα δεδομένα μας δικτατορικό τρόπο, αυτό που τελικά έγινε ήταν το καλύτερο δυνατό, προασπιζόμενο με αξιοπρέπεια και σεβασμό τον συνάνθρωπο, σε αντιδιαστολή με την κρατική εξουσία, που έθεσε τη ζωή του σε ανυπολόγιστο κίνδυνο.

Κατανοώ απόλυτα, και σέβομαι, όσες και όσους δεν τα κατάφεραν γιατί δεν τους το επέτρεψαν οι όποιες υποχρεώσεις τους, όσες και όσους φοβήθηκαν, όσες και όσους ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες ή/και φροντίζουν ανθρώπους ευάλωτους, που πρέπει πάση θυσία να προφυλαχθούν. Και εγώ, στη θέση τους, δεν γνωρίζω πώς θα έπραττα.

Η σκέψη του θανάτου του Άλλου δεν αντέχεται, διότι ο θάνατος του Άλλου βιώνεται, ενώ ο δικός μου [θάνατος] αποτελεί ένα δύσκολα προσπελάσιμο όριο για τη σκέψη μου και, κατ’ επέκταση, την ίδια του την εμπειρία. Εντούτοις, πλάι στον δικαιολογημένο μας φόβο, ας έχουμε επίσης κατά νου ότι η ηθική ευθύνη, αυτή η περίφημη δεξίωση του Άλλου εντός μου, δεν εξαντλείται μόνο στη μέριμνα για την απλή επιβίωσή του. Η ζωή εκτείνεται πολύ πιο πέρα από αυτή τη σφαίρα, αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας αποτελεί η ελευθερία, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα• αυτή η ντεριντιανή σύλληψη της «μη αποδομήσιμης δικαιοσύνης», που (θα έπρεπε να) διαπερνά το δίκαιο και την πρακτική εφαρμογή του, στο μέτρο του εφικτού, προφανώς, κ.ο.κ. – ποια θεωρητική σύλληψη, άλλωστε, δεν επιδέχεται κριτική, πόσω μάλλον όταν εγείρει αξιώσεις κανονιστικότητας σύμφωνα με την εκάστοτε ιστορική στιγμή;…

Όλα αυτά βλέπουμε τελευταία να καταστρατηγούνται από το πιο αυταρχικό καθεστώς που έχει γνωρίσει η χώρα από τη Μεταπολίτευση και μετά. Καθημερινά λαμβάνουν χώρα αναίσχυντες και αδικαιολόγητες επιθέσεις ενάντια στα σώματα και στις ψυχές μας, καπήλευση και υπαγωγή του θανάτου σε απλή στατιστική, αποποίηση κρατικών ευθυνών στον βωμό του κέρδους, χυδαία στοχοποίηση μιας συγκεκριμένης ομάδας του πληθυσμού• ασύλληπτες βιαιότητες οι οποίες, με την «πολυτιμότατη» συνδρομή επικοινωνιακών τακτικών που τις επικυρώνουν, έχουν καταστροφικές υλικές συνέπειες για την πλειονότητά του [του πληθυσμού], σπέρνοντας τη διχόνοια στους κόλπους μιας κοινωνίας που υποφέρει, γεγονός που έρχεται και επικάθεται στην ήδη υπάρχουσα αντιμετώπιση του Άλλου ως βιολογική απειλή.

Αυτή η κυβέρνηση που μας καταδυναστεύει, που δίνει τον ανάλογο ανάλγητο τόνο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς, που εξασφαλίζει και προστατεύει την υπερεκμετάλλευση στον εργασιακό βίο, πρέπει να φύγει. Θα μου πείτε, ενδεχομένως, και το άλλο που (μάλλον) θα τη διαδεχθεί θα είναι καλύτερο; Με βάση τα παραπάνω, και με (ισχνό, είναι αλήθεια) συνοδοιπόρο την αφαίρεση, ίσως και ναι. Όμως, αυτό είναι που μας αρκεί; Είμαστε ικανοποιημένοι με το «μη χείρον βέλτιστον»; Η απάντηση που δίνω είναι «σαφέστατα και όχι». Όταν αποτινάξουμε από πάνω μας (και) αυτό το αδιέξοδο, όσο θα ρουφάμε τη ζωή μέχρι το μεδούλι σαν να μην υπάρχει αύριο, χρειάζεται παράλληλα –όπως και τώρα, όπως και χθες– να αναλογιζόμαστε τι και πώς το θέλουμε. Να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες προϋποθέσεις, έτσι ώστε να μπορέσει να αρθρωθεί ένας μεστός αριστερός λόγος, με άξονα το σήμερα και πάντοτε χέρι-χέρι με μικρές και μεγάλες καθημερινές παρεμβάσεις (στο σπίτι, στη γειτονιά, στο ευρύτερο «εκεί έξω»), καθώς επίσης με γνώμονα όχι μόνο τα καθ’ ημάς αλλά και το συνολικότερο όφελος, κάτι που σίγουρα υπερβαίνει τη στενωπό των ορίων ενός μεμονωμένου κράτους (πώς αλλιώς;…)

Ο Μάνος Λοΐζος, που δικαίως και επάξια μνημονεύεται αυτές τις μέρες, όπως και σε πλείστες όσες αντίστοιχες περιστάσεις, έχει γράψει, μεταξύ άλλων, ένα υπέροχο κομμάτι με τίτλο «Τρίτος Παγκόσμιος». Εκεί, λοιπόν, σκιαγραφείται γλαφυρά πώς αυτοί οι τρεις (τάχα) φίλοι/εχθροί, ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κραφτ, χωρίς να έχουν μάθει τι είπε ο Μαρξ και παρά τη φρίκη του πολέμου, «σκεφτήκαν [κατόπιν] και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ», με αποτέλεσμα να ξανασμίξουν και να ξαναφτιάξουν το τραστ. Όσο θα συνεχίζει να κυριαρχεί «το τραστ», όσο δεν (επανα)θέτουμε τα θεωρητικά θεμέλια για να αποκρυσταλλώσουμε το πώς και το γιατί έφτασε να καθορίζει σε τέτοιο βαθμό ανθρώπινες (και μη) τύχες, το μόνο που θα παρατηρούμε να συμβαίνει θα είναι η διαιώνιση ενός φαύλου κύκλου από κάθε λογής αυταρχικο-φασισμούς σε «μη χείρον βέλτιστον» και τούμπαλιν. Εκτός, βέβαια, και αν περιμένουμε, ως άλλο «Zabriskie Point», το νομοτελειακό του τέλος, αυτή τη μαγευτική σαρωτική έκρηξη που θα εκτοξεύσει στους αιθέρες τα παρδαλά συντρίμμια του.

Από τη δική μου σκοπιά, δεν θέλω να παραμείνω απαθής. Θέλω η επιθυμία μου για το μετά να είναι παραγωγική, με αφετηρία το εδώ και το τώρα, κι ας μην ευτυχήσω προσωπικά να χαρώ τους μετέπειτα καρπούς αυτής της κίνησης, αυτή τη δομική κοινωνική αλλαγή που ονειρεύομαι.

Ήταν όμορφα την Τρίτη, παρά την περιρρέουσα τοξικότητα. Να ‘μαστε καλά να συνεχίζουμε ακάθεκτοι, να βρίσκουμε το κουράγιο να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε κριτικά – η καθεμιά και ο καθένας από το δικό του μετερίζι, μα και με τη ματιά στραμμένη στο «όλοι εμείς μαζί».

Αφήστε ένα σχόλιο

18 − seven =