Κείμενο του Andrej Grubačić στον τόμο Building Free Life: Dialogue with Öcalan (PM Press, 2020), ηλεκτρονικά διαθέσιμο στα αγλλικλά στον ιστότοπο του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικολογίας TRISE.
Ο Σβέτοζαρ Μάρκοβιτς, ο ιδρυτής του βαλκανικού σοσιαλισμού, συνελήφθη τον Ιανουάριο του 1874. Φυλακίστηκε αμέσως στη σερβική πόλη Κραγκούγιεβατς. Στα αστυνομικά αρχεία, ο Μάρκοβιτς ανέφερε την ενασχόλησή του με τη συγγραφή. Οι τοπικές αρχές κατέγραψαν ότι δεν ήταν «τίποτα άλλο παρά ένας αλήτης». Το υγρό, κακώς θερμαινόμενο κελί της φυλακής του Κραγκούγιεβατς αποτέλεσε ένα βασανιστήριο για τον νεαρό σοσιαλιστή, ο οποίος έπασχε από φυματίωση. Η δίκη εναντίον του Μάρκοβιτς, ο οποίος κατηγορήθηκε για «εγκλήματα κατά του Τύπου», προσέλκυσε μεγάλο κοινό. Ο εισαγγελέας περιέγραψε τον Μάρκοβιτς ως έναν «σοσιαλιστή-Μεσσία» με μια δηλητηριώδη πένα, που επιτιθόταν απερίσκεπτα στους σημαντικότερους εθνικούς θεσμούς: την Εθνοσυνέλευση, τους συνταγματικούς νόμους των ιδρυτών-πατέρων, ακόμη και τον ίδιο τον βασιλιά. Στην ομιλία του ενώπιον του σερβικού δικαστηρίου, ο Μάρκοβιτς αντιτάχθηκε στην ίδια την ουσία της ουτοπίας της καπιταλιστικής νεωτερικότητας: την ιδέα του κυρίαρχου έθνους-κράτους που βασίζεται σε μια οριοθετημένη περιοχή, καθώς και σε μια συγκεκριμένη χρονική (γραμμική) και χωρική (κρατικιστική) τάξη.
Ο Μάρκοβιτς μίλησε μια ολόκληρη ημέρα. Με βραχνή φωνή, διακήρυξε ότι ο σοσιαλισμός είναι δικαιοσύνη και μετά κατέρρευσε στην καρέκλα του. Ήταν δύσκολο για τους προεδρεύοντες δικαστές να διατηρήσουν την τάξη, καθώς η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν γεμάτη με αγρότες από την επαρχία, εργάτες από το τοπικό εργοστάσιο, φοιτητές και αστούς, όλοι ερχόμενοι για να υποστηρίξουν τον άνθρωπο που αντιτάχθηκε στους γραφειοκράτες που τους έπαιρναν τη γη και την περιουσία, που τους φορολογούσαν και τους παρενοχλούσαν.
Οι Σέρβοι αγρότες δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε για τον σοσιαλισμό, αλλά γνώριζαν τον Σβέτοζαρ Μάρκοβιτς, τον οποίο θεωρούσαν κάτι σαν άγιο.
Ο ίδιος κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες, αλλά λόγω της τεράστιας δημόσιας υποστήριξης, έλαβε μια σχετικά επιεική ποινή δεκαοκτώ μηνών στις κρατικές φυλακές στο Πόζαρεβατς. Ωστόσο, η φυλάκιση αυτή ήταν ίδια με θανατική ποινή για τον Μάρκοβιτς. Πέθαινε από προχωρημένη φυματίωση και η φυλακή του Πόζαρεβατς ήταν γνωστή στη Σερβία ως το «σπίτι των νεκρών» ή η «ξερή γκιλοτίνα». Συνέχισε να γράφει στη φυλακή και τους τελευταίους μήνες της ζωής του έγραψε μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του, αναπτύσσοντας τη θεωρία του για τον δημοκρατικό κομμουναλισμό βασισμένο στους θεσμούς της zadruga (οικογενειακής κοινότητας) και της opstina (κοινότητας του χωριού) και ολοκληρώνοντας τις σκέψεις του για τον βαλκανικό ομοσπονδιακό θεσμό, που φανταζόταν ως μια μη-κρατική ομοσπονδία όλων των βαλκανικών λαών.
Έφυγε από τη φυλακή τον Νοέμβριο του 1874 και άρχισε αμέσως να εκδίδει την τελευταία του εφημερίδα, Oslobođjenje (Απελευθέρωση). Σε αυτή τη φάση του έργου του, οι ιδέες του αναπτύχθηκαν σαφώς ως εσωτερική και κοινωνική αναδιοργάνωση με βάση την άμεση δημοκρατία και την κοινοτική αυτοδιοίκηση, καθώς και ως επανάσταση στην Τουρκία και ομοσπονδία στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι ιδέες του για τον δημοκρατικό κομμουναλισμό και τον ομοσπονδιακό ακρατικό χαρακτήρα αναστάτωσαν την κυβέρνηση και η αστυνομία τον αντιμετώπισε με δύο συγκεκριμένες κατηγορίες: «προδοτική επιχείρηση» και «διασπορά μίσους κατά του πρίγκιπα». Έτσι, αφού έδωσε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του στο πρώτο σχολείο για γυναίκες στη Σερβία, δραπέτευσε στην ουγγρική πόλη Μπάγια, όπου επιβιβάστηκε σε τρένο για την Τεργέστη. Εκεί, το πρωί της 26ης Φεβρουαρίου, πέθανε. Ήταν είκοσι οκτώ ετών. Όταν η σορός του έφτασε στη Σερβία, την υποδέχτηκαν χιλιάδες αγρότες που ήρθαν να αποχαιρετήσουν τον αγαπημένο τους Σβέτοζαρ, μερικοί από τους οποίους φώναζαν στην αστυνομία να βγάλει τα καπέλα της μπροστά στην παρουσία του αγίου.
Οι περισσότεροι από τους υποστηρικτές του συμμετείχαν στην πολυαναμενόμενη εξέγερση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία ξέσπασε τον Ιούλιο του 1875 και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη λεγόμενη βαλκανική κρίση του 1875-1878. Η δεινή θέση της αγροτιάς, σε συνδυασμό με τον αντιαποικιακό αγώνα κατά των Οθωμανών, παρείχε πρόσφορο έδαφος για μια σοσιαλιστική αναταραχή. Σοσιαλιστικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε όλη τη Σερβία και σε πολλές περιπτώσεις η κόκκινη σημαία υψωνόταν σε περίοπτη θέση. Το 1878, στο Κραγκούγιεβατς, 500 άνθρωποι παρέλασαν στους δρόμους, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα», φωνάζοντας:
Ζήτω η Δημοκρατία!
Ζήτω η Κομμούνα!
Ζήτω η κοινοτική αυτονομία!
και τραγουδώντας ένα σερβικό “Carmagnole” [επαναστατικό τραγούδι]:
Ενάντια στον Θεό και τον ηγεμόνα,
Ενάντια στον ιερέα και το θυσιαστήριο,
Ενάντια στο στέμμα και το σκήπτρο,
και στον έμπορο τοκογλύφο,
Για τον εργάτη, για τον αγρότη,
Διεξάγουμε τον καλό αγώνα.
Ο Σβέτοζαρ Μάρκοβιτς ανήκε σε μια συγκεκριμένη παράδοση αριστερού ριζοσπαστισμού που βρισκόταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας ριζοσπαστικής κουλτούρας του 19ου αιώνα. Πράγματι, μετά τα αριστουργηματικά έργα των ιστορικών αυτής της παράδοσης, όπως οι Ilham Khuri-Makdisi, Sho Konishi και Benedict Anderson, είναι αδύνατο να θεωρήσουμε την ιστορία του ριζοσπαστισμού του 19ου αιώνα ως μία ιστορία του βορειοευρωπαϊκού μαρξισμού. [1]
Σύμφωνα με τη Khuri-Makdisi, οι Ευρωπαίοι μελετητές υποβάθμισαν αυτή τη συναρπαστική ριζοσπαστική παράδοση σαν να ήταν ένα απλό παρασκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας της αριστεράς. Ένας από τους λόγους για αυτή την παράλειψη, υποστηρίζει, είναι ότι η πολιτική αυτής της περιόδου δεν ταιριάζει με τη συνήθη περιγραφή της «αριστεράς».
Θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς επαναστατική αριστερά στον βορρά της Ευρώπης, όπου κυριαρχούσαν η σοσιαλδημοκρατία και η Δεύτερη Διεθνής. Η επαναστατική αριστερά ήταν ισχυρή στον νότο και ήταν ως επί το πλείστον αντικρατική, χωρίς άκαμπτη ιδεολογία, έννοιες ταξικής συνείδησης ή επαναστατικού κόμματος ή άλλες παραδοσιακές κατηγορίες της γραφειοκρατικής αριστεράς. Πριν από τη Ρωσική Επανάσταση και την εγκαθίδρυση κινημάτων που ορίζονταν από το κόμμα/το κράτος, η αριστερά αποτελούνταν από μια πολλαπλότητα ριζοσπαστισμών, που ενώνονταν γύρω από την αντίθεση στον καπιταλισμό και το κράτος. Αυτό το παγκόσμιο κίνημα προώθησε μια πολιτικά αντίθετη φαντασία ενός διεθνικού κοινού χώρου έξω από την καπιταλιστική νεωτερικότητα: μια δημοκρατική νεωτερικότητα συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας. [2]
Ο Ιάπωνας ιστορικός Sho Konishi επισημαίνει την ιδιαίτερη φύση της οργάνωσης που είναι εγγενής στην πολιτική της δημοκρατικής νεωτερικότητας, την οποία αναφέρει ως μία πρακτική της μετάφρασης. [3] Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά και στενά στην αστική βιομηχανική εργατική τάξη ως υποτιθέμενο φορέα επαναστατικής αλλαγής, η οργάνωση στόχευε σε αγρότες, διανοούμενους, μετανάστες και ανειδίκευτους εργάτες, τεχνίτες και καλλιτέχνες. Οι ιδέες της δημοκρατικής νεωτερικότητας αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν όχι σύμφωνα με τη λογική της διάχυσης αλλά με αυτή της μετάφρασης: Δεν υπήρξε μονοκατευθυντική μεταφορά γνώσης από την Ευρώπη, είτε με τη μορφή άμεσης επιρροής, αυτοαποικιοποίησης, ιθαγενοποίησης είτε αναδιαμόρφωσης. Αυτό που είχαμε αντ’ αυτού ήταν το πολυκατευθυντικό ταξίδι ιδεών, με τη γνώση να αλλάζει και να προστίθεται σε κάθε στροφή. Η αμοιβαία μετάφραση ήταν μια πρακτική ορισμού και επαναπροσδιορισμού, άρθρωσης και αναδιατύπωσης, στην οποία οι πολιτικές έννοιες διαπραγματεύονταν μεταξύ γλωσσών για να παράγουν νέες έννοιες. Κατασκευασμένη με αυτόν τον τρόπο, η μετάφραση στην πράξη απέτυχε να εμπνεύσει κάποιον πολιτιστικό εθνικισμό. Ενέπνευσε ένα αίσθημα διεθνικής συμπάθειας και κοινής εμπειρίας και μια αίσθηση ότι η βλάβη σε έναν είναι βλάβη σε όλους.
Αν το πρώτο μέρος της δημοκρατικής νεωτερικότητας στον μακρύ 19ο αιώνα ήταν η πρακτική της μετάφρασης, το δεύτερο στοιχείο ήταν η άρνηση του κράτους ως αποκλειστικού πλαισίου για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Η δημοκρατική νεωτερικότητα ήταν η νεωτερικότητα χωρίς κράτος. Αυτό, με τη σειρά του, συνεπαγόταν δύο σημαντικές αναθεωρήσεις. Η πρώτη ήταν μια σχέση με τον χρόνο.
Στη θέση της γραμμικής σκέψης που ήταν κοινή τόσο στις μαρξιστικές όσο και στις φιλελεύθερες εκδοχές της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, η δημοκρατική νεωτερικότητα πρότεινε ένα νέο φανταστικό μέλλον όπου το παρόν είναι μια κρίσιμη στιγμή στον χρόνο και τον χώρο, στην οποία οι άνθρωποι θα διορθώνουν την ιστορία για το μέλλον. Ο σοσιαλισμός θα ήταν τελικά προϊόν τάσεων που είναι εμφανείς τώρα στην κοινωνία και που ήταν πάντα, κατά κάποιο τρόπο, επικείμενες στο παρόν. Σε αυτή την αποκαταστατική ιστορικότητα, το παρελθόν αφηγήθηκε στο μέλλον και το παρόν έγινε το οπισθοδρομικό παρελθόν, ως προϊόν της καπιταλιστικής νεωτερικότητας που γίνεται αντιληπτό ως βάρβαρο, μη μοντέρνο και ηθικά αδικαιολόγητο. Όπως διατυπώνεται σε μια δημοφιλή σερβική παροιμία, «περπατάς στο παρόν με ένα παρελθόν μπροστά σου και το μέλλον πίσω σου». Επιπλέον, το νέο δημοκρατικό μέλλον έπρεπε να δημιουργηθεί ως μια παράκαμψη μέσω του παρελθόντος. [4]
Η δεύτερη αναθεώρηση αφορά τον χώρο ή μια εναλλακτική μορφή πολιτικής οργάνωσης. Η εναλλακτική λύση στην κρατική μορφή θεωρήθηκε ως μια αποκεντρωμένη ομοσπονδιακή οργάνωση. Οι πρώτες σοσιαλιστικές ομοσπονδιακές προτάσεις, που επεξεργάστηκαν οι Προυντόν και Κροπότκιν, είναι γνωστές. Αυτές του Σβέτοζαρ Μάρκοβιτς είναι λιγότερο διάσημες αλλά όχι λιγότερο πρωτότυπες. [5] Σε έναν διάλογο με τον Μαρξ και τον Μπακούνιν, αναζήτησε έναν «βαλκανοποιημένο» σοσιαλισμό, που ορίζεται όχι ως ένα νέο οικονομικό σύστημα αλλά ως ένας νέος τρόπος ζωής βασισμένος σε κοινοτικούς θεσμούς και ένστικτα και όχι σε αδυσώπητους ιστορικούς νόμους. [6] Το ευρύ του πρόγραμμα περιέγραφε ένα σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης βασισμένο στην οικογενειακή κομμούνα, την οποία πρότεινε να αποκαταστήσει και να βελτιώσει, και την κομμούνα του χωριού. [7] Αρνήθηκε να δει την οικονομική ισότητα ως ξεχωριστή από την πολιτική ελευθερία και υποστήριξε την κομμουνιστικοποίηση και την αποκέντρωση. Το πρόβλημα του ψωμιού, κατέληξε ο Μάρκοβιτς, είναι το πρόβλημα της αυτοκυβέρνησης.
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του ήταν ηθικός και οραματικός, εκλεκτικός και ανθρώπινος. Πίστευε ότι «η γυναικεία χειραφέτηση ήταν ένα από τα κύρια καθήκοντα του επαναστατικού σοσιαλισμού». [8] «Το επαναστατικό του πρόγραμμα, διόλου ασυνάρτητο, βασιζόταν πολύ σταθερά σε δύο μακροπρόθεσμες προτάσεις: τον δημοκρατικό κομμουναλισμό και τον οριζόντιο ομοσπονδιακό σχεδιασμό. Αυτές οι προτάσεις βασίζονταν στην ερμηνεία της έννοιας της γραφειοκρατίας ως κάποιας ξεχωριστής κοινωνικής τάξης». [9]
Εκτιμούσε τον Μαρξ ως τον πιο βαθύ κριτικό της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της βιομηχανοποιημένης Δύσης, αλλά έτρεφε την ίδια εκτίμηση στον Nikolay Chernishevsky και τον Mikhail Bakunin. Ολόκληρη η ζωή του ως επαναστάτη ενσαρκώνει την αναζήτηση μιας μεθόδου μετάφρασης μεταξύ του Δυτικού και του Ρωσικού σοσιαλισμού, υπό το πρίσμα της πιθανής εφαρμογής τους στην πραγματικότητα της αγροτικής Σερβίας. Ποτέ δεν σκέφτηκε ιδιαίτερα το Δυτικό βιομηχανικό προλεταριάτο ως τον αποκλειστικό φορέα της κοινωνικής αλλαγής. Πίστευε ότι η έκθεση του Μαρξ για την ταξική πάλη ήταν ελλιπής και απέφευγε τον ιστορικό ντετερμινισμό του Μαρξ. Οι τοπικές συνθήκες, επέμενε ο Μάρκοβιτς, είναι αυτές που θα καθορίσουν τη φύση της νέας συνεταιριστικής κοινωνίας που θα εγκαθιδρύσει η εργατική τάξη στις αντίστοιχες περιοχές. Ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός, όπως και ο σοσιαλισμός σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή, θα βασιζόταν σε βιομηχανικούς και γεωργικούς συνεταιρισμούς που διαμορφώνονται από τοπικά ιστορικά και οικονομικά πρότυπα.
«Το καθήκον μας δεν είναι να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά μάλλον να μετατρέψουμε τη μικρή πατριαρχική ιδιοκτησία σε συλλογική ιδιοκτησία, προκειμένου να ξεπεράσουμε μια ολόκληρη ιστορική εποχή οικονομικής ανάπτυξης – την εποχή της καπιταλιστικής οικονομίας… Σε ολόκληρη τη μαρξιστική θεωρία της οικονομικής εξέλιξης υπάρχει μόνο ένα λάθος, αλλά εξαιρετικά σημαντικό. Η ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι η ιστορία της δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι νόμοι που αναφέρονται ως νόμοι ανάπτυξης αυτής της κοινωνίας είναι πράγματι απολύτως ακριβείς. Αλλά δεν είναι νόμοι της ανθρώπινης κοινωνίας γενικά. Δεν είναι απαραίτητο κάθε κοινωνία να περάσει από όλα τα ίδια στάδια οικονομικής ανάπτυξης με τη βιομηχανική κοινωνία (για παράδειγμα, η Αγγλία, την οποία ο Καρλ Μαρξ είχε κυρίως υπόψη του). Με αυτό, θέλουμε να πούμε ότι απολύτως καμία κοινωνία δεν χρειάζεται να περάσει από το καθαρτήριο της καπιταλιστικής παραγωγής». [10]
Υπό αυτή την έννοια, όπως έγραψε το 1871, η μαρξιστική θεωρία δεν παρέχει «θετική βάση για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων στη Σερβία». [11] Αργότερα, το 1873, πρόσθεσε:
«Το πρόγραμμα του Μαρξ, το οποίο υιοθέτησε η Διεθνής, είναι, καταρχάς, μονόπλευρο και μη εφαρμόσιμο σε σχεδόν όλα τα έθνη εκτός από την Αγγλία. Σύμφωνα με αυτό, η Διεθνής θα είναι μειοψηφία σε όλες τις χώρες και δεν θα καταλάβει ποτέ την εξουσία. Συνεπώς, η Διεθνής για την Οικοδόμηση της Ελεύθερης Ζωής πρέπει να προωθήσει ένα ευρύ πρόγραμμα και όχι μόνο την πάλη του προλεταριάτου με την αστική τάξη, αλλιώς θα διαλυθεί και θα καταστραφεί στο ίδιο της το βασίλειο». [12]
Ένα δεύτερο πεδίο διαφωνίας με τον Μαρξ ήταν η ιστορία και η φύση του κράτους. Το κράτος δεν είναι αναπόφευκτο και σίγουρα δεν είναι επιθυμητό, ούτε καν στην προσωρινή του ύπαρξη ως δικτατορία του προλεταριάτου: «Ο Μαρξ και η ομάδα του εντός της Διεθνούς», υποστήριξε ο Μάρκοβιτς, «ασχολούνταν κυρίως με οικονομικά ζητήματα, ενώ η ρωσική επαναστατική παράδοση έπληξε βαθιά την κοινωνική οργάνωση του κράτους». Δεν ήταν μόνο ο καπιταλισμός αλλά και η κρατική οργάνωση που είχε ιστορικό και παροδικό χαρακτήρα. Αντί για το κράτος, οραματίστηκε μια αμεσοδημοκρατική μορφή αυτοκυβέρνησης, οργανωμένη ως ένας συντονισμός μεταξύ κοινοτήτων ή τοπικών αυτόνομων μονάδων των οποίων «η κύρια λειτουργία θα ήταν η ρύθμιση της οικονομικής ζωής και η οργάνωση της εργασίας προς το συμφέρον της κοινωνίας στο σύνολό της, για τη δημιουργία πλούτου που θα χρησιμοποιείται από ολόκληρη την κοινωνία». [13]
Ο Μάρκοβιτς παρείχε τα τελικά περιγράμματα του δημοκρατικού κομμουναλισμού του σε μια σειρά μελετών που έγραψε στη φυλακή του Ποζάρεβατς. Οι εργατικές κοινότητες επρόκειτο να αποτελέσουν το θεμέλιο της κομμουναλιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας όπου ο καθένας εργάζεται σύμφωνα με τις ικανότητές του και λαμβάνει ανάλογα με τις ανάγκες του. Το κράτος θα εξαφανιστεί και η κοινωνία θα γίνει μια μεγάλη κομμούνα. Αυτό, είπε ο Μάρκοβιτς, θα ήταν ένας «πλήρης κομμουνισμός». Ο Μάρκοβιτς όρισε τη ζάντρουγκα [zadruga], ή οικογενειακή κομμούνα, ως μια εκτεταμένη οικογένεια που ζει σε κοινή ιδιοκτησία, εργάζεται και καταναλώνει από κοινού. Το διακριτικό χαρακτηριστικό της ζάντρουγκα ήταν η κοινοτική ιδιοκτησία της περιουσίας.
Ο δεύτερος θεσμός πάνω στον οποίο ο Μάρκοβιτς πρότεινε να οικοδομήσει τον δημοκρατικό του κομμουναλισμό στη Βαλκανική χερσόνησο ήταν η οπστίνα [opstina]. Η κομμούνα του χωριού ήταν μια διοικητική, πολιτική και δημοσιονομική οντότητα. Δεν ήταν τυφλός στις αδυναμίες και των δύο αυτών δίδυμων πυλώνων του δημοκρατικού κομμουναλισμού. Αναγνώριζε ότι η zadruga εξαφανιζόταν γρήγορα και ότι τόσο η zadruga όσο και η opstina είχαν έναν πατριαρχικό χαρακτήρα που ήταν ασυμβίβαστος με τον σοσιαλισμό. Κατά την άποψή του, η zadruga παρήκμαζε λόγω της μεταχείρισης των γυναικών, οι οποίες ένιωθαν ότι αυτό το περιοριστικό πατριαρχικό περιβάλλον ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για τη δυστυχία τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μάρκοβιτς έβλεπε την κομμούνα του χωριού ως έναν σπόρο, όχι ως μοντέλο, μιας μελλοντικής κοινωνίας, έναν κοινοτικό θεσμό που περίμενε μια σοσιαλιστική επανεφεύρεση. [14]
Ίσως η μεγαλύτερη συμβολή του στον βαλκανικό σοσιαλισμό να είναι το δημοκρατικό ομοσπονδιακό του σχέδιο: μια πυρετώδης προσπάθεια να υποτάξει τους ξεχωριστούς εθνικισμούς των βαλκανικών λαών υπέρ ενός ολοκληρωμένου, αμεσοδημοκρατικού ομοσπονδισμού. [15] Υποστήριζε σοσιαλιστικά κινήματα που δεν είναι μόνο αντιαποικιακά σε σχέση με τη Δύση και την Ανατολή, αλλά και επαναστατικά σε σχέση με το βαλκανικό παρελθόν. Ο Μάρκοβιτς ήταν ένας αντιεξουσιαστής σοσιαλιστής που πίστευε σε μια πλουραλιστική Βαλκανική Ομοσπονδία οργανωμένη ως μια αποκεντρωμένη, αμεσοδημοκρατική κοινωνία βασισμένη σε τοπικούς γεωργικούς και βιομηχανικούς συλλόγους. [16]
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε το τέλος της πρώτης φάσης του δημοκρατικού μοντερνιστικού εγχειρήματος. Οι φωνές της συνεργατικής/α-κρατικής νεωτερικότητας σβήστηκαν, συχνά σκοτώθηκαν και τελικά ηττήθηκαν στην ιστορική πάλη μεταξύ των δύο παραδόσεων της αριστεράς. Το αντισυστημικό κίνημα της εποχής υιοθέτησε μια στρατηγική δύο βημάτων: να καταλάβει την κρατική εξουσία και στη συνέχεια, από-τα-πάνω, να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική ανθρωπότητα. Τα κινήματα που ορίζονται από το κράτος και τα κινήματα που ορίζονται από το κόμμα είχαν θριαμβεύσει μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. [17] Με τεράστια σκληρότητα, ο 20ός αιώνας έδειξε ότι η κατάληψη της κρατικής εξουσίας δεν είναι αρκετή και ότι η κρατικιστική-εξελικτική έννοια της προόδου, που ορίζεται ως ένα εσχατολογικό τέλος της ιστορίας, είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας σήμερα, στη συλλογική μας προσπάθεια να επανεφεύρουμε την κοινωνική χειραφέτηση, να αποστασιοποιηθούμε από τις θεωρητικές παραδόσεις που μας οδήγησαν στο αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε. Ένας τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι να αξιοποιήσουμε την κεντρική κληρονομιά του Μάρκοβιτς η οποία είναι η «βαλκανοποίηση» ή, αλλιώς, η περιφερειακή αποσύνδεση.
Η βαλκανοποίηση, έτσι ορισμένη, συνεπάγεται μια ενεργή διαλεκτική σχέση με το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα, μια διαδικασία επιλεκτικής αποκοπής και επιλεκτικής εμπλοκής, μια ενεργή εισαγωγή ικανή να τροποποιήσει τις συνθήκες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η άρνηση της παγκόσμιας καπιταλιστικής επέκτασης δεν απαιτεί απομόνωση, αλλά, μάλλον, την επαναδιάρθρωση της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης με όρους σχετικούς με τις τοπικές ανάγκες και ανησυχίες. Πιστεύω ότι η βαλκανοποίηση –η αποσύνδεση σε περιφερειακό επίπεδο– προσφέρει ένα εναλλακτικό σχέδιο για την παγκόσμια αριστερά που θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω ώστε να ταιριάζει στις νέες συνθήκες. Το σημείο εκκίνησης είναι ο μη κρατικός χώρος της κουρδικής Ροζάβα και η θεωρία πίσω από την επανάσταση της Ροζάβα.
————————————————-
Σημειώσεις
1. The Eastern Mediterranean and the Making of Global Radicalism, 1860–1914 (Berkeley: University of California Press, 2010); Sho Konishi, Anarchist Modernity: Cooperatism and Japanese-Russian Intellectual Relations in Modern Japan (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2015); Benedict Anderson, Under Three Flags: Anarchism and Anti-Colonial Imagination (London: Verso Books, 2007). Δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση όσον αφορά την ονομασία αυτής της περιόδου στην ιστορία της αριστεράς. Η Khuri-Makdisi πρότεινε μια ενδιαφέρουσα αλλά κάπως αδέξια έκφραση, «παγκόσμια ριζοσπαστική κουλτούρα». Η Konishi πρότεινε «αναρχική νεωτερικότητα» και «συνεργατική νεωτερικότητα». Προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο που εισήγαγε ο Abdullah Öcalan, «δημοκρατική νεωτερικότητα». Prison Writings, Volume 3: The Road Map to Negotiations (Cologne: International Initiative, 2012); Manifesto for a Democratic Civilization: Civilization, Volume 1: The Age of Masked Gods and Disguised Kings (Porsgrun, NO: New Compass Press, 2015), η 2η αναθεωρημένη έκδοση δημοσιεύεται από την PM Press το 2021· Manifesto for a Democratic Civilization, Volume 2:Capitalism: The Age of Unmasked Gods and Naked Kings (Porsgrunn, NO: New Compass Press, 2017), η 2η αναθεωρημένη έκδοση δημοσιεύεται από την PM Press το 2020.
2. Konishi, Anarchist Modernity.
3. Ό.π.
4. Ό.π.
5. Η περιφερειακή και ομοσπονδιακή σκέψη αποτελεί μία από τις βασικές πτυχές της αναρχικής πολιτικής σκέψης. Οι Pierre-Joseph Proudhon, Peter Kropotkin, Élisée Reclus, Murray Bookchin και Colin Ward αναγνώρισαν την περιφέρεια ως τη βάση για τη συνολική ανασυγκρότηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι η περιοχή, όχι το έθνος, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οποία καταστέλλεται, δέχεται επιθέσεις και διαβρώνεται από το συγκεντρωτικό έθνος-κράτος και την καπιταλιστική βιομηχανία. Οι αναρχικοί στοχαστές επέλεξαν μια εναλλακτική οργάνωση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ούτε καπιταλιστική ούτε γραφειοκρατική. Αντίθετα, οραματίστηκαν μια κοινωνία βασισμένη στην εθελοντική συνεργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών που εργάζονται και ζουν σε μικρές αυτοδιοικούμενες κοινότητες. Έναν αιώνα αργότερα, ο οικονομολόγος Λέοπολντ Κορ δημοσίευσε το βιβλίο The Breakdown of Nations (Cambridge, UK: UIT Cambridge, 2017 [1957]), υποστηρίζοντας, για άλλη μια φορά, ότι τα περισσότερα από τα προβλήματα του κόσμου προκύπτουν από την ύπαρξη του έθνους-κράτους. Για μια επισκόπηση των αναρχικών φεντεραλιστικών και περιφερειακών εννοιών, βλέπε Andrej Grubačić, Don’t Mourn, Balkanize: Essays after Yugoslavia (Oakland: PM Press, 2011)· Andrej Grubačić, πρόλογος στο What Is Anarchism? An Introduction, επιμ. Vernon Richards και Donald Rooum (Oakland: PM Press, 2016)..
6. Υπάρχουν αρκετές συλλογές του έργου του Μάρκοβιτς. Σε αυτό το δοκίμιο χρησιμοποιώ την πιο πρόσφατη έκδοση της μνημειώδους συλλογής Svetozar Marković, Celokupna Dela (Belgrade, RS: Zavod za Udzbenike Beograd, 1995).
7. Ό.π.
8. Woodford McClellan, Svetozar Marković and the Origins of Balkan Socialism (Princeton, NJ: University of Princeton Press, 1964), 65.
9. Η έννοια της γραφειοκρατίας ως ξεχωριστής τάξης, μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, θεωρείται ευρέως μια σημαντική συμβολή στην ιστορική κοινωνιολογία. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την πρόσφατη ιστορία αυτής της έννοιας, βλ. Grubačić, Don’t Mourn, Balkanize.
10. Marković, Celokupna Dela, 200.
11. Ό.π., 86.
12. Ό.π., 145.
13. Ό.π., 234.
14. McClellan, Svetozar Marković and the Origins of Balkan Socialism· Grubačić, Don’t Mourn, Balkanize.
15. Grubačić, Don’t Mourn, Balkanize.
16. Ό.π.
17. Grubačić, πρόλογος στο What Is Anarchism?
ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:
ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΕΣ. Επαναστατικά προτάγματα στη Βουλγαρία του 19ου & 20ού αιώνα