Κείμενο: Evelina Johansson Wilén, Maria Wemrell, Lena Gunnarsson. Μετάφραση: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου
Ποιος ελέγχει την αγάπη: οι άνδρες, οι γυναίκες ή το κεφάλαιο; Με μια πρώτη ματιά, η ερώτηση ακούγεται παράλογη. Ο έρωτας στη σύγχρονη εποχή θεωρείται η πιο προσωπική εμπειρία, κάτι που δεν επηρεάζεται από την πολιτική ή την οικονομία. Ωστόσο, στην εποχή των dating apps, έχει γίνει ένα από τα κεντρικά πεδία μάχης της σύγχρονης ζωής.
Σε όλο τον κόσμο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν τους σεξουαλικούς και ρομαντικούς συντρόφους τους στο διαδίκτυο. Στη Σουηδία, όπου κατοικούμε, τα νούμερα είναι εντυπωσιακά: το ένα τρίτο των ατόμων ηλικίας 15 έως 34 ετών κανονίζουν ραντεβού μέσω εφαρμογών, και σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι έχουν χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο για να βρουν σύντροφο. Οι γνωριμίες που κάποτε γίνονταν στους χώρους εργασίας, σε κύκλους φίλων ή στα τοπικά μπαρ έχουν πλέον μεταφερθεί στον ψηφιακό κόσμο. Ωστόσο, αυτό που μπορεί αρχικά να φαίνεται ως διεύρυνση των ρομαντικών πεδίων έχει συμπέσει με την αύξηση του αριθμού των εργένηδων-ισσων, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό του πληθυσμού. Ενώ ορισμένοι αποδέχονται την εργένικη ζωή ως μια θετική επιλογή, άλλοι την βιώνουν ως ανεπιθύμητη μοναξιά, αδυνατώντας να βρουν την οικειότητα που επιθυμούν.
Οι παραπάνω δισαρέσκεια έχει φύγει από την ιδιωτική σφαίρα. Έχει πολιτικοποιηθεί, τροφοδοτώντας μια νέα πόλωση μεταξύ των φύλων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι “incels” – άνδρες που αυτοπροσδιορίζονται ως ακούσια απέχοντες από το σεξ, πεπεισμένοι ότι είναι οι χαμένοι σε μια σεξουαλική αγορά όπου οι γυναίκες υποτίθεται πως κατέχουν την εξουσία. Οι incels αποτελούν μέρος της ευρύτερης «αντρόσφαιρας», που χαρακτηρίζεται από αντιφεμινισμό και μισογυνισμό, και μερικές φορές φτάνει σε θανατηφόρα βία. Στον άλλο πόλο βρίσκονται οι γυναίκες που έχουν χάσει εντελώς την πίστη τους στις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις, επαναλαμβάνοντας ριζοσπαστικούς φεμινιστικούς ισχυρισμούς ότι η οικειότητα με τους άνδρες είναι αναπόφευκτα δομημένη από την κυριαρχία και την αντικειμενοποίηση. Το 2019, η συγγραφέας Asa Seresin περιέγραψε αυτή τη στροφή προς την απογοήτευση ως «ετεροπεσιμισμό», μια έννοια που έκτοτε έχει εξαπλωθεί από ακαδημαϊκά blogs μέχρι και σε lifestyle περιοδικά.
Και οι δύο θέσεις παραμένουν μειοψηφικές, ωστόσο πολλοί άνδρες και γυναίκες εκφράζουν παρόμοια συναισθήματα. Αυτό υπογραμμίζει την εκρηκτική πολιτική δύναμη των ανεκπλήρωτων αναγκών για σεξ και οικειότητα. Από αυτή την άποψη, η εργένικη ζωή δεν είναι απλώς μια ατομική κατάσταση, αλλά μια αντανάκλαση βαθύτερων κοινωνικών εντάσεων. Το ερώτημα είναι γιατί αυτές οι εντάσεις παίρνουν τη μορφή καταστροφικών συγκρούσεων μεταξύ των φύλων. Δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με διαφορετικό τρόπο – ίσως ακόμη και με τρόπους που να έχουν προοδευτική δυναμική;
Η ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Οι φεμινίστριες μαρξίστριες υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι ο καπιταλισμός διαμορφώνει τις συνθήκες της αγάπης. Οι μορφές της οικειότητας, οι προσδοκίες που συνδέονται με αυτήν και η εργασία που συνεπάγεται δεν μπορούν να κατανοηθούν ξεχωριστά από την εξέλιξη του καπιταλισμού. Η θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής, ειδικότερα, έχει τονίσει τον τρόπο με τον οποίο τα κυρίαρχα ιδανικά της αγάπης έχουν χρησιμεύσει για να αποκρύψουν την οικιακή εργασία, που εκτελείται κυρίως από γυναίκες, η οποία συντηρεί την κοινωνία. Όταν η δουλειά της φροντίδας παρουσιάζεται ως η καθαρή έκφραση της αγάπης εκτός οποιουδήποτε πολιτικού πλαισίου, ιδιωτικοποιείται, αποπολιτικοποιείται και απομακρύνεται από τον συλλογικό αγώνα.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο η έννοια της αγάπης ή η δυναμική στις σχέσεις που αναδιαμορφώνεται. Η δυσκολία που αντιμετωπίζουν πολλοί σήμερα στην αναζήτηση συντρόφου πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με την επέκταση του καπιταλισμού σε όλο και περισσότερες πτυχές της ζωής. Η ίδια η αναζήτηση της αγάπης έχει υποστεί αποικιοποίηση.
Όπως υποστηρίζουν ο Ιταλός φιλόσοφος Sandro Mezzadra και ο Αυστραλός κοινωνικός θεωρητικός Brett Neilson, ο σύγχρονος καπιταλισμός αντλεί όλο και περισσότερη αξία από τα κοινωνικά κοινά και τις κοινότητες. Ο ψηφιακός καπιταλισμός επωφελείται από τις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις στις πλατφόρμες. Τα «μου αρέσει», τα σχόλια και οι κοινοποιήσεις μετατρέπονται σε χρήμα, πωλούνται ως δεδομένα ή αξιοποιούνται για διαφημιστικά έσοδα. Οι εφαρμογές γνωριμιών είναι ένα από τα πιο σαφή παραδείγματα αυτής της δυναμικής.
Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν τα dating apps έχοντας ένα όνειρο: να βρουν την αγάπη, που συχνά τη φαντάζονται ως μια σταθερή, μονογαμική, μακροχρόνια σχέση. Εφαρμογές όπως το Tinder και το Hinge πουλάνε ακριβώς αυτό το όνειρο. Ωστόσο, όταν η επιθυμία των ανθρώπων για αγάπη συναντά το ενδιαφέρον των πλατφορμών για μεγιστοποίηση των κερδών, αυτό φαίνεται να μας φέρνει αναπόφευκτα σε απογοήτευση. Αν αυτές οι εφαρμογές ήταν πραγματικά αποτελεσματικές –αν μας βοηθούσαν να βρούμε μακροχρόνιες σχέσεις– θα υπονόμευαν τις δικές τους πηγές εσόδων.
Αν και υπάρχουν λίγα αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με τον αλγοριθμικό σχεδιασμό των πλατφορμών γνωριμιών, η κερδοφορία των εταιρειών που τις διαχειρίζονται βασίζεται στη διατήρηση του ενδιαφέροντος των χρηστών. Υπάρχει ένα εγγενές ενδιαφέρον να μην εκπληρώνεται πλήρως η υπόσχεση της εύρεσης του άλλου σου μισού. Όσο πιο απεγνωσμένα αναζητούν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσο πιο κερδοφόρες γίνονται οι πλατφόρμες. Ορισμένες έρευνες υποδηλώνουν ότι η μείωση της ποιότητας των ταιριάσματος ή η προνομιακή μεταχείριση ορισμένων «δημοφιλών» χρηστών μπορεί να παρατείνει τη διαδικασία αναζήτησης. Λειτουργίες όπως οι ατελείωτες επαναλήψεις σάρωσης, οι εθιστικές δομές ανταμοιβής και τα paywalls ενισχύουν την καταναγκαστική χρήση αντί για τις ουσιαστικές σχέσεις.
Αν οι εφαρμογές ήταν πραγματικά αποτελεσματικές –αν παρείχαν σταθερά μακροχρόνιες σχέσεις– θα έχαναν χρήματα. Η αγάπη γίνεται το πιο οικείο από τα εμπορεύματα: μία υπόσχεση, που όμως σπάνια παρέχεται· ατελείωτα αναβαλλόμενη μα και ατελείωτα διαφημιζόμενη.
Η ΜΕΤΑΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
Οι αντιφάσεις μεταξύ του τι ψάχνει ο κόσμος –αγάπη, οικειότητα, σταθερότητα– και αυτού που πραγματικά προσφέρουν οι εφαρμογές –ατελείωτες επιλογές, άμεσες επιβραβεύσεις, συνεχείς παρεμβολές– φαίνεται πως έχουν φτιαχτεί για να τις κριτικάρουμε. Και όμως, η κεντρική πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση για το dating σήμερα δεν είναι μεταξύ κεφαλαίου και αγάπης, αλλά μεταξύ αντρών και γυναικών.
Στην έρευνα που κάναμε γύρω από την ακούσια αποχή από το σεξ και την εργένικη ζωή, παρατηρήσαμε πως οι πλατφόρμες γνωριμιών έχουν μετατραπεί σε χώρους όπου παραδοσιακές διαφωνίες μεταξύ των φύλων επαναλαμβάνονται με νέες μορφές. Οι άντρες συχνά ερμηνεύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε αυτές τις εφαρμογές ως απόδειξη της υποκρισίας των φεμινιστριών, υποστηρίζοντας πως το αφήγημα της ανδρικής εξουσίας και της γυναικείας αδυναμίας πλέον δεν ισχύει. Η εικόνα της περιθωριοποίησης των ανδρών στην εποχή των ψηφιακών γνωριμιών δεν περιορίζεται μόνο στους incels, αλλά είναι ένα αφήγημα που επαναλαμβάνεται σε μεγαλύτερα τμήματα του ανδρικού πληθυσμού. Σε συνεντεύξεις, πολλοί άνδρες που είναι μακροχρόνια «ελεύθεροι» περιγράφουν τον εαυτό τους ως ανίσχυρο, με τις γυναίκες να έχουν την πρωτοβουλία. Τα στοιχεία της έρευνας από το πρόγραμμά μας δείχνουν ότι ορισμένοι άνδρες -σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, τόσο οι ελεύθεροι όσο και όσοι έχουν σύντροφο- πιστεύουν ότι αυτοί είναι οι χαμένοι της σύγχρονης κοινωνίας, ειδικά όσον αφορά την αγάπη και το σεξ.
Είναι όμως αλήθεια; Και ναι και όχι.
Είναι γεγονός ότι οι άνδρες δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις γυναίκες στις εφαρμογές γνωριμιών απ’ ότι το αντίστροφο. Εν μέρει, αυτό είναι λόγω των δημογραφικών -σε αυτές τις πλατφόρμες συνήθως υπάρχουν περισσότεροι άντρες από γυναίκες. Αλλά αυτό αντανακλά επίσης τα παραδοσιακά πρότυπα της ετεροφυλοφιλικής ερωτοτροπίας, τα οποία ο σχεδιασμός τείνει να ενισχύει. Οι άνδρες είναι πιο “εύκολοι” στις επιλογές τους, συχνά χωρίς διακρίσεις. Οι γυναίκες είναι πιο επιλεκτικές και έτσι καταλήγουν να έχουν τον ρόλο των “φρουρών/κριτών”. Υπό αυτή την έννοια, οι γυναίκες μπορεί να φαίνονται ως οι “νικήτριες” των online γνωριμιών, με περισσότερες επιλογές και επιρροή.
Αυτό, όμως, είναι μόνο ένα κομμάτι της όλης εικόνας. Οι γυναίκες συχνά απορρίπτουν τον παραπάνω ισχυρισμό, επισημαίνοντας τα βάρη και τους κινδύνους που συνεπάγεται το να είναι στόχος της μαζικής προσοχής των αντρών. Για πολλές, είναι πρακτικά αδύνατο να διαχειριστούν τον τεράστιο όγκο μηνυμάτων και ταιριάσματων (matches). Ορισμένες γυναίκες με τις οποίες μιλήσαμε περιέγραψαν το online dating ως συναισθηματικά εξουθενωτικό, ακόμη και σε σημείο “καψίματος”. Αυτό που οι άντρες ερμηνεύουν ως γυναικείο προνόμιο μπορεί εξίσου εύκολα να θεωρηθεί ως ανάθεση της εργασίας της επιλογής. Οι γυναίκες πρέπει να κάνουν τη δουλειά της ταξινόμησης, του φιλτραρίσματος και της αξιολόγησης, κάτι που συνεπάγεται όχι μόνο συναισθηματικό κόστος, αλλά και πραγματικούς κινδύνους. Διότι η προσοχή των αντρών δεν είναι μόνο κολακευτική αλλά μπορεί να είναι και απειλητική. Η απόρριψη συχνά προκαλεί εχθρότητα, προσβολές ή ακόμη και απειλές. Οι γυναίκες που χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες online dating ξοδεύουν πολύ ενέργεια για να διαχειριστούν τον κίνδυνο παρενόχλησης και βίας.
Έτσι, ενώ οι εμπειρίες των αντρών από την απόριψη και την αορατότητα είναι πραγματικές, οι εμπειρίες των γυναικών από την υπερφόρτωση, την εχθρότητα και τον κίνδυνο δεν είναι λιγότερο πραγματικές. Καμιά από τις δύο πλευρές δεν είναι πραγματικά “νικήτρια”. Και οι δύο είναι παγιδευμένες σε μοτίβα απογοήτευσης και ασυμετρίας, διαμορφωμένες από πατριαρχικές νόρμες και εντεινόμενες από τον ψηφιακό καπιταλισμό.
Η ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ, Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΩΣ ΥΠΟ-ΠΡΟΙΟΝ
Ενώ πολλά άτομα βρίσκουν σύντροφο μέσω των dating apps, ο αλγόριθμος παίζει σημαντικό ρόλο στο να κρατούν μεγάλο μέρος των χρηστών σε μια διαρκή κατάσταση απογοήτευσης. Με αυτό τον τρόπο, τροφοδοτούν όχι μόνο τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά και την εντατικοποίηση των συγκρούσεων μεταξύ των φύλων.
Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες στρέφονται προς αυτές τις εφαρμογές αναζητώντας κάποιου είδους σύνδεση. Αλλά αντί για νέες σεξουαλικές σχέσεις ή έστω ελάχιστη οικειότητα, συχνά συναντούν δυσπιστία. Οι άντρες αισθάνονται περιθωριοποιημένοι, ενώ οι γυναίκες επιβαρυμένες και σε κίνδυνο. Το συναισθηματικό βάρος της εξερεύνησης σε αυτό το πεδίο πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες, οι οποίες πρέπει να διαχειρίζονται τόσο την ανεπιθύμητη προσοχή όσο και να αντιμετωπίζουν την αντρική επιθετικότητα. Όσο περισσότερο οι εφαρμογές αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, τόσο αυξάνεται η απογοήτευση – και τόσο πιο πιθανό είναι αυτή να κατευθυνθεί προς το άλλο φύλο, αντί προς-τα-πάνω, προς το κεφάλαιο.
Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της αγάπης στον καπιταλισμό.
Οι πιο βαθιές μας επιθυμίες –η λαχτάρα μας για εγγύτητα, αναγνώριση, συντροφικότητα– έχουν μετατραπεί σε καύσιμο για ένα σύστημα που ευδοκιμεί χάρη στην απογοήτευσή μας. Ο ψηφιακός καπιταλισμός κερδίζει από τις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις και, στην περίπτωση των dating apps, το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: όσο πιο δύσκολη είναι η επίτευξη της οικειότητας, τόσο περισσότερο εξαρτόμαστε από τις εφαρμογές, όσο περισσότερο εξαρτόμαστε από τις εφαρμογές, τόσο πιο απογοητευμένοι γινόμαστε. Πολλά από τα άτομα που πήραμε συνέντευξη μάς είπαν πως ήθελαν να φύγουν από αυτές τις πλατφόρμες αλλά δεν έβρισκαν εναλλακτικές για να βρουν σύντροφο. Τα dating apps δεν έχουν μεταμορφώσει μόνο το πώς γνωρίζουμε κόσμο αλλά και το πώς βιώνουμε την απόρριψη, την επιθυμία και την ευαλωτότητα. Έχουν μετατρέψει την οικειότητα σε ένα πεδίο όπου οι συγκρούσεις μεταξύ των φύλων υπερ-υπογραμμίζονται και ο μόνος πραγματικός νικητής είναι το κεφάλαιο.
Και έτσι, το ερώτημα επανέρχεται: Ποιος ελέγχει την αγάπη;
Το να την αφήσουμε στα χέρια του κεφαλαίου, το οποίο υπόσχεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες μας ενώ ταυτόχρονα το ίδιο ευδοκιμεί χάρη στην απογοήτευση της λαχτάρας μας για αγάπη, φαίνεται κακή ιδέα. Αλλά αν αναγνωρίσουμε την αγάπη ως κάτι για το οποίο αξίζει να παλέψουμε, μπορούμε να αρχίσουμε να φανταζόμαστε εναλλακτικές λύσεις – όπου η οικειότητα δεν θυσιάζεται στο όνομα του κέρδους και η ανάγκη μας για αγάπη και φροντίδα δεν χρησιμοποιείται εναντίον μας.