Η Τεχνητή Νοημοσύνη στον πόλεμο του Ιράν

0

του Αλέξανδρου Σχισμένου

Άραγε ζούμε ήδη στον καιρό του Εξολοθρευτή, των αυτονομών δολοφονικών μηχανών;

Η επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια παράνομη πολεμική επιχείρηση, αλλά και την πρώτη εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα μιας «έξυπνης» αλυσίδας εξόντωσης από τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης, Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLM) και αυτόνομα συστήματα στόχευσης. Η Επιχείρηση Epic Fury και η Επιχείρηση Roaring Lion μετέτρεψαν την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) σε βασικό επιχειρησιακό στοιχείο της λήψης αποφάσεων, του επιχειρησιακού σχεδιασμού και της βομβιστικής στόχευσης. Ασφαλώς, η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη λήψη στρατιωτικών αποφάσεων συνιστά μια πολιτική στροφή στην ψηφιακή βαρβαρότητα με φονικές συνέπειες.

Η μετάβαση από την παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη στην «αυτενεργούσα» [agentic]Τεχνητή Νοημοσύνη στα τέλη του 2025 διευκόλυνε την ανάπτυξη συστημάτων ικανών να θέτουν ανεξάρτητους στόχους και να εκτελούν σχέδια πολλαπλών βημάτων με ελάχιστη ανθρώπινη εποπτεία, οδηγώντας σε μία υβριδική περιτύλιξη, όπου οι ψηφιακοί μηχανισμοί δεν αντανακλούν απλώς την κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα, αλλά την μετασχηματίζουν αυτοματοποιημένα. Η επίθεση στο Ιράν είναι η εμπειρική επικύρωση αυτού του μετασχηματισμού στο πολεμικό πεδίο, όπου το φαντασιακό της τεχνολογικής κυριαρχίας εκδηλώθηκε ως η επιθυμία να συμπιεστεί η «αλυσίδα εξόντωσης» [kill chain], ο χρόνος μεταξύ της αναγνώρισης ενός στόχου και του χτυπήματος, σε ταχύτητες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη γνωστική και συναισθηματική επεξεργασία της κατάστασης.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του αμερικανικού στρατού επιταχύνθηκε την 9η Ιανουαρίου 2026 με την «Στρατηγική Επιτάχυνσης της Τεχνητής Νοημοσύνης» [Artificial Intelligence Acceleration Strategy]. Αυτή η διαταγή αναθεώρησε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ο στρατός των ΗΠΑ λαμβάνει αποφάσεις, διαχειρίζεται την εκτίμηση κινδύνων και αναθέτει συμβάσεις. 

Οι βασικές αρχές της στρατηγικής περιλαμβάνουν:

  1. Την εξάλειψη των μακροπρόθεσμων διαδικασιών έγκρισης προμηθειών υπέρ των απευθείας αναθέσεων σε νεοσύστατες επιχειρήσεις, με έμφαση στην ταχύτητα και την κλίμακα.  
  2. Την αναβάθμιση της συμπίεσης του χρόνου αποφάσεων σε αποφασιστική μεταβλητή, όπου η ικανότητα ανάπτυξης πρακτόρων Τεχνητής Νοημοσύνης ταχύτερα από τον αντίπαλο παρέχει «υπεροχή στη λήψη αποφάσεων». 
  3. Την δημιουργία της πλατφόρμας GenAI.mil: Παροχή πρόσβασης και στα 3 εκατομμύρια μέλη του προσωπικού του Υπουργείου Πολέμου στο ChatGPT του OpenAI και στο Gemini της Google για σύνθεση εγγράφων, βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας και επιχειρησιακό σχεδιασμό.  
  4. Την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον «Χρυσό Θόλο», την αμυντική αντιπυραυλική ασπίδα του Τραμπ. 

Η νέα στρατηγική μετατοπίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη στο κέντρο του πολεμικού δόγματος των ΗΠΑ. Αυτή η μετατόπιση υποδηλώνει ότι οι παραδοσιακές καθυστερήσεις στην στρατιωτική κλιμάκωση, οι οποίες ιστορικά επέτρεπαν τη διπλωματική παρέμβαση, έχουν συστηματικά εξαλειφθεί από τη λογική του αλγοριθμικού πολέμου. 

Συνεπώς, η Επιχείρηση Epic Fury είναι η πρώτη αεροπορική επιδρομή με επικεφαλής την Τεχνητή Νοημοσύνη, με τα ψηφιακά συστήματα να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο σε ολόκληρη την αλυσίδα εξόντωσης, από τη συλλογή πληροφοριών έως τις επιθέσεις ακριβείας.

Τις πρώτες 12 ώρες, οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν σχεδόν 900 επιθέσεις, σε μια «αλυσίδα εξόντωσης» μέσω μιας ιεραρχίας ολοκληρωμένων συστημάτων:

Οι πλατφόρμες Gotham και AIP του Palantir συγκέντρωναν δεδομένα από δορυφορικές εικόνες, ροές από drones, σήματα ραντάρ και τηλεπικοινωνιακές αναχαιτίσεις σε ταχύτητες που καμία ανθρώπινη ομάδα δεν θα μπορούσε να φτάσει.

Το Claude της Anthropic ανέλυσε αποσπασματικά δεδομένα για να χαρτογραφήσει τις στρατιωτικές κινήσεις και να προσδιορίσει τα βέλτιστα σενάρια. Αυτόνομα και ημιαυτόνομα συστήματα, συμπεριλαμβανομένου του drone LUCAS, αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα σε όλες τις κατηγορίες στόχων.

Η ενσωμάτωση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης όπως τα Maven και Palantir επέτρεψε την ταυτόχρονη εκτέλεση επιθέσεων σε στόχους ηγεσίας, αεράμυνες και πυρηνικές εγκαταστάσεις σε 24 από τις 31 επαρχίες του Ιράν. Αυτό εξουδετέρωσε την παραδοσιακή ιρανική αποτρεπτική ικανότητα, η οποία βασιζόταν στην χρονική καθυστέρηση που απαιτούνταν για ανθρώπινη επαλήθευση και επίσημη επικύρωση κάθε χτυπήματος. Η Τεχνητή Νοημοσύνη ουσιαστικά εξάλειψε αυτή την καθυστέρηση, επιτρέποντας τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και δεκάδων άλλων κορυφαίων αξιωματούχων στο πρώτο κύμα επιθέσεων προτού προλάβουν να βρουν καταφύγιο.

Η επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά της Επιχείρησης Epic Fury είναι το Maven Smart System, μια προηγμένη έκδοση του κορυφαίου προγράμματος Τεχνητής Νοημοσύνης του Πενταγώνου. Κατασκευασμένο από την εταιρεία εξόρυξης δεδομένων Palantir βάσει σύμβασης που επεκτάθηκε στο ποσό των 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2029, το Maven χρησιμεύει ως η κύρια διεπαφή διοίκησης και ελέγχου για τις πέντε διοικήσεις του στρατού των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Το Maven λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος επεξεργασίας, συνδυάζοντας δεδομένα από 179 διακριτές πηγές, συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών εικόνων, ροών από μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πληροφοριών σημάτων (SIGINT), δεδομένων γεωγραφικής τοποθεσίας και ανθρώπινης νοημοσύνης (HUMINT).  

Το Claude είναι το πρώτο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που έλαβε άδεια χειρισμού διαβαθμισμένων πληροφοριών μέσω της υποδομής cloud της Amazon Web Services, επιτρέποντάς του να επεξεργάζεται δεδομένα τηλεπικοινωνιακών υποκλοπών για τον εντοπισμό μη αναμενόμενων συμπεριφορών στα «πρότυπα ζωής» [life patterns]. Η άδεια θα επεκταθεί και στα μοντέλα Grok της xAI και GPT της OpenAI.

Παρά την πρόσφατη ρήξη μεταξύ του Υπουργείου Πολέμου των ΗΠΑ και της Anthropic σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας της για πλήρως αυτόνομα θανατηφόρα όπλα, το Claude παρέμεινε ενσωματωμένο στο σύστημα στόχευσης. Αυτό υπογραμμίζει μια δομική εξάρτηση εντός του σύγχρονου στρατιωτικού μηχανισμού: μόλις ο πόλεμος διαμεσολαβείται αλγοριθμικά, η «ταχύτητα εκμάθησης» του συστήματος γίνεται μια αποφασιστική μεταβλητή που υπερβαίνει τις πολιτικές ή ηθικές αναστολές.

Κεντρικός στόχος της επίθεσης στο Ιράν ήταν η δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος στοχοποιήθηκε στην οικία του μέσω της ψηφιακής επιτήρησης και ανάλυσης των μοτίβων της καθημερινής του ρουτίνας με τη βοήθεια Τεχνητής Νοημοσύνης. 

Αυτή η επιδρομή, που διεξήχθη από ισραηλινά μαχητικά F-35I “Adir” χρησιμοποιώντας τα πυρομαχικά ακριβείας SPICE της Rafael, ήταν το αποκορύφωμα μηνών συλλογής προσωπικών δεδομένων, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη συντόνισε τις τηλεπικοινωνιακές παρακολουθήσεις σε πραγματικό χρόνο, καθοδηγώντας τα χτυπήματα δολοφονίας του Χαμενεΐ και 48 ακόμη αξιωματούχων.

Το καθοριστικό ψυχολογικό και στρατηγικό φαινόμενο του πολέμου του 2026 είναι η «συμπίεση του χρόνου αποφάσεων», όπως παρατηρεί ο Zaza Tsotniashvili. Αναφέρεται στη διαρθρωτική μείωση του διαθέσιμου χρόνου για ανθρώπινη διαβούλευση, καθώς τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης παράγουν συστάσεις στόχευσης με ρυθμό που «αμφισβητεί θεμελιωδώς την ικανότητα των ανθρώπινων χειριστών να τις αξιολογήσουν κριτικά». 

Στην επίθεση του Φεβρουαρίου, αυτό εκδηλώθηκε με την έκδοση εγκρίσεων σε μόλις είκοσι δευτερόλεπτα, υποβαθμίζοντας ουσιαστικά την ανθρώπινη εποπτεία σε «επιτελεστική σφραγίδα». 

Όταν ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης προτείνει στόχους σε έναν διοικητή που έχει δευτερόλεπτα για να τους εγκρίνει, η διάκριση μεταξύ ενός συστήματος πληροφόρησης και ενός συστήματος αυτόνομων εντολών γίνεται ασαφής.

Η επιχειρησιακή λογική της επίθεσης του 2026 οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην «τακτική στόχευσης» που ανέπτυξε η Μονάδα 8200 του ισραηλινού στρατού κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας στη Γάζα μεταξύ 2023 και 2025. 

Συστήματα όπως το «The Gospel» και το «Lavender» στη Γάζα, περιγράφηκαν σε αραβικές ιστοσελίδες ως «εργοστάσια μαζικών δολοφονιών», εκτελώντας έως και 1.500 νέους στόχους καθημερινά. 

Στην επίθεση στο Ιράν το 2026, αυτά τα συστήματα ενσωματώθηκαν στο Lavender 2.0. Εφαρμόστηκε σε επιθέσεις εναντίον του ιρανικού στρατού, χρησιμοποιώντας αναγνώριση προσώπου και προσωπικά δεδομένα για τη χαρτογράφηση ολόκληρης της διοικητικής δομής του ιρανικού κράτους.  

Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο στα πανάκριβα αεροπλάνα και τους πυραύλους. Ενώ οι αεροπορικές επιθέσεις βασίστηκαν σε βομβαρδιστικά B-2 και μαχητικά F-35, είδαμε ταυτόχρονα την πρώτη μεγάλης κλίμακας εξαπόλυση του Συστήματος Μη Επανδρωμένης Μάχης Χαμηλού Κόστους (LUCAS).  

Κατασκευασμένο από την SpektreWorks με έδρα την Αριζόνα, το drone LUCAS είναι ένα σύστημα μονόδρομης επίθεσης (OWA) και αποτελεί μια βελτιωμένη παραλλαγή του ιρανικού drone Shahed-136, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως από τη Ρωσία στην Ουκρανία.

Μετά την ανάλυση των ιρανικών drone που καταρρίφθηκαν στην Ουκρανία, ο αμερικανικός στρατός ανέπτυξε τα LUCAS ως «κατανεμημένα αυτόνομα συστήματα», ενισχυμένα με Τεχνητή Νοημοσύνη, που δεν απαιτούν οδηγό ή δορυφορική σύνδεση για να βρουν τους στόχους τους.

Ο ναύαρχος Τσαρλς Μπραντ Κούπερ, διοικητής της CENTCOM, σημείωσε ότι η Ομάδα Scorpion Strike εκτόξευσε «αμέτρητα» drones LUCAS κατά την αρχική φάση της επιχείρησης Epic Fury. Τα LUCAS χρησιμοποιήθηκαν για να στοχεύσουν εγκαταστάσεις διοίκησης του IRGC, εγκαταστάσεις αεράμυνας και αεροδρόμια.

Η χρήση τερματικών Starlink και αυτόνομων μηχανισμών συντονισμού επιτρέπει σε αυτά τα drones να εκτελούν «δυναμική στόχευση» και «προηγμένες τακτικές συνεργασίας» ακόμη και όταν είναι αποσυνδεδεμένα από την κεντρική διοίκηση. 

Επιπλέον, εκτεταμένες παρεμβολές στο Παγκόσμιο Δορυφορικό Σύστημα Πλοήγησης (GNSS) και στο GPS έχουν αναφερθεί σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο και την Ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την αξιοπιστία του AIS (Automatic Identification System), του συστήματος εντοπισμού της θέσης των πλοίων.  Ο συνασπισμός ΗΠΑ και Ισραήλ έχει αναπτύξει το εναλλακτικό σύστημα NOCTA, που, αντί να βασίζεται σε δορυφορικά σήματα, χρησιμοποιεί συσχέτιση εδάφους σε πραγματικό χρόνο για να εντοπίζει τη θέση σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον. 

Το ανθρώπινο κόστος της ψηφιακής βαρβαρότητας καταδείχθηκε περίτρανα κατά το πρώτο κύμα επιθέσεων στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Μια πυραυλική επίθεση, πιθανώς από αμερικανικές δυνάμεις, έπληξε ένα δημοτικό σχολείο θηλέων στο Μινάμπ, στην επαρχία Χορμοζγκάν, σκοτώνοντας περισσότερα από 165 παιδιά. Το σχολείο βρισκόταν δίπλα σε μια ναυτική βάση του IRGC, ένα στρατιωτικό κτίριο που πιθανώς ταυτοποιήθηκε από συστήματα στόχευσης τεχνητής νοημοσύνης ως στόχος. Δεν θα εξακριβώσουμε ποτέ εάν κάποιο σύστημα ΤΝ ενεπλάκη στη σφαγή στο σχολείο, όμως η πολιτική και ηθική ευθύνη της σφαγής παραμένει ακέραια στους ανθρώπους που χρησιμοποιούν την ΤΝ ως όπλο και στις πολιτικές ηγεσίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο, ένα κατασκεύασμα της ανθρώπινης διάνοιας που εξαπολύεται για φαντασιακούς σκοπούς που έχουν νόημα μόνο από μια συγκεκριμένη και διεστραμμένη ανθρώπινη σκοπιά, όπως η σφαγή αμάχων στο όνομα της αυταρχικής κυριαρχίας. Ως εκ τούτου, δεν είναι νοημοσύνη με τη βιολογική ή οντολογική έννοια, καθώς αποτελεί ένα εκλεπτυσμένο σύστημα υπολογισμού δεδομενων και αναγνώρισης/ανασυγκρότησης μοτίβων χωρίς καμία άλλη από τις συνολικά αντιληπτικές, αισθητηριακές, συναισθηματικές και φαντασιακές διαστάσεις που φέρει κάθε νοήμον ον. Χρειάζεται το ανθρώπινο υποκείμενο για να δώσει εντολή εξαπόλυσης της κτηνωδίας που φέρει επίσης κάθε νοήμον ον.

Αυτές οι δολοφονίες αμάχων υπογραμμίζουν το κενό λογοδοσίας της στόχευσης μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, όχι μόνο στο ηθικό, αλλά στο πολιτικό και νομικό επίπεδο, καθώς καθιστούν αδύνατη την απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών στους πραγματικούς ενόχους, δηλαδή τις πολιτικές ηγεσίες.

Τα μοντέλα μηχανικής μάθησης, ειδικά τα νευρωνικά δίκτυα που υποστηρίζουν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, λειτουργούν με εγγενή αδιαφάνεια στη παραγωγή αποτελεσμάτων. Ενώ ένα μοντέλο γλωσσικής επεξεργασίας μπορεί να χειριστεί σύμβολα και μοτίβα, δεν κατανοεί την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων ή το αποτέλεσμα των αποφάσεων. Παρά αυτό τον εγγενή περιορισμό, ο πόλεμος του 2026 καθιέρωσε τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα ως έγκυρα συστήματα λήψης αποφάσεων για την ταυτοποίηση στόχων. Αυτά τα μοντέλα ανακυκλώνουν πεπαλαιωμένες γνώσεις και εξαρτώνται άμεσα από την ποιότητα και την ποσότητα των δεδομένων εκπαίδευσης, ενισχύοντας συστημικά στερεότυπα και κυρίαρχες προκαταλήψεις.

Στις επιθέσεις στην Τεχεράνη και το Ισπαχάν, η εφαρμογή αυτών των τεχνολογιών οδήγησε σε αδιάκριτους θανάτους αμάχων σε κατοικημένες γειτονιές.  Η Ιρανική Ερυθρά Ημισελήνος αναφέρει πάνω από 1.300 θανάτους την πρώτη εβδομάδα.

Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στον επικοινωνιακό πόλεμο που επίσης διεξάγεται στον κυβερνοχώρο με τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου συμμετέχουν όλοι οι εμπόλεμοι. Αμερικανοί, Ισραηλινοί και Ιρανοί χάκερ παράγουν αμέτρητες ψευδείς ειδήσεις με deepfakes, ψηφιακές απομιμήσεις φωτογραφιών και βίντεο, για τη χειραγώγηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, την εξάπλωση της παραπληροφόρησης και την καθιέρωση της μυθοπληροφορίας ως «κυρίαρχης αλήθειας» βασισμένης στην ισχύ της τεχνολογικά ενισχυμένης ιδεολογίας και όχι των γεγονότων.

Η βάρβαρη και παράνομη επίθεση στο Ιράν ανέδειξε την ανεπάρκεια του υφιστάμενου πλαισίου διεθνούς δικαίου. Παρά το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 2024 που αναγνώρισε ότι το Διεθνές Δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε στρατιωτική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν υπάρχει κανένας δεσμευτικός μηχανισμός επιβολής του ψηφίσματος. Η Σύμβαση για ορισμένα Συμβατικά Όπλα (CCW) και η «Πολιτική Διακήρυξη REAIM» παρέμειναν σε στάδιο διαβούλευσης χωρίς να καταλήξουν σε κάποιο διεθνές πλαίσιο εποπτείας του αλγοριθμικού πολέμου.

Η επίθεση αποκάλυψε επίσης έναν φονικό φαύλο κύκλο απανθρωπισμού, όπου η επιδίωξη της ταχύτητας οδηγεί στην απομείωση του ανθρώπινου παράγοντα στις πολεμικές ενέργειες και στη διάβρωση του ανθρώπινου υποκειμενικού και κοινωνικού χρόνου, η εσώτερη διάρκεια του οποίου επέτρεπε την τακτική αναπροσαρμογή, τον αναστοχασμό και την αλλαγή σκεπτικού.

Η αυξανόμενη εξάρτηση από την Τεχνητή Νοημοσύνη οδηγεί σε μείωση της επιρροής της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, ενισχύοντας τις θεσμισμένες προκαταλήψεις και αυξάνοντας τον κίνδυνο της αυτοματοποιημένης καταστροφής. Επιταχύνουν τον ρυθμό της καταστροφής σε ταχύτητες πέραν της ανθρώπινης κρίσης και λειτουργούν δίχως συναισθηματική εξάντληση.

Και, ακόμη χειρότερο, οδηγεί στην εξάλειψη του ανθρώπινου φαντασιακού παράγοντα, της ενσυναίσθησης και της κοινής ανθρώπινης δυνατότητας της αναβιωτικής φαντασίας που μπορεί να μας βάλει στη θέση του αντιπάλου και να μας οδηγήσει στη συμφιλίωση.

Ο πόλεμος του Ιράν του 2026 είναι η ιστορική στιγμή που ο αλγόριθμος εισήλθε πραγματικά στο πεδίο της μάχης. Η σύγκρουση αποκάλυψε ότι η ψηφιακή βαρβαρότητα δεν είναι επιστροφή στο χάος, αλλά η άνοδος μιας τεχνολογικά διαμεσολαβημένης τάξης, η επιβολή της οποίας δεν απαιτεί πλέον αυτενεργά υποκείμενα. Είναι καθήκον της βασανισμένης ανθρωπότητας να αντισταθεί στον πόλεμο.

Η πρόκληση για την επόμενη δεκαετία θα είναι το κατά πόσον η συνοχή των κοινωνικών σχέσεων μπορεί να διατηρηθεί σε μια εποχή όπου οι επιχειρησιακές δυνατότητες του αλγοριθμικού πολέμου διαβρώνουν συστηματικά τις ελάχιστες προϋποθέσεις της πολιτικής λογοδοσίας. 

Αφήστε ένα σχόλιο