Κείμενο: Ηλίας Σεκέρης
Η δομική αναλογία ανάμεσα στα δύο εγκλήματα, στο εργοστάσιο Βιολάντα και στα Τέμπη, είναι ξεκάθαρη. Και στις δύο περιπτώσεις, η ασφάλεια μπήκε συνειδητά σε δεύτερη μοίρα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι άνθρωποι που αποφάσιζαν για την ασφάλεια των ανθρώπων που εργάζονται στο ένα και χρησιμοποιούν το άλλο δεν ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που εκτίθεντο στον κίνδυνο.
Αυτή είναι η ετερόνομη θέσμιση της κοινωνίας. Έχουμε οργανωθεί έτσι ώστε οι κρίσιμες αποφάσεις, ακόμα και για την ίδια μας τη ζωή, να λαμβάνονται από μηχανισμούς απρόσωπους, ιεραρχικούς, αποσυνδεδεμένους από τις συνέπειές τους.
Η ευθύνη διαχέεται, άρα εξαφανίζεται και όταν έρθει ο θάνατος, μας τον παρουσιάζουν ως ατύχημα, ως κακιά στιγμή, ως δυσλειτουργία, ως ανθρώπινο λάθος, ως δεν ξέρω κι εγώ τι, αλλά ΠΟΤΕ ως συνειδητή επιλογή αυτών που αποφασίζουν. Ως δηλαδή την κανονικότητα που μας έχει επιβληθεί.
Κανένα αφεντικό δεν σκοτώθηκε στο εργοστάσιο δουλεύοντας σε ακραίες συνθήκες, όπως και κανένας πολιτικός δεν επιβιβάστηκε στο απαξιωμένο και παρατημένο τρένο. Δικά τους τα κέρδη, δικοί μας οι νεκροί.
Η μισθωτή εργασία παίζει εδώ κεντρικό ρόλο, όπως και η πολιτική ανάθεση. Οι εργαζόμενοι, δηλαδή αυτοί που γνωρίζουν, δεν μπορούν να πάρουν απόφαση. Δεν έχουν τη δύναμη να πουν σταματάμε γιατί δεν υπάρχει τηλεδιοίκηση, ή σταματάμε γιατί υπάρχει διαρροή. Ακόμη και αν το πουν δεν υπάρχει περίπτωση να εισακουστούν.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την αυτοδιαχείριση της εργασίας και για τη λογοδοσία και την ανακλητότητα των πολιτικών είναι στοιχειώδης απαίτηση. Όσοι εργάζονται και ζουν μέσα στα συστήματα, πρέπει να έχουν λόγο και εξουσία πάνω σε αυτά. Όσο αυτό δεν αλλάζει, τίποτα δεν θα αλλάξει. Ο κόσμος θα γυρίζει κανονικά μέχρι το επόμενο εργοδοτικό ή κρατικό έγκλημα.