Ο πλημμυρισμός του λεκανοπεδίου της Αττικής: Μια παλιά ιστορία!

0

Κείμενο: Αντώνιος Καπετάνιος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος (ειδικευμένος στο αστικό πράσινο). Από το βιβλίο του ιδίου “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων – Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2026.

ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

Η αθηναϊκή γη κρύβει μέσα της πολλά θαμμένα ρέματα. Είναι αυτά που σταμάτησαν να κυλούν όταν «ανθρώπινες ανάγκες» το επέβαλλαν! Το νερό τους χάθηκε, έσβησε κάπου στην πορεία. Πού και πού όμως, κάμνει εμφάνιση δυναμική, τρομοκρατώντας τον άνθρωπο, τον κάτοικο της πόλης, που τρέχει απελπισμένος και πανικόβλητος να σωθεί. Το νερό αυτό, το «ευλογημένο» σε άλλες περιπτώσεις, τώρα γίνεται «καταραμένο», για τον μικρό και φοβισμένο αστό. Οι πλημμύρες που μαστίζουν τη χώρα καταδείχνουν τη χαμένη ψυχή των ρεμάτων που θάφτηκαν κάτω από χώμα βαρύ κι ασήκωτο, για να στηθούν πάνω του ανθρώπινοι επιτύμβιοι…

Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε διάσταση διαφορετική στην υδατική κατάσταση της πόλης, ανακαλύπτοντας στο βάθος της ύπαρξής της ορισμένα από τα χαμένα ρέματά της. Για να τα γνωρίσουμε έτσι, αλλά και για ν’ αποκαλύψουμε το μέγεθος της ανθρώπινης αστοχίας, αβελτηρίας και αλογίας σε σχέση με τη διαχείριση των αστικών ρεμάτων˙ για να ιδούμε τον άνθρωπο απέναντι στη φύση, απέναντι στην κοινωνία, απέναντι στον άνθρωπο, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του! Τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης τραγικότητας βιώνονται συχνά σήμερα, με τις πλημμύρες που δημιουργούνται μετά από κάθε νεροποντή και τον άνθρωπο να στέκεται αδύναμος μπρος τη φύση, η οποία αντιδρά λόγω ακριβώς της ανισορροπίας που επέφερε ο άνθρωπος στο περιβάλλον του. Στο τέλος, δηλαδή, ο θύτης, αν πρέπει έτσι να λογίσουμε τον άνθρωπο –κι έτσι πρέπει…– μεταπίπτει σε μοιραίο θύμα˙ εν θύμα των ενεργειών του!

Στην Αθήνα υπήρχαν κάποτε τρία κύρια ποτάμια ρεύματα που τη διέσχιζαν («ρυάκια» τα χαρακτήριζαν κατά παράδοση οι Αθηναίοι) και χάριζαν σε αυτήν το κάλλος της ποτάμιας πρωτεύουσας (έκφραση υπερβολής βεβαίως για την «ξηρή» και αλγούσα Αθήνα). Αυτά ήταν ο Κηφισός, ο Ιλισός και ο Ηριδανός (σημειώνεται ότι η έννοια του ποταμού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σχετική, διότι, πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη σταθερών πηγών ως βάση για τον ορισμό του). Σήμερα κάπου βρίσκονται θαμμένα.

Ο Κηφισός και ο Ιλισός άρχισαν να καλύπτονται από το 1850, για την εξυπηρέτηση «αναγκαίων» πρακτικών σκοπών. Συστηματική κάλυψή τους όμως γίνεται από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν, με τελευταία αυτήν του 2001, της κάλυψης μεγάλου τμήματος του Κηφισού (προς την οδό Πειραιώς), ο οποίος μετατράπηκε τελικά, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, σε κλειστό αγωγό. Ο Ηριδανός, ποταμός λιγότερο πλούσιος σε νερά, σε σχέση με τους δυο προηγούμενους και μικρότερος σε μήκος, φαίνεται πως καλύφθηκε πολύ-πολύ παλιά, το έτος 487 π.Χ., με την ανοικοδόμηση της πόλης.

Ο Εμμανουήλ Ροίδης το έτος 1896, στο χρονογράφημά του «Αι εξοχαί των Αθηνών», δίνει την εξής μαρτυρία για τον Hριδανό και τον Κηφισό: «… Μάτην εζήτησα παρά των ημετέρων αρχαιολόγων να μοι υποδείξωσι πού έρρεε το προσφιλές εις τας Αθηναίας παρθένους πολύ και καλόν ύδωρ του Ηριδανού… Κατ’ ουδεμίαν τότε ώραν του έτους έλειπε το ύδωρ εκ του Κηφισσού. Δεν έτυχε μεν να προβώ εις καταμετρήσεις, προς εξακρίβωσιν του βάθους αυτού, κάλλιστα όμως ενθυμούμαι ότι, όταν μεν ήτο ολίγον έβρεχε μέχρι μέσης κνήμης τους πόδας του ίππου μου και όταν ήτο πολύ έφθανε μέχρι των ιδικών μου και πολλάκις έτυχε διερχόμενος τα Σεπόλια να περιπλεχθώ εις αδιέξοδον λαβύρινθον διασταυρουμένων ρυακίων…»

Το πρόβλημα των πηγών των ρεμάτων των Αθηνών τίθεται για πρώτη φορά το έτος 1878. Ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Παν. Κυριακός κατέθεσε σχετικό υπόμνημα στον νομάρχη Παπαηλιόπουλο, όπου ανέφερε: «… Θέσεις ή πηγαί, εκ των οποίων προ ολίγων ετών ανέβρυζεν ύδωρ, ως φερ΄ ειπείν ο Ιλισός, και άλλαι πηγαί, ένεκα της γυμνότητος του τόπου δια της καταστροφής των δασών, εστείρευσαν, άλλαι δε τοιαύται μόλις αναβλύζουσι».

Στους τωρινούς καιρούς, η υδατική κατάσταση της πόλης των Αθηνών είναι απογοητευτική. Η πόλη υποφέρει από το νερό (αναφερόμαστε στα υγρά ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα που καταπίπτουν στην πρωτεύουσα), είτε λόγω της έλλειψής του είτε λόγω της υπερπαροχής του (βλ.π. τις πλημμύρες). Τα ρέματά της χάθηκαν κάτω από τόνους μπετόν και ασφάλτου, και δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην απαγωγή του κατακλυσμιαίου νερού της βροχής, που γίνεται χειμαρρικό και πλημμυρικό στην πορεία του, ενώ και οι αναβλύζουσες πηγές του παρελθόντος έπαψαν να ρέουν.

Ας κάνουμε, όμως, μιαν απόπειρα χαρτογράφησης των χαμένων υδάτινων δρόμων της πόλης των Αθηνών, για να ιδούμε τι υπήρξε και πώς χάθηκε.

Ο Κηφισός, ως σήμερα τουλάχιστον, παραμένει ανοιχτός από το ρέμα της Χελιδονούς έως το ύψος των Αγίων Αναργύρων και της Ν. Φιλαδέλφειας. Στα σημεία αυτά οι καταπατήσεις των ενεργών παραποταμίων εκτάσεων είναι φαινόμενο σύνηθες. Επιχειρήσεις, εργαστήρια, βιοτεχνίες, οικίες έχουν εγκατασταθεί εκεί και παροχετεύουν τα λύματά τους, καθώς τα αποβλητά τους στην κοίτη του ιστορικού ποταμού ή τον εμποδίζουν/αποκλείουν στην περιοδική ροή του. Από εκεί και πέρα, ο Κηφισός αποτελεί κλειστό αγωγό.

Η κοίτη του θαμμένου Ιλισού, βρίσκεται κάτω από τις οδούς Μιχαλακοπούλου – Β. Κωνσταντίνου – Καλλιρρόης. Το δέλτα του Φαλήρου αποτελεί το σημείο εκβολής του στη θάλασσα. Η περιοχή του ξενοδοχείου «Κάραβελ» ήταν βάλτος του Ιλισού που ανήκε στην ΕΥΔΑΠ και πωλήθηκε επί δικτατορίας σε ιδιώτη. Ρέματα που συνέβαλλαν στον Ιλισό, βρίσκονται κάτω από κεντρικούς δρόμους της Πολυτεχνειούπολης και της Πανεπιστημιούπολης στου Ζωγράφου.

Η κοίτη του Ηριδανού εντοπίζεται σε βάθος έξι μέτρων, στο υπέδαφος των οδών Φιλελλήνων, Όθωνος και Μητροπόλεως. Η κοίτη του είχε την εξής πορεία: από τις υπώρειες του Λυκαβηττού περνούσε το Σύνταγμα και τη Βουλή (με τα νερά του ενίσχυε την πηγή «Μπουμπουνίστρα» στον Εθνικό Κήπο), διέσχιζε εγκαρσίως την οδό Αμαλίας, έστριβε στην Όθωνος και κατηφόριζε τη Μητροπόλεως. Από την πλατεία Μοναστηρακίου, έμπαινε στο Δημοπρατήριο, συνέχιζε στην Αδριανού, στη συνέχεια έρρεε επί της Ερμού, για να εμφανισθεί στον Κεραμικό. Κατόπιν κυλούσε προς την Πειραιώς και στρεφόμενος νότια, ενωνόταν με τον Ιλισό.

Όμως, τα πολλά μικρά ρέματα της Αθήνας, που τα νερά τους έπεφταν στα τρία κύρια ανωτέρω ποτάμια, συνέθεταν ένα νευρώδες υδάτινο πλέγμα, που σήμερα δεν υφίσταται, και τ’ οποίο ήταν αυτό που κρατούσε στέρεα, σταθερή και ζωντανή την πόλη, δίνοντάς της πνοή, ανάσα, αφού απελευθέρωνε ομαλά, διά των υδάτινων διαύλων, τη δύναμη του νερού, σε μία τάξη ροής. Αυτά τα ρέματα, είναι χαμένα σήμερα κάτω από οδούς, κτήρια, πλατείες κ.λπ. Υπολογίζεται, σύμφωνα με την ΕΥΔΑΠ, πως περίπου το 30% αυτών των ρεμάτων είναι καταπατημένα, ενώ το υπόλοιπο είναι σκεπασμένα και ελεύθερα (ΕΥΔΑΠ, 2001).

Αναφέρεται σχετικά η οδόη Ρήγα Φεραίου στη Νέα Φιλαδέλφεια, η οποία είναι χτισμένη πάνω στις όχθες του Κηφισού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, πριν εγκατασταθεί εκεί ο προσφυγικός συνοικισμός, ονομαζόταν Ποδονίφτης, από το ομώνυμο ρέμα.

Πάνω σε προσχώσεις, ανάμεσα στα ρέματα Χαλανδρίου και Ποδονίφτη, ήταν χτισμένο το τμήμα του εργοστασίου της Ρικομέξ, που έπεσε σαν χάρτινο στον σεισμό της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του 1999. Η οδός Αιγαίου στον δήμο Βάρης, βρίσκεται πάνω στην κοίτη του ρέματος Κόρμπη. Στο Μενίδι, στις όχθες των ρεμάτων Προφήτης Ηλίας και Εσχατιά βρίσκεται ολόκληρος συνοικισμός. Η οδός Μάρνη και τμήμα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, βρίσκονται πάνω στο ρέμα Κυγκλόβορος. Τείχος της Χαλυβουργικής, που είχε χτιστεί επί της κοίτης του Ελευσίνιου Κηφισού και τον κρατούσε κλειστόν, είχε ως αποτέλεσμα το έτος 1996 να πλημμυρίσει το Θριάσιο Πεδίο. Τμήμα του ρέματος της Πικροδάφνης τσιμεντοποιήθηκε το έτος 1999, στο ύψος του Δήμου Αγίου Δημητρίου.

Στη Γλυφάδα και στη Βούλα, 11 κύρια ρέματα που ξεκινούν από τον Υμηττό, έχουν θαφτεί και από πάνω τους περνούν πια κεντρικοί δρόμοι. Συγκεκριμένα στη Γλυφάδα ο χείμαρρος Μυστρά αποτελεί την οδό Αθανάτου, οι χείμαρροι Άνω Γλυφάδας, Γλυφάδας και Παπαδόπουλου, συγκλινόμενοι, αποτελούν την οδό Ανθέων και στην προέκταση τις οδούς Περικλέους και Β. Φρειδερίκης, ο χείμαρρος Ανώνυμος αποτελεί την οδό Κρίτωνος, ο χείμαρρος Ίλιδος αποτελεί την οδό Πατριάρχου Γρηγορίου και ο χείμαρρος Ρήγα Φεραίου την οδό Σοφοκλέους και Στράβωνος. Στη Βούλα ο χείμαρρος Λυκορέματος αποτελεί τις οδούς Αγαμέμνονος και Πρίγκιπος Πέτρου, ο χείμαρρος Σμόλικα τις οδούς Σμόλικα και Υμηττού, ο χείμαρρος Χλόης τις οδούς Χλόης και Πειραιώς, ο χείμαρρος Ζαλόγγου τις οδούς Ζαλόγγου και Κεφαλληνίας.

Αν λάβουμε δε υπόψη ότι όλοι αυτοί οι χείμαρροι συγκλίνουν σε μια κλειστή πυκνοδομημένη σήμερα λεκάνη, τότε εύκολα συνειδητοποιούμε γιατί με την πρώτη νεροποντή πλημμυρίζουν αυτές οι περιοχές…

Ο υπόγειος κόσμος των χαμένων ρεμάτων της Αθήνας είναι ιστορικά και οικολογικά/περιβαλλοντικά σημαντικός. Διότι με την ανακάλυψή του, αφενός γνωρίζεται ένας υδάτινος χώρος μεγάλης ιστορικής αξίας (αφού η πορεία κάθε πολιτισμού είναι τελικά συνδεδεμένη με το νερό), αφετέρου, με τη χαρτογράφησή του, καταφαίνεται μια πόλη εύθραυστη και χειμαρρόπληκτη, καταδείχνοντας την περιβαλλοντική σημασία των εν λόγω ρεμάτων. Η οποία σήμερα έχει απωλέσει τις υδάτινες οδούς της κι έμεινε απροστάτευτη και γυμνή μπρος στα στοιχεία της φύσης.

Ο μύθος αναφέρει ότι ο Ποσειδώνας και η Αθηνά αγωνίστηκαν για το ποιος θα δώσει το όνομά του στην πόλη που ίδρυσε ο Θησέας στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Ο Ποσειδώνας πρόσφερε ως δώρο στην πόλη το νερό, ενώ η Αθηνά το ελαιόδενδρο. Νίκησε η Αθηνά και έκτοτε η πόλη αυτή διψά… Είναι, θεωρούμε, ο μύθος δηλωτικός για την ύστερη κατάσταση της πρωτεύουσας, όμως ταυτόχρονα δηλοί και το «πρόβλημα» της πόλης, καθόσον το ελλείπον στοιχείο της, το νερό, είναι αυτό που εκφράζεται εμφατικά στην ξηρότη της, πνίγοντάς την κατά την εκδήλωσή του!

ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ…

«…Κάτου στο δρόμο μιαν αυγή
βλέπω μερμήγκια κι έτρεχαν να μπούνε μες τη γη,
και κράζω: «Τα καημένα!».
«Καλέ, τι με λυπάσαι εμένα;»,
είπε ένας μέρμηγκας σοφός.
«Με μόνη εγώ τη μυρουδιά
και μες στης τρύπας την καρδιά
πιο λεύτερα γυρίζω, παρά εσύ στο φως».
(«Μη με λυπάσαι», Αλέξανδρος Πάλλης)

Η Αθήνα δεν είναι υδάτινη πόλη. Δεν έχει έναν ποταμό να τη διασχίζει, δεν έχει μια λίμνη να την «καθρεπτίζει». Της λείπει αυτό το φυσικό προτέρημα που, κακά τα ψέμματα, δίνει άλλη πνοή στο ξηρό και άψυχο αστικό τοπίο. Κι όμως, ετούτη η νεκρή σήμερα, η χωρίς «νευρώνες» πόλη, ήταν κάποτε ζωντανή. Τότε…, που την έρρεαν 700 κανάλια!!! Τα οποία συνέθεταν ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα νευρώνων, που αφενός εκτόνωναν τις ορμές της φύσης, κάμνοντας την πόλη ν’ ανασαίνει, χωρίς συμφορισμούς και ανακοπές, και αφετέρου δίναν ζωή στην πόλη, με το φτερούγισμα του πουλιού στην όχθη του ρέματος, με τη ροή του νερού στην κοίτη του, με το αεράκι που κατέβαινε από τους λόφους της κι ακολουθούσε το ρέμα… Εκείνα τα κανάλια, αλί, τα έχασε! Και σήμερα, μόλις και μετά βίας, της έχουν απομείνει 70, και αυτά σκόρπια, ασυνεχή και λεηλατημένα.

Φοβού το ύδωρ

Βράδυ της 2ας Νοεμβρίου του 1977. Δυόμισι ώρες καταρρακτώδους βροχής, ήταν ικανά για να μετατρέψουν το λεκανοπέδιο της Αττικής σε μια τεράστια λίμνη. Αυτοκίνητα, νοικοκυριά και άνθρωποι παρασύρθηκαν από τα βορβορώδη ορμητικά νερά που κατέκλυσαν την πόλη και χιλιάδες ισόγεια και υπόγεια οικήματα πλημμύρισαν. Οι δυτικές συνοικίες αντιμετώπισαν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εικοσιοκτώ νεκροί άνθρωποι καταγράφηκαν, εκ των οποίων οι δέκα ήταν μικρά παιδιά! Την άλλη ημέρα, κάτω από τον ηλιόλουστο αττικό ουρανό, θ’ αποκαλυφθεί το μέγεθος της καταστροφής. Στους λιμνασμένους χώρους της πόλης, των οποίων το ύψος του νερού έφτανε έως και τα δυόμισυ μέτρα (!), επέπλεαν σκουπίδια, οικιακά σκεύη, ψόφια ζώα, τρόφιμα που διέφυγαν από τα πλημμυρισμένα καταστήματα και πολλά-πολλά άλλα υλικά. Η κίνηση των ανθρώπων, μόνον με βάρκα ήταν δυνατή, ενώ στον Σαρωνικό κόλπο, κοντά στις εκβολές του Κηφισού, επέπλεαν παρασυρμένα αυτοκίνητα και διάφορα αντικείμενα. Μετά δε από δύο εικοσιτετράωρα, στις ακτές της Αίγινας περισυνελέγησαν δύο πτώματα που ξέβρασε ο Κηφισός.

Το συγκεκριμένο πλημμυρικό φαινόμενο δημιούργησε τη δεύτερη μεγαλύτερη καταστροφή αυτής της μορφής που έπληξε το λεκανοπέδιο της Αττικής μετά τον πλημμυρισμό που συνέβη στις 6 Νοεμβρίου του 1961 στο Μπουρνάζι, τις Τζιτζιφιές και τα Σφαγεία, όπου τότε βρήκαν τραγικό θάνατο τριάντα εννέα άτομα κι έμειναν άστεγα 3.000!

Όμως, το κακό δε σταμάτησε εδώ. Σαράντα μόλις ημέρες αργότερα, νέα ισχυρή νεροποντή έπληξε το λεκανοπέδιο. Αυτή τη φορά το πρόβλημα επικεντρώθηκε στα βόρεια προάστια (Χαλάνδρι, Μαρούσι, Κηφισιά, Αγία Παρασκευή, Νέα Φιλαδέλφεια κ.λπ.) Οι εικόνες της καταστροφής επαναλήφθηκαν. Οι νεκροί που καταγράφηκαν αυτή τη φορά ήταν έξι.

Και στις δύο περιπτώσεις, ως αίτια της καταστροφής προσδιορίστηκαν τα μπαζωμένα και χτισμένα ρέματα, και τ’ αποψιλωμένα και οικοπεδοποιημένα βουνά που περικλύουν το λεκανοπέδιο, καθώς και οι εντός του λόφοι, συνδυασμένα όλα τούτα με την έλλειψη καταλλήλων αντιπλημμυρικών έργων και αποχετευτικού δικτύου για την πρωτεύουσα.

Με έφεση στον πλημμυρισμό

Το λεκανοπέδιο της Αττικής, αν και κεκλιμμένο προς τη θάλασσα, με «έφεση» στον πλημμυρισμό, όσο διατηρούσε τα ρέματά του και τα γύρω βουνά του συντηρούσαν βλάστηση, δεν υπόκειτο στο βάσανο των πλημμυρών. Αυτό, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ίσχυε έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1950, με ορισμένες εξαιρέσεις βέβαια.

Αρκεί να ειπωθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα 1850-1950 σημειώθηκαν τέσσερα σοβαρά πλημμυρικά συμβάντα στο λεκανοπέδιο, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1951-2003 σημειώθηκαν σαρανταπέντε!

Ως επισήμανση αναφέρεται ότι, εξαιτίας του παλαιόθεν πλημμυρισμού του λεκανοπεδίου και των προσχώσεων των χειμάρρων του, ενώθηκε η Αθήνα με τον Πειραιά, ο οποίος ήταν κάποτε νησί («…τον τε Πειραιά νησιάζοντα πρότερον και πέραν της ακτής κείμενον…», σημειώνε στα «Γεωγραφικά» ο Στράβων). Μάλιστα ο Ξενοφώντας αναφέρει πως, η αβαθής θάλασσα που κάποτε υπήρχε μεταξύ του Νέου Φαλήρου και του λεγομένου Μεγάλου Λιμένος του Πειραιά, είχε διαμορφωθεί από τις προσχώσεις των χειμάρρων σε λιμνοθάλασσα, η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους είχε μετατραπεί σε τέλμα και ονομαζόταν «Αλίπεδον» (Ξενοφ. Ελλην. 2, 4, 30).

Το «κακό» με τα ρέματα του λεκανοπεδίου άρχισε με την εφαρμογή των πρώτων ρυμοτομικών σχεδίων της πόλης των Αθηνών. Σε αυτά, δε λήφθηκε μέριμνα για την πλήρη και απόλυτη προστασία των ρεμάτων της, παρά μόνον για τα μεγαλύτερα (αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι το μικρό αλλά επικίνδυνο ρέμα Κυκλοβόρου, μπαζώθηκε και ασφαλτοστρώθηκε, αποτελώντας σήμερα την οδό Μάρνη). Η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση του Μεσοπολέμου, καθώς και η βιαστική και πρόχειρη εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων σε ρεμάτιες και παρεμάτιες περιοχές του λεκανοπεδίου, καθώς και σε αναδασωτέες προστατευτικού χαρακτήρα εκτάσεις, επιδείνωσε το ήδη οξυμένο πλημμυρικό πρόβλημα της πρωτεύουσας.

Παρ’ όλα αυτά, η απόκριση των εναπομεινάντων ρεμάτων ήταν –θα λέγαμε– ικανοποιητική, αν και σοβαροί πλυμμυρισμοί συνέβαιναν και παλιά. Αναφέρεται π.χ. η περίπτωση της 14ης-11-1896, όταν μετά από μια ισχυρή νεροποντή πλημμύρισε ο Ιλισός και πνίγηκαν 17 άνθρωποι, που είχαν κατασκευάσει μικρά αυθαίρετα σπιτάκια κοντά στις όχθες του. Από την τότε καταστροφή δεν γλύτωσαν οι Αρμένιοι πρόσφυγες, που είχαν κατασκηνώσει παρά του Ιλισού, έχοντας έλθει κυνηγημένοι στη χώρα μας μετά από τις σφαγές που υπέστησαν από τους Τούρκους. Η εφημερίδα «Εμπρός» περιέγραφε την τραγική τους κατάσταση: «…Ως γνωστόν, παρά τον μύλον του Πανέση είχον στηθή αρκεταί σκηναί υπό τας οποίας εύρον άσυλον οι δυστυχείς Αρμένιοι οίτινες είχον καταφύγει ενταύθα. Τας σκηνάς ανήρπασεν ο ισχυρός άνεμος, το δε ύδωρ παρέσυρε τα ολίγα ενδύματα και λοιπά είδη πρώτης ανάγκης. Και ήδη άστεγοι και πάλιν οι ατυχείς Αρμένιοι περιέρχονται τας οικίας ζητούντες και καθικετεύοντες να τοις δοθή άσυλον. Η θέα των ανθρώπων τούτων συγκινεί και τον απαθέστερον και σκληρότερον άνθρωπον. Κάθυγροι και με αποστάζοντα εκ του ύδατος τα ράκη, άτινα περιβάλλοντα το σώμα των, τρέμουν εκ του ψύχους και της πείνης…»

Οι επιπτώσεις από κείνους τους πλημμυρισμούς, με θύματα ανθρώπους, γινόταν τραγικές ακριβώς επειδή η κατοίκηση περιοχών του λεκανοπεδίου της Αττικής ήταν βιαστική κι άναρχη, λόγω των κοινωνικών συνθηκών και των εθνικών καταστάσεων, κάτι που επιβάρυνε ή ανέτρεπε τη λειτουργία των φυσικών ρευμάτων της πόλης και δημιουργούσε προβλήματα περιβαλλοντικά και κοινωνικά. Οι μεταπολεμικές δεκαετίες του 1950 και 1960, έφεραν την ολέθρια ανατροπή, όταν με την άναρχη και άλογη δόμηση που σημειώθηκε, η οποία επιδεινούμενη συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, εξαφανίσθηκαν κάτω από το μπετόν και την άσφαλτο χιλιόμετρα ρεμάτων! Από κείθε και ύστερα η Αθήνα πλημμυρίζει μ’ έναν τακτικό και γνώριμο ρυθμό, που καθιστά το φυσικό φαινόμενο ως αναπότρεπτο και μοιραίο, τ’ οποίο, ως αναγκαίο κακό θα πρέπει να το αντιμετωπίζουμε!

Με απόγνωση ο καθηγητής Δημήτρης Πικιώνης σημείωνε το έτος 1954 για την αφροσύνη των Αθηναίων, σε σχέση με τα δύο ιερά τους ποτάμια: «Τι εκάνατε τον Ιλισό και τον Κηφισό, τα δυο αγιάσματά μου; Εβάλατε μέσα τους τους υπονόμους σας, ερίξατε τα νερά των εργοστασίων σας…» (Πικιώνης Δ., «Γαίας ατίμωσις», περιοδικό. «Τεχνικά Χρονικά», τεύχος 58, έτος 1954).

Σήμερα, λόγω της τσιμεντοποίησης, το 65% των όμβριων υδάτων μένει στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ παλαιότερα το 35% πήγαινε στη θάλασσα και το 65% διηθείτο στο έδαφος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΥΔΑΠ του έτους 2001, από τα 2.900 «κρίσιμα» χιλιόμετρα των ρεμάτων της Αττικής (σε σύνολο 4.154 χιλιομέτρων), τα 450 χιλιόμετρα έχουν καταπατηθεί (!) και μόνον σε 187 χιλιόμετρα έχουν πραγματοποιηθεί τεχνικά έργα αντιπλημμυρικής προστασίας. Το σύνολο, δε, των πραγματοποιηθέντων έργων τέτοιας μορφής, αντιστοιχούν στο 40% σε σχέση με αυτά που απαιτούνται για την αντιπλημμυρική θωράκιση της πρωτεύουσας. Στο λεκανοπέδιο, από τα 685 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 45,5 χιλιόμετρα και έχουν πραγματοποιηθεί έργα σε 78,5 χιλιόμετρα. Στα Μεσόγεια και στο Θριάσιο Πεδίο, από τα 506 και 889 χιλιόμετρα ρεμάτων αντίστοιχα, έχουν καταπατηθεί 99,5 και 88,1 χιλιόμετρα, και έχουν διευθετηθεί 6 και 3 χιλιόμετρα αντίστοιχα. Στη λεκάνη του ανατολικού και βόρειου Σαρωνικού, από τα 243 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 28,9 χιλιόμετρα, ενώ έργα διευθέτησης έχουν πραγματοποιηθεί στα 67,5 χιλιόμετρα. Τέλος, στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και της Σαλαμίνας, από τα 279 χιλιόμετρα ρεμάτων, έχουν καταπατηθεί τα 31,6 χιλιόμετρα και έχουν διευθετηθεί τα 17.

Ο Κηφισός, κατά την επίσημη αλληλογραφία του ελληνικού κράτους με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου κ. Nino Gemelli τον Δεκέμβριο του 2003 αντιμετωπίζεται, από το ύψος του Περιστερίου μέχρι τις εκβολές του, ως υπόνομος!!! Στο ρέμα Χαλανδρίου, στην Α΄ ζώνη προστασίας του, έχουν καταγραφεί από τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος κέντρα διασκέδασης, κατοικίες και ένα γηροκομείο! Ίδια, ίσως και χειρότερη, είναι η κατάσταση και στ’ άλλα, εναπομείναντα, ρέματα του λεκανοπεδίου (της Πικροδάφνης, του Ασωπού, της Πύρνας, της Αγίας Άννης κ.λπ.)

Ένα φαινόμενο φυσιολογικό

Δε χωρεί αμφιβολία ότι ο πλημμυρισμός στο λεκανοπέδιο της Αττικής, ακριβώς λόγω της γεωμορφολογίας και της φύσης του, της αποδάσωσης των γύρωθε βουνών του, της οικοδόμησης των λόφων του, καθώς και της αιφνίδιας και κατακλυσμιαίας μορφής των κατακρημνισμάτων που σημειώνονται, αποτελεί ένα φαινόμενο που μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογικό, τ’ οποίο όμως, υπό κανονικές συνθήκες, αυτορυθμίζεται από τους φυσικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στο λειτουργικό του σύστημα.

Έτσι, τα ρέματα των λόφων του Αιγάλεω, έπεφταν κάποτε κατευθείαν στο λιμάνι του Πειραιά ή έσβηναν στην περιοχή του Κερατσινίου. Άλλα ρέματα του όρους Αιγάλεω, έπεφταν μέσα στον Ελαιώνα κι έσβηναν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα ρέματα της δυτικής πλευράς του λεκανοπεδίου, συγκεντρώνονταν στον Κηφισό και απ’ εκεί παροχετεύονταν στον Σαρωνικό κόλπο. Τα ρέματα της βόρειας πλευράς κατέληγαν στον Ποδονίφτη, ο οποίος έσμιγε σε κάποιο σημείο με τον Κηφισό.

Βέβαια, όταν ο Κηφισός «φούσκωνε» από νερά, έπεφτε (κι αυτός) ανεξέλεγκτος στον Ελαιώνα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος και ιστορικός Γ. Παρασκευόπουλος: «…ο άνευ σχεδόν κοίτης Κηφισός εξεχύνετο εις τον Ελαιώνα, μεταβάλλων αυτόν εις τεναγώδη έκτασιν και καταστρέφων το πλείστον μέρος του…» Για την κατάσταση όμως αυτή, δεν ευθύνονται αποκλειστικά τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που κατά εποχές σημειωνόταν. Ευθύνονται και οι ίδιοι οι Αθηναίοι που δεν διαχείριζονταν σωστά το ποτάμι τους (τον Κηφισό) και το παραμελούσαν. Μας πληροφορεί σχετικά ο εγκυρότατος στα στοιχεία που δίνει και στις εκτιμήσεις που κάνει, Βαυαρός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος: «Ο Κηφισός, που οι αποχετεύσεις του, χρόνια τώρα είχαν παραμεληθεί, σχημάτιζε μέσα στους Ελαιώνες μόνιμα τέλματα…» (Παρασκευόπουλος Π. Γ., «Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1935-1907)», φωτογραφική ανατύπωση της έκδοσης του 1907 από τον Δήμο Αθηναίων, Αθήνα 2001, σελ. 102).

Στην ανατολική πλευρά του λεκανοπεδίου της Αττικής κυριαρχούσε ο Ιλισός, στον οποίο συγκεντρωνόταν όλα τα νερά του Υμηττού. «Η οδός η φέρουσα εις τον Πειραιά διά του Ελαιώνος, ήτο πολύ ελώδης, ως εκ των διακλαδώσεων του τότε Ιλισού», ανέφερε ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέεζερ στ’ απομνημονεύματά του [Νέεζερ Χρ., «Τα πρώτα έτη της ιδρύσεως του ελληνικού βασιλείου», απομνημονεύματα Χριστόφορου Νέεζερ, Αθήνα 1936]. Ενώ, νοτιότερα, τα ρέματα της Νέας Σμύρνης, του Μπραχαμίου και της Αμφιθέας, κατέληγαν απευθείας στη θάλασσα, στην περιοχή από τις Τζιτζιφιές μέχρι τον Άλιμο.

Το λεκανοπέδιο, λοιπόν, αν και χειμαρρόπληκτο, λόγω των πολλών χειμαρρικών ρευμάτων του, «είχε τον τρόπο του» ν’ ανταποκρίνεται σε τούτη τη δύσκολη κατάσταση, και τούτο προέκυπτε από τη φυσική λειτουργία του ως προς την ανταπόκρισή του στις καιρικές συνθήκες. Καθότι τα πολλά ρέματά του ήταν εκείνα που εκτόνωναν την χειμαρρικότητα, αποτελώντας τη λύση στο πλημμυρικό του πρόβλημα, χωρίς εντέλει αυτά να το δημιουργούν. Ήλθε όμως ο άνθρωπος, για ν’ ανατρέψει τα ισχύοντα. Η διατάραξη που υπέστη το εν λόγω περιβάλλον από τη βίαιη και χωρίς λογική ανθρώπινη επέμβαση/παρέμβαση, ήταν τόσο ισχυρή, που οι φυσικοί μηχανισμοί του λεκανοπεδίου κατέληξαν ή υπέστησαν «ανήκεστο βλάβη» (είναι χαρακτηριστικό ότι επί της κοίτης του Ιλισού είχε αναπτυχθεί προσφυγικός οικισμός, ο οποίος κατεδαφίστηκε μόλις το 1967 από τη Χούντα, για να διαπλατυνθεί η οδός Μιχαλακοπούλου και για ν’ ανεγερθεί εκεί ξενοδοχείο!). Για τους παραπάνω λόγους, το πλημμυρικό φαινόμενο στο λεκανοπέδιο της Αττικής εκδηλωνόταν (και συνεχίζει να εκδηλώνεται), ανεξέλεγκτο.

Ύδατα χαρίεντα σε τόπο «κατηφή»

Ως ύδατα χαρίεντα περιγράφονταν από τους ιστορικούς και τους συγγραφείς των αρχαίων χρόνων τα νερά των αττικών ποταμών. Η ομορφιά, δε του τοπίου που προσέφεραν ήταν ιδιαίτερη και απαράμιλλη. Τη μοναδικότητα των αττικών νερών μας δίνει ο Ιππόνικος: «Τα νερά της Αττικής έχουν τη δική τους ομορφιά, που μου φτάνει να γευτώ μια σταγόνα για να τ’ αναγνωρίσω αμέσως» («Προς Δημόνικον», α.5).

Δέστε πως ο Πλάτων στον «Φαίδρο» περιγράφει την παρά του Ιλισού περιοχή και συγκρίνετε την εικόνα εκείνη την ειδυλλιακή, με τη σημερινή: «…τα ύδατα του Ιλισσού χαρίεντα και καθαρά και διαφανή, παρά τα οποία μία πλάτανος αμφιλαφής και υψηλή και κάτω από την πλάτανο πηγή χαριεστάτη μάλα ψυχρού ύδατος και τραγούδια τζιτζικιών και ευωδιασμένο αεράκι και χορτάρι για να ξαπλώσει κανείς…» (Πλάτων, «Φαίδρος», απόδοση: Παναγιώτης Ο. Δοίκος, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006)..

Ομοίως για τον Κηφισό, δίδεται μια χαρακτηριστική περιγραφή στον Οιδίποδα επί Κολωνώ: «…οι ζωηρές πηγές που απομακρύνονται από το ρεύμα του Κηφισού δεν ελλατώνονται ποτέ, αλλά κυλάνε αδιάκοπα με τα καθαρά τους νερά μέσα στην κοιλάδα που πλαισιώνεται από λόφους και τα νερά τούς γονιμοποιούν αμέσως» (Σοφοκλής, «Οιδίπους επί Κολονώ», απόδοση: Αθηνά Μπαζού, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2001).

Ο Σατωμπριάν, στις αρχές του 19ου αιώνα, βρήκε την κοίτη του Κηφισού «…εν μέσω κορμών ελαιών, αίτινες περίκεινται αυτώ ωσεί ιτέαι». Σημείωνε σχετικά: «Επεύζευσα τότε, ίνα ασπασθώ τον ρύακα τούτον και πίω εξ αυτού, αλλά μόλις εύρον το αρκούν μοι ύδωρ εν κοιλώματί τινί παρά την όχθην, μετατραπέντος του λοιπού προς άρδευσιν των ελαιώνων» (Σατωβριάνδου, «Οδοιπορικόν εκ Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και εξ Ιεροσολύμων εις Παρισίους», τόμος Α΄, μετάφραση Εμμανουήλ Δ. Ροίδη, εκ του τυπογραφείου της Αυγής, Αθήνα 1860).

Η «ευλογία» του Κηφισού ποταμού αποδίδεται και μέσα από την περιγραφή του Henri Belle (αναφέρεται στο έτος 1874): «Έτσι, αυτή η στενή λουρίδα (εννοεί τον Κηφισό) που διασχίζει την αττική πεδιάδα, παρουσιάζει ένα σπάνιο θέαμα, σε ζωηρή αντίθεση με τη γύρω περιοχή, μια ολόφρεσκη πρασινάδα, ένα έδαφος πάντα υγρό, ανθισμένα δένδρα και πολύχρωμη χλόη, που ξεκουράζει το μάτι από τα γκρίζα χρώματα και τις άγονες περιοχές του αττικού τοπίου…» (Belle H., «Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874», μετάφραση: Λίνα Σταματιάδη, εισαγωγή-σχόλια: Γιάννης Γρυντάκης, εκδόσεις Ιστορητής, Αθήνα 1993).

Ο δε J. L. S. Barthordy το 1803 βρήκε τον Ιλισό υπέροχο αλλά εξαντλημένο, διότι το νερό του αντλούνταν για τις αρδεύσεις των γύρω περιβολιών. Ο ποταμός, λέγει, εκμισθωνόταν με την ώρα και το ημίωρο και οι εκμισθωτές είχαν το δικαίωμα στο χρόνο αυτό να τον εκτρέπουν στα κτήματά τους [Barthordy J., «Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα (1803-1804), εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1993].

Ο Γάλλος Εντγκάρ Κινέ, κατά την προχωρημένη άνοιξη του 1829, βρήκε τους Ιλισό και Κηφισό να διαρρέονται από νερά (περισσότερο νερό είχε ο Κηφισός), και σημείωνε ότι πρόκειται για στενούς ποταμούς, οι οποίοι χάνονταν στην πλούσια βλάστησή τους. Μάλιστα, αναφέρεται στις αγριόπαπιες που κολυμπούσαν στις όχθες του Κηφισού και πρόσφεραν ένα εξαίσιο θέαμα (Κινέ Ε., «Η Ελλάδα του 1830 και οι σχέσεις της με την αρχαιότητα», μετάφραση: Λίλα Γκινάκα, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1988).

O Δ. Καμπούρογλου, στο έργο του «Αι παλαιαί Αθήναι» (Αθήνα 1922), σημείωνε για τον Ιλισό: «…Η αποφαλάκρωσις του Υμηττού συνετέλεσε βέβαια, εις το να καταντήση ο Ιλισός χείμαρρος, δεν τον έκαμεν όμως κυρίως τούτο να χάση τα νερά του μέχρι αποξηράνσεως… Αφαιρέσατε από τον Ιλισόν τα χώματα και τα χαλίκια, τα οποία τον έχουν καταχώση κατά διαφόρους πλημμύρας, αποδώσατέ του τα νερά που του ανήκουν, και τότε θα ιδήτε αν έχη ή αν δεν έχη νερόν, λαμβανομένου πάντοτε υπ’ όψιν, ότι ουδέποτε υπήρξε βαθύρρους… Και το σπήλαιον και οι βράχοι κατεκερματίσθησαν, ιδρυθέντος εκεί (παρά του Ιλισού) προχείρου λατομείου, προμηθεύσαντος λίθους δι’ αθλίας τινάς οικδομάς, παρατεταγμένας εις το ύψος καλυπτούσας την γελοιότητά των με τενεκέδες του πετρελαίου, ενώ άϋπνοι οι θολοί κρουνοί του νεροχύτου φιλοδωρούν εις τον Ιλισόν πάσαν αυτών την ρυπαρίαν»

Ο ίδιος, στον «Αναδρομάρη της Αττικής» (Αθήνα 1920), αναφέρει: «Αλλά που να ενεπνεύσθη ο Αριστοφάνης την κωμωδίαν του; Παράν τον Ιλισόν, ακούων τους βατράχους της Καλλιρόης, τους ονοματίσαντας και το σημερινόν Βατραχονήσι; Ή κατά τον Κηφισσόν εις τις μικρές και καθαρώτατες λιμνίτσες που σχηματίζονται ακόμη και τώρα, κάτω από τα πλατάνια και κοντά στους νερομύλους;».

Η φύση δεν εκδικείται, απλά αντιδρά

Πως ορίζεται το ρέμα; Ως πτύχωση της επιφάνειας του εδάφους διά της οποίας συντηρείται η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς, αποτελώντας ταυτόχρονα φυσικό αεραγωγό για την πόλη, διαμορφώντας μαζί με τη πανίδα και τη χλωρίδα που το συνοδεύει, ένα οικοσύστημα που συμβάλλει πολλαπλώς στην ισορροπία του αστικού περιβάλλοντος (πρακτ. Συνεδρ. Σ.τ.Ε. 195 και αποφάσεις 246/2000, 505 και 511 και 673/2001, 602/2002 κ.α.) Στα παραπάνω, που προέρχονται από νομικό κείμενο, προστίθεται και η επιστημονική θεώρηση, που λέγει ότι τα ρέματα θα πρέπει να μένουν ανοιχτά και να μην μετατρέπονται σε κλειστούς αγωγούς, διότι αποτελούν ελεύθερους χώρους και χώρους διέλευσης του αέρα (Γ. Τσακίρης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2001).

Εφόσον, λοιπόν, η παραπάνω λειτουργία του ρέματος, για λόγους ανθρωπογενείς κυρίως, δεν υφίσταται, λογικό επόμενο είναι να υπάρξει πλημμυρισμός στην υποκείμενη περιοχή, στην ανυπεράσπιστη (με δική της ευθύνη) πολιτεία˙ η οποία έτσι, έχει χάσει και τα «προνόμια» (σύμφωνα με τα παραπάνω), που τα ρέματά της προσέφεραν.

Επομένως, ο σημερινός πλημμυρισμός της πόλης αποτελεί συνέπεια ανθρώπινων χειρισμών και δημιουργίας καταστάσεων, κι όχι απόρροια κάποιας φυσιολογικής διαδικασίας. Αυτό ας το κρατήσουμε καλά στο μυαλό μας διότι συνιστά την ευθύνη που ως προς τούτο ο άνθρωπος έχει, με τις πράξεις του και τις ανοχές του. Μια ευθύνη που η συνειδητοποίησή της θα καθορίσει την παραπέρα στάση ζωής μας σε σχέση με τη φύση και το περιβάλλον όπου διαβιούμε.

Το ρέμα, όμως, δεν περιορίζεται στον στενό οπτικό μας ορίζοντα. Σ’ αυτόν που μάθαμε (ή καλλίτερα, που μας έμαθαν) ν’ αντιλαμβανόμαστε και σε αυτόν να λειτουργούμε. Αν κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα, στα γύρωθέ μας βουνά, θα διαπιστώσουμε ότι και εκείνα αποτελούν τμήματα ρεμάτων. Διότι, απ’ εκεί θα ξεκινήσει ο μεγάλος όγκος των νερών, για να κυλήσει προς τα κατάντη. Για ν’ ακολουθήσει τα κανάλια και να καταλήξει στη θάλασσα. Όσο πιο γυμνά είναι τα βουνά αυτά, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο όγκος του νερού που θα ρεύσει στα κατάντη (η βλάστηση που λείπει, θ’ απορροφούσε/κρατούσε τη μεγαλύτερη ποσότητα υδάτων) και, κατά συνέπεια, ο πλημμυρισμός που θα επέρχεται κάθε φορά, θα γίνεται μεγαλύτερος και πιο καταστροφικός.

Τα βουνά που περιβάλλουν το λεκανοπέδιο έχουν σε μεγάλο βαθμό απωλέσει τη βλάστησή τους ή αυτή έχει υποβαθμιστεί τόσο, ώστε να μην μπορεί πλέον να επιτελέσει το λειτουργικό της ρόλο. Τα εν λόγω βουνά, με την μορφή που σήμερα παρουσιάζουν, αποτελούν τελικά παράγοντα της κρίσης. Έχει, συγκεκριμένα, παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται μεγαλύτερη πλημμυρική απορροή στις λεκάνες απορροής του Υμηττού και της Πεντέλης, όπου η δάσωση των βουνών είναι μικρή, σε σχέση με της Πάρνηθας και του Σαρανταπόταμου, όπου η δάσωση εκεί είναι μεγαλύτερη (Μπαλούτσος, 1997).

Παρατηρώντας, δε, σημεία των βουνών αυτών, διαπιστώνουμε ότι λεκάνες απορροής ρεμάτων –ένα από τα πλέον ενεργά τμήματά τους– έχουν πλήρως αλλοιωθεί, αφού υπέστησαν έως και τον «εκβαρβαρισμό» της δόμησης. Το διανοείστε; Μπορείτε να συλλάβετε το μέγεθος ετούτης της ανοησίας; Δομήθηκαν οι συλλεκτήριες λεκάνες των ρεμάτων και εν συνεχεία αποκλείστηκαν οι δρόμοι διαφυγής των νερών. Δεσμευμένα και εγκλωβισμένα λοιπόν τα ύδατα, πού θα ρεύσουν; Πώς είναι δυνατόν να εκτονωθεί το φαινόμενο; Τ’ αδιέξοδα που εμείς δημιουργήσαμε και τα οποία μας καταδυναστεύουν και μας τιμωρούν, είναι η αιτία του κακού. Κι όχι η «θυμωμένη φύση». Η φύση δεν εκδικείται, όπως κακώς λέγεται. Η φύση λειτουργεί (ή αντιδρά αν θέλετε), βάσει των συνθηκών και των δεδομένων που αντιμετωπίζει, προσπαθώντας νάβρει διέξοδα και ισορροπίες.

Την πόλη αυτή, την Αθήνα, την έχει αδικήσει η φύση ως προς τούτο: δεν της έδωσε νερά και της στέρησε τις εξ αυτών χάρες. Όμως τη γύμνασε ώστε να μπορεί να ζει με αυτή την έλλειψη και να γεύεται την κάθε σταγόνα νερού που τη γη της ποτίζει. Τη γύμνασε ώστε να εκτιμά το λιγοστό που της προσφέρεται και να το φυλάττει ως κάτι πολύτιμο. Τη γύμνασε για να μπορεί να υποδεχτεί την όποια αντίδραση της φύσης, η οποία κάποιες φορές κρίνεται ως οριακή, πλην όμως προκύπτει ως απόρροια μιας λογικής που η ίδια η φύση γνωρίζει και που, αλί, εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε!

Σημείωνε σχετικά ο Ελβετός περιηγητής Charls Schaub (ο οποίος επισκέφτηκε την Ελλάδα τα έτη 1840 και 1862): «Πολύς λόγος έγινε και κατά τους αρχαίους και τους νεώτερους χρόνους περί του αγόνου και ανύδρου εδάφους της Αττικής, αλλά ομολογώ ότι η πραγματικότης υπερέβη παν ότι περί τούτου είχον φανταστεί. Οι αγροί, ιδίως κατά την ακμή του θέρους, είναι τόσον απεξηραμένοι, ώστε παρουσιάζουν όψιν φαιάν». O ίδιος, επίσης, λέγει: «…Εις μίαν χώραν ως η Αττική, μία πηγή είναι πράγμα πολύτιμον και εκείνοι που προβαίνουν εις την κατασκευήν των πρέπει να θεωρούνται ως πραγματικοί ευεργέται» [ στο: Ενεπεκίδης Κ. Π., «Αθηναϊκά-Αττικοβοιωτικά-Δωδεκανησιακά (1810-1980)», εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1991].

Η αττική γη, η λεπτόγεως γη, μα και η διά τούτο όμορφη, στηρίχτηκε στις λιγοστές της άμυνες και στάθηκε χρόνους ολάκερους, ακεραία και πλήρης. Ο άνθρωπος που ήλθε, ο τραγικός επίγονος, την καταδίκασε σ’ έναν αργό βασανιστικό θάνατο. Την τεμάχισε, την αποσύνθεσε, την αποδυνάμωσε. Της στέρησε τους υδάτινους δρόμους της και την απέκλεισε. Σε αυτή τη γη κατοίκησε, πά σε μιαν εντέλει αδύναμη γη…

Φωτογραφία: «Εις την σχηματισθείσαν λίμνην Τζιτζιφιών…» (εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, φύλλο 23ης-11-1934).

Αφήστε ένα σχόλιο