Ηλίας Σεκέρης
Η συγκρότηση κομματικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού, ως απάντηση στο συλλογικό τραύμα που ακολουθεί τα Τέμπη, εντάσσεται, είτε μας αρέσει είτε όχι, στη μακρά παράδοση του μετασχηματισμού της κοινωνικής αγανάκτησης σε θεσμικά ακίνδυνη μορφή.
Τα κόμματα, ιστορικά και λειτουργικά, αφαιρούν τη βούληση από το κοινωνικό σώμα, τη συμπυκνώνουν σε πρόσωπα και τη μεταφέρουν σε ένα πεδίο όπου εμείς -οι πολλοί- δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο. Αυτή είναι η λογική της ανάθεσης. Ανεξαρτήτως προθέσεων και καθαρότητας προσώπων, η κομματική μορφή καθ’ εαυτήν προϋποθέτει ηγεσία, πειθαρχία και στρατηγική. Δηλαδή μια σαφή ιεραρχία όπου λίγοι αποφασίζουν και οι πολλοί καλούνται να σιωπούν στο όνομα μιας “δημοκρατίας” που εξαντλείται στην κάλπη.
Στο σήμερα και στην περίπτωση του επικείμενου κόμματος Καρυστιανού, καθοριστικό ρόλο παίζει, βεβαίως, το θυμικό. Τα Τέμπη παρήγαγαν, απολύτως δικαιολογημένα, ένα βαθύ κοινωνικό σοκ. Ένα βαθύ κοινωνικό τραύμα. Διάχυτη οργή, πένθος, αίσθηση αδικίας και μια πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η μαζική αγανάκτηση το κατέγραψε καθαρά. Το είδαμε και το βιώσαμε όλοι.
Όμως αυτό που βλέπουμε τώρα είναι μια προσπάθεια, αυτή η αγανάκτηση να πάψει να είναι συλλογική πρακτική και να μετατρέπεται σε πολιτικό πόρο. Το υποκείμενο του αγώνα, εμείς-οι πολλοί, αντικαθίσταται από έναν φορέα που μιλά στο όνομά του. Που χρησιμοποιεί την οργή του και που -κυρίως- εκμεταλλεύεται την απάθειά του.
Αυτό συνιστά ήττα. Τεράστια ήττα.
Το θυμικό μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη μόνο όσο παραμένει άμεσα συνδεδεμένο με τη συλλογική δράση και τη διαρκή συμμετοχή. Από τη στιγμή που επενδύεται σε μια ηγετική φιγούρα -όποια φιγούρα κι αν είναι αυτή-, παθητικοποιείται.
Η δε πολιτική επιστρέφει εκεί που έχουμε συνηθίσει. Να είναι υπόθεση άλλων.
Το προηγούμενο του 2011 είναι ενδεικτικό. Οι Πλατείες δεν ηττήθηκαν επειδή προδόθηκαν, αλλά επειδή αποδέχθηκαν τη μετάφρασή τους σε αντιπροσωπευτική μορφή. Ο Τσίπρας δεν καπέλωσε κάτι ζωντανό, όπως συνηθίζουν να λένε πολλοί ακόμα και σήμερα στις αναλύσεις τους, αντίθετα παρέλαβε ένα σώμα που είχε ήδη εγκαταλείψει την αυτονομία του. Από τη στιγμή που τα αιτήματα της κοινωνίας έγιναν κυβερνητικό πρόγραμμα, η κατάληξη ήταν -για κάποιους από εμάς- απολύτως προβλέψιμη.
Αν, λοιπόν, έπρεπε να είχαμε πάρει ένα μάθημα, αυτό είναι ότι το κρίσιμο δεν είναι ποιος εκπροσωπεί καλύτερα την κοινωνία, αλλά το αν η κοινωνία θέλει να εκπροσωπείται αντί να δρα.
Κάθε νέο κόμμα που υπόσχεται κάθαρση αναπαράγει το ίδιο μοτίβο: οι λίγοι μιλούν για τους πολλούς, ένας/μια φορτώνεται τη “λύση” και η συλλογική ισχύς εξανεμίζεται. Εξανεμίζεται όπως και η πραγματική απειλή για το σύστημα. Η απειλή που δεν συνίσταται φυσικά στην εναλλαγή προσώπων στην ηγεσία, αλλά στην επιμονή των ανθρώπων να παραμένουν πολιτικά παρόντες.
Υπό αυτή την έννοια, η κομματικοποίηση της οργής για τα Τέμπη δεν αποτελεί υπέρβαση της κρίσης αντιπροσώπευσης, αλλά σύμπτωμά της. Και όσο η κρίση αυτή απαντά με περισσότερη ανάθεση αντί με περισσότερη συμμετοχή, το αποτέλεσμα θα επαναλαμβάνεται: Ελπίδα – αφομοίωση – απογοήτευση.