Πώς ο ρομαντισμός της Σοβιετικής Ένωσης συσκοτίζει το αποικιακό παρελθόν της (περίπτωση Καζακστάν)

0

Καθώς νέες γενιές ασπάζονται αριστερές ιδεολογίες, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τη βία της ΕΣΣΔ στη Βόρεια και Κεντρική Ασία. Της Aizada Arystanbek στο gal-dem.com, μετάφραση: Ιωάννα-Μαρία Μαραβελίδη

Εάν έχετε μπει ποτέ στο TikTok, τότε θα ξέρετε πόσο γρήγορα ο αλγόριθμός του προσαρμόζει τη ροή σας. Στην περίπτωσή μου, δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να καταλάβει η εφαρμογή ότι είμαι αριστερή φεμινίστρια και σύμβολα της Σοβιετικής Ένωσης, όπως το σφυρί και το δρεπάνι, άρχισαν να εμφανίζονται στο χρονολόγιό μου. 

Αυτό που δεν ήξερε ο αλγόριθμος, ωστόσο, είναι ότι είμαι επίσης μετανάστρια από το Καζακστάν – μια χώρα της Κεντρικής Ασίας που κάποτε ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης. Καθώς συνέχιζα να περιφέρομαι σε βίντεο νεαρών δυτικών αριστερών στο TikTok που έπαιζαν το τραγούδι του Εθνικού Ύμνου της ΕΣΣΔ και ρομαντικοποιούσαν τον Ιωσήφ Στάλιν – υπό το καθεστώς του οποίου σκοτώθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι – δεν μπορούσα παρά να νιώσω μια εντεινόμενη απογοήτευση. 

Δεδομένης της δεινής κατάστασης της ανθρωπότητας σήμερα, που επιδεινώνεται από την πανδημία και τον καπιταλισμό της καταστροφής, δεν είναι περίεργο που η έννοια του κομμουνισμού συνεχίζει να προσελκύει νέους, και ιδιαίτερα νεαρούς οπαδούς, με τον ριζικό επανασχεδιασμό του της παγκόσμιας τάξης. Γιατί ποιος, εξάλλου, δεν θα ήθελε να προωθήσει τη δια-εθνοτική αλληλεγγύη που ξεπερνά φυλές, φύλα και ταξικά όρια; 

Ωστόσο, συγχέοντας ιδέες του κομμουνισμού με την πολυπλοκότητα της Σοβιετικής Ένωσης, πολλοί κινδυνεύουν να υιοθετήσουν ένα μυωπικό ιδεαλιστικό όραμα για την ΕΣΣΔ που αγνοεί τη δική της ιστορία ρατσισμού, οριενταλισμού και αποικιακής βίας. Αν και η Σοβιετική Ένωση ήταν ιδεολογικά αντίθετη στη δυτική αποικιοκρατία, συνέχισε να υποστηρίζει τις δικές της αποικιοκρατικές πρακτικές που κληρονομήθηκαν και τροποποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την τσαρική εποχή. Ειδικότερα, η ιστορία των διακρίσεων που αντιμετωπίζουν οι αυτόχθονες πληθυσμοί στην Κεντρική και Βόρεια Ασία παραμένει ως επί το πλείστον ανείπωτη. Ως απόγονος εκείνων που βίωσαν τη ρατσιστική βία του σοβιετικού καθεστώτος, είναι δύσκολο να συμμετάσχω σε τέτοιου είδους δυαδικές συνομιλίες, καθώς δεν πιστεύω ότι η αποαποικιακή δικαιοσύνη έχει επιτευχθεί σε αυτές τις περιοχές μέχρι σήμερα.

«Η ιστορία των διακρίσεων που αντιμετωπίζουν οι αυτόχθονες πληθυσμοί της Κεντρικής και Βόρειας Ασίας παραμένει ως επί το πλείστον ανείπωτη σήμερα»

Η ιστορία της κυριαρχίας της Σοβιετικής Ένωσης στην Κεντρική και Βόρεια Ασία (γνωστή και ως Σιβηρία), έχει ρίζες στις αυτοκρατορικές κατακτήσεις της τσαρικής Ρωσίας με μερικές από τις πρώτες κατακτήσεις να χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα. Τα «χαγανάτα» της Κεντρικής Ασίας (αυτοκρατορίες) κατακτήθηκαν από Ρώσους αυτοκράτορες γύρω στον 17ο αιώνα και τα σύνορά τους σχεδιάστηκαν εκ νέου από τους Σοβιετικούς στις αρχές του 20ού αιώνα για να δημιουργήσουν τις πέντε χώρες που εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα – Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν.

Αυτό που έκανε αυτές τις κατακτήσεις διαφορετικές από την εδραίωση της ρωσικής ισχύος στην Ανατολική Ευρώπη, ήταν το πρίσμα υπεροχής μέσα από το οποίο αντιμετώπιζαν τις ασιατικές ομάδες (κυρίως της Κεντρικής Ασίας). Παρά τις διαφορές της από τις δυτικές αυτοκρατορίες, η τσαρική Ρωσία και αργότερα η Σοβιετική Ένωση, ακολούθησαν την ιεροτελεστία της αποικιακής κυριαρχίας επιβάλλοντας ιδέες νεωτερικότητας και πολιτισμού σε «άγριες» νομαδικές φυλές των οποίων τα εδάφη χαρακτηρίστηκαν ως «παρθένα» λόγω της έλλειψης αστικοποίησης και αγροτικής ανάπτυξης.

Μετά την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η Σοβιετική Ένωση συνέχισε να εκμεταλλεύεται τα εδάφη των κατακτήσεων της Ρωσίας με νέους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής μιας εικόνας της σοβιετικής διεθνικής «φιλίας των ανθρώπων» ως το απόγειο της κομμουνιστικής προόδου. Ορισμένες εθνοτικές ομάδες επιδίωξαν την ανεξαρτησία στην αυγή της σοβιετικής κυριαρχίας, αλλά τους το αρνήθηκαν. Αν και στα κράτη της Κεντρικής Ασίας δόθηκε τεχνικά περισσότερη αυτονομία κατά τη Σοβιετική Εποχή από ό,τι στη Ρωσική Αυτοκρατορία, οι ηγέτες της ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να επιβάλουν καταπιεστικές πολιτικές που έβλαψαν τους μη σλαβικούς πληθυσμούς. 

Πολλά έθνη της Κεντρικής Ασίας υιοθέτησαν το Ισλάμ πριν από την εμπλοκή τους στη Σοβιετική Ένωση. Η αναγκαστική αποκάλυψη των μουσουλμάνων γυναικών στο Ουζμπεκιστάν στο όνομα της λεγόμενης «χειραφέτησης των γυναικών» και της καταστροφής των μεντρεσέδων σε όλη την περιοχή υπό τον φόβο ότι το Ισλάμ ενώνει διαφορετικές εθνοτικές ομάδες δείχνει πώς εγγενή μέρη της ταυτότητας των μη σλαβικών εθνών όχι μόνο αλλοιώθηκαν, αλλά αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Οι αντίστοιχες επιπτώσεις αυτών των διαδικασιών μπορούν να παρατηρηθούν σήμερα. Στο σύντομο διάστημα που ζούσα στη Μόσχα, βρέθηκα σε πολλαπλές περιπτώσεις επιθετικότητας και προκατάληψης που στρέφονταν ενάντια στην καζακική μου ταυτότητα: από πολυάριθμες καταχωρήσεις διαμερισμάτων που είναι διαθέσιμες μόνο σε Σλάβους μέχρι την αδυναμία να βρεθεί μια θέση εργασίας τόσο εύκολα όσο για τους συνομήλικούς μου από τη μη Κεντρική Ασία και έως του να χαταχωρηθώ στους αστυνομικούς φακέλους. 

«Αν και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας είχαν τεχνικά περισσότερη αυτονομία κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής Εποχής, οι ηγέτες της ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να επιβάλουν καταπιεστικές πολιτικές που έβλαψαν τους μη σλαβικούς πληθυσμούς».

Ακόμη ένα παράδειγμα αποτελεί η πολιτική της ρωσικής γλώσσας. Το 1938 τα ρωσικά έγιναν υποχρεωτικά σε όλα τα σοβιετικά σχολεία. Ενδυναμωμένες από τον αναλφαβητισμό και την αφθονία των πόρων που στοχεύουν στη συστηματοποίηση της διδασκαλίας της Ρωσικής, οι σοβιετικές αρχές μπόρεσαν με επιτυχία να κάνουν τα ρωσικά την κύρια γλώσσα που ομιλείται σε ολόκληρη την Κεντρική Ασία. Γεννήθηκα το 1994 και η «μητρική μου γλώσσα» είναι τα ρωσικά όπως και της μητέρας μου. Η αποικιακή σοβιετική κληρονομιά για την οποία μιλώ τόσο εκτενώς γινόταν πάντα αισθητή στις αλληλεπιδράσεις μου με τις γιαγιάδες μου, των οποίων η πρώτη γλώσσα τους ήταν τα Καζακικά, και αργότερα στη δική μου αμηχανία που μιλούσα τη γλώσσα του αποίκου εντός της κοινότητάς μου. Στο Καζακστάν, μόλις τώρα αρχίζουμε να παλεύουμε τις γλωσσικές διακρίσεις και τη ρατσιστική μεταχείριση του καζακόφωνου πληθυσμού. 

Ευρύτερα μιλώντας, ο ρεβιζιονιστικός ρομαντισμός της Σοβιετικής Ένωσης δεν φαίνεται να αναφέρει ποτέ πολλές από τις βίαιες αποτυχίες της τελευταίας. Ένα βασικό γεγονός που αποδίδει εν πολλοίς το αποικιακό τραύμα για τους Καζάκους είναι ο λιμός του 1932-1933. Στερώντας πόρους και βοήθεια, τα θύματα της πείνας αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον θάνατο ή να καταφύγουν στον κανιβαλισμό. Οι μακροχρόνιες συνέπειές του περιλαμβάνουν τον σχετικά χαμηλό πληθυσμό του σημερινού Καζακστάν.

Οι Σοβιετικοί άφησαν επίσης μια φρικτή περιβαλλοντική κληρονομιά. Η ευρεία στέπα του Καζακστάν χρησιμοποιήθηκε ως χώρος πυρηνικών δοκιμών. Το Semipalatinsk Testing Site έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην κατασκευή του σοβιετικού πυρηνικού οπλοστασίου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ο πληθυσμός γύρω από την τοποθεσία υποβλήθηκε σε ακραία επίπεδα ακτινοβολίας, τα ανησυχητικά αποτελέσματα της οποίας μπορούν να παρατηρηθούν ακόμη και σήμερα. Αλλού στην Κεντρική Ασία, η εξόρυξη βαμβακιού από το Ουζμπεκιστάν τη δεκαετία του 1950 οδήγησε σε καταστροφική απώλεια της Θάλασσας της Αράλης. Αυτά είναι μόνο δύο από τα πολλά παραδείγματα.

«Η αυτενέργειά μας υπονομεύεται από την ηγεμονική αυτοκρατορική θέαση της περιοχής που ενισχύθηκε από τη Σοβιετική Ένωση και αναπαράγεται μέσω της άγνοιας για τη θεσμοθετημένη της βία».

Η σιωπή είναι πάντα ένα αξιόπιστο εργαλείο καταπίεσης. Κάνοντας αόρατη τη βίαιη ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, συμβάλλουμε στον ευτελισμό των σύγχρονων δεινών των κατοίκων της Κεντρικής και Βόρειας Ασίας, πολλά από τα οποία προέρχονται από την αποικιακή κληρονομιά της. Εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει εκδοθεί ποτέ επίσημη συγγνώμη προς τους κατοίκους της Κεντρικής Ασίας για οποιαδήποτε από τις φρικαλεότητες που προκλήθηκαν. 

Η κατάχρηση εξουσίας κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος επέτρεψε στις τοπικές κομμουνιστικές ελίτ να ανθίσουν και να καταλάβουν την εξουσία τη δεκαετία του 1990, στερώντας από τα πρόσφατα ανεξάρτητα κράτη της Κεντρικής Ασίας ακόμη και την ευκαιρία εκδημοκρατισμού. Καθώς αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωσή μας σήμερα και ζητούμε από τη διεθνή κοινότητα προσοχή και αλληλεγγύη, όπως έκαναν πολλοί στο Καζακστάν μόλις αυτόν τον Ιανουάριο κατά τη διάρκεια των εμφυλίων αναταραχών που οδήγησαν στην κρατική βία και στη ρωσική στρατιωτική επέμβαση, η αυτενέργειά μας υπονομεύεται από την ηγεμονική αυτοκρατορική θέαση της περιοχής που ενισχύθηκε από τη Σοβιετική Ένωση και αναπαράγεται μέσω της άγνοιας για τη θεσμοθετημένη της βία.

Κατανοώ ότι η αφελής ρομαντικοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα πρόβλημα παιδείας και όχι μια ξεκάθαρη πολιτική στάση, αλλά πιστεύω ότι είναι κρίσιμο να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο σχετικά με τα ιστορικά ζητήματα που είναι κεντρικά για τους αυτόχθονες ασιατικούς πληθυσμούς του μετασοβιετικού χώρου. Ενώ οι εθνοτικές ομάδες της Κεντρικής και Βόρειας Ασίας μπορεί να διαφέρουν ως προς την κυρίαρχη στάση τους απέναντι στη σοβιετική εποχή, με κάποιες να σφάλλουν ως προς την πλευρά της συμπάθειας, θα πρέπει να ενθαρρύνουμε τις νέες γενιές που μαθαίνουν για τη Σοβιετική Ένωση να κρατούν χώρο για διαφορετικές και κριτικές αφηγήσεις που προέρχονται απευθείας από τις μετασοβιετικές ασιατικές κοινότητες, καθώς υφίστανται τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης και φέρνουν στο φως αποικιακά τραύματα του παρελθόντος ενάντια στην επιβεβλημένη αφάνεια.

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ

Καζακστάν: η αποικιοκρατία στον 21ο αιώνα

Αφήστε ένα σχόλιο

three × 3 =