Ένας πόλεμος που δεν σταμάτησε ποτέ: σκέψεις για την πολιτική σε συνθήκες διαρκούς κρίσης

0

Κώστας Σβόλης

Ποιος είναι ο εχθρός;

Η ρητορική του πολέμου απέναντι σ’ έναν αόρατο εχθρό αποσκοπεί στο να αποκρύψει τους πραγματικούς υπεύθυνους της διαρκούς κρίσης του Καπιταλισμού, ορατούς, όπως οι πολιτικοί διαχειριστές και η τάξη των καπιταλιστών, ή αόρατους, όπως το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και ο παραλογισμός που το διέπει.

Αν ένας ιός ονοματίζεται εχθρός, είναι για να συγκαλυφθούν τόσο οι αιτίες για τις οποίες αυτός πήρε διαστάσεις πανδημίας απειλώντας κοινωνίες όσο και οι συνθήκες εντός των οποίων συντελέστηκε αυτή η διαδικασία. Αν, λοιπόν, πρέπει να βρούμε και να ονοματίσουμε έναν εχθρό, αυτός δεν είναι ο Covid-19, αλλά σε πρώτο πλάνο οι πολιτικές διαχείρισης της νόσου, τέτοιες που της επέτρεψαν να επηρεάσει τόσο έντονα την ανθρωπότητα, και σε δεύτερο πλάνο, σίγουρα πιο ουσιαστικό, τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που συμβάλλουν στην εμφάνιση των πανδημιών και επιτείνουν την αδυναμία αντιμετώπισής τους με έναν -στο μέτρο του δυνατού- ανώδυνο τρόπο για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους.

Η πανδημία ως αλυσίδα αλληλοτροφοδοτούμενων αντιφάσεων

Απέναντι σε διάφορες απόψεις που βλέπουν την πανδημία του Covid-19 ως σχέδιο για την επιβολή ενός ολοκληρωτικού κράτους επιτήρησης και ελέγχου, θα πρέπει να αντιτάξουμε την εξέταση της σημερινής συνθήκης ως καπιταλιστική αντίφαση. Από τη μια ο ίδιος ο καπιταλισμός δημιουργεί τις συνθήκες που ευνοούν τη γένεση και την επέκταση της πανδημίας, καθιστώντας ευάλωτο τον σκληρό πυρήνα της κερδοφορίας του –άρα κι αυτής της ύπαρξής του. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ανοίγονται νέα πεδία εκμετάλλευσης της κρίσης ως ευκαιρίας όχι μόνο για απόσπαση μεγαλύτερων ποσοστών υπεραξίας αλλά και για τη συνακόλουθη επιβολή ισχυρότερων (ποσοτικά και ποιοτικά) μορφών ελέγχου επιτήρησης και καταστολής. Έτσι, όμως, βαθαίνει ακόμα πιο πολύ η δομική του κρίση και αυξάνεται η αστάθειά του ως παγκόσμιο σύστημα.

Ας δεχτούμε ότι η παγκόσμια ύφεση θα φτάσει στο 5% με 10%, πράγμα που, όπως μας λένε οι οικονομολόγοι, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την καπιταλιστική οικονομία. Γιατί, όμως, μια μείωση του ΑΕΠ φέρνει τόσο μεγάλο πλήγμα και «φοβίζει» τις αγορές ενώ πολύ μεγαλύτερες μειώσεις των μισθών και των εισοδημάτων των λαϊκών στρωμάτων θεωρούνται φυσιολογικές, αν όχι επιθυμητές; Γιατί ένα παγκόσμιο σύστημα, που έχει τόσο αυξημένη παραγωγικότητα, τόσο συσσωρευμένο πλούτο, τόσα αποθηκευμένα αγαθά και εμπορεύματα, δεν μπορεί να αντέξει τη μερική αναστολή της οικονομικής του λειτουργίας για έναν, δύο ή, έστω, τρεις μήνες; [1]

Επιχειρώντας να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις, είναι χρήσιμες κάποιες βασικές επισημάνσεις.

Πρώτα πρώτα είναι γνωστό ότι στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό οι κρίσεις λειτουργούν αλυσιδωτά και παρασέρνουν στη δίνη τους και τομείς που στην πραγματικότητα δεν είναι σε κρίση. Αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση είναι ακόμα πιο έντονη στον σημερινό χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, όπου η ίδια η υπόσχεση μελλοντικών κερδών αποτελεί ένα εμπόρευμα ικανό από μόνο του να παράγει κέρδη ή ζημιές.

Αλλά βαρύνουσας σημασίας είναι η παραδοχή ότι θα υπάρξει μια τεράστια ανισοκατανομή της χασούρας εξαιτίας της πανδημίας. Αν και το βασικό πεδίο της ανισοκατανομής των βαρών είναι το ταξικό –με τους φτωχούς, τους (πολλαπλών ταχυτήτων) εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα να υποχρεώνονται/εκβιάζονται να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος της ύφεσης– δεν είναι και το μοναδικό στο οποίο αυτή εφαρμόζεται. Η ανισοκατανομή επεκτείνεται τόσο ανάμεσα στα διαφορετικά κράτη όσο και ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας αλλά και μεταξύ των ξεχωριστών καπιταλιστών, ατομικών ή συλλογικών.

Ακριβώς οι τελευταίες αυτές ανισοκατανομές μεγαλώνουν τον ανταγωνισμό για το ποιος θα μείνει με τον «μουτζούρη», επεκτείνοντας και βαθαίνοντας την κρίση και υπονομεύοντας τις όποιες δυνατότητες της καπιταλιστικής οικονομίας να βγει συντεταγμένα από αυτή.

Η γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή στην οποία στηρίζεται ο καπιταλισμός είναι ένας βασικός λόγος για τη γένεση των ίδιων των ιών. Η μελέτη των μέχρι τώρα μεγάλων ιικών επιδημιών (του SARS, της γρίπης των πτηνών, της γρίπης των χοίρων, του Ebola) καταδεικνύει –υπό το πρίσμα της βιολογικής αιτιολόγησης των επιδημιών– ως έναν «νοσογόνο» παράγοντα την ίδια τη λειτουργία των καπιταλιστικών αγροεπιχειρήσεων που στηρίζονται, για παράδειγμα, στην εκτεταμένη και εντατική βιομηχανοποίηση της αγροκτηνοτροφικής παραγωγής. Σε ό,τι αφορά την επέκταση των πανδημιών δεν μένουν έξω από το κάδρο η παγκοσμιοποιημένη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ασύλληπτη σε ένταση και κλίμακα), η μαζικότητα στους σύγχρονους εργασιακούς χώρους με τη συνακόλουθη σε ένταση, έκταση και συγχρονία μετακίνηση. Με τους ίδιους πάνω κάτω τρόπους συμβάλλει η –συχνά στα όρια της υστερίας– μαζική κατανάλωση, η συσσώρευση του παγκόσμιου πληθυσμού σε τεράστιες μεγα-πόλεις και τα χαρακτηριστικά που διέπουν τη ζωή στο σύνολό της όπως τα έχει παγιώσει ο καπιταλισμός.

Όταν ο ίδιος ο καπιταλισμός εδώ και κάποιες δεκαετίες ξεκίνησε να επεκτείνει τη σφαίρα της εμπορευματοποίησης σε τομείς που ως τότε τους θεωρούσε μέρος της κοινωνικής αναπαραγωγής και τους είχε αφήσει στην αρμοδιότητα του κράτους πρόνοιας, αύξανε την αστάθειά του απέναντι σε κρίσεις σαν κι αυτή που ζούμε σήμερα.

Εφόσον η υγεία μετατρέπεται σε εμπόρευμα στο οποίο έχουν πρόσβαση μόνο οι κατέχοντες –και ως εκ τούτου μένει εκτεθειμένος ο υπόλοιπος πληθυσμός– δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την υγειονομική κατάρρευση των χωρών που θα βρεθούν σε κατάσταση πανδημίας, και τότε τα μόνα «εύκαιρα» μέτρα είναι αυτά των περιορισμών, των απαγορεύσεων και της καραντίνας. Το επικεφαλής πολιτικό προσωπικό, διαποτισμένο από άγρια νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις, δεν διαθέτει την απαιτούμενη ευελιξία προκειμένου να κινηθεί άμεσα και γρήγορα, ώστε να χρησιμοποιήσει το κράτος και τις δομές του ως αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισης της κατάστασης –άλλωστε, παραμένει εθισμένο στη διαχείρισή τους με όρους αλαζόνα μεγαλοτσιφλικά. Επιπλέον, μέσα σε τέτοιες συνθήκες οφείλει να θέσει σε καραντίνα και την ίδια την ιδιωτική οικονομία την οποία, όμως, από θέση είναι προορισμένο να υπηρετεί, εξέλιξη που κάθε άλλο παρά συνάδει με την προσήλωσή του στην απρόσκοπτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Σε αντιστάθμισμα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τονώσει με κρατικό χρήμα κάποιους τομείς του κεφαλαίου και να τους δώσει ένα νομικό οπλοστάσιο για την υπερεκμετάλλευση της εργασίας και την επιβολή της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Με άλλα λόγια, εφοδιάζει τα αφεντικά εν θερμώ με όλα τα πρόχειρα μέσα ληστρικής εκμετάλλευσης, τα οποία ταυτόχρονα και με ενορχηστρωμένη προπαγάνδα παρουσιάζονται ως κάτι απλώς επωφελέστερο από «καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς».

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Οι ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, από ό,τι φάνηκε, έπαιξαν σημαντικό ρόλο προκειμένου η πανδημία να μην πάρει τις διαστάσεις που έλαβε σε άλλες χώρες της Ε.Ε., και μάλιστα παρά το απαξιωμένο και αποδυναμωμένο Ε.Σ.Υ. Η μικρομεσαίου τύπου επιχειρηματικότητα, σε μεγάλο βαθμό βασισμένη στο λιανικό εμπόριο το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί πολύ νωρίς –σε αντίθεση με την εκτεταμένη και εντατική βιομηχανική παραγωγή στους μαζικούς χώρους των χιλιάδων εργαζόμενων στις άλλες χώρες– σίγουρα συνέβαλε στο να αποδώσουν τα μέτρα της καραντίνας.

Οι συνεκτικοί κοινωνικοί και οικογενειακοί δεσμοί της ελληνικής κοινωνίας λειτούργησαν και αυτοί σαν ασπίδα προστασίας απέναντι στον κίνδυνο ανεξέλεγκτης διάδοσης του ιού. Οι ηλικιωμένοι, όπως και ορισμένες άλλες ευπαθείς ομάδες, δεν βρέθηκαν απομονωμένοι και στοιβαγμένοι σε οίκους ευγηρίας αλλά στην πλειονότητά τους εντός οικογενειακών δικτύων, τα οποία έδρασαν προστατευτικά και με συναίσθηση του κινδύνου. Δεν ήταν στην ουσία τα πρόστιμα και ο κρατικός αυταρχισμός που έκαναν το «Μένουμε σπίτι» αποτελεσματικό, αλλά η ανθρώπινη –και άρα κοινωνική– ευθύνη απέναντι στους οικείους μας. Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε την άλλη, ειδεχθή όψη του νομίσματος: εκείνες τις «κατηγορίες» ανθρώπων, στις οποίες το κράτος δεν παρέχει σχεδόν κανένα μέτρο πραγματικής προστασίας, και τις οποίες η πλειοψηφία τη κοινωνίας θεωρεί αδιάφορες και «ανοίκειες», με άλλα λόγια τους πρόσφυγες, τους άστεγους, τους φυλακισμένους, τους Ρομά κ.ά.

Την ίδια ώρα, όμως, κάποιοι από τους λόγους που υπήρξαν καθοριστικοί για τον περιορισμό της διασποράς της πανδημίας, οι ίδιοι ακριβώς εκθέτουν το οικονομικό μοντέλο της χώρας στις συνέπειες της αναστολής μέρους της οικονομίας λόγω των περιοριστικών μέτρων:

• Το λιανικό εμπόριο μαζί με τον τομέα της διασκέδασης-εστίασης, από αυτά που βρέθηκαν σχεδόν αμέσως σε αναστολή, κατέχουν μεγάλο μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, την ίδια στιγμή πρόκειται στην πλειοψηφία τους για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν αποθεματικά ώστε να αντέξουν στην αναστολή των εργασιών τους.

• Ο κλάδος του τουρισμού αποτελεί το βασικότερο εξαγώγιμο προϊόν-τμήμα του τριτογενούς τομέα παροχής υπηρεσιών της χώρας –το 2019 τα έσοδα από τον τουρισμό ξεπέρασαν το 18 δις ευρώ, αλλά ταυτόχρονα και την αιτία «μαρασμού» άλλων παραγωγικών-οικονομικών δραστηριοτήτων στις τουριστικές περιοχές, ακριβώς επειδή αποτελεί ένα είδος «μονοκαλλιέργειας». Επιπλέον, κάνει την οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως τώρα με την πανδημία του Covid-19, αφού σε ένα μεγάλο τμήμα τους οι τουριστικές επιχειρήσεις δεν στηρίζονται στον κύκλο της εγχώριας κατανάλωσης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις προβλέψεις τους σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η Ελλάδα θα έχει την μεγαλύτερη ύφεση σε όλη την Ε.Ε. –ύφεση που στο μεγαλύτερο μέρος της για μια ακόμη φορά θα κληθούν να επωμισθούν τα λαϊκά στρώματα, ήδη τσακισμένα από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.

Εμείς απέναντι στον ορατό εχθρό

Ο κοινωνικός-ταξικός πόλεμος δεν σταμάτησε ποτέ, είναι πάντα εδώ, με τις διακυμάνσεις του, τις μικρές και μεγάλες του στιγμές, τις εκεχειρίες του, τις μέρες των χαρακωμάτων, τις αψιμαχίες και τις κορυφαίες συγκρούσεις του.

Είναι απολύτως απαραίτητο να ανασυνταχθούν άμεσα όλες εκείνες οι δυνάμεις που κατά καιρούς έδωσαν και δίνουν τους αγώνες τους για την κοινωνική χειραφέτηση από το κεφάλαιο και το κράτος. Πρόκειται για μια ανασύνταξη μέσα σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον απομόνωσης και εγκλεισμού, το οποίο είναι ανοίκειο και εχθρικό απέναντι σε μας που υιοθετούμε ως μέσο πάλης την ενσώματη συλλογική δράση. Ταυτόχρονα, όμως, μας δίνεται η δυνατότητα να ξανασυζητήσουμε και να ανακαλύψουμε ένα ΕΜΕΙΣ, ακόμη κι αν αυτό είναι προς το παρόν εγκλωβισμένο στα σπίτια του, να βρούμε νέους τρόπους δράσης και να εφεύρουμε καινούργιους τόπους συλλογικής αντίστασης και συνάντησης –και δεν εννοούμε μόνο το διαδίκτυο.

Εκκινώντας από την υπεράσπιση του αγαθού της δημόσιας υγείας, την ανατροπή των αντεργατικών μέτρων, την εξασφάλιση των όρων για την επιβίωση και την περίθαλψη ΟΛΩΝ ανεξαιρέτως των ανθρώπων, να προχωρήσουμε παρακάτω: σε, όσο γίνεται, πιο αυτοοργανωμένες κοινωνικές αντιστάσεις και μορφές αγώνα, που από τη μια θα αποτρέπουν τη μεταβίβαση του κόστους της κρίσης στους από κάτω, ενώ ταυτόχρονα θα επιχειρούν να βρουν περάσματα προς την αυτοδιεύθυνση όλο και περισσότερων πτυχών της κοινωνικής ζωής.

Ξέρουμε ότι το χτίσιμο της Αυτονομίας σε συνθήκες καπιταλιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή χωρίς πρόσβαση στο έδαφος και στα μέσα παραγωγής, με πλήρη εξάρτηση από το χρήμα και την οικονομία, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Έχουμε την εμπειρία των προηγούμενων κύκλων αγώνα και τις απόπειρες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση, μια εμπειρία γεμάτη λάθη, παλινωδίες, ανυπομονησία και –πάνω από όλα– υποτίμηση της ανάγκης για οργάνωση ή και (συχνά) απερίσκεπτης/κοντόφθαλμης υπονόμευσής της.

Διαθέτουμε, όμως, μια εμπειρία πολύτιμη για να μελετηθεί, ώστε να προκύψουν τα χρήσιμα συμπεράσματα που, η αλήθεια είναι, μέχρι τώρα δεν έχουν βγει.

Εμείς απέναντι στον αόρατο εχθρό

Η πάλη απέναντι στον αόρατο εχθρό είναι σίγουρα πολύ πιο δύσκολη από ό,τι απέναντι στους ορατούς εχθρούς, όπως τα αφεντικά και το πολιτικό τους προσωπικό. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αυτή η πάλη να γίνεται με τρόπο αφηρημένο και να καταλήγει σε απλούς και στερημένους πολιτικής χρησιμότητας αφορισμούς του καπιταλισμού.

Από την άλλη, αυτός ο αόρατος εχθρός δεν είναι κάτι το εξωτερικό ως προς εμάς, είμαστε εντός του: αποτελούμε μέρος της σχέσης του Κεφαλαίου, ακόμα και ως υπαρκτή αντίφασή του, αφού αυτό δεν υφίσταται παρά μόνο μέσω της μισθωτής εργασίας και της παραγόμενης υπεράξιας.

Ταυτόχρονα, όμως, το κεφάλαιο και το κράτος ως σχέσεις συνιστούν και δική μας αντίφαση: είμαστε η άρνησή τους ακριβώς την ίδια στιγμή που δεν έχουμε δημιουργήσει τους όρους να ζήσουμε χωρίς αυτά.

Αυτή η αντίφαση οδηγεί πολλές φορές τα ανταγωνιστικά πολιτικά υποκείμενα σε μια σχιζοειδή κατάσταση πλήρους διαχωρισμού της πολιτικής τους δράσης από τους όρους της κοινωνικής τους ύπαρξης: η πολιτική τους στράτευση απομακρύνεται από την άμεση και άρρηκτη σχέση της πολιτικής πράξης με τις απαντήσεις που αυτή μπορεί να δώσει σε συγκεκριμένες δικές τους ανάγκες –και πάντα σε αντιπαράθεση με τις «λύσεις» που επιβάλλει τόσο το κεφάλαιο και το κράτος όσο και οι σχέσεις που αυτά διαμορφώνουν.

Πρόκειται για την πολιτική ως ψευδοδραστηριότητα/χόμπι, ως μια ακόμη διαχωρισμένη σφαίρα ενεργειών στις οποίες προβαίνει το κατακερματισμένο άτομο (και όχι πρόσωπο) μέσα στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Μια τέτοια μορφή πολιτικής ένταξης δεν μπορεί να συγκροτήσει πραγματικές συλλογικές διαδικασίες και πλαίσια αυτοδέσμευσης με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό και τη βελτίωση μέσα από την κατάκτηση της συλλογικής και προσωπικής αυτονομίας των υποκειμένων που μετέχουν.

Πρόκειται για κατανάλωση της πολιτικής ως «ενασχόλησης» με βάση εφήμερα ενδιαφέροντα, «ανέστιες» ευαισθησίες, ευμετάβολες διαθέσεις, ανεπεξέργαστες επιθυμίες· αναφερόμαστε στην προσομοιώση του πολιτικού πράττειν, κατακερματισμένη, αποσπασματική και εν τέλει ανώφελη όπως και οι υπόλοιπες μορφές κατανάλωσης.

Για τα περάσματα που πρέπει να βρεθούν

Υπάρχει κάποιος τρόπος να ιχνηλατήσουμε την επανασύσταση του συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, τη σύνδεση του αγώνα ενάντια στους ορατούς και στον αόρατο εχθρό;

Να δούμε τους συγκεκριμένους κάθε φορά αγώνες υπό το πρίσμα της βούλησης και της απόφασης να ξεπεράσουμε και να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό;

Ίσως η συνθήκη της πανδημίας να ξαναδίνει σ’ αυτή την ερώτηση μια νέα ευκαιρία να απαντηθεί. Ακριβώς γιατί τα προβλήματα που θέτει στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι καταστατικά αδύνατον να βρουν απάντηση μέσα στην καπιταλιστική διαχείριση· γιατί οι απαντήσεις –που εμείς θέλουμε να δώσουμε– δεν μπορούν να έχουν μεσσιανικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου να αναβάλλονται επ΄αόριστον για ένα ουτοπικό μέλλον –αυτό που «θα έρθει όταν ο καπιταλισμός θα έχει πια ανατραπεί». Αντίθετα, πρέπει να ξεκινάνε από το τι κάνουμε τώρα και να κοιτάζουν στο πώς πρέπει να βαδίσουμε προς το μέλλον ως ανθρωπότητα.

• Η απαίτηση για την άμεση διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της περίθαλψης όλων των ανθρώπων πρέπει να γίνει υπό το πρίσμα τού τι είναι αυτό που κάνει τις κοινωνίες μας τόσο νοσογόνες.

• Η αντίσταση στις αντεργατικές πολιτικές και στην υπερεκμετάλλευση πρέπει να βάζει στο τραπέζι το συνολικό αδιέξοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

• Η άρνηση ενός κράτους επιτήρησης-ελέγχου-καταστολής, ακριβώς επειδή είναι ανίκανο να λύσει τα πρόβλημα που το ίδιο δημιουργεί, οφείλει να θέτει το πρακτικό ζήτημα του πώς θεσμίζει την αυτονομία της και πώς οργανώνεται μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία.

• Η κριτική στο σύγχρονο μοντέλο ζωής, που μας στοιβάζει σε τρομακτικές μεγαλουπόλεις, αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον ως πεδίο εκμετάλλευσης και κερδοφορίας και μας πουλάει την κατανάλωση ως αυτοπραγμάτωσή μας, δεν είναι από μόνη της επαρκής. Πρέπει συνάμα στην πράξη να ανακατασκευάζει το συλλογικό φαντασιακό για τον τρόπο που βλέπουμε την κοινωνία, τον άνθρωπο και τη σχέση τους με την φύση.

Τα άμεσα επίδικα του αγώνα πρέπει να θέτουν τα ερωτήματα για τον κόσμο –τον μόνο βιώσιμο για το ανθρώπινο είδος κόσμο, προς τον οποίο θέλουμε να βαδίσουμε. Το πρόταγμα για την κοινωνική απελευθέρωση πρέπει να μπορεί να μετασχηματίζεται τόσο ως προς τις μορφές όσο και ως προς το περιεχόμενό του σε μια διαλεκτική σχέση με τις αντιστάσεις που παράγουν οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε. Έτσι, δεν διασφαλίζεται μόνο ότι το πρόταγμα μπολιάζει τις καθημερινές αντιστάσεις αλλά και ότι η εμπειρία αυτών των αντιστάσεων το ανατροφοδοτεί.

Οι παρακαταθήκες μας

Μπορεί ακόμα να μην το έχουμε συνειδητοποιήσει, όμως τα αντανακλαστικά, η εμπειρία και η «τεχνογνωσία» από τους προηγούμενους κύκλους αγώνα, δεδομένων και των συνθηκών της καραντίνας, λειτούργησαν πολύ άμεσα. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα δομές αλληλεγγύης που είχαν αδρανοποιηθεί τέθηκαν ξανά σε λειτουργία ή συγκροτήθηκαν καινούριες. Μια σειρά πρωτοβουλιών έκανε την εμφάνισή της, ώστε να πάρουν δημοσιότητα οι εργοδοτικές αυθαιρεσίες και τα αντεργατικά μέτρα της κυβέρνησης. Οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις καταγράφηκαν εν μέσω απομόνωσης και αναίρεσης των συλλογικών διαδικασιών σωματείων, πολιτικών συλλογικοτήτων κ.λπ. Όποια μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης μπορούσε να προσφέρει το διαδίκτυο άρχισαν να χρησιμοποιούνται. Πολιτικά κείμενα ανάλυσης της πραγματικότητας γράφτηκαν και άρχισαν να κουβεντιάζονται, το ενδιαφέρον σε κοινωνικό επίπεδο σχετικά με την πολιτική ως πράξη και ανάλυση για το πού πάμε ως κοινωνικοί σχηματισμοί άρχισε να αναθερμαίνεται, μετά το υποτονικό κλίμα που είχε επικρατήσει από τον Σεπτέμβρη του 2015.

Σίγουρα τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται στις αναγκαιότητες της εποχής, δεν είναι ικανά από μόνα τους να μας δώσουν μια προοπτική σε ό,τι αφορά το αίτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Αποτελούν όμως μια βάση για να το ξαναθέσουμε με πρακτικούς και πολιτικούς όρους μέσα στην κοινωνία· να συνδέσουμε τους αγώνες του σήμερα με το πολιτικό πρόταγμα για μια άλλη κοινωνία· να βάλουμε σε εφαρμογή δημιουργικές αντιστάσεις που θα δίνουν εναλλακτικές στην υπάρχουσα πραγματικότητα και ταυτόχρονα θα μας εκπαιδεύουν σε ένα ανατρεπτικό αύριο.

Έχουμε για ακόμα μια φορά την ευκαιρία να φέρουμε στο προσκήνιο ζητήματα, όπως:

• η κριτική στην ανάπτυξη και στον παραγωγισμό, η ανάκτηση της σχέσης των ανθρώπινων κοινωνιών με τη φύση.

• η αναθεώρηση των μορφών και των περιεχομένων της εργασίας ως ανθρώπινης δραστηριότητας και η προώθηση ενός μη εμπορευματικού μοντέλου παραγωγής και ικανοποίησης των αναγκών, προσδιορισμένων εκ νέου και από τα κάτω.

• ο αναστοχασμός πάνω στη δυνατότητα της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης με στόχο το ξεπέρασμα του Κεφαλαίου και του Κράτους, του σεξισμού και της πατριαρχίας.

• η δυνατότητα πραγμάτωσης της προσωπικής ελευθερίας μέσα στη συλλογική ύπαρξη της αυτοδιευθυνόμενης κοινότητας και κοινωνίας, εκεί όπου η ελευθερία του ενός είναι προϋπόθεση για την ελευθερία του άλλου.

Είναι αλήθεια ότι τελικά η Ιστορία στην αρχή του 21ου αιώνα δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου βαρετή, όχι τουλάχιστον τόσο όσο την προανήγγειλε το τέλος του 20ου. Αντίθετα, φαίνεται ότι μας δίνει ξανά και ξανά μέσα από τους κύκλους των καταστροφών τη σκυτάλη για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Το αν καταφέρουμε να την κρατήσουμε σταθερά στα χέρια μας και να τρέξουμε στον στίβο του αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα μπορέσουμε να οργανώσουμε και να συγκροτήσουμε τα δικά μας πολιτικά αντισώματα στον ιό της αδράνειας και της συνήθειας που μας κληρονόμησε η δεκαετία του ’90.

Κοντολογίς παραμένει το διακύβευμα: αν, και κατά πόσο θα μπορέσουμε να αποτινάξουμε την περίφημη Τ.Ι.Ν.Α. (There ’s No Alternative/Δεν υπάρχει εναλλακτική) από το φαντασιακό όχι μόνο των λαϊκών στρωμάτων αλλά και του ίδιου του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου.

[1] Ο πρώην πρόεδρος της Ουρουγουάης Πέπε Μουχίκα σε πρόσφατη συνέντευξή του, αναδεικνύοντας την πολιτική διάσταση της πανδημίας, διατύπωσε με αφοπλιστική ενάργεια μια συνοπτική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα: «Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τι είναι το σωστό, είναι ότι δεν το κάνουμε». Και προσθέτει: «Tο πρόβλημα είναι πολιτικό. Είναι ψέμα ότι δεν υπάρχουν μέσα. Είναι ψέμα ότι δεν υπάρχουν πόροι. Επίσης, είναι ψέμα ότι όλα είναι αδύνατα. Όχι. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν είχε τόσους πόρους, τόσες δυνατότητες και τόσο κεφάλαιο. Επομένως, ποτέ η ανθρωπότητα δεν ήταν τόσο ανεύθυνη».

Αφήστε ένα σχόλιο

four × five =