Η Χιλή και η κληρονομιά του Πινοσέτ

0

Αλέξανδρος Σχισμένος

Από την 14η Οκτώβρη η Χιλή κλονίζεται, όχι από σεισμό όπως στο παρελθόν, αλλά από τις τεράστιες κοινωνικές διαδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση του Sebastián Piñera. Η κυβέρνηση έχει κατεβάσει τον στρατό στους δρόμους, έχει κηρύξει στρατιωτικό νόμο και απαγόρευση κυκλοφορίας, ενώ μέχρι σήμερα, 24 Οκτωβρίου, ο απολογισμός των κατασταλτικών επεμβάσεων έχει φτάσει τους 18 νεκρούς, τους 269 τραυματίες και τους δύο χιλιάδες συλληφθέντες[i].

Η εξέγερση της κοινωνίας της Χιλής ξεκίνησε με μπροστάρηδες τους μαθητές, οι οποίοι, τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου, εισέβαλαν στους σταθμούς του μετρό και στα λεωφορεία δίχως εισιτήριο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το νομοσχέδιο αύξησης της τιμής των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Οι μαθητικές διαμαρτυρίες αγκαλιάστηκαν αμέσως από τα μεσαία και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και συνεχίστηκαν με μεγαλύτερο πλήθος και ένταση τις επόμενες ημέρες, έως την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, συνοδευόμενες από πολυπληθείς πορείες ενάντια στο κόστος ζωής και τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης του δεξιού κόμματος («φιλελεύθερου – συντηρητικού») Renovación Nacional.

Το πρώτο μέτρο που έλαβε ο Πρόεδρος ήταν να πάψει τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, το οποίο οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας στον δρόμο, στις διαδηλώσεις. Άμεση ήταν επίσης η κλιμάκωση της αστυνομικής καταστολής, η οποία οδήγησε στην ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα των διαδηλωτών· ενώ οι αριθμοί των τραυματιών και των συλληφθέντων αυξάνονταν αθροιστικά, οι αριθμοί των διαδηλώσεων πολλαπλασιάζονταν.

Οι κατασταλτικές δυνάμεις αδυνατούσαν να ελέγξουν τις διαδηλώσεις, που προχωρούσαν σε καταλήψεις δημοσίων κτιρίων, σταθμών, επιθέσεις σε τράπεζες, καταστήματα και στις πλούσιες συνοικίες της ελίτ του Σαντιάγκο.

Το Σάββατο 19 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση κήρυξε Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης και επέβαλλε την εφαρμογή του Νόμου Εσωτερικής Ασφαλείας (Ley de Seguridad Interior del Estado – LSE), αναλαμβάνοντας έκτακτες εξουσίες, αναστέλλοντας κοινωνικά δικαιώματα, αναθέτοντας τη ‘διατήρηση της τάξης’, δηλαδή τη διεύθυνση της καταστολής, στον Στρατό. Οι εξεγερμένοι Χιλιανοί δεν υποχώρησαν, παρά το γεγονός ότι οι διαδηλώσεις κατέστησαν θανατηφόρες, με τους στρατιώτες να χρησιμοποιούν κανονικά πυρά κατά του πλήθους. Η κυβέρνηση επέβαλλε απαγόρευση κυκλοφορίας, καταρχάς στην πρωτεύουσα Σαντιάγο και έπειτα και σε άλλες επαρχίες.

Η απαγόρευση κυκλοφορίας που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της κατάστασης εξαίρεσης δεν έγινε ‘σεβαστή’ από την εξεγερμένη κοινωνία της Χιλής· οι διαδηλώσεις, οι συγκρούσεις, οι πορείες συνεχίστηκαν. Την προηγούμενη Τρίτη, 22 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε πως απέσυρε την προκλητική αύξηση των εισιτηρίων, μαζί με αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και την κατώτατη σύνταξη, υποσχέσεις δίπλα σε απειλές, υποσχέσεις χωρίς χρονοδιάγραμμα, ενώ οι απειλές υλοποιούνταν βίαια στους δρόμους.

Η περιγραφή της κατάστασης ως τώρα είναι λίγο-πολύ αυτή. Ποιο είναι όμως το άμεσο νόημα αυτών των γεγονότων ενώ ακόμη εκτυλίσσονται; Τι μας δείχνει η Χιλή;

Ασφαλώς, η κάθοδος του Στρατού στους δρόμους, για πρώτη φορά από το 1987 και μετά τη δικτατορία του Πινοσέτ (1973-1990) δείχνει τον πανικό της κυβέρνησης και του κράτους. Όπως σημειώνει ο Καστοριάδης, «ο κύριος των σημασιών έχει τον θρόνο του πάνω από τον κύριο της βίας» και όταν ο κύριος της βίας παίρνει τα ηνία του κράτους, αυτό σημαίνει ότι η νομιμοποίηση του καθεστώτος κλυδωνίζεται.

Αυτό δεν είναι μυστικό. Στο ρεπορτάζ της, η Deutsche Welle παραθέτει τα λόγια του Ρομπέρτο Μέντεζ, καθηγητή Οικονομικών στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο της Χιλής: «Η κατάσταση είναι τόσο νέα και βίαιη, που η κυβέρνηση δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης αποτελεί έκφραση αυτή της αδυναμίας.»[ii]

Το πρώτο στοιχείο είναι, λοιπόν, η αδυναμία του κράτους που αντιστοιχεί στη βία του κράτους.

Η αδυναμία του κράτους ισοδυναμεί με την πλήρη αποκοπή του από την κοινωνία και την επιθετική του στροφή προς την αυτο-θωράκισή του. Η εξωτερική βία του κράτους προς την κοινωνία είναι ένδειξη της απομόνωσής του, της στεγανοποίησής του, της υποχώρησής του στον κατασταλτικό ρόλο του προστάτη της θεσμισμένης κατάστασης πραγμάτων, καθιστά τα όρια μεταξύ κράτους και κοινωνίας εμφανή σαν χαράδρες που κρύβονταν κάτω από άχυρα. Αν το κράτος θεωρηθεί, όπως το θεωρεί ο Weber ως το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, τότε η άσκηση αυτής της βίας ταυτόχρονα γιγαντώνει την απόσταση μεταξύ κράτους και κοινωνίας, νομιμότητας και νομιμοποίησης, όπως και μεταξύ νόμου και δικαίου.

Γιατί αυτό που έχει εξίσου σημασία είναι η συνέχεια του κράτους. Οι νόμοι τους οποίους εφαρμόζει η κυβέρνηση Piñera είναι ‘κληροδοτήματα’ της δικτατορίας Πινοσέτ που θεμελιώθηκε από το 1973 μετά τη δολοφονία του αριστερού προέδρου Αλιέντε και έληξε το 1990, έχοντας στο ιστορικό της δεκάδες χιλιάδες θύματα. Ωστόσο, ακόμη και τότε, ο Πινοσέτ παρέμεινε αρχηγός του Στρατού έως το 1998. Ακόμη και έπειτα, όταν καταδικάστηκε για εγκληματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τέθηκε σε απλό κατ’ οίκον περιορισμό στην έπαυλή του, έως το θάνατό του το 2006.

Εκτός από εκατόμβες αντιφρονούντων, ο Πινοσέτ κληροδότησε στο κράτος της Χιλής και τους νόμους του. Διότι όταν κάποιος κυβερνά, θεσπίζει νόμους. Έτσι, ο LSE, νόμος για την Εσωτερική Ασφάλεια του 1958, διευρύνθηκε το 1975 ώστε να περιλαμβάνει περιπτώσεις «δημόσιας αναταραχής». Ενώ ο νόμος περί Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης, που επιτρέπει την κάθοδο του Στρατού στους δρόμους και αφαιρεί σημαντικά πολιτικά δικαιώματα, αποτελεί μέρος του δικτατορικού Συντάγματος του 1980.

Η συνέχεια του κράτους υπήρξε τόσο ομαλή μεταξύ της δικτατορίας και της σημερινής ολιγαρχίας, ώστε το Σύνταγμα παρέμεινε το ίδιο.

Αυτό που δείχνει επιπλέον αυτή η συνέχεια του κράτους, είναι ότι η αδυναμία του κράτους που εκφράζεται με τη βία είναι δομική και διαρκής.

Το Χιλιανό κράτος εξαρχής δομήθηκε προκειμένου να προστατεύει μία μικρή ελίτ, η οποία κατείχε την αποκλειστικότητα της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας με νοοτροπία πολιορκημένου κατακτητή, απέναντι στους πολύχρωμους και πολυπολιτισμικούς πληθυσμούς αυτής της χώρας που ξεκίνησε ως επαρχία μιας μεγαλύτερης αποικίας, του Περού. Οι ιθαγενείς πληθυσμοί δεν υποτάχθηκαν εύκολα, ουσιαστικά δεν υποτάχθηκαν ποτέ. Οι Μαπούτσε, η μεγαλύτερη γλωσσική ομάδα αυτοχθόνων, είχαν αντισταθεί στους Ίνκας και αντιστάθηκαν και στους Ισπανούς κατακτητές των Ίνκας, με επιθέσεις απέναντι στην αποικιοκρατική διοίκηση το 1553, το 1598, το 1655 από την οποία έμειναν ανεξάρτητοι έως το 1883. Οι Μαπούτσε αντιμετώπισαν σκληρές διώξεις από τη δικτατορία Πινοσέτ, όπως και οι υπόλοιποι Χιλιανοί των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, απόγονοι της μίξης των πληθυσμών και των λαών στη μαρμίτα της αποικιοκρατίας.

Η στεγανοποίηση, η θεσμική θωράκιση και η βία του ομοιογενούς κράτους απέναντι στην ετερογενή κοινωνία υπήρξε δομικό στοιχείο της Χιλής, όπου οι κρατικοί μηχανισμοί επιβλήθηκαν άνωθεν και έξωθεν, δίχως να στηρίζονται στην κοινωνική νομιμοποίηση, αφού η θεσμισμένη τελικότητά τους, ο τελικός σκοπός τους, είναι ο αποκλεισμός του λαού από την εξουσία και η καθυπόταξη της πλειοψηφίας. Η στήριξη του κρατικού μηχανισμού σε εξωτερικούς παράγοντες, ουσιαστικά στην κηδεμονία των Η.Π.Α., οδήγησε στην ουσιαστική απίσχναση έστω των λιγοστών κοινωνικών ερεισμάτων της πολιτικής εξουσίας και σε μία βίαιη πολιτική περιφρόνησης και συνάμα φοβίας, απέναντι στην κοινωνία.

Τα όρια της κοινωνίας είναι το κράτος, το κοινωνικό σταματά εκεί που ορθώνεται, ως εμπόδιο, το κρατικό. Στις πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες, όπως είναι η Χιλή, η απόσταση μεταξύ του κοινωνικού συνόλου και του κρατικού μηχανισμού γίνεται εμφανέστατη και, συχνά, αγεφύρωτη. Η Χιλιανή κοινωνία, η κοινωνία που τραγούδησε ο Πάμπλο Νερούντα, είναι μια κοινωνία που εξεγείρεται, μια κοινωνία που έχει επανειλημμένως βιαστεί από τους μηχανισμούς καταστολής, μία κοινωνία που ανασαίνει και ζει έξω από τα όρια του θεσμικού κρατικού μηχανισμού.

 Η Χιλή μας δείχνει πως η αδυναμία, η βία και η συνέχεια του κράτους αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοσυμπληρώνονται.

Θεωρητικά, ένα απόλυτα ισχυρό κράτος δεν θα χρειαζόταν βία, θα αρκούσε η εσωτερίκευση των κυρίαρχων σημασιών από κάθε άτομο. Αυτό είναι ο Οργουελιανός εφιάλτης του ‘1984’, όπου φιλοδοξία του Κράτους είναι να ελέγξει τη Γλώσσα, ελέγχοντας έτσι πλήρως και άμεσα το πεδίο των σημασιών, δηλαδή όχι μόνο τη σφαίρα του νόμιμου και του επιτρεπτού, αλλά τη σφαίρα του εκφράσιμου, του δυνάμενου να εκφρασθεί και, κατ’ ακολουθία, τη σφαίρα του νοητού, το πεδίο της σκέψης και του συναισθήματος. Ένας τέτοιος απόλυτος εφιάλτης είναι μη πραγματοποιήσιμος, παραμένει όμως ως ο νοηματικός ορίζοντας, η καθαρή αποβλεπτικότητα του κρατικού μηχανισμού καθ’ εαυτού.

Συνεπώς, η αδυναμία του κράτους να ελέγξει το κοινωνικό δεν σημαίνει την αποτυχία του κράτους, αντιθέτως είναι η αφετηρία της εκδίπλωσης του κρατικού ελέγχου επί του κοινωνικού με την ανάπτυξη των ποινικών και κατασταλτικών οργάνων.

Έτσι το κράτος καθίσταται ο αποκλειστικός κύριος της νόμιμης βίας, επειδή η βία του είναι εγγενής, διότι το κράτος είναι μηχανισμός κοινωνικής διαίρεσης, ενώ ο νόμος είναι το θεσμικό εργαλείο της πραγμάτωσης κάθε καθολικευμένου πολιτικού σχεδιασμού. Στον απολυταρχικό βαθμό, ο κρατικός μηχανισμός ταυτίζεται με την κυβέρνηση και η πολιτική εξουσία ταυτίζεται με το κρατικό μονοπώλιο επί των πολιτικών αποφάσεων.

Η διαρκής συγκρουσιακή ένταση μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας εκδιπλώνει και τη συνέχεια του κράτους, που σημαίνει τη διατήρηση και την αναπαραγωγή των θεσμικών τεχνικών καθυπόταξης του κοινωνικού, ακόμη και αν κάποιες από αυτές ανήκουν σε άλλες πολιτικές περιόδους, που υποθετικά χαρακτηρίζονται από κάποια ιστορική ασυνέχεια. Συχνά η ασυνέχεια αυτή είναι φαινομενική, όπως στην περίπτωση της Χιλιανής μετάβασης από τη στρατιωτική δικτατορία στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, όπως δείχνουν τα γεγονότα. Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός, η ρεπούμπλικα της Χιλής, δεν έχει πρόβλημα να χρησιμοποιήσει τους νόμους και τα θεσμικά εργαλεία της δικτατορίας.

Η πολιτική που εφαρμόζει, ο νεοφιλελευθερισμός, είναι εξάλλου το ρητό δόγμα της περιφρόνησης, καθυπόταξης και απομύζησης του κοινωνικού, το δόγμα που δεν αναγνωρίζει πως «υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο άτομα», όπως είχε διατυπώσει η Μ. Θάτσερ. Να θυμηθούμε ότι ο θάνατος της Θάτσερ, όπως και του Πινοσέτ υπήρξε αφορμή δημόσιων εορτασμών από τους απλούς πολίτες των χωρών τους.

Όμως ίσως αυτά να μην είναι επαρκή για να αντιμετωπίσουν το ξύπνημα της κοινωνίας, το σύνθημα «Χιλή αφυπνίσου!» που σπάζει την επιβεβλημένη από τον Στρατό, σιγή σαν το τραγούδι ενός σοπράνο.

Πριν επιστρέψουμε με κομμένη ανάσα στους δρόμους της Χιλής, αλλά και του Εκουαδόρ, αλλά και του Λιβάνου, που τώρα δονούνται από τις διαδηλώσεις, ας θυμηθούμε μια λεπτομέρεια που αφορά τη δική μας νεοφιλελεύθερη δεξιά κυβέρνηση της δικής μας πρώην αποικιοκρατούμενης χώρας.

Είναι η κυβέρνηση που επικαλέστηκε εμφατικά και δημόσια το «Ασφαλιστικό Πινοσέτ» ως πρότυπο της φορολογικής της πολιτικής. Η κυβέρνηση που διόρισε επικεφαλής του συντονισμού της μετακίνησης προσφύγων έναν στρατηγό, υφυπουργό του υπουργείου Άμυνας. Είναι, ακόμη, η κυβέρνηση που έστειλε ένοπλους αστυνομικούς να εκδιώξουν από το σινεμά ανηλίκους γιατί έβλεπαν την ταινία «Joker». Με νόμο του 1937, κληροδότημα της δικτατορίας του Μεταξά.

Πόσο απέχουμε από τη Χιλή;


[i]Πηγή: https://www.efsyn.gr/kosmos/latiniki-ameriki-karaibiki/216086_i-hili-xypnaei-kai-den-peithetai-apo-tis-proedrikes

[ii] Πηγή: https://www.dw.com/el/%CF%87%CE%B9%CE%BB%CE%AE-%CE%B7-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D/a-50952122

Αφήστε ένα σχόλιο

18 − ten =