Ολοκληρωτισμός - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr Eλευθεριακός ψηφιακός τόπος & εκδόσεις Mon, 15 Jun 2026 10:01:17 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.4 https://www.aftoleksi.gr/wp-content/uploads/2019/10/cropped-logo-web-transparent-150x150.png Ολοκληρωτισμός - Aυτολεξεί https://www.aftoleksi.gr 32 32 231794430 Συνέντευξη Zygmunt Bauman: Η ρευστή νεωτερικότητα (Autonomedia, 2001) https://www.aftoleksi.gr/2026/06/15/synenteyxi-zygmunt-bauman-reysti-neoterikotita-autonomedia-2001/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=synenteyxi-zygmunt-bauman-reysti-neoterikotita-autonomedia-2001 https://www.aftoleksi.gr/2026/06/15/synenteyxi-zygmunt-bauman-reysti-neoterikotita-autonomedia-2001/#respond Mon, 15 Jun 2026 10:01:17 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=23048 Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα ως θεμελιώδη στοιχεία της εμπειρίας του σύγχρονου κόσμου. Άτομα καταδικασμένα να παραπαίουν ταχύτατα και ακατάπαυστα, ολοένα και περισσότερο συνδέονται με την ιδέα μιας «ρευστής νεωτερικότητας» και ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τη στέρεα «δημόσια» ασφάλεια του παρελθόντος. Το βλέμμα του κοινωνιολόγου Zygmunt Bauman στα σημερινά προβλήματα μέσα από μια συνέντευξή [...]

The post Συνέντευξη Zygmunt Bauman: Η ρευστή νεωτερικότητα (Autonomedia, 2001) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα ως θεμελιώδη στοιχεία της εμπειρίας του σύγχρονου κόσμου. Άτομα καταδικασμένα να παραπαίουν ταχύτατα και ακατάπαυστα, ολοένα και περισσότερο συνδέονται με την ιδέα μιας «ρευστής νεωτερικότητας» και ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τη στέρεα «δημόσια» ασφάλεια του παρελθόντος. Το βλέμμα του κοινωνιολόγου Zygmunt Bauman στα σημερινά προβλήματα μέσα από μια συνέντευξή του στους συντάκτες της ιταλικής εφημερίδας «Il manifesto» Luca Guzzetti και Federico Rahola, η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Μάρτη 2001. Στα ελληνικά δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 16ο τεύχος του περιοδικού Autonomedia, χειμώνας 2001-’02.

Ερώτηση: Προτείνοντας την εικόνα ενός «ρευστού» παρόντος –σε αντίθεση με τη «στερεότητα» των μοντέρνων θεσμών– κινείσαι στο ίδιο μήκος κύματος με άλλους συγγραφείς. Σκεφτόμαστε πιο συγκεκριμένα τον Ulrich Beck και τη γνωστικιστική/αναστοχαστική διάσταση που αποδίδει στο παρόν, τη διαπεραστική εξατομίκευση (στοιχείο που ο Μπεκ το βλέπει και θετικά, σαν μια βιογραφική εφευρετικότητα) και προπάντων τον «κίνδυνο», που δίπλα στη μεγαλύτερη ελευθερία, μοιάζει να γίνεται μια «οντολογική» συνθήκη. Σε τι διαφέρει αυτή η «ρευστή νεωτερικότητα» από «μετριοπαθείς» θεωρήσεις, ή λιγότερο κριτικές, όπως αυτή του Μπεκ;

Ζ. Μπάουμαν: Ένας καλός τρόπος για να ερμηνεύσουμε μια ιστορική περίοδο είναι να δούμε τους τύπους του φόβου που τη διαπερνούν. Όταν –το 1984– έγινε «υποχρεωτικό» το ξαναδιάβασμα του Orwell, η προσπάθεια να βρεθούν με κάθε κόστος οι εφαρμογές και οι αναλογίες του κόσμου που προαπεικόνισε σε σχέση με τον δικό μας απέτυχε παταγωδώς. Ο φόβος του 1984 δεν είναι πλέον ο βασικός μας φόβος. Στη δυστοπική θεώρηση που μοιράζονται δύο έργα που κατά τα άλλα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους (αυτό του Όργουελ και το Brave New World του Aldus Huxley) uπάρχει η εικόνα ενός ολοκληρωτικού ελέγχου, μιας απροσπέλαστης εξουσίας που χρησίμευε σαν μια εν δυνάμει μεταφορά του μέλλοντος.

Σήμερα, περισσότερο από καταπιεσμένοι, φοβόμαστε, αντιθέτως, μήπως μείνουμε εγκαταλειμμένοι, μόνοι, απροσάρμοστοι. Αυτό που ο Bourdieu συνοψίζει στη σύνθετη έννοια της precarité, μεταφέροντας ουσιαστικά ένα αίσθημα ακαταλληλότητας: το μεγάλο ατομικό καθήκον που μας αναθέτει το παρόν δεν έγκειται στην εξειδίκευση, στην ορθή εκτέλεση ενός καθήκοντος, αλλά στο να δείξουμε πως είμαστε ευέλικτοι προκειμένου να διεκπεραιώσουμε κάτι. Η λέξη unsichereit [ανασφάλεια, αβεβαιότητα, σ.τ.Μ.] αποδίδει αυτή την απόλυτη διάσταση της αβεβαιότητας και της προκύπτουσας ανησυχίας. Η αντανακλαστική και ανάστροφη εικόνα αυτού του φόβου, ανάστροφη ακόμη και σε σχέση με εκείνη του Όργουελ, δεν συνίσταται πλέον στην επιθυμία να είμαστε ομοιόμορφοι, αλλά στο να φαινόμαστε πολυεδρικοί, προσαρμόσιμοι. Αυτό δεν υπονοεί πως τα πάντα είναι ρευστά και αιφνίδια. Η ακαμψία παραμένει, αλλά πλέον δεν είναι αποδεκτή.

Ο Claus Offe έχει συνθέσει πολύ καλά αυτή την αντινομική κατάσταση μεταξύ μιας μακρυνής ακαμψίας και μιας άμεσης ευλιγισίας. Αυτό που μας λείπει είναι η δυνατότητα να δούμε πέρα από την παλίρροια των αντικειμένων και των chances που περιβάλλουν την ατομική μας σφαίρα και φτάνουν σε πιο απομακρυσμένα περιβάλλοντα, όπου καθορίζεται πραγματικά η κατάστασή μας. Αν, όπως είχε αποκαλύψει ο Weber, ένας από τους συστατικούς χαρακτήρες της «στέρεας νεωτερικότητας» συνίστατο στην αναβολή των ανταμοιβών, σήμερα, αντιθέτως, κάθε επιλογή συνδέεται μ’ ένα άμεσο αποτέλεσμα: τα πάντα επισπεύδονται μέσα σε μία στιγμή. Σύμπτωμα μιας ευρύτερης κατάστασης προσωρινότητας, έλλειψης εμπιστοσύνης στη σταθερότητα του χρόνου, εξασθένησης των δικτύων προστασίας.

Ο φόβος μήπως είμαστε ακατάλληλοι προέρχεται από ένα αντικειμενικό δεδομένο: έγκειται σε μας να μεριμνήσουμε για το «υλικό» που θα αποτελέσει τη βιογραφία μας, κανείς δεν θα μας το προμηθεύσει και κανείς δεν θα μας ελέγξει σ’ αυτό το εκλεπτυσμένο εγχείρημα. Η επιλογή πρέπει να γίνει αμέσως και πρέπει να είναι η σωστή. Ο φόβος να εκτεθούμε, να βρεθούμε έξω: ο καθένας εκλαμβάνει τον εαυτό του ως ένα εν δυνάμει θύμα του αποκλεισμού. Υπάρχει ένα τεράστιο ρήγμα μεταξύ της κατάστασης εγκατάλειψης στην οποία έχουμε πέσει και της αναγκαιότητας επιλογής, μεταξύ της υπευθυνότητας που πρέπει να διακρίνει τις επιλογές και τους πόρους που έχουμε στη διάθεσή μας: δεν καταφέρνουμε να προβλέπουμε συνέπειες που πληρώνονται σε πρώτο πρόσωπο. Και αυτό αφορά εν δυνάμει κάθε όψη της κοινωνικής ζωής: κάθε τύπος σχέσης γίνεται ασταθής, στην εργασία και, όπως έχει δείξει ο Giddens, στη συναισθηματική σφαίρα.

Ερώτηση: Και, ωστόσο, είναι ο Γκίντενς παρά -εν μέρει- ο Μπεκ, που φαίνεται να «υπολήπτεται» αυτή τη διάσταση.

Ζ. Μπάουμαν: Κανείς δεν αρνείται ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες επιλογής, περισσότερη ελευθερία. Αλλά αυτό απαιτεί ένα υψηλότατο, υπερβολικό τίμημα. Αν, όπως υποστήριζε ο Freud, το πρόβλημα του ΧΧ αιώνα έγκειτο στην ανεπάρκεια της ελευθερίας, στην υπερβολή της προστασίας/καταπίεσης, σήμερα αυτή η κατάσταση έχει αντιστραφεί σε μια απεριόριστη ελευθερία και μια αυξανόμενη unsicherheit, που αφορά κάθε εμπειρικό πλαίσιο, πραγματικό και προβολικό. Πρέπει να περιμένουμε ολοένα και μεγαλύτερη επιδείνωση και διέγερση αυτού του γενικότερου αιτήματος για ασφάλεια. Γιατί κάθε ευκαιρία προβολής του φόβου αφορά μια ανησυχία της οποίας οι αιτίες έρχονται απέξω.

Ερώτηση: Σε σχέση μ’ αυτή την προβολική διάσταση, επαναπροτείνεις την κλασική φιγούρα του «απόδιοπομπαίου τράγου». Ποια είναι σήμερα τα πολιτικά και γνωστικά «όρια» που επιτρέπουν τη θεώρηση κάποιου σαν αποδιοπομπαίου τράγου;

Ζ. Μπάουμαν: Το ζήτημα των ορίων είναι σήμερα, σ’ ένα σενάριο στο οποίο διατέμνονται παγκόσμιες ωθήσεις και επιστροφές στο τοπικό επίπεδο, περισσότερο από ποτέ κεντρικό και υπαγορεύει μια αυστηρή διαίρεση μεταξύ των διαφόρων δυνατοτήτων υπέρβασης ή υποταγής σ’ αυτά τα όρια: η σιδηρά διαφορά μεταξύ της καταδίκης να μείνουμε τοπικοί και του προνομίου να είμαστε παγκόσμιοι και μέσα στο γενικότερο σενάριο του displacement [μετατόπιση, εκτοπισμός, σ.τ.Μ.] στο οποίο εγγράφεται το μεταναστευτικό φαινόμενο, η άβυσσος που χωρίζει τον τουρίστα από τον πλάνητα. Η μετάβαση σε μια ρευστή νεωτερικότητα προσλαμβάνει, σε σχέση με τα όρια, μια ιδιαίτερη ορατότητα: μιλούσαμε για όρια τον ΙΧ αιώνα και μιλάμε και σήμερα, αλλά το αντικείμενο για το οποίο μιλάμε δεν είναι πλέον το ίδιο.

Αν η μοντέρνα, η «σταθερή» σημασία, των ορίων ήταν ο έλεγχος ενός εδάφους, σήμερα η λειτουργία τους είναι κατ’ ουσίαν αυτή της ρύθμισης των διαφορών. Αυτός ο τρόπος χρήσης των ορίων είναι επίσης κεντρικός ως προς τη συγκρότηση ενός πιθανού αποδιοπομπαίου τράγου. Περισσότερο από scapegoat [αποδιοπομπαίος τράγος, σ.τ.Μ.], προτιμώ σε κάθε περίπτωση να μιλώ για scapegoating [η διαδικασία μετατροπής κάποιου ή κάποιων σε αποδιοπομπαίο τράγο, σ.τ.Μ.]: τη σταθερή τάση προβολής της θυματοποίησής μας σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που μπορεί να προσλαμβάνει διαφορετικές μορφές. Η «καθίζηση» αυτής της διαδικασίας είναι συχνά τυχαία.

Η αδιαφάνεια κατά βάθος της ανασφάλειάς μας –που σε κάθε περίπτωση είναι πραγματική– δημιουργεί τις προϋποθέσεις του scapegoating: βρείτε ένα πρόσχημα για να αντιπαρατεθείτε σε κάτι, προκειμένου να ανασυγκροτήσετε και να δώσετε νόημα στις πράξεις σας. Μπορεί να πρόκειται για έναν καπνιστή που «μας μολύνει». Μπορεί ακόμη να αφορά περισσότερο τους μετανάστες που μετατρέπονται περίπου σε «εχθρούς». Κάθε «αντικείμενο» που «αξιόπιστα», στη βάση δηλαδή των λιγοστών θεωρητικών πηγών που διαθέτουμε για να διαβάσουμε το παρόν, μπορεί να τεθεί σαν η αλληλόδραση μεταξύ της άμεσης ανασφάλειάς μας και ενός κόσμου που αντιλαμβανόμαστε σαν γεμάτο από μακρυνούς και ανεξέλεγκτους κινδύνους. Υφίσταται σήμερα μια τάση προς το scapegoating που προσλαμβάνει, αυτό είναι το τραγικό στοιχείο, έναν «γενοκτονικό» χαρακτήρα. Αλλά οι ψυχολογικές πηγές είναι οι ίδιες, είτε πρόκειται για μια εμμονή σε σχέση με τη δίαιτα, τη διατροφή, είτε όταν το άτομο στρέφεται εναντίον των μεταναστών: μια υπερευαισθησία, μια εμμονή, μια παρανοϊκή στάση, αντανάκλαση της ανασφάλειας που βρίσκεται στο βάθος.

Ερώτηση: Η ανασφάλεια προέρχεται, στην ανάγνωσή σου, από την κρίση στον τρόπο ερμηνείας του δημόσιου και του ιδιωτικού. Βλέπεις γύρω από τον εαυτό κάποιες δυνατότητες για την εκ νέου δημιουργία ενός δημόσιου χώρου;

Ζ. Μπάουμαν: Η αποδυνάμωση του δημόσιου χώρου είναι ένας από τους παράγοντες όπου φαίνεται ξεκάθαρα η διάρρηξη με τη σταθερότητα της νεωτερικότητας. Η ανασφάλεια του σήμερα είναι διαφορετική από εκείνη των πατεράδων μας. Τα βάσανά μας δεν συσσωρεύονται και αντιθέτως εξατομικεύονται σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχουν πλέον τόποι στους οποίους είναι δυνατόν να υπάρξει κυκλοφορία, να μεταφερθεί η ιδιωτική διάσταση στη δημόσια – εκείνη η διάσταση που κλασικά ανήκε στην αγορά, ως χώρος μεσολάβησης μεταξύ του οίκου και της εκκλησίας, και που στη σταθερή νεωτερικότητα μπορούσε να εντοπιστεί στις πρώτες μορφές της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Σήμερα αυτή η τέχνη της μεταφοράς έχει χαθεί. Και απεναντίας, η εξατομίκευση έχει αποκτήσει έναν χαρακτήρα αυτοδιαιώνισης. Αν τον αιώνα που τελείωσε διαπερνούσαν πάντοτε ωθήσεις απεδαφικοποίησης, αυτό που ο Γκίντενς ορίζει σαν disembedding [ξεσφήνωμα, σ.τ.Μ.], σ’ αυτή τη κίνηση αντιστοιχούσε πάντοτε ένα επόμενο και αντίθετο re-embedding [εκ νέου σφήνωμα, σ.τ.Μ.], με αποτέλεσμα μια μεταφορά σχεδόν διάφανη, άμεση, που επέτρεπε την αναπαραγωγή μιας τάξης: η σαρτρική ιδέα ενός projét de la vie, των συνισταμένων που επέτρεπαν σ’ έναν αστό να είναι αστός, γνωρίζοντάς το. Σήμερα αυτή η διάσταση έχει διαρραγεί και δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα re-embedding, ούτε υπάρχουν πια beds – εκτός από τα διαθέσιμα κρεβάτια ενός μοτέλ στον αυτοκινητόδρομο.

Το πρόβλημα της ταυτότητας σήμερα δεν είναι πλέον εκείνο της οικοδόμησης, πέτρα-πέτρα, σταθερών, στέρεων βιογραφιών, αλλά αντιθέτως της συγκρότησης μη άκαμπτων, μη ριζωμένων μορφών. Κρατάτε τις πόρτες ανοιχτές, χωρίς ποτέ να μπορείτε να τις κλείσετε και σκεφτείτε ότι φτάνετε, σ’ ένα ατέλειωτο παιχνίδι που σ’ ένα long life project συνιστά μια long life anxiety. Συνθήκη που πιθανώς ο Richard Sennet έχει ορίσει καλύτερα από άλλους σαν την κοινότοπη αντίθεση μεταξύ του Henry Ford και του Bill Gates. Το φορντιστικό εργοστάσιο κάποτε αποσυνέθετε και κατακερμάτιζε την εργασιακή εμπειρία, αλλά επανασύνεθετε τις ζωές σ’ ένα ενοποιητικό πλαίσιο. Σήμερα ολόκληρα πολύπλοκα τμήματα της εργασίας επαφίονται στην ατομική, ιδιωτική ευθύνη και οι κοινωνικές σχέσεις προσανατολίζονται στο στυλ της αγοράς. Γενικότερα, λείπει η διάσταση της ρουτίνας, καταπιεστική αλλά και αποτρόπαια, μια εποχιακή κυκλοφορία που αντιπροσώπευε τη σταθερή βάση της μοντέρνας εμπειρίας.

Μια από τις αξίες ενός σημαντικού κειμένου όπως το βιβλίο των Boltanski-Chiapello Le nouvel esprit du capitalisme, συνίσταται στην επισήμανση της αδυναμίας αφαίρεσης αυτών των αλλαγμένων συνθηκών, δίνοντας απαντήσεις που ακόμη αναφέρονται σε συνθήκες που έχουν ενκλείψει. Δεν πρόκειται να τις κάνουμε να υπάρξουν και πάλι, ούτε υπάρχει τρόπος για να γυρίσει πίσω η ιστορία. Αλλά υπάρχουν νέες δυνατές απαντήσεις.

Όταν υποστηρίζω τον επείγοντα χαρακτήρα των νέων δημόσιων χώρων μεταφοράς, εννοώ την αναγκαιότητα να καλυφτεί η άβυσσος μεταξύ μιας συνθήκης απόλυτης ατομικής ευθραυστότητας και μιας εξουσίας ολοένα και πιο απρόσιτης.

Το να απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση τη γεμάτη συναρμογές, σημαίνει κατ’ ουσίαν να δημιουργήσεις δύο τύπους δημόσιων χώρων. Έναν πρώτο μεταξύ της ατομικότητας de jure και της ατομικότητας de facto: με την ανίχνευση κατευθύνσεων που δεν διαχωρίζονται από τις ατομικές εμπειρίες, αλλά μπορούν να πάνε πέρα από την ατομική μοίρα και να μετασχηματιστούν από τη μια μέρα στην άλλη χωρίς προειδοποίηση. Η κάλυψη αυτής της διάστασης σημαίνει τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης δυνατότητας να δρας άμεσα, στις δεδομένες συνθήκες. Και αυτό μας πάει σ’ ένα δεύτερο και πιο βαθύ κενό, που αφορά τον χωρισμό μεταξύ εξουσίας και πολιτικής.

Οι διαδικασίες που ορίζονται σαν παγκόσμιες, περιγράφουν προπάντων εκείνη τη φυγή της εξουσίας από την πολιτική. Οι πολιτικοί θεσμοί που επινοήθηκαν και συγκροτήθηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες, σήμερα είναι απλώς ανίκανοι να υποδείξουν/εξασφαλίσουν τους τόπους στους οποίους βρίσκεται η εξουσία. Αν η εξουσία κινείται σε παγκόσμιο επίπεδο, η πολιτική παραμένει ανεπανόρθωτα τοπική. Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν σημάδια που αφήνουν να φανεί ένα «κίνημα των κινημάτων»: κινήματα που συναντώνται και αμφισβητούν την εξουσία στο ίδιο της το έδαφος, που πέρα από το να σκέφτονται, δρουν και παγκοσμίως. Σήμερα κανείς κρατικός θεσμός δεν μπορεί να στηρίξει μια παρόμοια πρόκληση, γιατί εμπλέκεται πολύ σε άμεσα, τοπικά, εκλογικά συμφέροντα. Γι’ αυτό η πρόσφατη συνάντηση στο Πόρτο Αλέγκρε έχει ιδιαίτερη σημασία, συμβολίζοντας κάτι στ’ αλήθεια ενθαρρυντικό.

Ερώτηση: Μιλάς για μια «αγορά των νομιμοποιήσεων» που αντισταθμίζει την αποδυνάμωση μιας αρχής. Ποιος είναι ο χώρος της εξουσίας σ’ αυτό το χωρίς κέντρο και ρευστό σενάριο;

Ζ. Μπάουμαν: Θα ήθελα να εντάξω αυτή την απουσία νομιμοποίησης στο πλαίσιο της έκρηξης των ειδικών και των συμβούλων. Η κοινωνία των ατόμων έχει πλημμυρίσει προφανώς από μια μεγάλη ανάγκη αντισταθμίσεων. Η πολλαπλότητα των νομιμοποιήσεων αναφέρεται στο γεγονός ότι αντί για μία μόνο αρχή – απόλυτη, όπως στο παρελθόν μπορούσε να είναι η εκκλησία –, έχουμε περάσει σε μια κατάσταση διεκδίκησης του μονοπωλίου εκ μέρους περισσότερων αρχών που ανταγωνίζονται για τη δυνατότητα παραγωγής εξουσιαστικών απόψεων. Ένας ανταγωνισμός που, στη ρευστή νεωτερικότητα, γίνεται πλήρης. Η νομιμοποίηση που ο Βέμπερ απέδιδε στις εξουσίες του κράτους, σήμερα θρυμματίζεται σε χιλιάδες υποκείμενα που διεκδικούν εξουσία και υποσχέσεις ατομικής ευτυχίας. Σήμερα η εξουσία δεν βασίζεται πλέον σε μια μορφή νομιμοποίησης – αλλά στον ανταγωνισμό της αγοράς. Νομιμοποιείται μόνο η μοναξιά. •

The post Συνέντευξη Zygmunt Bauman: Η ρευστή νεωτερικότητα (Autonomedia, 2001) first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/06/15/synenteyxi-zygmunt-bauman-reysti-neoterikotita-autonomedia-2001/feed/ 0 23048
Η Αυτόνομη Αποικία «Κουζμπάς» της IWW στη Σοβιετική Ένωση (1922-1926): ένα πείραμα αυτονομίας & αλληλεγγύης που κατεστάλει https://www.aftoleksi.gr/2026/04/14/aytonomi-apoikia-kuzbass-tis-iww-sti-sovietiki-enosi-1922-1926-peirama-viomichanikis-aytonomias-amp-allileggyis-poy-katestalei/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=aytonomi-apoikia-kuzbass-tis-iww-sti-sovietiki-enosi-1922-1926-peirama-viomichanikis-aytonomias-amp-allileggyis-poy-katestalei https://www.aftoleksi.gr/2026/04/14/aytonomi-apoikia-kuzbass-tis-iww-sti-sovietiki-enosi-1922-1926-peirama-viomichanikis-aytonomias-amp-allileggyis-poy-katestalei/#respond Tue, 14 Apr 2026 10:15:06 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=21682 Κείμενo: Anatoly Shtyrbul, διδάκτορας Ιστορικών Επιστημών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Omsk | Πρώτη δημοσίευση στον ιστότοπο της Siberian Confederation of Labor (SKT), μετάφραση: Mark Harris. Τη δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ, έλαβε χώρα μια εντατική διαμόρφωση ενός συστήματος διοίκησης – η πραγματική ενσάρκωση του κρατικού σοσιαλισμού υπό συνθήκες εχθρικής περικύκλωσης. Ωστόσο, υπό αυτές τις συνθήκες συνέχισαν [...]

The post Η Αυτόνομη Αποικία «Κουζμπάς» της IWW στη Σοβιετική Ένωση (1922-1926): ένα πείραμα αυτονομίας & αλληλεγγύης που κατεστάλει first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενo: Anatoly Shtyrbul, διδάκτορας Ιστορικών Επιστημών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Omsk | Πρώτη δημοσίευση στον ιστότοπο της Siberian Confederation of Labor (SKT), μετάφραση: Mark Harris.

Τη δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ, έλαβε χώρα μια εντατική διαμόρφωση ενός συστήματος διοίκησης – η πραγματική ενσάρκωση του κρατικού σοσιαλισμού υπό συνθήκες εχθρικής περικύκλωσης. Ωστόσο, υπό αυτές τις συνθήκες συνέχισαν αρχικά να υπάρχουν κάποιες παραλλαγές της σοσιαλιστικής προόδου. Μεταξύ αυτών ήταν οι ιδέες και τα κέντρα της μη κυβερνητικής αυτοοργάνωσης και της βιομηχανικής αυτοδιαχείρισης, όπως η λεγόμενη αναρχοσυνδικαλιστική απόκλιση στο μπολσεβίκικο κόμμα, οι εθελοντικοί εργατικοί συνεταιρισμοί και οι κομμούνες του Τολστόι. Μία από τις πιο έντονες εκφράσεις μη κυβερνητικής αυτοοργάνωσης της εργατικής βιομηχανικής αυτοδιαχείρισης και της διεθνούς προλεταριακής αλληλεγγύης βρέθηκε στην Αυτόνομη Βιομηχανική Αποικία της Σιβηρίας «Κουζμπάς» (AIC Kuzbass), η οποία είχε εθνική σημασία και διεθνή απήχηση.

Ο εμπνευστής της δημιουργίας μιας Αυτόνομης Αποικίας ήταν ο εξέχων ακτιβιστής του διεθνούς εργατικού κινήματος, ο Ολλανδός μηχανικός Rutgers.

Ο Sebald Justus Rutgers (1879-1961), Ολλανδός διεθνιστής, ήταν μέλος του Αριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ολλανδίας από το 1909. Ήταν υδροτεχνικός μηχανικός. Έζησε από το 1915 έως το 1918 στις ΗΠΑ, όπου ήρθε σε επαφή με μετανάστες μπολσεβίκους και συμμετείχε στη δραστηριότητα της διεθνούς «Ένωσης Σοσιαλιστικής Προπαγάνδας». Με εντολή της Ένωσης, πέρασε από την Ιαπωνία στο Βλαδιβοστόκ. Συναντήθηκε με τον Β.Ι. Λένιν και διορίστηκε γενικός επιθεωρητής των πλωτών οδών. Συμμετείχε στις εργασίες του πρώτου συνεδρίου της Κομιντέρν, ήταν γραμματέας της αγγλοαμερικανικής ομάδας του μπολσεβίκικου κόμματος και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1919 (η κομματική του θητεία είχε ξεκινήσει από το 1899). [1]

Ο Rutgers εκπόνησε ένα σχέδιο για την οργάνωση ενός μεγάλου βιομηχανικού συλλόγου που θα περιλάμβανε τα εργοστάσια Kuzbass και Nadezhdinski στα Ουράλια. Ο σκελετός του πλαισίου για το όλο σχέδιο επρόκειτο να είναι η Αμερικανική Ένωση «Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου» (IWW), η οποία είχε βασιστεί σε αναρχοσυνδικαλιστικές αρχές.

Οι «Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου» (IWW) εμφανίστηκαν στις ΗΠΑ το 1905 ως αντίβαρο στην Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας (AFL), η οποία εφάρμοζε πολιτική ταξικής συνεργασίας. Παραδοσιακοί σοσιαλιστές καθώς και αναρχοσυνδικαλιστές εντάχθηκαν στην IWW, με τους τελευταίους σύντομα να επικρατούν. Η IWW θεωρούσε την ήπια «άμεση δράση» ως βασική μέθοδο πάλης – σαμποτάζ, απεργίες και γενική απεργία. Η τελευταία αποτελούσε κάτι σαν ένα ιδιαίτερο άρθρο πίστης για το συνδικάτο. Η IWW θεωρούσε ότι μετά τη νίκη (με τη βοήθεια της γενικής απεργίας) η εργατική τάξη θα προχωρούσε αμέσως στην οργάνωση μιας νέας ελεύθερης βιομηχανικής κοινωνίας, στην οποία η διαχείριση όλης της οικονομικής ζωής θα γινόταν σε βιομηχανικά συνδικάτα. Η ένωση αυτή αρνήθηκε την παραδοσιακή πολιτική πάλη, συμπεριλαμβανομένης της εκλογικής πολιτικής. [2]

Ο Λένιν συμμετείχε στην απόφαση για τη δημιουργία της Αυτόνομης Αποικίας. Αφού συναντήθηκε με τον εμπνευστή, τον Rutgers, και με τους Bill Heywood και G. Calvert, έγραψε μια επιστολή στις 19 Σεπτεμβρίου 1921 στον V. Kuibyshev, στην οποία μίλησε για τις προθέσεις και τα σχέδιά τους και έστρεψε την προσοχή του στο γεγονός ότι σχεδιάζονταν κάτι «κατ’ εντολή ενός αυτόνομου κρατικού trust εργατικών ενώσεων». [3]

Σε ένα υπόμνημα προς τον Β. Μολότοφ στις 12 Οκτωβρίου, συνοδευόμενο από ένα σχέδιο διατάγματος του Πολιτικού Γραφείου επί του ζητήματος, ο Λένιν εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες:

«Το ερώτημα είναι δύσκολο:
Υπέρ: αν οι Αμερικανοί εκπληρώσουν αυτά που έχουν υποσχεθεί, η αξία θα είναι γιγαντιαία. Τότε δεν θα μετανιώσουμε για τα 600.000 ασημένια ρούβλια.
Κατά: Θα το ολοκληρώσουν; Ο Heywood είναι ημι-αναρχικός. Είναι περισσότερο συναισθηματικός παρά επαγγελματίας. Ο Rutgers έχει ξεπέσει στον αριστερισμό. Ο Calvert είναι ο κύριος συνομιλητής. Δεν έχουμε επιχειρηματικές εγγυήσεις. Αυτοί είναι διασκεδαστικοί άνθρωποι. Σε μια ατμόσφαιρα ανεργίας, σχηματίζουν μια ομάδα «εξερευνητών της περιπέτειας» που καταλήγει σε καβγά. Αλλά τότε χάνουμε μέρος των 600.000 ασημένιων ρουβλιών που τους έχουμε παράσχει». 
[4]

Στις 22 Ιουνίου 1921, το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας (STO) είχε δημοσιεύσει ένα διάταγμα σχετικά με την αμερικανική βιομηχανική μετανάστευση, το σημείο 1 του οποίου ανέφερε:

«Η ανάπτυξη μεμονωμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων ή ομάδων επιχειρήσεων μέσω της ανάθεσής τους σε ομάδες Αμερικανών εργατών και σε βιομηχανικά ανεπτυγμένους αγρότες σε συμβατική βάση, η οποία τους εγγυάται έναν ορισμένο βαθμό αυτονομίας, αναγνωρίζεται ως επιθυμητή». [5]

Τον Νοέμβριο του 1921, συνήφθη σύμβαση μεταξύ της STO και των Αμερικανών εργατών που οργανώθηκαν γύρω από την ομάδα (Heywood, Rutgers, Bayer, Barker), σχετικά με την αξιοποίηση μιας σειράς επιχειρήσεων στη Σιβηρία (στο Kuzbass και το Tomsk) και στα Ουράλια (Εργοστάσιο Nadezhdinski) [6].

Ο Bill Heywood, «Μπιγκ Μπιλ», (1869-1928), ήταν ανθρακωρύχος και συμμετείχε ενεργά στο εργατικό κίνημα στις ΗΠΑ και στο διεθνές εργατικό κίνημα. Από το 1901, ήταν μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και αργότερα ένας από τους ηγέτες της αριστερής του πτέρυγας. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και τους ηγέτες του IWW. Τασσόταν κατά του μιλιταρισμού και του πολέμου και χαιρέτισε την Οκτωβριανή Επανάσταση. Για να αποφύγει τις πολιτικές διώξεις, έφυγε από τις ΗΠΑ. Από το 1921 έζησε στη Ρωσία, συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία της Αυτόνομης Βιομηχανικής Αποικίας (AIC) “Kuzbass”. Εργάστηκε στο MOPR – Διεθνής Οργανισμός Βοήθειας των Επαναστατών Αγωνιστών και ήταν ενεργός δημοσιογράφος. [7]

Κατά τη διάρκεια της ίδρυσης της AIC Kuzbass από τον Ιανουάριο του 1922 έως τον Δεκέμβριο του 1923, 566 ξένοι πολίτες εντάχθηκαν στο εργατικό δυναμικό. Ο αμερικανικός πυρήνας του μπολσεβίκικου κόμματος είχε 73 μέλη. Περίπου 250 από τους αποίκους που ήρθαν στο Kuzbass ήταν μέλη της IWW ή ήταν μη κομματικοί. [8] Έτσι, αρκετά άτομα εκτός κόμματος βρέθηκαν υπό την επιρροή του αναρχοσυνδικαλισμού. Ακόμα και μεταξύ εκείνων των αποίκων που ήταν μέλη του κόμματος, πολλοί άλλαξαν υπό την επιρροή των αναρχοσυνδικαλιστικών αρχών. Η κομμουνιστική ηγεσία του Kuzbass αναγνώρισε ότι η αναρχοσυνδικαλιστική ιδεολογία της IWW είχε επηρεάσει ακόμη εντονότερα πολλούς που δήλωναν μπολσεβίκοι. [9]

Ο φημισμένος αναρχοσυνδικαλιστής Vladimir Shatov εξουσιοδοτήθηκε από το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας να διευθύνει την AIC “Kuzbass” την περίοδο 1921-1922.

Ο Βλαντιμίρ Σεργκέιεβιτς Σάτοφ [Vladimir Sergeivich Shatov] (1887, Κίεβο – 1943) συμμετείχε ενεργά στο επαναστατικό κίνημα από το 1903. Το 1907 μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου ήταν μέλος της IWW, υπεύθυνος για το ρωσικό τμήμα. Το 1917, επέστρεψε στη Ρωσία και συμμετείχε ενεργά στο επαναστατικό κίνημα και στον εμφύλιο πόλεμο. Παρέμεινε αναρχοσυνδικαλιστής και ανέλαβε υπεύθυνες θέσεις στον Κόκκινο Στρατό, στη βιομηχανία και στις μεταφορές. Κατεστάλει το 1937.

Ταυτόχρονα, στη Νέα Υόρκη σχηματίστηκε μια ειδική επιτροπή για τη μεταφορά εργατών στη Σοβιετική Ρωσία. Εκπρόσωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος (ο Raize) και των IWW (οι Cullen και Calvert) [10] ήταν μέλη της επιτροπής. Οι Αμερικανοί που έφτασαν στη Ρωσία έτυχαν θερμής υποδοχής από κοινωνικές οργανώσεις και τον σοβιετικό λαό που τους ακολούθησε σε όλο τον δρόμο από την Πετρούπολη μέχρι το Κεμέροβο. Η Αποικία έλαβε μεγάλη τοπική βοήθεια από την αρχή κιόλας του οργανωτικού έργου. Σύμφωνα με τα λόγια του Rutgers, κατάφεραν να σημειώσουν πρόοδο στο έργο «χάρη στη συμπάθεια των ντόπιων εργατών, αλλά κυρίως του κόμματος και των σοβιετικών οργανώσεων». [11]

Η πλειονότητα των αποίκων μελών της IWW ήρθε στην ΕΣΣΔ με μια ειλικρινή επιθυμία να πραγματοποιήσει τις ιδέες και τη ζωή της εκεί. Οι αναρχοσυνδικαλιστικές αρχές εισήχθησαν και στην Αυτόνομη αποικία. Για πρώτη φορά, οι αναρχοσυνδικαλιστές καθιέρωσαν ένα ισονομικό σύστημα μισθών στις επιχειρήσεις, «μιλώντας ενάντια στα κίνητρα υλικού συμφέροντος». Μερικοί από αυτούς μιλούσαν συνεχώς για την εξίσωση των μισθών όχι σε χρήμα, αλλά σε είδος.

Όταν, σύμφωνα με διάταγμα του STO και της Επιθεώρησης Εργατών και Αγροτών της Σιβηρίας (rabkrin), εισήχθη σταδιακά η εργασία με το κομμάτι, τα μέλη της IWW αντιτάχθηκαν σθεναρά. Έβλεπαν σε αυτή την πράξη την αποκήρυξη των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μια άλλη αιτία δυσαρέσκειας μεταξύ των αναρχοσυνδικαλιστών ήταν η προσέγγιση της «εργατικής δημοκρατίας» στην Αποικία. Στην αρχή οι άποικοι προσπάθησαν να τη θεσπίσουν. Στην ουσία, οι υποστηρικτές της «βιομηχανικής δημοκρατίας» απαίτησαν η λήψη αποφάσεων για όλα τα ζητήματα να ανατεθεί στη Συνέλευση των εργατών και αποκήρυξαν την αρχή της μονοπρόσωπης διαχείρισης. [12] Με αυτούς τους τρόπους οι αναρχοσυνδικαλιστές προσπάθησαν να μετατρέψουν την Αυτόνομη αποικία σε μια αυτοδιαχειριζόμενη αναρχοσυνδικαλιστική ένωση. Μέλος της διοίκησης της AIC, επικεφαλής των μεταναστών του Κεμέροβο, ο Bauer, δήλωσε:

«Έτσι θα δείξουμε στους κομμουνιστές σας πώς είναι δυνατόν να αποφευχθεί η “δικτατορία”, αφού στις σχέσεις μας στη μελλοντική αποικία υιοθετούμε την αρχή του “βιομηχανισμού”, υποτασσόμενοι, φυσικά, στους κομμουνιστές και χωρίς να προσπαθούμε να παραβιάσουμε τους νόμους του προλεταριακού σας κράτους». [13]

Σε μια επιστολή προς τον Β.Ι. Λένιν σχετικά με τα πρώτα αποτελέσματα του έργου της AIC «Κουζμπάς» τον Οκτώβριο του 1922, ο Rutgers έστρεψε την προσοχή του στην άποψη ότι «απαιτείται μεγάλη προσοχή στην καθιέρωση της κατάρτισης και στην ενημέρωση των εργατών που έφτασαν από την Αμερική. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον αγώνα με την πεποίθηση ότι η κατεύθυνση της εργασίας στη Ρωσία μπορεί και θα πραγματοποιηθεί από ομάδες εργατών μέσω μαζικών συνελεύσεων και επιτροπών». [14]

Ως αποτέλεσμα του ενθουσιασμού για εργασία μεταξύ των αποίκων, οι οποίοι υποστηρίχθηκαν από την κεντρική και τοπική αυτοδιοίκηση, υπήρξε αξιοσημείωτη αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας. Η Επιτροπή του STO, η οποία παρακολουθούσε τις δραστηριότητες της αποικίας, επιβεβαίωσε ότι οι επιχειρήσεις της αποικίας AIC πέτυχαν υψηλότερη παραγωγική απόδοση στην εργασία από ό,τι τα ορυχεία του Kuzbass Trust.

Στο ορυχείο του Κεμέροβο, η έκταση των βασικών εργασιών επεκτάθηκε. Η αύξηση της παραγωγής άνθρακα συνεχίστηκε. Από 9.000 τόνους τον Φεβρουάριο, η παραγωγή αυξήθηκε σε 12.000 τόνους τον Αύγουστο του 1923. Στις 23 Οκτωβρίου, η Gosplan (Κρατική Υπηρεσία Σχεδιασμού) αφιέρωσε πρόσθετους πόρους για την ανάπτυξη του ορυχείου και του εργοστασίου οπτάνθρακα του Κεμέροβο. Η διοίκηση της Αυτόνομης Αποικίας ανακατασκεύασε τον κλίβανο του εργοστασίου και εγκατέστησε μια νέα αντλία, εξοπλισμό και δεξαμενή για βενζόλη. Τον Ιανουάριο του 1924 προετοιμάστηκε νέα ηλεκτροδότηση για την έναρξη λειτουργίας, κατασκευάστηκε ένα εργαστήριο καθώς και μηχανουργεία. Στις 2 Μαρτίου τέθηκε σε λειτουργία το εργοστάσιο άνθρακα. Η συλλογικότητα του εργοστασίου αποτελούνταν κυρίως από σοβιετικούς εργάτες. Τον Νοέμβριο του 1924, η STO ενέκρινε μια απόφαση για την παροχή στην AIC “Kuzbass” των ορυχείων Kolchuginski, Prokolevski και Kiselevski. Προς το τέλος του 1924, τα ορυχεία της λεκάνης Kuznetski αναγνωρίστηκαν πολύ πέρα ​​από τα σύνορα της Σιβηρίας. Έγιναν διαπραγματεύσεις συμβολαίων για την προμήθεια από την Αποικία των εργοστασίων των Ουραλίων, του στόλου της Βαλτικής και του λιμανιού του Αρχάγγελου. Τον Μάρτιο του 1924, ολοκληρώθηκε μια σύμβαση με τα Ουράλια σχετικά με την προμήθεια του εργοστασίου οπτάνθρακα του Κεμέροβο. [15]

Οι αναρχοσυνδικαλιστές άποικοι αντέδρασαν αρνητικά στα μέτρα της σοβιετικής κυβέρνησης που παραχωρούσε ρωσικές επιχειρήσεις σε ξένο κεφάλαιο. Έτσι, ένας από τους Αμερικανούς, ο Schwartz, δήλωσε σε μια συνάντηση ενός μπολσεβίκικου πυρήνα ότι «οι παραχωρήσεις σε ιδιώτες επιχειρηματίες είναι κάτι επιβλαβές, καθώς αυτό σημαίνει νέες αλυσίδες δουλείας για τους εργάτες, οι οποίοι δεν θα ενδιαφέρονται πλέον για το κράτος και την πολιτική, δεν θα υποστηρίζουν τη σοβιετική εξουσία, αλλά θα προσχωρούν στις εργατικές ενώσεις – το μόνο μέρος για αυτούς». [16]

Ένα μέρος των αποίκων υπερασπίστηκε την οργάνωση των δικών τους ξεχωριστών συνδικάτων. Η μπολσεβίκικη κομματική οργάνωση του Κουζμπάς, από την άλλη πλευρά, ακολούθησε τη γραμμή της προσέγγισης των Αμερικανών και Ρώσων εργατών και της εισόδου των ξένων στα ρωσικά συνδικάτα. Ωστόσο, τόσο η διαφορά στις εθνικότητες όσο και η διαφορά στις ιδέες εμπόδισαν αυτή την προσέγγιση μεταξύ των κομμουνιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών. Εκείνη την εποχή επιτεύχθηκε μια συμβιβαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία τα μέλη της IWW, που δεν συμφωνούσαν να ενταχθούν «στα ρωσικά συνδικάτα, είχαν το δικαίωμα για κάποιο χρονικό διάστημα να συμμετέχουν στο έργο των συνδικάτων χωρίς επίσημη συμμετοχή σε αυτά, ώστε να μπορούν να έχουν κάποια προηγούμενη γνώση του έργου τους». [17]

Η εφαρμογή των αναρχοσυνδικαλιστικών αρχών στη ζωή, το αυτόνομο καθεστώς της Αποικίας, ο εναλλακτικός χαρακτήρας της αναρχοσυνδικαλιστικής ιδέας του σοσιαλισμού – όλα αυτά δημιούργησαν μια κάποια ανησυχία στον κρατικοκομματικό μηχανισμό. Έτσι, ένα από τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής της Profintern (του Διεθνούς Συνδικάτου) εξέφρασε την ανησυχία ότι «η οργάνωση της Αποικίας σε ελεύθερη βάση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου αυτές οι ιδέες της αμερικανικής ομάδας, που προστάτευαν και υποστήριζαν τον σύντροφο Τρότσκι, θα μας αναγκάσουν να στείλουμε μια στρατιωτική μονάδα για να καταστείλουμε μια εξέγερση της IWW, εάν το Κεμέροβο καταληφθεί από τα λουμπενοπρολεταριακά μέλη της IWW. [18] Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασε και ένας από τους κομμουνιστές ηγέτες του Κουζμπάς, ο οποίος πίστευε ότι το Κεμέροβο θα μπορούσε να μετατραπεί σε αναρχοσυνδικαλιστικό οχυρό του Κουζμπάς. [19]

Τα γεγονότα μάς λένε ότι μεταξύ των κομμουνιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών στην περιοχή του AIC «Κουζμπάς», διεξήχθη μια φυσιολογική πάλη ιδεών, κατά τη διάρκεια μιας ταυτόχρονης πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας.

Οι δυνάμεις σε αυτόν τον αγώνα, ωστόσο, ήταν άνισες: πίσω από τους ντόπιους κομμουνιστές (τόσο Ρώσους όσο και Αμερικανούς) το Κράτος και η σύνθετη δομή διοίκησης βρέθηκαν έτοιμα να βοηθήσουν.

Οι ιδέες του κρατικού σοσιαλισμού και η πρακτική εφαρμογή του τελικά θριάμβευσαν. Μέρος των αποίκων επέστρεψε στην πατρίδα του για αυτόν τον λόγο. Η πρακτική της εκβιομηχάνισης και της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» του Στάλιν δεν μπορούσε παρά να τους εκδιώξει από την ΕΣΣΔ.

Από την άλλη πλευρά, οι αρχές και το ειδικό καθεστώς της AIC «Κουζμπάς» έβαζαν τέλος στη ρύθμιση της διοίκησης Κόμματος-Κράτους. Υπό τις νέες συνθήκες γενικής εκβιομηχάνισης στη χώρα, το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας της ΕΣΣΔ στις 22 Δεκεμβρίου 1926 κήρυξε άκυρο το συμβόλαιο με την AIC «Κουζμπάς».

Επιβιώνοντας με επιτυχία για περισσότερα από 4 χρόνια, η Αυτόνομη αποικία διαλύθηκε από-τα-πάνω.

Μέρος των αποίκων πήγε στις ΗΠΑ, ένα άλλο μέρος παρέμεινε για να εργαστεί στις επιχειρήσεις του Κουζμπάς.

————————————————————————

Σημειώσεις:
[1] The Civil War and Military intervention in the USSR — Encyclopedia, Moscow, 1987. Page 526
[2] History of the Second International. — _oscow,, 1966. — v.2.- pp.160–162; 299–300
[3] Lenin, Works (5th Russian Edition), v. 53, p. 203–204.
[4] Lenin, ibid, v. 44. pp. 141–142
[5] With Lenin in our heart: Collection of Documents and Materials), 1976. p.40
[6] Ibid, p.57
[7] History of the Kuzbass Part 1–2, ____rov_, 1967. — p.348; Lenin, Works, 5 ed. — v.44. — pp. 655–656
[8] Center for documentation of recent history of Tomski Oblast(CDRHTO).; History of the Kuzbass. — Part 1–2. — p. 347; Outline of the history of the party organization of the Kuzbass. — ____rov_, 1973. — p.186.
[9] CDRHTO. The complicated process of eliminating anarcho-syndicalist ideas from part of the colonists and the transition to communist positions is sketched in T. Dreiser’s story “Ernita”.
[10] History of the Kuzbass, p.347
[11] Ibid., p.350
[12] Yu. A. Ivanov. Questions of the history of development of black metallurgy of the Kuzbass in the memories of contemporaries. ____rov_, 1970. — p. 206; E.A. Krivosheeva From the history of the forming of the “Autonomous Industrial Colony of the Kuzbass in From the History of Western Siberia, Issue 1. ____r_v_, 1966. — p.225.
[13] ______
[14] With Lenin in Our hearts, p. 88.
[15] History of the Kuzbass — Part 1–2. — p. 353
[16] CDRHTO
[17] History of the Kuzbass — Part 1–2. — p. 353; E.A. Krivosheeva p.224–226
[18] CDRHTO
[19] Ibid.

Βιβλιογραφία

  1. E.M. Polyanskaya The Autonomous Industrial Colony of the Kuzbass, in works of the scientific conference on the history of the black metallurgy of the Kuzbass, ____r_v_, 1957.

  2. Z.A. Krivosheeva From the history of the formation of the “Autonomous Industrial Colony Kuzbass” 1921–1923; From the History of Western Siberia, Issue 1, ____r_v_, 1956.

  3. History of the Kuzbass, Part1-2. — ____r_v_, 1967

  4. Theodore Dreiser, Ernita.

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ:

Μάιος 1953: Η 1η εργατική απεργία-εξέγερση στην ανατολική Ευρώπη μετά τον θάνατο του Στάλιν

The post Η Αυτόνομη Αποικία «Κουζμπάς» της IWW στη Σοβιετική Ένωση (1922-1926): ένα πείραμα αυτονομίας & αλληλεγγύης που κατεστάλει first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/04/14/aytonomi-apoikia-kuzbass-tis-iww-sti-sovietiki-enosi-1922-1926-peirama-viomichanikis-aytonomias-amp-allileggyis-poy-katestalei/feed/ 0 21682
Για τη Χάνα Άρεντ ο ολοκληρωτισμός βασίζεται στη μοναξιά https://www.aftoleksi.gr/2026/03/23/ti-chana-arent-o-oloklirotismos-vasizetai-sti-monaxia/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ti-chana-arent-o-oloklirotismos-vasizetai-sti-monaxia https://www.aftoleksi.gr/2026/03/23/ti-chana-arent-o-oloklirotismos-vasizetai-sti-monaxia/#respond Mon, 23 Mar 2026 17:08:26 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=22522 Πού μπορεί να οδηγήσει η μοναξιά; Η Χάνα Άρεντ απολάμβανε την απομόνωσή της, αλλά πίστευε ότι η μοναξιά μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στον ολοκληρωτισμό. Η Samantha Rose Hill, που υπογράφει το παρόν κείμενο, είναι η συγγραφέας του βιβλίου Hannah Arendt (2021) και η επιμελήτρια και μεταφράστρια του βιβλίου What Remains: The Collected Poems [...]

The post Για τη Χάνα Άρεντ ο ολοκληρωτισμός βασίζεται στη μοναξιά first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Πού μπορεί να οδηγήσει η μοναξιά; Η Χάνα Άρεντ απολάμβανε την απομόνωσή της, αλλά πίστευε ότι η μοναξιά μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στον ολοκληρωτισμό. Η Samantha Rose Hill, που υπογράφει το παρόν κείμενο, είναι η συγγραφέας του βιβλίου Hannah Arendt (2021) και η επιμελήτρια και μεταφράστρια του βιβλίου What Remains: The Collected Poems of Hannah Arendt (2024). Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη.

Αυτό που προετοιμάζει τους ανθρώπους για μία ολοκληρωτική κυριαρχία στον μη ολοκληρωτικό κόσμο είναι το γεγονός ότι η μοναξιά, που κάποτε ήταν μια οριακή εμπειρία που συνήθως υφίστατο σε ορισμένες οριακές κοινωνικές συνθήκες όπως τα γηρατειά, έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία…

~ Από τις Απαρχές του ολοκληρωτισμού (1951) της Χάνα Άρεντ

«Παρακαλώ γράφετε τακτικά, αλλιώς θα πεθάνω εδώ έξω». Η Χάνα Άρεντ συνήθως δεν ξεκινούσε τις επιστολές προς τον σύζυγό της με αυτόν τον τρόπο, αλλά την άνοιξη του 1955 βρέθηκε μόνη σε μια «έρημο». Μετά την έκδοση του βιβλίου Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, προσκλήθηκε να εργαστεί ως επισκέπτρια λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Μπέρκλεϊ. Δεν της άρεσε η πνευματική ατμόσφαιρα εκεί. Οι συνάδελφοί της δεν είχαν αίσθηση του χιούμορ και το σύννεφο του μακαρθισμού κάλυπτε την κοινωνική ζωή. Της είπαν ότι θα υπήρχαν 30 φοιτητές στις προπτυχιακές της τάξεις: υπήρχαν 120 σε καθεμία. Μισούσε να βρίσκεται στο βήμα και να δίνει διαλέξεις κάθε μέρα: «Απλά δεν μπορώ να εκτίθεμαι στο κοινό πέντε φορές την εβδομάδα – με άλλα λόγια, να μην ξεφεύγω ποτέ από το δημόσιο βλέμμα. Νιώθω σαν να πρέπει να ψάχνω τον εαυτό μου». Η μόνη όαση που βρήκε ήταν σε έναν λιμενεργάτη από το Σαν Φρανσίσκο που έγινε φιλόσοφος, τον Έρικ Χόφερ – αλλά δεν ήταν σίγουρη ούτε γι’ αυτόν: είπε στον φίλο της Καρλ Γιάσπερς ότι ο Χόφερ ήταν «το καλύτερο πράγμα που έχει να προσφέρει αυτή η χώρα»· είπε στον σύζυγό της Χάινριχ Μπλύχερ ότι ο Χόφερ ήταν «πολύ γοητευτικός, αλλά όχι έξυπνος».

Η Άρεντ γνώριζε καλά τις περιόδους μοναξιάς. Από μικρή ηλικία, είχε μια έντονη αίσθηση ότι ήταν διαφορετική, μια ξένη, μια παρία, και συχνά προτιμούσε να είναι μόνη της. Ο πατέρας της πέθανε από σύφιλη όταν ήταν επτά ετών. Προσποιήθηκε κάθε είδους ασθένεια για να αποφύγει να πάει στο σχολείο ως παιδί, ώστε να μπορεί να μείνει στο σπίτι. Ο πρώτος της σύζυγος την άφησε στο Βερολίνο μετά την πυρπόληση του Ράιχσταγκ. Ήταν ανιθαγενής για σχεδόν 20 χρόνια. Αλλά, όπως γνώριζε η Άρεντ, η μοναξιά είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλοι νιώθουν μόνοι από καιρό σε καιρό.

Το να γράφουμε για τη μοναξιά συχνά εμπίπτει σε ένα από τα δύο στρατόπεδα: το υπερβολικά επιεικές ή αυτό της ορθολογικής ιατρικοποίησης που αντιμετωπίζει τη μοναξιά ως κάτι που πρέπει να θεραπευτεί. Και οι δύο προσεγγίσεις αφήνουν τον αναγνώστη λίγο παγωμένο. Η μία βυθίζεται στη μοναξιά, ενώ η άλλη προσπαθεί να την εξαλείψει εντελώς. Και αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι η μοναξιά είναι τόσο δύσκολο να επικοινωνηθεί. Μόλις αρχίζουμε να μιλάμε για τη μοναξιά, μετατρέπουμε μια από τις πιο βαθιά βιωμένες ανθρώπινες εμπειρίες σε αντικείμενο στοχασμού και υποκείμενο λογικής. Η γλώσσα αποτυγχάνει να συλλάβει τη μοναξιά επειδή η μοναξιά είναι ένας καθολικός όρος που εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη εμπειρία. Ο καθένας βιώνει τη μοναξιά, αλλά τη βιώνει διαφορετικά.

Ως λέξη, η «μοναξιά» είναι σχετικά νέα στην αγγλική γλώσσα. Μία από τις πρώτες χρήσεις της ήταν στην τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ Άμλετ, η οποία γράφτηκε γύρω στο 1600. Ο Πολώνιος παρακαλεί την Οφηλία: «Διάβασε αυτό το βιβλίο, αυτή η εμφάνιση μιας τέτοιας ασχολίας μπορεί να χρωματίσει τη μοναξιά σου» (τη συμβουλεύει να διαβάσει ένα βιβλίο προσευχών, ώστε κανείς να μην την υποψιαστεί ότι είναι μόνη της – εδώ η έννοια αφορά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται μαζί με άλλους και όχι το άισθημα ότι θα ήθελε να ήταν).

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα, η μοναξιά συχνά αναφερόταν στα κηρύγματα για να τρομάξει τους εκκλησιαζόμενους από την αμαρτία – οι άνθρωποι καλούνταν να φανταστούν τον εαυτό τους σε μοναχικά μέρη όπως η κόλαση ή ο τάφος. Αλλά μέχρι και τον 17ο αιώνα, η λέξη εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται σπανίως. Το 1674, ο Άγγλος φυσιοδίφης John Ray συμπεριέλαβε τη «μοναξιά» σε μια λίστα με λέξεις που χρησιμοποιούνταν σπάνια και την όρισε ως όρο που περιγράφει μέρη και ανθρώπους «μακριά από τους γείτονες». Έναν αιώνα αργότερα, η λέξη δεν είχε αλλάξει πολύ. Στο Λεξικό της Αγγλικής Γλώσσας του Samuel Johnson (1755), ο ίδιος περιέγραψε το επίθετο «μοναχικός» αποκλειστικά με βάση την κατάσταση του να είναι κανείς μόνος (η «μοναχική αλεπού») ή ένα έρημο μέρος («μοναχικοί βράχοι») – όπως ακριβώς ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε τον όρο στο παράδειγμα από τον Άμλετ παραπάνω.

Μέχρι τον 19ο αιώνα, η μοναξιά αναφερόταν σε μια πράξη –τη διάσχιση ενός κατωφλίου ή το ταξίδι σε ένα μέρος έξω από μια πόλη– και είχε λιγότερη σχέση με το συναίσθημα. Οι περιγραφές της μοναξιάς και της εγκατάλειψης χρησιμοποιούνταν για να προκαλέσουν τον τρόμο της ανυπαρξίας στους ανθρώπους, για να τους κάνουν να φανταστούν μια απόλυτη απομόνωση, αποκομμένους από τον κόσμο και την αγάπη του Θεού. Και κατά κάποιο τρόπο, αυτό έχει νόημα. Η πρώτη αρνητική λέξη που είπε ο Θεός για τη δημιουργία του στη Βίβλο εμφανίζεται στη Γένεση αφού δημιούργησε τον Αδάμ: «Και είπε ο Κύριος ο Θεός: “Δεν είναι καλό να είναι μόνος ο άνθρωπος· θα του φτιάξω μία σύντροφο που να του ταιριάζει”».

Ο ολοκληρωτισμός βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει την περιστασιακή μοναξιά σε μια μόνιμη κατάσταση ύπαρξης.

Τον 19ο αιώνα, εν μέσω της νεωτερικότητας, η μοναξιά έχασε τη σύνδεσή της με τη θρησκεία και άρχισε να συνδέεται με κοσμικά συναισθήματα αποξένωσης. Η χρήση του όρου άρχισε να αυξάνεται απότομα μετά το 1800 με την άφιξη της Βιομηχανικής Επανάστασης και συνέχισε την ανοδική του πορεία μέχρι τη δεκαετία του 1990, όπου και σταθεροποιήθηκε, για να αυξηθεί ξανά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Η μοναξιά απέκτησε χαρακτήρα και αιτία στο έργο του Χέρμαν Μέλβιλ “Bartleby, the Scrivener: A Story of Wall Street” (1853), στους ρεαλιστικούς πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ και στο ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ The Waste Land (1922). Ενσωματώθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, ρομαντικοποιήθηκε, ποιητικοποιήθηκε, θρηνήθηκε.

Αλλά στα μέσα του 20ού αιώνα, η Άρεντ προσέγγισε τη μοναξιά διαφορετικά. Για εκείνη, ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει και κάτι που βιωνόταν. Τη δεκαετία του 1950, καθώς προσπαθούσε να γράψει ένα βιβλίο για τον Καρλ Μαρξ στο απόγειο του μακαρθισμού, άρχισε να σκέφτεται τη μοναξιά σε σχέση με την ιδεολογία και τον τρόμο. Η Άρεντ πίστευε ότι η ίδια η εμπειρία της μοναξιάς είχε αλλάξει υπό τις συνθήκες ολοκληρωτισμού:

«Αυτό που προετοιμάζει τους ανθρώπους για μία ολοκληρωτική κυριαρχία στον μη ολοκληρωτικό κόσμο είναι το γεγονός ότι η μοναξιά, που κάποτε ήταν μια οριακή εμπειρία που συνήθως υφίστατο σε ορισμένες περιθωριακές κοινωνικές συνθήκες όπως τα γηρατειά, έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία των συνεχώς αυξανόμενων μαζών του αιώνα μας».

Ο ολοκληρωτισμός στην εξουσία βρήκε έναν τρόπο να μετατρέψει την περιστασιακή εμπειρία της μοναξιάς σε μια μόνιμη κατάσταση ύπαρξης. Μέσω της χρήσης της απομόνωσης και του τρόμου, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δημιούργησαν τις συνθήκες για τη μοναξιά και, στη συνέχεια, εκμεταλλεύτηκαν τη μοναξιά των ανθρώπων μέσω της ιδεολογικής προπαγάνδας.

***

Προτού η Άρεντ φύγει για να διδάξει στο Μπέρκλεϊ, είχε δημοσιεύσει μία μελέτη με θέμα «Ιδεολογία και Τρόμος» (1953), η οποία ασχολούνταν με την απομόνωση, τη μοναξιά και την αποξένωση, σε ένα Festschrift για τα 70ά γενέθλια του Γιάσπερς. Αυτό το δοκίμιο, μαζί με το βιβλίο της Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, αποτέλεσαν τη βάση για το υπερφορτωμένο μάθημά της στο Μπέρκλεϊ, «Ολοκληρωτισμός». Το μάθημα χωριζόταν σε τέσσερα μέρη: την παρακμή των πολιτικών θεσμών, την ανάπτυξη των μαζών, τον ιμπεριαλισμό και την ανάδυση των πολιτικών κομμάτων ως ομάδες ιδεολογικών συμφερόντων. Στην εναρκτήρια διάλεξή της, πλαισίωσε το μάθημα αναφερόμενη στο πώς η σχέση μεταξύ πολιτικής θεωρίας και πολιτικής έχει γίνει αμφίβολη στη σύγχρονη εποχή. Υποστήριξε ότι υπήρχε μια αυξανόμενη, γενική προθυμία να καταργηθεί η θεωρία και να προάγονται αντ’ αυτού οι απλές απόψεις και οι ιδεολογίες. «Πολλοί», είπε, «νομίζουν ότι μπορούν να απαλλαγούν εντελώς από τη θεωρία, κάτι που φυσικά σημαίνει μόνο ότι θέλουν η δική τους θεωρία, που αποτελεί τη βάση των δικών τους δηλώσεων, να γίνει αποδεκτή ως η αλήθεια του ευαγγελίου».

Η Άρεντ αναφερόταν στον τρόπο με τον οποίο η «ιδεολογία» είχε χρησιμοποιηθεί ως επιθυμία διαχωρισμού της σκέψης από την πράξη – η «ιδεολογία» προέρχεται από τη γαλλική idéologie και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά δεν έγινε δημοφιλής μέχρι τη δημοσίευση του έργου των Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς Η Γερμανική Ιδεολογία (γραμμένο το 1846) και αργότερα του Καρλ Μάνχαϊμ Ιδεολογία και Ουτοπία (1929), το οποίο και σχολίασε για την Die Gesellschaft το 1930.

Το 1958, μια αναθεωρημένη έκδοση του «Ιδεολογία και Τρόμος» προστέθηκε ως νέο συμπέρασμα στη δεύτερη έκδοση του Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού.

Οι Απαρχές είναι ένα έργο 600 σελίδων, χωρισμένο σε τρία μέρη σχετικά με τον αντισημιτισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον ολοκληρωτισμό. Καθώς η Άρεντ εργαζόταν πάνω σε αυτό, το κείμενο άλλαζε με την πάροδο του χρόνου, ώστε να ενσωματώσει νέες πληροφορίες για τον Χίτλερ και τον Στάλιν, όπως αναδύονταν από την Ευρώπη. Το αρχικό συμπέρασμα, που δημοσιεύτηκε το 1951, αντανακλούσε το γεγονός ότι, ακόμη κι αν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εξαφανίζονταν από τον κόσμο, τα στοιχεία του ολοκληρωτισμού θα παρέμεναν. «Οι ολοκληρωτικές λύσεις», έγραψε, «μπορεί κάλλιστα να επιβιώσουν από την πτώση των ολοκληρωτικών καθεστώτων με τη μορφή ισχυρών πειρασμών που θα εμφανίζονται κάθε φορά που φαίνεται αδύνατο να ανακουφιστεί η πολιτική, κοινωνική ή οικονομική δυστυχία με τρόπο αντάξιο του ανθρώπου». Όταν η Άρεντ πρόσθεσε το «Ιδεολογία και Τρόμος» στις Απαρχές το 1958, το περιεχόμενο του έργου άλλαξε. Τα στοιχεία του ολοκληρωτισμού ήταν πολυάριθμα, αλλά στη μοναξιά βρήκε την ουσία της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης και το κοινό έδαφος του τρόμου.

Γιατί η μοναξιά δεν είναι προφανής; Η απάντηση της Άρεντ ήταν: επειδή η μοναξιά αποκόπτει ριζικά τους ανθρώπους από την ανθρώπινη επαφή. Η ίδια ορίζει τη μοναξιά ως ένα είδος ερημιάς όπου ένα άτομο αισθάνεται εγκαταλελειμμένο από κάθε κοσμικότητα και ανθρώπινη συντροφικότητα, ακόμα και όταν περιβάλλεται από άλλους. Η λέξη που χρησιμοποίησε στη μητρική της γλώσσα για τη μοναξιά ήταν Verlassenheit – μια κατάσταση εγκαταλελειμμένου ή εγκατάλειψης. Η μοναξιά, υποστήριξε, βρίσκεται «μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών και απελπισμένων εμπειριών του ανθρώπου», επειδή στη μοναξιά δεν είμαστε σε θέση να συνειδητοποιήσουμε πλήρως την ικανότητά μας για δράση ως ανθρώπινα όντα. Όταν βιώνουμε μοναξιά, χάνουμε την ικανότητα να βιώσουμε οτιδήποτε άλλο· και, εντός της μοναξιάς, δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε νέα ξεκινήματα.

Ο ολοκληρωτισμός καταστρέφει την ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, ενώ στρέφει τον καθένα στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους.

Για να δείξει γιατί η μοναξιά είναι η ουσία του ολοκληρωτισμού και το κοινό έδαφος του τρόμου, η Άρεντ διέκρινε την απομόνωση από τη μοναξιά και τη μοναξιά από τη μοναχικότητα. Η απομόνωση, υποστήριξε, είναι μερικές φορές απαραίτητη για τη δημιουργική δραστηριότητα. Ακόμα και η απλή ανάγνωση ενός βιβλίου, λέει, απαιτεί κάποιο βαθμό απομόνωσης. Κάποιος πρέπει σκόπιμα να απομακρυνθεί από τον κόσμο ώστε να δημιουργήσει χώρο για την εμπειρία της μοναχικότητας, αλλά, όταν μείνει μόνος, είναι πάντα σε θέση να γυρίσει πίσω:

«Η απομόνωση και η μοναξιά δεν είναι το ίδιο. Μπορώ να είμαι απομονωμένος – δηλαδή σε μια κατάσταση στην οποία δεν μπορώ να δράσω, επειδή δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να δράσει μαζί μου – χωρίς να νιώθω μόνος· και μπορώ να είμαι μόνος –δηλαδή σε μια κατάσταση στην οποία ως άτομο νιώθω εγκαταλελειμμένος από κάθε ανθρώπινη συντροφιά– χωρίς να είμαι απομονωμένος».

Ο ολοκληρωτισμός χρησιμοποιεί την απομόνωση για να στερήσει από τους ανθρώπους την ανθρώπινη συντροφιά, καθιστώντας αδύνατη τη δράση στον κόσμο, καταστρέφοντας παράλληλα τον χώρο της μοναχικότητας. Ο σιδερένιος δεσμός του ολοκληρωτισμού, όπως τον αποκαλεί Άρεντ, καταστρέφει την ικανότητα του ανθρώπου να κινείται, να δρα και να σκέφτεται, ενώ στρέφει κάθε άτομο στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους και στον εαυτό του. Ο κόσμος γίνεται μια ερημιά, όπου ούτε η εμπειρία ούτε η σκέψη είναι δυνατές.

Τα ολοκληρωτικά κινήματα χρησιμοποιούν την ιδεολογία για να απομονώσουν άτομα. Απομόνωση σημαίνει «να κάνεις ένα άτομο να είναι ή να παραμένει μόνο του ή μακριά από τους άλλους». Η Άρεντ αφιερώνει το πρώτο μέρος του βιβλίου «Ιδεολογία και Τρόμος» αναλύοντας τις «συνταγές των ιδεολογιών» στα βασικά τους συστατικά για να δείξει πώς γίνεται αυτό:

  • Οι ιδεολογίες είναι αποκομμένες από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας και αποκλείουν τη δυνατότητα νέας εμπειρίας.
  • Οι ιδεολογίες ασχολούνται με τον έλεγχο και την πρόβλεψη της πορείας της ιστορίας.
  • Οι ιδεολογίες δεν εξηγούν τι είναι, εξηγούν τι γίνεται.
  • Οι ιδεολογίες βασίζονται σε λογικές διαδικασίες σκέψης που είναι αποκομμένες από την πραγματικότητα.
  • Η ιδεολογική σκέψη επιμένει σε μια «αληθινότερη πραγματικότητα», η οποία κρύβεται πίσω από τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων.

Ο τρόπος που σκεφτόμαστε τον κόσμο επηρεάζει τις σχέσεις που έχουμε με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Ενσταλάζοντας ένα μυστικό νόημα σε κάθε γεγονός και εμπειρία, τα ιδεολογικά κινήματα αναγκάζονται να αλλάξουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους μόλις έρθουν στην εξουσία. Και αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί πλέον να εμπιστεύεται την πραγματικότητα των δικών του βιωμάτων στον κόσμο. Αντίθετα, διδάσκεται να μην εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους και να βασίζεται πάντα στην ιδεολογία του κινήματος, η οποία πρέπει να είναι σωστή.

Αλλά για να κάνετε τα άτομα ευάλωτα στην ιδεολογία, πρέπει πρώτα να καταστρέψετε τη σχέση τους με τον εαυτό τους και τους άλλους κάνοντάς τα σκεπτικιστικά και κυνικά, έτσι ώστε να μην μπορούν πλέον να βασίζονται στη δική τους κρίση:

Όπως ακριβώς ο τρόμος, ακόμη και στην προ-ολοκληρωτική, απλώς τυραννική του μορφή, καταστρέφει όλες τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, έτσι και η αυτοκατανάλωση της ιδεολογικής σκέψης καταστρέφει κάθε σχέση με την πραγματικότητα. Η προετοιμασία έχει επιτύχει όταν οι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τους συνανθρώπους τους καθώς και με την πραγματικότητα γύρω τους· γιατί μαζί με αυτές τις επαφές, οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα τόσο της εμπειρίας όσο και της σκέψης. Το ιδανικό υποκείμενο της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης δεν είναι ο πεπεισμένος ναζί ή ο πεπεισμένος κομμουνιστής, αλλά άνθρωποι για τους οποίους η διάκριση μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας (δηλαδή, η πραγματικότητα της εμπειρίας) και η διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς (δηλαδή, τα πρότυπα της σκέψης) δεν υπάρχουν πλέον.

Η οργανωμένη μοναξιά, που προέρχεται από την ιδεολογία, οδηγεί σε τυραννική σκέψη και καταστρέφει την ικανότητα ενός ατόμου να διακρίνει μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας – να κάνει κρίσεις. Στη μοναξιά, κάποιος δεν είναι σε θέση να διεξάγει μια συζήτηση με τον εαυτό του, επειδή η ικανότητά του να σκέφτεται είναι σε κίνδυνο. Η ιδεολογική σκέψη μάς απομακρύνει από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας, λιμοκτονεί τη φαντασία, αρνείται την πολλαπλότητα και καταστρέφει τον χώρο μεταξύ των ανθρώπων που τους επιτρέπει να σχετίζονται μεταξύ τους με ουσιαστικούς τρόπους. Και μόλις η ιδεολογική σκέψη ριζώσει, η εμπειρία και η πραγματικότητα δεν επηρεάζουν πλέον τη σκέψη. Αντίθετα, η εμπειρία συμμορφώνεται με την ιδεολογία στη σκέψη. Γι’ αυτό, όταν η Άρεντ μιλά για τη μοναξιά, δεν μιλά μόνο για τη συναισθηματική εμπειρία της μοναξιάς: μιλά για έναν τρόπο σκέψης. Η μοναξιά προκύπτει όταν η σκέψη διαχωρίζεται από την πραγματικότητα, όταν ο κοινός κόσμος έχει αντικατασταθεί από την τυραννία των καταναγκαστικών λογικών απαιτήσεων.

Σκεφτόμαστε με βάση την εμπειρία, και όταν δεν έχουμε πλέον νέες εμπειρίες στον κόσμο για να σκεφτούμε, χάνουμε τα πρότυπα σκέψης που μας καθοδηγούν στη σκέψη για τον κόσμο.

Και όταν κάποιος υποτάσσεται στον αυτοκαταναγκασμό της ιδεολογικής σκέψης, παραδίδει την εσωτερική του ελευθερία να σκέφτεται. Αυτή η υποταγή στη δύναμη της λογικής εξαγωγής είναι που «προετοιμάζει κάθε άτομο στη μοναχική του απομόνωση ενάντια σε όλους τους άλλους» για την τυραννία. Η ελεύθερη κίνηση στη σκέψη αντικαθίσταται από το προωθητικό, μοναδικό ρεύμα της ιδεολογικής σκέψης.

***

Σε ένα από τα ημερολόγια σκέψης της, η Άρεντ ρωτά: «Υπάρχει τρόπος σκέψης που δεν είναι τυραννικός;» (Gibt es ein Denken das nicht Tyrannisches ist?) Ακολουθεί το ερώτημα με τη δήλωση ότι το θέμα είναι να αντισταθούμε στο να παρασυρθούμε από την παλίρροια. Τι επιτρέπει στους ανθρώπους να παρασυρθούν; Η Άρεντ υποστηρίζει ότι ο υποκείμενος φόβος που έλκει κάποιον στην ιδεολογία είναι ο φόβος της αυτοαντίφασης. Αυτός ο φόβος της αυτοαντίφασης είναι ο λόγος για τον οποίο η ίδια η σκέψη είναι επικίνδυνη – επειδή η σκέψη έχει τη δύναμη να ξεριζώσει όλες τις πεποιθήσεις και τις απόψεις μας για τον κόσμο. Η σκέψη μπορεί να διαταράξει την πίστη μας, τις πεποιθήσεις μας, την αίσθηση της αυτογνωσίας μας. Η σκέψη μπορεί να μας απογυμνώσει από όλα όσα θεωρούμε αγαπητά, βασιζόμαστε, θεωρούμε δεδομένα καθημερινά. Η σκέψη έχει τη δύναμη να μας κάνει να καταρρεύσουμε.

Αλλά η ζωή είναι ακατάστατη. Μέσα στο χάος και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, χρειαζόμαστε μια αίσθηση τόπου και νοήματος. Χρειαζόμαστε ρίζες. Και οι ιδεολογίες, όπως οι Σειρήνες στην Οδύσσεια του Ομήρου, μας ελκύουν. Αλλά όσοι υποκύπτουν στο τραγούδι των Σειρήνων της ιδεολογικής σκέψης, πρέπει να απομακρυνθούν από τον κόσμο της βιωμένης εμπειρίας. Με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους στη σκέψη, επειδή, αν το κάνουν, κινδυνεύουν να υπονομεύσουν τις ιδεολογικές πεποιθήσεις που τους έχουν δώσει μια αίσθηση σκοπού και τόπου. Με απλά λόγια: οι άνθρωποι που προσυπογράφουν την ιδεολογία έχουν σκέψεις, αλλά είναι ανίκανοι να σκεφτούν μόνοι τους. Και αυτή η αδυναμία να σκεφτεί κανείς, να κάνει παρέα στον εαυτό του, να βγάλει νόημα από τις εμπειρίες του στον κόσμο, τους κάνει να νιώθουν μοναξιά.

Το επιχείρημα της Άρεντ σχετικά με τη μοναξιά και τον ολοκληρωτισμό δεν είναι εύκολο να το χωνέψει κανείς, επειδή υπονοεί ένα είδος κανονικότητας σχετικά με τις ολοκληρωτικές τάσεις που απευθύνονται στη μοναξιά: αν δεν είσαι ικανοποιημένος με την πραγματικότητα, αν απαρνείσαι το καλό και απαιτείς πάντα κάτι καλύτερο, αν δεν είσαι διατεθειμένος να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με τον κόσμο όπως είναι, τότε θα είσαι ευάλωτος στην ιδεολογική σκέψη. Θα είσαι ευάλωτος στην οργανωμένη μοναξιά.

Όταν η Άρεντ έγραψε στον σύζυγό της: «Απλώς δεν μπορώ να εκτίθεμαι στο κοινό πέντε φορές την εβδομάδα – με άλλα λόγια, να μην φεύγω ποτέ από τα δημόσια φώτα. Νιώθω σαν να πρέπει να ψάχνω τον εαυτό μου», δεν παραπονιόταν μάταια για τα φώτα της δημοσιότητας. Η συνεχής έκθεση σε δημόσιο κοινό τής καθιστούσε αδύνατη την παρέα με τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να βρει τον ιδιωτικό, αυτοστοχαστικό χώρο που ήταν απαραίτητος για τη σκέψη. Δεν μπορούσε να κατοικήσει τη μοναξιά της.

Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της μοναξιάς. Η μοναχικότητα απαιτεί να είσαι μόνος, ενώ η μοναξιά γίνεται πιο έντονη όταν είσαι παρέα με άλλους. Όσο κι αν βασιζόμαστε στον δημόσιο κόσμο των εμφανίσεων για αναγνώριση, χρειαζόμαστε και το ιδιωτικό βασίλειο της μοναχικότητας για να είμαστε μόνοι με τον εαυτό μας και να σκεφτόμαστε. Και αυτό ακριβώς απογυμνώθηκε από την Άρεντ όταν έχασε τον χώρο να είναι μόνη με τον εαυτό της. «Αυτό που κάνει τη μοναξιά τόσο αφόρητη», είπε, «είναι η απώλεια του εαυτού μας, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί στη μοναχικότητα…»

Στη μοναχικότητα, κάποιος είναι σε θέση να κάνει παρέα στον εαυτό του, να συνομιλήσει με τον εαυτό του. Στη μοναχικότητα, κανείς δεν χάνει την επαφή με τον κόσμο, επειδή ο κόσμος της εμπειρίας είναι πάντα παρών στη σκέψη μας. Για να παραφράσουμε την Άρεντ, παραθέτοντας τον Κικέρωνα: «Ποτέ ένας άνθρωπος δεν είναι πιο δραστήριος από όταν δεν κάνει τίποτα, ποτέ δεν είναι λιγότερο μόνος από όταν είναι μόνος του». Αυτό καταστρέφει η ιδεολογική και η τυραννική σκέψη – την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε με τον εαυτό μας και για τον εαυτό μας. Αυτή είναι η ρίζα της οργανωμένης μοναξιάς.

————————————–

Φωτογραφία κειμένου: Αυτοπροσωπογραφία στο στρατόπεδο (1940), του Felix Nussbaum. Ο Nussbaum υπήρξε ένας εξέχων και αξιοθαύμαστος καλλιτέχνης προτού οι ναζί καταλάβουν την εξουσία το 1933. Στη συνέχεια, εργάστηκε στην εξορία και κρυβόταν πριν δολοφονηθεί στο Άουσβιτς το 1944. Neue Galerie, New York.

The post Για τη Χάνα Άρεντ ο ολοκληρωτισμός βασίζεται στη μοναξιά first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2026/03/23/ti-chana-arent-o-oloklirotismos-vasizetai-sti-monaxia/feed/ 0 22522
Νεο-Tankies & ψηφιακός νεοσταλινισμός: Πώς επωάζεται η συντηρητική Αριστερά https://www.aftoleksi.gr/2025/07/05/neo-tankies-amp-psifiakos-neostalinismos-pos-epoazetai-syntiritiki-aristera/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=neo-tankies-amp-psifiakos-neostalinismos-pos-epoazetai-syntiritiki-aristera https://www.aftoleksi.gr/2025/07/05/neo-tankies-amp-psifiakos-neostalinismos-pos-epoazetai-syntiritiki-aristera/#respond Sat, 05 Jul 2025 10:20:03 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=20343 Του João Bernardo Narciso. Μετάφραση για το αυτολεξεί: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου Ανάμεσα στα μιμίδια και τη νοσταλγία «από δεύτερο χέρι», οι νεο-tankies*, υποφέρουν από ένα ιδεολογικό κενό και μια επιφανειακού επιπέδου πολιτική κοινωνικοποίηση, συμβάλλοντας έτσι στην κρίση της σύγχρονης παγκόσμιας Αριστεράς. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται όλο και πιο εμφανής η παρουσία μιας σχετικά δημοφιλούς πολιτικής υποκουλτούρας [...]

The post Νεο-Tankies & ψηφιακός νεοσταλινισμός: Πώς επωάζεται η συντηρητική Αριστερά first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Του João Bernardo Narciso. Μετάφραση για το αυτολεξεί: Ευθύμης Χατζηθεοδώρου

Ανάμεσα στα μιμίδια και τη νοσταλγία «από δεύτερο χέρι», οι νεο-tankies*, υποφέρουν από ένα ιδεολογικό κενό και μια επιφανειακού επιπέδου πολιτική κοινωνικοποίηση, συμβάλλοντας έτσι στην κρίση της σύγχρονης παγκόσμιας Αριστεράς.

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται όλο και πιο εμφανής η παρουσία μιας σχετικά δημοφιλούς πολιτικής υποκουλτούρας μεταξύ των νεαρών αριστεριστών: οι νεο-tankies – νέοι άνθρωποι που έλκονται από ένα ρομαντικό και νοσταλγικό όραμα της Σοβιετικής Ένωσης, του Σταλινισμού και άλλων αυτοαποκαλούμενων κομμουνιστικών εγχειρημάτων. Αυτό το φαινόμενο είναι βαθιά συνδεδεμένο με τη πολιτιστική παγκοσμιοποίηση και τις σύγχρονες μορφές πολιτικής κοινωνικοποίησης, αντικατοπρτίζοντας έτσι τόσο τις περιορισμένες προοπτικές περί πολιτικού και κοινωνικού μετασχηματισμού όσο και μια νοσταλγία «από δεύτερο χέρι» για τον διπολικό κόσμο της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.

Για να καταλάβουμε ποια είναι τα θεμέλια αυτού του νεανικού νεο-Σταλινισμού είναι σημαντικό να ερευνήσουμε δύο βασικές διαδικασίες-κλειδιά: την επίδραση της πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης αλλά και την απουσία ενός βιώσιμου σοσιαλιστικού ορίζοντα στο κέντρο του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αυτοί οι παράγοντες βοηθούν να εξηγήσουμε πώς κατάφεραν αυτές οι πολιτικές κουλτούρες να αναδυθούν και γιατί κερδίζουν έδαφος στα κοινωνικά δίκτυα και, κατα συνέπεια, στις συζητήσεις της παγκόσμιας αριστεράς.

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ: ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΟΥ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΝΕΟΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΥ

Η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, έχει διαμορφωθεί κυρίως από παραγωγές με προέλευση τη Βόρεια Αμερική. Αυτή η διαδικασία επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές βιώνουν και συνδέονται με τον πολιτισμό. Για παράδειγμα, η γενιά που δημιούργησε την Πορτογαλική Επανάσταση του 1974 οικοδόμησε την κοσμοθεωρία της σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν η ποίηση, η μουσική και οι διανοητικές συζητήσεις ευρωπαικής επιρροής, ειδικότερα από τη μαρξιστική και την υπαρξιστική γαλλόφωνη παράδοση. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες διείσδυσαν στον δημόσιο λόγο, ο οποίος περιείχε επίσης ζωντανές εμπειρίες αντίστασης και συλλογικών αγώνων, όπως η ακόμη πρόσφατη ανάμνηση του Μάη του ’68.

Σήμερα, με την απουσία συλλογικών εμπειριών αγωνιστικότητας και συνεργατικότητας (που οφείλονται σε μια σειρά από αιτίες που ξεφεύγουν από το πλαίσιο του παρόντος κειμένου), ένα μεγάλο μέρος των νεότερων γενεών διαμορφώνεται πολιτικά στο διαδίκτυο. Αυτή η πολιτική κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα σε πλατφόρμες όπως το Twitter και το TikTok, όπου η πολιτιστική παραγωγή ακολουθεί εξαιρετικά τυποποιημένα μοτίβα, αναπαράγοντας παρόμοια σενάρια, αισθητική και αφηγήσεις μέσω memes και trends, ευνοώντας την κατανάλωση επιφανειακών ιδεών έναντι πιο σύνθετων ιστορικών και θεωρητικών αναλύσεων. Έτσι, τα κοινωνικά δίκτυα αντικατοπτρίζουν την πολιτιστική δυναμική που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας τους πολιτικές συζητήσεις που συχνά χρησιμοποιούν την ειρωνεία και το σοκ ως κύρια ρητορικά τους όπλα και θέτοντας επί τάπητος συζητήσεις με όρους που σε άλλες γεωγραφίες θα έβγαιναν εκτός του συγκείμενου. Χωρίς να αμφισβητούμε τη διεθνιστική ώθηση που προσφέρουν στιγμές σαν αυτές, το να συγκρίνουμε τις δυνατότητες μιας αντιρατσιστικής κινητοποίησης προς τιμήν του George Floyd με άλλες του ίδιου τύπου, αλλά σε εθνικό πλαίσιο, μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη νομιμοποιητική δύναμη αυτού του τύπου της πολιτικής και πολιτισμικής εισαγωγής.

Ένα συχνό θέμα που επικοινωνείται σε αυτή την υποκουλτούρα είναι η εξύμνηση της βούλησης του τυράννου. «Όταν κάνεις επανάσταση αλλά ξεχνάς να πεις “παρακαλώ”», γράφει ένα meme με φόντο το προτρέτο του Πολ Ποτ. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συνεχής χρήση εικόνων με σοβιετικά τανκς ως απάντηση σε κάθε κριτική, υπονοώντας, με κωμικό τόνο, ότι η λύση σε όλα θα ήταν να «στείλουμε τα τανκς», παραπέμποντας στις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Τέλος, μία ακόμη μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι η απονομή βαθμών “social credit” ως τρόπος επικύρωσης μιας γνώμης με την οποία κάποιος συμφωνεί.

Ο νεοφιλελεύθερος υπερ-ταυτοτισμός είναι επίσης, παραδόξως, πολύ παρών μέσα σε αυτές τις διαδικτυακές ομάδες. Μέσω αναγραφών στα bio τους όπως “Μαρξιστής-λενινιστής – Ζαπατίστα – Τιτοιστής – Επιταχυντής – Αγροτιστής” οι αγωνιστές του διαδικτύου αυτοπροσδιορίζονται ως ανήκοντες σε μια ή περισσότερες αριστερές υπο-τασεις, αφαιρώντας κάθε είδους ιστορικο-γεωγραφικό πλαίσιο από την κάθε ταυτότητα και αγνοώντας πιθανές ιδεολογικές αντιφάσεις. Αυτός ο τρόπος έκφρασης αντανακλά επίσης τον κατακερματισμό της παγκόσμιας Αριστεράς, όπου τα μετασχηματιστικά σχέδια έχουν δώσει τη θέση τους σε «ταυτότητες», αποσυνδεδεμένες από συγκεκριμένες εμπειρίες ταξικής πάλης.

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΟ

Ένας άλλος κεντρικός παράγοντας για την κατανόηση του νεοσταλινισμού είναι το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων κέντρων του παγκόσμιου καπιταλισμού, από όπου και προέρχονται αυτές οι υποκουλτούρες. Η εμπειρία της αμερικανικής Αριστεράς, περισσότερο από άλλες, χαρακτηρίζεται από την απουσία πραγματικών προσδοκιών για έναν σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ενώ στην Ευρώπη το φαντασιακό της Αριστεράς τροφοδοτήθηκε από ιστορικές στιγμές όπως ο Μάης του ’68, η 25η Απριλίου ή ακόμη και από τα λαϊκά μέτωπα της δεκαετίας του ’30, που τροφοδότησαν ορίζοντες ελπίδας, το αμερικανικό πλαίσιο, ακόμη και αν έχει μετρήσει στιγμές τεράστιας κοινωνικής αναταραχής, χαρακτηρίζεται από διαδοχικές πολιτικές ήττες και την απόλυτη κατοχύρωση του πολιτικού συστήματος με αποκορύφωμα την ηγεμονία ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου που, για μεγάλο χρονικό διάστημα, «πουλήθηκε» ως το τέλος της Ιστορίας.

Σε αυτό το σενάριο, η νοσταλγία του Ψυχρού Πολέμου -και ο ιδεολογικός διπολισμός που αυτός συμβόλιζε- κερδίζει έδαφος. Η Σοβιετική Ένωση αναδύεται σαν σύμβολο αντίστασης στον κυρίαρχο ιμπεριαλισμό των Ηνωμένων Πολιτειών, αγνοώντας ή σχετικοποιώντας τις αντιφάσεις και τα εγκλήματα του σοβιετικού μπλοκ. Για πολλούς νέους που δεν έζησαν ποτέ αυτή την περίοδο, η ΕΣΣΔ μεταλλάσσεται σε μια μυθολογική φιγούρα «εναλλακτισμού», σε αντίθεση προς το σύγχρονο ιδεολογικό κενό στο οποίο αντιστέκεται μόνο ο κυνισμός και ο σαρκασμός.

Η νοσταλγία για μια περίοδο που δεν έζησε κάποιος αναδύεται, έτσι, σαν επιλογή εις βάρος μιας πραγματικότητας που απορρίπτεται – μια επιλογή η οποία δηλώνεται πάνω απ’ όλα αισθητικά και επιτελεστικά. Η εμμονή με τα σύμβολα, τις αφίσες, τη μουσική και άλλα πολιτιστικά και πολιτικά αντικείμενα σχετίζεται ακριβώς με αυτή την ανάγκη κατασκευής ενός αισθητικού φαντασιακού που να γεμίζει το κενό.

ΚΑΜΠΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ: ΤΑ ΡΙΣΚΑ ΜΙΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Αυτή η στάση εκδηλώνεται επίσης στον λεγόμενο καμπισμό [η οχύρωση πίσω από ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο] – την τάση να δικαιολογείται κάθε ιμπεριαλισμός που αντιτίθεται στις ΗΠΑ, όπως φάνηκε και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Για κομμάτια αυτής της Αριστεράς, η ιεράρχηση των ιμπεριαλισμών δικαιολογεί την υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων με το πρόσχημα της αντίστασης στη βορειοαμερικανική ηγεμονία. Αυτή η λογική υποδηλώνει την έλλειψη μιας πραγματικής σοσιαλιστικής στρατηγικής, τροφοδοτώντας έναν αμυντικό και παρατημένο διάλογο που πάντα προκρίνει τη ρητορεία έναντι του χειροπιαστού μετασχηματισμού.

Το φαινόμενο των νεο-tankies είναι, επομένως, προϊόν της ιστορικής ήττας της Αριστεράς. Χωρίς να αποτελούν ένα συμπαγές κίνημα, αποτελούν μια πολιτιστική έκφραση αισθητικής νοσταλγίας και πολιτικής παραίτησης. Δεν αντιπροσωπεύουν την υπεράσπιση κάποιας πραγματικής σοσιαλιστικής πολιτικής, αλλά απλώς μια μεταμοντέρνα πρόκληση ενάντια στις φιλελεύθερες δημοκρατίες και τις κούφιες υποσχέσεις τους. Ωστόσο, αυτό το φαινόμενο απέχει πολύ από το να μεταφράζεται απλώς σε κάποιες αθώες προκλήσεις. Η δημοτικότητα αυτών των ιδεών σε ορισμένους αριστερίστικους κύκλους και ιδιαίτερα μεταξύ νέων ανθρώπων, με μικρή πραγματική εμπειρία αγώνων, καλλιεργεί την ιδεολογική καθαρότητα και τον πολιτικό ταυτοτισμό, δίνει προτεραιότητα στην επιβεβαίωση κάποιων αρχών έναντι κάθε πρακτικής συλλογικής οργάνωσης και θέτει σε κίνδυνο την προοπτική ενός κινήματος που μπορεί να νικήσει και θα πρέπει να ξέρει πώς να ενώνει τις δυνάμεις του και να οικοδομεί προγράμματα ανάμεσα σε διαφορετικές παραδόσεις. Πρόκειται, επομένως, για έναν κίνδυνο που απαιτεί αναστοχασμό για το πώς μπορεί να οικοδομηθούν εναλλακτικές που να δημιουργούν υγιείς χώρους για πολιτική κοινωνικοποίηση και που να βρίσκονται σε διάλογο με την Ιστορία δίχως να πέφτουν στη παγίδα κάποιας κενής νοσταλγίας.

Έντυπη κυκλοφορία του παρόντος στο: Περιοδικό Anticapitalista #78 – January 2025

* [ΣτΜ] Tankie: Υποτιμητικός όρος που αναφέρεται σε αυταρχικούς κομμουνιστές και ειδικότερα σε άτομα που στηρίζουν ή υπερασπίζονται πράξεις καταστολής από τέτοια καθεστώτα και τους συμμάχους τους ή που αρνούνται παρόμοια γεγονότα.

————————————————————

ΒΛ. ΕΠΙΣΗΣ

Περί «σταλινικού ρεαλισμού», καμπισμού και διαφορετικότητας

The post Νεο-Tankies & ψηφιακός νεοσταλινισμός: Πώς επωάζεται η συντηρητική Αριστερά first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/07/05/neo-tankies-amp-psifiakos-neostalinismos-pos-epoazetai-syntiritiki-aristera/feed/ 0 20343
Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/#respond Thu, 10 Apr 2025 07:38:20 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=19810 Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στο πορτογαλικό περιοδικό Publico. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης Τι αντιπροσωπεύει η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ; Το δίδυμο Ντόναλντ Τραμπ/Ελον Μασκ συμβολίζει την εποχή του απόλυτου καπιταλισμού. Ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός οδήγησε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι η ελεύθερη αγορά είναι απλώς ένα μέσο για την επίτευξη κέρδους και [...]

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στο πορτογαλικό περιοδικό Publico. Μετάφραση για το Αυτολεξεί: Θοδωρής Καρυώτης

Τι αντιπροσωπεύει η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ;

Το δίδυμο Ντόναλντ Τραμπ/Ελον Μασκ συμβολίζει την εποχή του απόλυτου καπιταλισμού. Ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός οδήγησε τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι η ελεύθερη αγορά είναι απλώς ένα μέσο για την επίτευξη κέρδους και ότι η ελεύθερη επιδίωξη του κέρδους είναι συμβατή με την ελευθερία των ατόμων που καταναλώνουν αγαθά και υπηρεσίες. Η σύγχρονη εκδοχή του καπιταλισμού είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν επιδιώκει απλώς τη μεγιστοποίηση των κερδών, αλλά την απόλυτη κυριαρχία επί των σωμάτων και των μυαλών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το κεφάλαιο επενδύει όλο και περισσότερο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στην πληροφόρηση. Σήμερα, τα χρησιμοποιεί για την άμεση προώθηση των αξιών του και για την απαγόρευση των απόψεων που είναι αντίθετες με αυτό ή απλά αμφισβητούν την αλήθεια όσων ισχυρίζεται. Είναι αυτή η μέθη της απεριόριστης κυριαρχίας που εκφράζεται στους ναζιστικούς χαιρετισμούς του Έλον Μασκ ή του Στηβ Μπάνον.   

Θα μπορούσε αυτός ο απόλυτος καπιταλισμός να μας οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, υποκινούμενο από την τεχνολογία;

Αυτή η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Είναι φανερό ότι ο λεγόμενος φιλελευθερισμός δεν εγκρίνει καμία μορφή ζωής που ξεφεύγει από τους νόμους του. Τώρα μας δείχνει ότι θέλει να ρυθμίσει αυστηρά το τι μπορεί να σκεφτεί και να πει κανείς. Αλλά δεν πρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη λογική της εξουσίας και του κέρδους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Ο Χίτλερ δεν είχε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, αλλά ήξερε να λέει ψέματα εξίσου καλά με τον Τραμπ.

Στο έργο Αισθητική και πολιτική, ο μερισμός του αισθητού [Εκδόσεις του 21ου, 2012], προτείνετε να σκεφτούμε την πολιτική, την κοινότητα και τον κόσμο από το πρισμα του διαμοιρασμού του αισθητού. Πώς μπορεί αυτός ο διαμοιρασμός του αισθητού, νοούμενος ως ικανότητα, να απαντήσει στη στροφή προς την ακροδεξιά στην Ευρώπη και στους πολέμους στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη;

Για να απαντήσω στο ερώτημά σας, θα περιοριστώ σε ό,τι συμβαίνει στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, που έχουν μια ιστορία συγκρίσιμη με εκείνη της Γαλλίας. Έχουν βιώσει την καταστροφή των εργοστασίων και της εργατικής κοινότητας, σχεδιασμένη από τη λογική του απόλυτου καπιταλισμού. Έχουν υποστεί τη διάβρωση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και των δημόσιων υπηρεσιών. Βασικά, είδαν την καταστροφή των συλλογικών δεσμών, που προσέφεραν στα άτομα την αίσθηση της αλληλεγγύης, και την καταστροφή της ικανότητας των εργαζομένων να σχηματίσουν μια συλλογική δύναμη ικανή να αλλάξει τη μοίρα τους. Ο καπιταλισμός πέτυχε τον στόχο του να έχει μόνο απομονωμένα άτομα να του αντιστέκονται, ανίκανα να ενωθούν και να δράσουν συντονισμένα.

Το ερώτημα σήμερα είναι: πώς μπορούν ανίσχυρα και απομονωμένα άτομα να αισθανθούν ενωμένα και ισχυρά; Ποια οικονομία κοινών συναισθημάτων μπορεί να υποκαταστήσει τις πραγματικές σχέσεις αλληλεγγύες που έχουν καταστραφεί; Σήμερα, τα πιο αποτελεσματικά συναισθήματα είναι αυτά της αγανάκτησης, του φόβου και του μίσους για τους άλλους. Είναι εντελώς παιδαριώδες να τους γελοιοποιούμε [αυτούς που ψηφίζουν λαϊκιστικά ή ακροδεξιά κόμματα], γιατί το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να συμμετέχουμε στην οικονομία της αγανάκτησης.

Σήμερα, η ελπίδα βρίσκεται σε όσους δημιουργούν δεσμούς αλληλεγγύης και χώρους όπου είναι δυνατόν να αναπνεύσουμε τον αέρα της ισότητας και της συλλογικής ικανότητας. Για να δώσουμε μάχες και να κερδίσουμε νίκες, έστω και περιορισμένες, που μπορούν να ανοίξουν ξανά το πεδίο των δυνατοτήτων και της εμπιστοσύνης. (…)

Πώς μπορούμε να εξανθρωπίσουμε τις ανθρώπινες αισθήσεις σε έναν κόσμο που έχει μεταμορφωθεί από τα κοινωνικά δίκτυα;

Νομίζω ότι δεν πρέπει να αποδώσουμε στους μετασχηματισμούς που έχει επιφέρει η τεχνολογία τα κακά που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι, ακόμη και με τα πιο περιορισμένα μέσα. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργήθηκαν και χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Μέσω αυτών, αναμφίβολα, οι καπιταλιστές επιδιώκουν τον διπλό στόχο του πλουτισμού και της κυριαρχίας. Όμως δεν εφηύραν αυτά τα μέσα τη λογική του κέρδους, του ψεύδους και της χειραγώγησης. Υπήρχαν πάντοτε στη δημόσια σφαίρα, από τις φήμες του παρελθόντος μέχρι τα ψέματα της κρατικής προπαγάνδας και τον έλεγχο του τύπου από τους ισχυρούς και τους πλουσίους. Αυτή η δημόσια σφαίρα σφυρηλάτησε πάντα έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρωπότητας, και πιθανώς απανθρωποποίησης, τις οποίο έπρεπε συνεχώς να πολεμούμε προκειμένου να δημιουργήσουμε μια διαφορετική μορφή ανθρωπότητας.

Περισσότερα για τον Ρανσιέρ στο ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ: https://www.aftoleksi.gr/tag/zak-ransier/

The post Ζακ Ρανσιέρ: «Η ολοκληρωτική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη» first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2025/04/10/zak-ransier-i-oloklirotiki-diadikasia-vrisketai-idi-se-exelixi/feed/ 0 19810
Μια πολιτική ερµηνεία των ονείρων στο Τρίτο Ράιχ https://www.aftoleksi.gr/2024/09/16/mia-politiki-er-ineia-ton-oneiron-trito-raich/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=mia-politiki-er-ineia-ton-oneiron-trito-raich https://www.aftoleksi.gr/2024/09/16/mia-politiki-er-ineia-ton-oneiron-trito-raich/#respond Mon, 16 Sep 2024 05:44:51 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=17302 Η Βίκυ Ιακώβου γράφει για το βιβλίο της Charlotte Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ, µτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εισ. M. Leibovici, επίµετρα R. Koselleck, Br. Bettelheim, Άγρα, Αθήνα 2015. Το παρόν κείµενο παρουσιάστηκε αρχικά στην εκδήλωση «Charlotte Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ» που πραγµατοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στο πλαίσιο της έκθεσης «Μία δίκη – [...]

The post Μια πολιτική ερµηνεία των ονείρων στο Τρίτο Ράιχ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Η Βίκυ Ιακώβου γράφει για το βιβλίο της Charlotte Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ, µτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εισ. M. Leibovici, επίµετρα R. Koselleck, Br. Bettelheim, Άγρα, Αθήνα 2015. Το παρόν κείµενο παρουσιάστηκε αρχικά στην εκδήλωση «Charlotte Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ» που πραγµατοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στο πλαίσιο της έκθεσης «Μία δίκη τέσσερις γλώσσες».

Θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω το Ινστιτούτο Γκαίτε και τις εκδόσεις Άγρα για την πρόσκληση, διότι η ελληνική έκδοση αυτού του πολύτιµου βιβλίου της Σαρλόττε Μπέραντ είναι για εµένα µεγάλη χαρά πόσο µάλλον που η µετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη είναι εξαιρετική. Καθώς η εκδήλωση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της έκθεσης για τις δίκες της Νυρεµβέργης και το θέµα της διερµηνείας, θα προσπαθήσω να µιλήσω για τα Όνειρα στο Τρίτο Ράιχ µε καθοδηγητικό νήµα το ζήτηµα της ερµηνείας κάτι το οποίο προφανώς δεν εξαντλεί τις σκέψεις και τους προβληµατισµούς που προκαλεί η ανάγνωσή τους.

Το βιβλίο, που εκδόθηκε το 1966, βασίζεται στα όνειρα που συγκέντρωσε η Μπέραντ στη Γερµανία σχεδόν τρεις δεκαετίες νωρίτερα, από το 1933 µέχρι το 1939, οπότε διέφυγε στην Αµερική. Η πρωτοτυπία και η σηµασία του έχουν υπογραµµιστεί από πολλές πλευρές, αν και µε αρκετή χρονική καθυστέρηση. Στο επίµετρο στη γερµανική έκδοση του 1981 που περιλαµβάνεται και στην ελληνική, ο ιστορικός Ράινχαρτ Κόζελλεκ αναγνωρίζει ότι το κείµενο της Μπέραντ «µας επιτρέπει να διευρύνουµε το οπτικό µας πεδίο, να ανακαλύψουµε άγνωστες πτυχές» του Τρίτου Ράιχ· επιπλέον, το βιβλίο χρησιµεύει στον Κόζελλεκ ως έναυσµα για να θεµελιώσει τη αξία των ονείρων γενικά ως ιστορικών πηγών. Στο οπισθόφυλλο της γαλλικής µετάφρασης, που εκδόθηκε το 2002 σε µια σειρά µε τον δηλωτικό τίτλο Κριτική της πολιτικής’, ο Μιγκέλ Αµπενσούρ γράφει ότι πρόκειται για κείµενο που αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα και τη δυναµική του φαινοµένου της εθελοδουλείας στο ολοκληρωτικό καθεστώς, ενώ η Μαρτίν Λεµποβισί, στον πρόλογό της, που επίσης περιλαµβάνεται στην ελληνική έκδοση, αναδεικνύει, µεταξύ άλλων, την επιρροή της αρεντιανής ανάλυσης του ολοκληρωτισµού στην προσέγγιση της Μπέραντ αλλά και τη συµβολή της δεύτερης στον εµπλουτισµό της πρώτης. Τέλος, µολονότι η συγγραφέας αποκλείει εξ αρχής και κατηγορηµατικά τη χρήση φροϋδικών εννοιολογικών εργαλείων, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ψυχαναλυτές, τουλάχιστον στη Γαλλία, οι οποίοι, ενίοτε µε επιφυλάξεις απέναντι στην ερµηνεία της Μπέραντ, έχουν εκτιµήσει τη σπουδαιότητα του εγχειρήµατός της το µεταφρασµένο στα ελληνικά επίµετρο του Μπρούνο Μπέττελχαιµ στην αµερικανική έκδοση πιστοποιεί αυτή την εκτίµηση, προεκτείνοντας τον προβληµατισµό προς µια ψυχαναλυτική κατεύθυνση.

Ανεξάρτητα, όµως, από το πώς µπορεί να τροφοδοτήσει την έρευνα και τον στοχασµό σε διάφορους γνωστικούς κλάδους, το βιβλίο της Μπέραντ, που η ίδια ούτε ιστορικός ούτε φιλόσοφος ή πολιτική επιστήµονας ούτε ψυχαναλύτρια ήταν, έχει αξία από µόνο του. Η αξία αυτή σχετίζεται, µεταξύ άλλων, τόσο µε την αρχική χειρονοµία της Μπέραντ, δηλαδή τη συλλογή και καταγραφή των ονείρων, όσο και µε τον τρόπο µε τον οποίο αντιµετωπίζει το υλικό της, εννοώ τα όνειρα κι εκείνους που τα είδαν. Θα έλεγα ότι το κοινό τους χαρακτηριστικό συνίσταται στο ότι δεν εκκινούν από µια αποστασιοποιηµένη, εξωτερική θέση αµερόληπτου παρατηρητή, την έρευνα και τη γραφή του οποίου τις κινητοποιεί και τις καθοδηγεί µόνο ένα αποψιλωµένο από πρακτικούς σκοπούς γνωστικό ενδιαφέρον. Πώς θα µπορούσε, άλλωστε, να συµβαίνει κάτι τέτοιο, όταν η Μπέραντ, Εβραία και αριστερή, είχε και η ίδια βιώσει αυτό που γράφει το 1962 στον εκδότη της, για το συµπέρασµα που προέκυπτε από το υλικό της, δηλαδή ότι «Ο Χίτλερ δολοφόνησε τον ύπνο»; Εκείνο που ώθησε τη Μπέραντ να αρχίσει να συλλέγει όνειρα, είτε ρωτώντας –µε άµεσο ή έµµεσο τρόποοικείους και γνωστούς της είτε χάρη στη βοήθεια φίλων στους οποίους είχε εµπιστευθεί το σχέδιό της, ήταν τα δικά της όνειρα. Σε ένα πεντασέλιδο άρθρο που δηµοσίευσε στην Αµερική το 1943 µε τίτλο «Dreams under dictatorship», γράφει: «Ξύπνησα µούσκεµα στον ιδρώτα, τα δόντια µου χτυπούσαν. Για άλλη µία φορά, όπως τόσες και τόσες νύχτες, είδα στόνειρό µου να µε κυνηγούν στα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα να µε πυροβολούν, να µε βασανίζουν, να µου αφαιρούν το τριχωτό της κεφαλής. Όµως, σε αντίθεση µε τις άλλες, εκείνη τη νύχτα µού ήρθε η σκέψη πως µπορεί να µην ήµουν µόνο εγώ, µεταξύ χιλιάδων ανθρώπων, καταδικασµένη από τη δικτατορία να βλέπω τέτοια όνειρα. Αυτά που γέµιζαν τα όνειρά µου θα έπρεπε να γεµίζουν και τα δικά τους να ξεφεύγω µε κοµµένη την ανάσα µέσα από χωράφια, να κρύβοµαι στην κορυφή πύργων ιλιγγιώδους ύψους, να κουλουριάζοµαι µέσα σε τάφους, µε τα Τάγµατα Εφόδου στο κατόπι µου».[1] Η σκέψη της αυτή, που εκφράζει µια επιθυµία εξόδου από τη µοναξιά στην οποία τη βύθιζε ο τρόµος των ονείρων της, αφήνει επίσης να εννοηθεί, όπως επισηµαίνει η Λεµποβισί, ότι η συλλογή ήταν για την Μπέραντ ένας τρόπος για να αντιµετωπίσει τα δικά της όνειρα. Αντί να συνεχίσει να υφίσταται απλώς τον τρόµο που της προκαλούσαν, αποφάσισε να πάρει απέναντί τους τη θέση του ενεργητικού υποκειµένου που συλλέγει και καταγράφει. Αποφάσισε, µε άλλα λόγια, να µετακινηθεί κι έτσι να αντισταθεί ανάλογη κίνηση έκανε, νοµίζω, ο γερµανοεβραίος φιλόλογος Β. Κλέµπερερ απέναντι στη γλώσσα του Τρίτου Ράιχ.[2] 

Η αντίσταση στον τρόµο των ονείρων ήταν επίσης, όπως η ίδια υποστηρίζει, µια πράξη πολιτικής αντίστασης στο ναζιστικό καθεστώς. Πράξη αντίστασης, εφόσον η συνοµιλία µε τους άλλους και η έστω και προσωρινή εµπιστοσύνη που χρειάζεται για να αφηγηθούν ό,τι πιο µύχιο έχουµε εµείς οι άνθρωποι αντιβαίνουν στους στόχους ενός ουσιωδώς τροµοκρατικού καθεστώτος, που επιδίωξε, και σε µεγάλο βαθµό επέτυχε, να εγκαθιδρύσει µια συνθήκη ερηµίας, πλήρους εγκατάλειψης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ακόµη περισσότερο πρόκειται για πράξη αντίστασης εφόσον, όπως πολύ καλά γνωρίζουµε πλέον, ο ναζισµός επίσης επιδίωξε, και εν µέρει κατάφερε, να επιβάλει τη λήθη, να σβήσει τα ίχνη, να εξαλείψει την ίδια τη δυνατότητα µαρτυρίας. Στο πρώτο κεφάλαιο των Ονείρων, σε µια φράση που φέρνει στον νου µία καταχώρηση του Β. Κλέµπερερ στο ηµερολόγιο του, το 1944 –όπου µεταφέρει τα λόγια ενός συγκατοίκου του: «σηµαντικά δεν είναι τα µεγάλα πράγµατα, αλλά η καθηµερινή τυραννία που θα λησµονηθεί. Χίλια τσιµπήµατα από κουνούπια είναι χειρότερα από ένα κτύπηµα στο κεφάλι. Παρατηρώ, σηµειώνω τα τσιµπήµατα των κουνουπιών»–,[3]  γράφει η Μπέραντ: «δεν θα άφηνα όλα αυτά τα όνειρα να πάνε χαµένα. Όταν κάποτε το καθεστώς θα περνούσε από δίκη ως φαινόµενο µιας εποχής, θα µπορούσαν να χρησιµεύσουν ως αποδεικτικό υλικό, διότι έµοιαζαν να βρίθουν από διαφωτιστικά στοιχεία για τα συναισθήµατα και τα κίνητρα των ανθρώπων που χρησιµοποιήθηκαν σαν γρανάζια στον µηχανισµό του ολοκληρωτισµού». Το βιβλίο εκδόθηκε βέβαια πολύ αργότερα, αλλά σαν να απαντά στα ερωτήµατα που είχαν αρχίσει να θέτουν οι νέοι κατά τη δεκαετία του 1960: «‘Μα πώς ήταν δυνατόν να µη δουν οι γονείς µας ότι έµοιαζε µε κλόουν;’ αναρωτιούνται ξανά και ξανά οι µεταπολεµικές γενιές».

Η συλλογή και η καταγραφή των ονείρων ενείχε βεβαίως και καθόλα πραγµατικούς κινδύνους για τη Μπέραντ. Αυτός ήταν άλλωστε και ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν στράφηκε σε ανθρώπους που υποστήριζαν ενεργά το καθεστώς. Αξίζει στο σηµείο αυτό να αναφερθεί πως, για το ενδεχόµενο να ανακαλυφθούν οι σηµειώσεις της, παραποίησε τα όνειρα, τα µετέφρασε, θα λέγαµε, σε «παράξενες οικογενειακές ιστορίες» (και έχει ενδιαφέρον αυτή της η επιλογή), χρησιµοποιώντας «κωδικοποιηµένες λέξεις». Έτσι, το «κόµµα» έγινε «οικογένεια», ο Χίτλερ έγινε «θείος Χανς», ο Γκαίρινγκ «Γκούσταβ» και ο Γκαίµπελς «Γκέρχαρντ», ενώ η σύλληψη µεταµφιέστηκε σε «γρίπη». Την πρώτη αυτή κίνηση µετάφρασης την ακολούθησε, στην αµερικανική εξορία πλέον, η δεύτερη κίνηση, της αποκατάστασης της αρχικής αφήγησης των ονείρων.

Τα τριακόσια περίπου όνειρα που συγκέντρωσε η Μπέραντ επιβεβαίωσαν τη σκέψη που είχε ξυπνώντας από τον εφιάλτη της. Υπήρχαν πράγµατι γύρω της πολλές γυναίκες και πολλοί άνδρες, όλων των ηλικιών και από διαφορετικά κοινωνικά στρώµατα, των οποίων ο ύπνος είχε µετατραπεί σε πεδίο αγωνιώδους διαπάλης µε την πραγµατικότητα του ναζισµού. Τα όνειρά τους, κάποια από τα οποία συµπυκνώνονται σε µία ή ελάχιστες φράσεις ενώ άλλα εκτείνονται σε ολόκληρες σελίδες και δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από µικρά θεατρικά έργα µε πολλές πράξεις, είναι συγκλονιστικά στην καθαρότητα και την παραστατικότητα µε τις οποίες αποτυπώνουν την καταδυνάστευση του ψυχισµού και τις σκοτεινές οδούς της υποταγής. Ένας γιατρός στον οποίο απαγγέλλεται κατηγορία επειδή καταγράφει τα όνειρά του· µια γραµµατέας γύρω στα τριάντα, «προϊόν επιµειξίας» σύµφωνα µε τους Νόµους της Νυρεµβέργης, που θέλει να σώσει την Εβραία µητέρα της την οποία µισεί και κάνει παιδί µε έναν Άριο· ένας οικοδόµος που σιωπά όταν δεν του πουλούν γραµµατόσηµα αλλά θαυµάζει έναν Άγγλο που διαµαρτύρεται αντί γιαυτόν· µια εικοσιδυάχρονη µε γαµψή µύτη που νιώθει ευτυχισµένη κάτω από ένα σωρό πτωµάτων αγκαλιά µε τα έγγραφα τα οποία πιστοποιούν την αριοσύνη της· ένας εβραίος νοµικός που, όταν κατορθώνει να φτάσει µε την οικογένειά του στη χώρα µε το ανοίκειο στην πεζότητά του όνοµα «τελευταία χώρα του κόσµου, όπου οι Εβραίοι είναι ακόµα ανεκτοί», βρίσκεται αντιµέτωπος µε «τον ροδαλό σαν ζαχαρωτό γουρουνάκι συνοριοφύλακα» που του φωνάζει «Είσαι Εβραίος· µια πιλοποιός που µιλά µόνο ρωσικά έτσι ώστε ούτε η ίδια να καταλαβαίνει τον εαυτό της ούτε οι άλλοι να την καταλαβαίνουν σε περίπτωση που καταφερθεί εναντίον του καθεστώτος· ένας τριαντάρης που αποφεύγει να συµµετάσχει σε έναν έρανο για τους ναζί αλλά εν τέλει σαγηνεύεται από έναν Χίτλερ µε στολή που θυµίζει κλόουν και θηριοδαµαστή· µια πενηντάρα καθηγήτρια µαθηµατικών που καταφεύγει σε ένα καµπαρέ για να γράψει µε αόρατο µελάνι µερικές απαγορευµένες επί ποινή θανάτου µαθηµατικές πράξεις· µια πανέµορφη δεκαεννιάχρονη µελαχρινή στην οποία ένα ξανθό γαλανοµάτικο µωρό λέει «Άνθρωποι σαν του λόγου σου δεν έχουν καµία θέση ανάµεσά µας»· µια τριαντάρα Εβραία η οποία έχει φτάσει στη Νέα Υόρκη και δεν τολµά να µαζέψει κάποιο από τα πολύτιµα κοσµήµατα που βρίσκει στο δρόµο γιατί είναι σίγουρη πως «τα έριξαν εκειδά επίτηδες οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ελέγχου Εντιµότητας των Αλλοδαπών»· µια µεσοαστή νοικοκυρά που σαν άλλη Πηνελόπη πασχίζει κάθε βράδυ να ξηλώσει τη σβάστικα από τη ναζιστική σηµαία· ένας µεσόκοπος που γελά βλέποντας στα επίκαιρα τον Γκαίρινγκ µε αλλοπρόσαλλη στολή και βαλλίστρα στο χέρι όµως εκείνος τον προάγει σε «προσωπικό του τοξότη»· µια τριαντάχρονη οικιακή βοηθός που ο Χίτλερ την φλερτάρει στον κινηµατογράφο, µολονότι αυτή δεν είναι µέλος του κόµµατος· ένας Εβραίος δικηγόρος που κάθεται σε έναν σκουπιδοτενεκέ, ανάµεσα σε δύο παγκάκια, και βάζει στο λαιµό του µια πινακίδα η οποία γράφει αν χρειαστεί θα παραχωρήσω τη θέση µου στα παλιόχαρτα’. Αυτές είναι κάποιες από τις φιγούρες του σύµπαντος στο οποίο µας µεταφέρει το βιβλίο της Μπέραντ, σύµπαντος όπου δεσπόζουν απρόσωποι µηχανισµοί κατεξουσιασµού: όχι µόνο τα διαβόητα τάγµατα εφόδου ή η χιτλερική νεολαία, αλλά και µαυροπίνακες στους δρόµους όπου ανακοινώνονται οι απαγορευµένες λέξεις εταξύ των οποίων και η πρωτοπρόσωπη αντωνυµία Εγώ), µαξιλάρια, σόµπες, πορτατίφ και άλλα οικιακά αντικείµενα που «µε τραχιά και διαπεραστική φωνή» καταδίδουν οτιδήποτε έχουν πει, σκεφτεί ή ονειρευτεί οι ιδιοκτήτες τους, τηλεφωνικές συσκευές που εκπέµπουν απειλητικά µηνύµατα, διατάγµατα που προβλέπουν την κατάργηση των τοίχων των σπιτιών, έγγραφα που αξίζουν περισσότερο από την ίδια τη ζωή, καθώς µόνον αυτά µπορούν να την εγγυηθούν και πρέπει εδώ να πω ότι αρκετά από τα όνειρα προκαλούν συνειρµούς σχετικά µε το παρόν των προσφύγων, και όχι µόνο.

Η Μπέραντ θεωρεί τα όνειρα δηλωτικά της παρείσφρησης του ναζισµού στην πλέον ενδόµυχη σφαίρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως γράφει στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου, «ο ναζιστής ηγέτης που είπε ότι µονάχα στον ύπνο του έχει κανείς ιδιωτική ζωή στη Γερµανία υποτίµησε το δίχως άλλο τις δυνατότητες του Τρίτου Ράιχ». Παράλληλα, υποθέτει και δείχνει µε την ερµηνεία της πως τα όνειρα εµπεριέχουν µια βαθιά κατανόηση του ολοκληρωτικού φαινοµένου και µάλιστα ότι ρίχνουν φως σε πτυχές και όψεις του ναζισµού που δεν είχαν καταστεί εντελώς φανερές, είτε λόγω του ότι το καθεστώς βρισκόταν ακόµη στα πρώιµα στάδιά του είτε εξαιτίας των αντιστάσεων της συνείδησης στην αναγνώριση µιας πραγµατικότητας που εδραζόταν στη µεθοδική διάλυση κάθε δυνατότητας συγκρότησης νοήµατος και διαµόρφωσης ενός κόσµου. Δεν είναι εξάλλου λίγες οι περιπτώσεις όπου, σχολιάζοντας κάποιο όνειρο, η συγγραφέας το συσχετίζει µε µεταγενέστερα συµβάντα.

Η Μπέραντ ταξινοµεί τα όνειρα που έχει επιλέξει σε κεφάλαια, µέσα από τα οποία έρχονται στην επιφάνεια συστατικές πλευρές του ναζιστικού καθεστώτος: η κατάλυση τόσο της δηµόσιας όσο και της ιδιωτικής σφαίρας, η γραφειοκρατία, η αποπροσωποποίηση και η θέληση του ανήκειν σε µια συµπαγή κοινότητα, ο ρατσιστικός αντισηµιτισµός, η σχέση σαγήνης µε τον Φύρερ. Σε αυτή την ταξινόµηση δεν προβαίνει µε αφετηρία ένα εξωτερικό προς τα όνειρα κριτήριο αλλά µε βάση κάποια κοινά στα όνειρα µοτίβα, που σαν να τα έλκουν τα µεν προς τα δε. Τα µοτίβα αυτά εκφράζονται µέσω µιας ποικιλίας εικόνων και γλωσσικών επινοηµάτων, την ποιητική αξία των οποίων η συγγραφέας υπογραµµίζει µε κάθε ευκαιρία. Η κατασκευή του βιβλίου δεν απαλείφει εξάλλου «τους ανθρώπους πίσω από τα όνειρα», για να παραφράσω µια έκφραση από την ανακοίνωση της έκθεσης που γίνεται εδώ στο Γκαίτε.[4]  Όπως φάνηκε, ελπίζω, από τα παραδείγµατα που ανέφερα προηγουµένως, η Μπέραντ λέει ποιος ή ποια ήταν εκείνος ή εκείνη που είδε το κάθε όνειρο. Η αίσθησή µου είναι πως αυτό δεν το κάνει µόνο ώστε να ικανοποιήσει το αίτηµα για µια όσο το δυνατόν καλύτερη ανάπλαση του συγκειµένου αλλά και προκειµένου να διατηρήσει τη µνήµη της ταυτότητας αυτών των ανθρώπων, έστω κι αν πολλοί από αυτούς είχαν ήδη πάρει, εκούσια ή ακούσια, τον δρόµο της αποπροσωποίησης και της απώλειας του εαυτού που οδηγούσε στον διαβόητο συγχρονισµό µε το καθεστώς. Όσο τυπικά κι αν είναι τα όνειρα, όσο κι αν µας επιτρέπουν «να αντλήσουµε συµπεράσµατα για τη λειτουργία» του πρώιµου Τρίτου Ράιχ, σύµφωνα µε τη διατύπωση της Μπέραντ, δεν παύουν να είναι τα όνειρα συγκεκριµένων ανθρώπων. Και τούτο, η συγγραφέας δεν το λησµονεί ούτε µας αφήνει να το λησµονήσουµε. Γιαυτό, δίνει και µε άλλους τρόπους τον λόγο στους ονειρευόµενους, είτε αφήνοντας κάποια όνειρα ασχολίαστα ή σχεδόν ασχολίαστα είτε παραθέτοντας την ερµηνεία που οι ίδιοι έδωσαν, για να πουν τι ήταν εκείνο που πυροδότησε το όνειρό τους ή τι δείχνει για τους ίδιους και για το ναζιστικό καθεστώς ή, µάλλον, για τη σχέση τους µε το ναζιστικό καθεστώς.

Παραθέτω το όνειρο που είδε το 1934 ένας οφθαλµίατρος και µέρος του σχολιασµού της Μπέραντ, όπου φαίνονται αρκετά καλά κάποια από τα προαναφερθέντα:

«‘Τα Τάγµατα Εφόδου φράζουν τα παράθυρα των νοσοκοµείων µε συρµατόπλεγµα. Έχω ορκιστεί να µην τους επιτρέψω να τοποθετήσουν συρµατόπλεγµα στη µονάδα µου. Και όµως δεν κάνω τίποτε για να το αποτρέψω! Στέκοµαι παράµερα, σαν την καρικατούρα ενός γιατρού, και τους κοιτάζω ν αφαιρούν τα τζάµια απτα παράθυρα και να µετατρέπουν τον θάλαµο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, περιφραγµένο µε συρµατόπλεγµα και, παρόλα αυτά, απολύοµαι. Ωστόσο, σύντοµα επαναπροσλαµβάνοµαι για να φροντίσω τον ίδιο τον Χίτλερ, µιας και είµαι ο µόνος άξιος στον κόσµο να τον θεραπεύσει. Και µολονότι καµαρώνω, βάζω τα κλάµατα από την ντροπή µου.’ […] Ο γιατρός χρησιµοποιεί από µόνος του για τον εαυτό του τη λέξη καρικατούρα’. Και, πράγµατι, τι άλλο είναι, αν όχι µια καρικατούρα σχεδιασµένη µε ανελέητη ακρίβεια από τη γραφίδα του ασυνείδητου Εγώ, στην προσπάθεια να συµβιβάσει τα ασυµβίβαστα; [στο όνειρό του] διακρίνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει στη σιωπηλή συνεργία ανάµεσα στην απραξία και στο έγκληµα. […] Αναφερόµενος στη λέξη συρµατόπλεγµα’ (Staheldraht), […] ο γιατρός είπε ότι […] είχε παλέψει απεγνωσµένα µαζί της [στο όνειρο]. Ωστόσο το µόνο που κατάφερε ήταν να την αναγραµµατίσει, σχηµατίζοντας διαδοχικά τις ασυνάρτητες λέξεις Krachelstaat και Drachelstaat […]. Χρειάστηκε να περάσουν κάµποσα χρόνια για να φτάσουµε στο 1938 και να γίνει πραγµατικότητα η ιστορία µε τα Τάγµατα Εφόδου και τα σπασµένα τζάµια, κατά τη διάρκεια της Νύχτας των Κρυστάλλων. Σε µία περίπτωση, οι λεπτοµέρειες µοιάζουν σχεδόν δανεισµένες από το όνειρο του οφθαλµίατρου. Όταν τα Τάγµατα Εφόδου έκαναν θρύψαλα όλες τις βιτρίνες των εβραϊκών καταστηµάτων, έσπασαν και την τζαµαρία στο µικροµάγαζο ενός τυφλού, σε κάποια δυτική συνοικία του Βερολίνου. Όσο για τον ιδιοκτήτη, τον έσυραν σηκωτό από το κρεβάτι και τον ανάγκασαν να περπατήσει ξυπόλητος στα σπασµένα γυαλιά. Εδώ βλέπουµε και πάλι ότι πολλά από τα όνειρα εκείνης της εποχής κινούνταν στη σφαίρα του δυνατού, ή µάλλον του αδύνατου, που σύντοµα έµελλε να γίνει πραγµατικότητα

Η µέριµνα της Μπέραντ να δώσει τον λόγο στα όνειρα και στα υποκείµενα που τα είδαν, να αφήσει το υλικό της να την καθοδηγήσει και έτσι να µιλήσει, στην ίδια και στους αναγνώστες της, µέριµνα την οποία θα χαρακτήριζα µια ηθική της ερµηνείας και της συγγραφής, διαφαίνεται κατά τη γνώµη µου και από τη θέση που καταλαµβάνει στο βιβλίο η αρεντιανή ανάλυση του ολοκληρωτισµού (η Μπέραντ ήταν φίλη της Άρεντ, µετέφρασε µάλιστα την Ανθρώπινη κατάσταση στα γερµανικά· υποθέτω εξάλλου ότι και η ίδια η χρήση της έννοιας του ολοκληρωτισµού συνιστά αρεντιανή επιρροή, δεδοµένου ότι στο προαναφερθέν άρθρο του 1943 η Μπέραντ δεν τη χρησιµοποιεί ακόµα). Την αρεντιανή ανάλυση, η Μπέραντ δεν τη χειρίζεται σαν ένα άκαµπτο ερµηνευτικό πλαίσιο, ένα καλούπι µε το οποίο θα περιόριζε τον πλούτο των ονείρων χαράζοντας έτσι και για τους αναγνώστες µία και µοναδική ερµηνευτική οδό. Υιοθετώντας τη δική της παροµοίωση για τα όνειρα, θα έλεγα ότι χειρίζεται την αρεντιανή ανάλυση σαν «σεισµογράφο», η ευαισθησία του οποίου τής επιτρέπει να πιάσει ορισµένα στοιχεία των ονείρων. Για παράδειγµα, είναι χάρη στην Άρεντ που η Μπέραντ ανιχνεύει µε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία την υπονόµευση των διανθρώπινων σχέσεων, την αµοιβαία καχυποψία και τη συναρτηµένη µε αυτές καχυποψία απέναντι στον ίδιο τον εαυτό που απαντά σε πολλά όνειρα. Την ίδια οικονοµία της ερµηνείας θα έτεινα να δω και στον τρόπο µε τον οποίο η Μπέραντ καθοδηγείται από τη λογοτεχνία για να ερµηνεύσει το υλικό της. Τις λογοτεχνικές αναφορές της Μπέραντ τις συζητά αρκετά διεξοδικά η Λεµποβισί. Από τη µεριά µου, θα ήθελα να σταθώ σε κάτι το οποίο πολύ πρόσφατα τράβηξε την προσοχή µου, τους τίτλους και τις προµετωπίδες των κεφαλαίων. Οι τίτλοι έχουν την εξής µορφή: µία πρόταση που δίνει το στίγµα των ονείρων του κεφαλαίου ακολουθείται από τον σύνδεσµο ήκαι µια φράση από κάποιο όνειρο. Όσο για τις προµετωπίδες, απαρτίζονται από σπαράγµατα δύο, στην πλειονότητα των περιπτώσεωναντληµένα από µυθιστορήµατα, ποιήµατα, θεωρητικά και άλλα κείµενα, η ακριβής πηγή των οποίων παραµένει ωστόσο κρυφή, µιας και δεν δίνεται παρά µόνο το όνοµα των συγγραφέων ο Κάφκα, ο Μπρεχτ, ο Γκαίτε, ο Έλιοτ και η Άρεντ αλλά και ο Χίµµλερ ή ο Φρανκ είναι κάποιοι από αυτούς. Στις σελίδες των τίτλων, οι αναγνώστες βρισκόµαστε λοιπόν ενώπιον ενός σχεδόν µπενγιαµινικού µοντάζ, προϊόν των συνειρµών της Μπέραντ, µοντάζ που οξύνει το βλέµµα µας ώστε να την ακολουθήσουµε, µε τους δικούς µας συνειρµούς, στο ζοφερό σύµπαν των Ονείρων στο Τρίτο Ράιχ. Δύο παραδείγµατα, από το τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο: «Γραφειοκρατικές τερατολογίες ή Τίποτε δεν µου δίνει πια χαρά’ –‘Μέχρι τώρα χρειαζόταν να κάνω τη δουλειά µε τα χέρια, µα από δω και µπρος η µηχανή θα δουλεύει από µόνη της.’ Φραντς Κάφκα –‘Σε τι καιρούς ζούµε, όπου είναι σχεδόν έγκληµα να µιλάς για δέντρα.’ Μπέρτολτ Μπρεχτ». «Ο καθηµερινός κόσµος τη νύχτα ή έτσι ώστε ούτε εγώ να καταλαβαίνω τον εαυτό µου’ –‘Δεν υπάρχει τίποτε το συγκαλυµµένο που δεν θα ξεσκεπαστεί και τίποτε το κρυφό που δεν θα µαθευτεί. Αντίθετα, όσα είπατε στο σκοτάδι, θα ακουστούν στο φως· ακόµα και όσα κατιδίαν ψιθυρίσατε ο ένας στο αυτί του άλλου, θα διαλαληθούν από τα δώµατα.’ Ευαγγελιστής Λουκάς –‘Δεν υπήρχε τρόπος να µάθεις αν σε παρακολουθούσαν την κάθε δεδοµένη στιγµή. Ήταν µάλιστα πιθανό ότι παρακολουθούσαν ανά πάσα στιγµή τους πάντες. Μάθαινες να ζεις ζούσες, από µια συνήθεια που σου είχε γίνει ένστικτο– µε την υποψία ότι κρυφάκουγαν κάθε ήχο που έβγαζες, ότι ήλεγχαν την κάθε σου κίνηση.’ Τζωρτζ Όργουελ».

Κλείνοντας, θα ήθελα να προτείνω έναν συσχετισµό που ελπίζω ότι δεν θα φανεί ως υπερερµηνεία ή ερµηνευτική βία (και που µου φαίνεται ότι υποβαστάζει και τον πρόλογο της Λεµποβισί): αν για τον Φρόυντ τα όνειρα είναι η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο, για την Μπέραντ είναι µία οδός τόσο προς την αποκάλυψη της παρείσφρησης του ναζισµού στον ψυχισµό όσο και προς τον εντοπισµό πλευρών του ναζισµού τις οποίες πιθανότατα καµία θεωρία δεν θα ήταν σε θέση να φέρει στο φως. Χρησιµοποιώντας τον τίτλο του magnum opus του Φρόυντ, θα πρόσθετα ότι τα Όνειρα στο Τρίτο Ράιχ είναι µια πολιτική ερµηνεία των ονείρων που διαβάζεται ως γενική αντικειµενική καθώς και ως γενική υποκειµενική: τα όνειρα προσφέρονται για πολιτική ερµηνεία και γνώση αλλά και προσφέρουν ερµηνεία και γνώση της πολιτικής ή της καταστροφής της, αν δεχθούµε την αρεντιανή προσέγγιση σύµφωνα µε την οποία ο ολοκληρωτισµός δεν συνιστά εκδήλωση υπερπολιτικοποίησης αλλά καταστροφή των ίδιων των συνθηκών δυνατότητας της πολιτικής. Καταυτή την έννοια, προϋπόθεση της εργασίας της Μπέραντ (της συλλογής και καταγραφής των ονείρων και της συγγραφής του βιβλίου) είναι η κοντινή στο φροϋδικό πνεύµα αναγνώριση του ασυνειδήτου και του βασικού του µορφώµατος ως φορέων γνώσης. Όπως άλλωστε ανέφερα στην αρχή, ήταν κατά τη στιγµή της αφύπνισης έπειτα από ένα τροµακτικό όνειρο, µεταξύ ύπνου και ξύπνιου όπως λέµε, που η Μπέραντ δέχθηκε εκείνη την αιφνίδια επίσκεψη της σκέψης να συλλέξει τα όνειρα –«the thought 7 occurred to me», γράφει στο άρθρο της. Και από πού αλλού θα µπορούσε να έρχεται αυτή η πρωτότυπη σκέψη, που οδήγησε έπειτα από µερικές δεκαετίες σε αυτό το πρωτότυπο βιβλίο, αν όχι από το ασυνείδητο;

[1] Ch. Beradt, «Dreams under dictatorship», Free World, Οκτώβριος 1943, σ. 333. http://www.unz.org/Pub/FreeWorld-1943oct-00333. Το απόσπασµα αυτό βρίσκεται και στην  προµετωπίδα της εισαγωγής τής Λεµποβισί.

[2] Βλ. V. Klemperer, LTI. La langue du IIIe Reich. Carnets d’un philologue, γαλ. µτφρ. E. Guillot, προλ. S. Combe, επίµετρο A. Brossat, Albin Michel, Παρίσι 1996.

[3] V. Klemperer, Je veux témoigner jusqu’au bout. Journal 1942-1945, γαλ. µτφρ. G. Riccardi, M. Kiintz-Tailleur, J. Tailleur, Seuil, Παρίσι 2000, σ. 471 (8.4.1944).

[4] «Η Έκθεση αποτελεί ευκαιρία συναρπαστικής γνωριµίας µε τους ‘ανθρώπους πίσω από τις φωνές’».

The post Μια πολιτική ερµηνεία των ονείρων στο Τρίτο Ράιχ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/09/16/mia-politiki-er-ineia-ton-oneiron-trito-raich/feed/ 0 17302
Για τα ροζ και τα μαύρα τρίγωνα https://www.aftoleksi.gr/2024/01/24/ta-roz-ta-mayra-trigona/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=ta-roz-ta-mayra-trigona https://www.aftoleksi.gr/2024/01/24/ta-roz-ta-mayra-trigona/#respond Wed, 24 Jan 2024 15:45:56 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15367 Με αφορμή την επικείμενη ΔΙΕΘΝΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ (27/01), δεν ξεχνούμε την καταπίεση και τις διώξεις στις οποίες υπόκεινται διαχρονικά οι άνθρωποι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. ΓΙΑ ΤΑ ΡΟΖ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΡΙΓΩΝΑ (διαβάζουμε από την ομάδα Ψυχική υγεία χωρίς στίγμα “Orlando LGBT+”) Θυμόμαστε τη ναζιστική θηριωδία. Και ακόμα θυμόμαστε ότι η αναγνώριση και θέσπιση [...]

The post Για τα ροζ και τα μαύρα τρίγωνα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Με αφορμή την επικείμενη ΔΙΕΘΝΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ (27/01), δεν ξεχνούμε την καταπίεση και τις διώξεις στις οποίες υπόκεινται διαχρονικά οι άνθρωποι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

ΓΙΑ ΤΑ ΡΟΖ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΡΙΓΩΝΑ

(διαβάζουμε από την ομάδα Ψυχική υγεία χωρίς στίγμα “Orlando LGBT+”)

Θυμόμαστε τη ναζιστική θηριωδία. Και ακόμα θυμόμαστε ότι η αναγνώριση και θέσπιση της μνήμης για κάποια από τα χιλιάδες θύματα του ολοκαυτώματος άργησε μερικές δεκαετίες.

Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα βρέθηκαν και βασανίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης φορώντας ροζ και μαύρα τρίγωνα: ροζ για τους γκέι άνδρες και μαύρα, ένδειξη των “αντικοινωνικών”, για λεσβίες γυναίκες / γυναίκες που δεν ακολουθούσαν τα ετεροκανονικά πρότυπα κοινωνικής προσαρμογής και αναπαραγωγής – καθώς η αναγνώριση των αντικοινωνικών γυναικών γινόταν κυρίως στη βάση της αδυναμίας / μη επιθυμίας αναπαραγωγής εκ μέρους τους και όχι τόσο στη βάση της (ομόφυλης) σεξουαλικότητάς τους που παρέμενε αορατοποιημένη. Άλλωστε στην κατηγορία των αντικοινωνικών βρίσκονταν επίσης σεξεργάτριες, άτομα με προκλήσεις ψυχικής υγείας, νοητικά ανάπηρα άτομα, άστεγα, χρήστες-τριες και συχνά Ρομά (όταν λόγω της διασταύρωσης με κάτι από τα παραπάνω δεν κατατάσσονταν απευθείας στην ομάδα των καφέ τριγώνων). Μέσα σε ροζ και μαύρα τρίγωνα βρίσκονταν φυσικά και τρανς άτομα, αφού η ταυτότητα φύλου δεν αναγνωριζόταν ακόμα ως αυτόνομη έννοια στο κοινωνικό discourse.

Οι γκέι άνδρες ήταν μια από τις ομάδες που βίωσε τη συνέχιση του εξευτελισμού και της παραβίασης και μετά τον ακραίο βασανισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα. Όσοι κατάφεραν να βγουν από αυτά ζωντανοί οδηγήθηκαν στις αστικές ποινικές φυλακές, αφού η ομοφυλοφιλία παρέμεινε ποινικό αδίκημα στη Γερμανία μέχρι περίπου το 1960.

Συνολικά η επίσημη αναγνώριση των ΛΟΑΤΚΙ+ θυμάτων της θηριωδίας δεν έγινε μέχρι και το 1980.

Το συλλογικό τραύμα του ολοκαυτώματος -γενικά, αλλά και ειδικά για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα- είναι ακόμα υπό επεξεργασία.

Ταυτόχρονα, είναι κομμάτι της συλλογικής μας ιστορίας που χρειάζεται να εντάσσουμε στις επεξεργασίες και τις καταγραφές μας.

Σήμερα μιλάμε για νεοναζισμό, μεταφασισμό, ακροδεξιά και alt-right. Όσο χρειάζεται να θυμόμαστε ότι το γεγονός του ολοκαυτώματος δεν επιδέχεται συγκρίσεων και σχετικοποιήσεων, τόσο είναι απαραίτητο να αναγνωρίζουμε και να επεξεργαζόμαστε τις μορφές που παίρνει σήμερα ο νεοφασισμός και η alt-right.

Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν ακόμα φωνές αποκλεισμού όσων δεν εκπληρώνουν τα ετεροκανονικά πρότυπα και όσων δεν ακολουθούν τις αρχές αναπαραγωγής του έθνους. Στις Η.Π.Α είχαμε Πρόεδρο τον Τραμπ και στην Ελλάδα υποστηρικτές του μέσα στην τωρινή κυβέρνηση.

Η Χρυσή Αυγή δικάζεται σε δεύτερο βαθμό αφού βασάνισε, δολοφόνησε και βρέθηκε νομιμοποιημένη στη Βουλή. Ο καθημερινός εκφασισμός της διπλανής πόρτας, η “κοινοτοπία του κακού” δολοφονεί στο δρόμο -τον Ζακ, τον Σαμπάνη, τον Φραγκούλη, και πόσα ακόμα άτομα μένουν χωρίς ονόματα, όπως αυτά που πνίγονται στο Αιγαίο των επαναπροωθήσεων.

Ξέρουμε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι δεδομένα.

Το Ολοκαύτωμα είναι κομμάτι της ιστορίας και ως εκ τούτου ενεργό μάθημα για το τώρα και το αύριο. Ενέχει όλη τη θεωρία του ναζισμού αλλά δεν προσφέρεται για ρομαντικές θεωρητικοποιήσεις και αναχρονισμούς.

Με σύμμαχο την ιστορική μνήμη, έχουμε τις σημερινές προκλήσεις να αντιμετωπίσουμε.

Ως ΛΟΑΤΚΙ/κουήρ άτομα επανοικειοποιούμαστε τα ροζ και μαύρα τρίγωνα που μας καρφιτσώθηκαν βίαια, και τα κάνουμε συνειδητά μέρος των αγώνων και των διεκδικήσεών μας για ισότητα και αντιφασισμό.

Ποτέ ξανά.

Διαβάζουμε από το Eastern Illinois University:

Η ιστορία του ροζ τριγώνου ξεκινά πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία. Η παράγραφος 175, μια ρήτρα του γερμανικού νόμου που απαγορεύει τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, αναθεωρήθηκε από τον Χίτλερ το 1935 για να συμπεριλάβει φιλιά, αγκάλιασμα και φαντασιώσεις ομοφυλοφίλων καθώς και σεξουαλικές πράξεις. Οι καταδικασθέντες — περίπου 25.000 περίπου από το 1937 έως το 1939 — στάλθηκαν στη φυλακή και αργότερα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ποινή τους ήταν η στείρωση και αυτό τις περισσότερες φορές γινόταν με ευνουχισμό. Το 1942 η τιμωρία του Χίτλερ για ομοφυλοφιλία επεκτάθηκε μέχρι θανάτου.

Κάθε κρατούμενος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης φορούσε ένα έγχρωμο ανεστραμμένο τρίγωνο για να προσδιορίσει τον λόγο της φυλάκισής του, και ως εκ τούτου ο χαρακτηρισμός χρησίμευε επίσης για να σχηματίσει ένα είδος κοινωνικής ιεραρχίας μεταξύ των κρατουμένων. Ένα πράσινο τρίγωνο σημάδεψε τον χρήστη του ως κανονικό εγκληματία. Ένα κόκκινο τρίγωνο υποδήλωνε έναν πολιτικό κρατούμενο. Δύο κίτρινα τρίγωνα που επικαλύπτονται για να σχηματίσουν ένα αστέρι του Δαβίδ υποδήλωναν τον Εβραίο κρατούμενο. Το ροζ τρίγωνο ήταν για τους ομοφυλόφιλους. Ένα κίτρινο αστέρι του Δαβίδ κάτω από ένα επάλληλο ροζ τρίγωνο σήμανε τον χαμηλότερο από όλους τους κρατούμενους — έναν ομοφυλόφιλο Εβραίο.

Οι ιστορίες των στρατοπέδων απεικονίζουν ομοφυλόφιλους κρατούμενους να τους ανατίθενται τα χειρότερα καθήκοντα και έργα. Οι κρατούμενοι με ροζ τρίγωνο βρίσκονταν επίσης αναλογικά στο μεγάλο επίκεντρο των επιθέσεων από τους φρουρούς και ακόμη και από άλλους κρατούμενους.

Αν και σύμφωνα με τις αναφορές, οι ομοφυλόφιλοι κρατούμενοι δεν μεταφέρθηκαν μαζικά στα στρατόπεδα θανάτου στο Άουσβιτς, ένας μεγάλος αριθμός ομοφυλόφιλων ανδρών ήταν μεταξύ των μη Εβραίων που σκοτώθηκαν εκεί. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των ομοφυλόφιλων ανδρών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος κυμαίνονται από 50.000 έως το διπλάσιο. Όταν τελικά τελείωσε ο πόλεμος, αμέτρητοι ομοφυλόφιλοι παρέμειναν αιχμάλωτοι στα στρατόπεδα, επειδή η παράγραφος 175 παρέμεινε νόμος στη Δυτική Γερμανία μέχρι την κατάργησή της το 1969.

Στη δεκαετία του 1970, ομάδες απελευθέρωσης των ομοφυλοφίλων ανέστησαν το ροζ τρίγωνο ως δημοφιλές σύμβολο για το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Όχι μόνο το σύμβολο αναγνωρίζεται εύκολα, αλλά εφιστά την προσοχή στην καταπίεση και τη δίωξη — τότε και τώρα. Στη δεκαετία του 1980, οι ACT-UP (AIDS Coalition To Unleash Power) άρχισαν να χρησιμοποιούν το ροζ τρίγωνο για τον σκοπό τους. Ανέστρεψαν το σύμβολο, δείχνοντάς το προς τα πάνω, για να υποδηλώσει μια ενεργή αντεπίθεση παρά μια παθητική παραίτηση από τη μοίρα. Σήμερα, για πολλούς το ροζ τρίγωνο αντιπροσωπεύει την υπερηφάνεια, την αλληλεγγύη και την υπόσχεση ότι δεν θα επιτρέψουμε ποτέ να ξανασυμβεί ένα άλλο Ολοκαύτωμα.

Όπως το ροζ τρίγωνο, έτσι και το μαύρο τρίγωνο έχει τις ρίζες του στη ναζιστική Γερμανία. Αν και οι λεσβίες δεν συμπεριλήφθηκαν στην απαγόρευση της ομοφυλοφιλίας στην παράγραφο 175, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι το μαύρο τρίγωνο χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει κρατούμενους με αντικοινωνική συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ναζιστική ιδέα της γυναικείας ζωής επικεντρωνόταν στα παιδιά, την κουζίνα και την εκκλησία, οι φυλακισμένες του μαύρου τριγώνου μπορεί να αφορούσαν λεσβίες, ιερόδουλες, γυναίκες που αρνούνταν να κάνουν παιδιά και γυναίκες με άλλα «αντικοινωνικά» χαρακτηριστικά. Καθώς το ροζ τρίγωνο είναι ιστορικά ανδρικό σύμβολο, το μαύρο τρίγωνο έχει παρομοίως ανακτηθεί από λεσβίες και φεμινίστριες ως σύμβολο υπερηφάνειας και αλληλεγγύης.

Συχνά λέγεται ότι το μπορντό τρίγωνο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των τρανσέξουαλ κρατουμένων.

The post Για τα ροζ και τα μαύρα τρίγωνα first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2024/01/24/ta-roz-ta-mayra-trigona/feed/ 0 15367
Μικρό αφιέρωμα στην “εκφυλισμένη τέχνη” https://www.aftoleksi.gr/2023/12/09/pos-niotheis-zontanos-mikro-afieroma-stin-ekfylismeni-techni/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=pos-niotheis-zontanos-mikro-afieroma-stin-ekfylismeni-techni https://www.aftoleksi.gr/2023/12/09/pos-niotheis-zontanos-mikro-afieroma-stin-ekfylismeni-techni/#respond Sat, 09 Dec 2023 07:00:55 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=15072 (της Γεωργίας Κανελλοπούλου) [Ο Jacques Gotko ήταν εβραίος ζωγράφος που γεννήθηκε στην Οδησσό και μεγάλωσε στη Γαλλία. Οι ναζί χαρακτήρισαν το σύνολο του έργου του “εκφυλισμένη τέχνη” και κατέστρεψαν όλους τους πίνακες του που βρήκαν στο στούντιο του ή αλλού. Το 1941 τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σε διάφορα στρατόπεδα, με τελευταίο το Άουσβιτς όπου [...]

The post Μικρό αφιέρωμα στην “εκφυλισμένη τέχνη” first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Jacques Gotko ήταν εβραίος ζωγράφος που γεννήθηκε στην Οδησσό και μεγάλωσε στη Γαλλία. Οι ναζί χαρακτήρισαν το σύνολο του έργου του “εκφυλισμένη τέχνη” και κατέστρεψαν όλους τους πίνακες του που βρήκαν στο στούντιο του ή αλλού. Το 1941 τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σε διάφορα στρατόπεδα, με τελευταίο το Άουσβιτς όπου εκτελέστηκε το 1943. Είχαν προηγηθεί οι εκτελέσεις της αδερφής και της μητέρας του. Θα έλεγε κανείς πως τον εξαφάνισαν από τη ζωή, από την τέχνη, από τη μνήμη. Ο Jacques Gotko όμως, έβρισκε τρόπους να ζωγραφίζει μέσα στα γκέτο και στα στρατόπεδα. Έφτιαξε έτσι νέα έργα, που τα διέσωσαν συγκρατούμενοι του και σήμερα εκτίθενται στο Ghetto Fighters’ House στο Ισραήλ και στο Μουσείο Σύγχρονης Ιστορίας στο Παρίσι. Νομίζω πως μπορούμε να απομονώσουμε από τους Αιρετικούς του Λεονάρδο Παδούρα, μια απλή, πολύ κοινή, πολύ σπουδαία φράση, και να την αφιερώσουμε στον Jacques Gotko: – πώς νιώθεις; – ζωντανός.]

 Τι ήταν λοιπόν η «εκφυλισμένη τέχνη»; Ποιος έκρινε τι ανήκε σ’ αυτή και τι όχι; Τι έπαθαν τα έργα που χαρακτηρίστηκαν έτσι και οι δημιουργοί τους; Και τι στάση κράτησε ο απλός κόσμος απέναντι σ’ αυτό το έγκλημα;

Το ναζιστικό καθεστώς δυσφήμησε την τέχνη που ήταν ασύμβατη με την ιδεολογία του ονομάζοντας την «εκφυλισμένη». Ο Χίτλερ ήταν ριζικά αντίθετος στον μοντερνισμό και καταδίωξε όλες τις σύγχρονες καλλιτεχνικές τάσεις. Επιπλέον, επιβλήθηκαν απαγορεύσεις σε έργα και εκθέσεις εβραίων και κομμουνιστών ή αντικαθεστωτικών καλλιτεχνών. Στις αρχές του 1933 έγινε στη Δρέσδη μια έκθεση με τίτλο «Εκφυλισμένη Τέχνη». To 1937, όταν πια είχαν είχαν κατασχεθεί πάρα πολλά έργα από τα γερμανικά μουσεία, ο υποτιμητικός ορισμός επανήλθε και έγινε τίτλος στην επόμενη, πολύ μεγαλύτερη, έκθεση στο Μόναχο. Πολλά έργα ήταν κρεμασμένα στραβά ή ανάποδα, υπήρχαν προσβλητικά γκράφιτι στους τοίχους, μια αίθουσα με έργα αφηρημένης τέχνης είχε τον τίτλο ««αίθουσα παραφροσύνης». Η έκθεση ταξίδεψε και σε άλλες γερμανικές πόλεις ως το 1941. Την παρακολούθησαν πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Περνούσαν μπροστά από τα αριστουργήματα του Μαξ Μπέκμαν, του Καντίνσκι, του Κίρχνερ, του Ότο Ντιξ, και τα χλεύαζαν, τα έφτυναν, ναι, τα έφτυναν.

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ αυτοκτόνησε το 1938, λίγο πριν η ναζιστική Γερμανία προσαρτήσει την Ελβετία, όπου ο Κίρχνερ είχε καταφύγει από το 1917, όταν έπαθε νευρικό κλονισμό από τα όσα έζησε στον α παγκόσμιο πόλεμο. Είχε προηγηθεί η καταστροφή, κλοπή, παράνομη πώληση, τουλάχιστον 600 έργων του από τους ναζί, και φυσικά η ένταξή του στους εκφυλισμένους καλλιτέχνες. 25 έργα του εκτέθηκαν στην έκθεση “εκφυλισμένης τέχνης” του Μονάχου. “Το μεγαλύτερο βάρος από όλα είναι η καταπίεση του πολέμου και η αυξανόμενη επιπολαιότητα. Μου δίνει ακατάπαυστα την εντύπωση ενός αιματηρού καρναβαλιού. Νιώθω σαν το αποτέλεσμα να είναι στον αέρα και όλα είναι αναποδογυρισμένα… Παράλληλα, προσπαθώ να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να δημιουργήσω μια εικόνα της εποχής μέσα από τη σύγχυση της, που είναι τελικά η δουλειά μου.”]

 Δείτε πώς περιγράφει το θέμα ο Νταβίντ Φενκινός στο βιβλίο του «Σαρλότ» (βιβλίο για τη  Σαρλότ Σαλομόν, την εβραία ζωγράφο που εκτελέστηκε στο θάλαμο αερίων στο Άουσβιτς, 26 χρονών έγκυος, πρόλαβε όμως να σώσει τα έργα της κρύβοντάς τα, χίλια επτακόσια έργα που έγιναν γνωστά πολλές δεκαετίες αργότερα).

“Οι ναζί αποφάσισαν να χτυπήσουν και τους ζωγράφους.

Πρέπει να ξεριζωθεί η μοντέρνα τέχνη.

Πώς τολμούν να ζωγραφίζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από ξανθούς χωρικούς;

Πρέπει να δοξάζουν τους αθλητές, να δίνουν αξία στη δύναμη και την αρρενωπότητα.

Κι οπωσδήποτε, όχι στα βασανισμένα, συστρεφόμενα, στοιχειωμένα κορμιά του Μπέκμαν.

Τι φρίκη αυτός ο καλλιτέχνης, αντιπροσωπεύει την ίδια την ουσία της εκφυλισμένης τέχνης.

Ο Μαξ Μπέκμαν, γερμανική ιδιοφυία,

αποφασίζει να εκπατριστεί το 1937.

Αμέσως μόλις άκουσε το λόγο του Χίτλερ στο Μόναχο:

Τι παράγετε;

συστρεφόμενους ανάπηρους και κρετίνους.

Γυναίκες που εμπνέουν μόνον αηδία.

Άνδρες που μοιάζουν πιο πολύ με ζώα παρά με ανθρώπους.

Παιδιά, που αλλοίμονό μας αν υπήρχαν τέτοια…

Θα θεωρούνται αμέσως θεϊκή κατάρα!”

Προσδιορισμένη έτσι, η εκφυλισμένη τέχνη βρίσκεται

στο κέντρο μιας μεγάλης ρετροσπεκτίβας.

Πρέπει να δείξουν ότι απαγορεύεται να αγαπούν.

Να εκπαιδεύσουν το μάτι, να διαμορφώσουν το γούστο.

Και κυρίως: να υποδείξουν τους ενόχους της παρακμής.

Τιμητική θέση μεταξύ τους κατέχουν ο Μαρκ Σαγκάλ,

ο Μαξ Ερνστ και ο Όττο Ντιξ.

Πλήθος μαζεύεται να φτύσει την εβραίικη τέχνη.

Μετά τα καμένα βιβλία, οι πίνακες σκεπάζονται από ροχάλες.”

[…]

Τζορτζ Γκρος άλλαξε το μικρό του όνομα από Γκεοργκ σε Τζορτζ ως αντίδραση στον γερμανικό εθνικισμό, από το 1916. Στα έργα του περνάνε πόρνες και μαστροποί, χαρτοπαίκτες και αλκοολικοί, ο χριστός με αντιασφυξιογόνα μάσκα (συνελήφθη γι’ αυτό), πολεμοκάπηλοι και ανάπηροι πολέμου, περιθώριο και άρχουσα τάξη, πολίτες διεφθαρμένοι εξίσου από τη φτώχεια ή από τον πλούτο. Οι άνθρωποι έχουν κι οι ίδιοι ευθύνη για την κατάντια τους, αυτό ζωγραφίζει ο Γκρος. O πίνακάς του Πυλώνες της κοινωνίας, του 1926, απεικονίζει τον φασίστα δικαστή με τη σβάστικα στη γραβάτα, έναν εκπρόσωπο του ακροδεξιού τύπου, έναν βουλευτή με σκουπίδια στο κεφάλι του, έναν παπά και έναν στρατιωτικό που δέρνει πίσω πίσω. Ο τίτλος παραπέμπει στο έργο του Ίψεν “τα στηρίγματα της κοινωνίας”, του 1877. Φυσικά τα έργα του χαρακτηρίστηκαν “εκφυλισμένη τέχνη”. Ο ίδιος, βαθιά αντιφασίστας, πρώην σπαρτακιστής, πολλάκις συλληφθείς, είχε προλάβει να φύγει για τις ΗΠΑ από το 1932.]

Τα κριτήρια για να χαρακτηριστεί ένα έργο “εκφυλισμένη τέχνη” ήταν ομιχλώδη, και οι επιτροπές στις οποίες ανατέθηκαν οι κατασχέσεις έλαβαν πολλές αυθαίρετες αποφάσεις. Έτσι, ο γλύπτης Rudolf Belling βρέθηκε να «συμμετέχει» με έργα του και στην έκθεση εκφυλισμένης τέχνης και σε μία ταυτόχρονη έκθεση «καλής» τέχνης που γινόταν επίσης στο Μόναχο, για να δείξει τη διαφορά, να δείξει ποια είναι η τέχνη η σωστή για τους ναζί. Το βέβαιο είναι πως στην πρώτη γραμμή των “εκφυλισμένων καλλιτεχνών” βρέθηκαν, εκτός των εβραίων ζωγράφων, εκείνοι που αποτύπωσαν όπως κανένας άλλος στον κόσμο τον πόλεμο, τις συνέπειες του, την ευθύνη της κοινωνίας, καταφέρνοντας όμως να μην αισθητικοποιήσουν ούτε στιγμή την αθλιότητα. Σαν να προσπαθούσαν από το 1920 ο Ντιξ, ο Γκρος, ο Μπέκμαν, ο Κίρχνερ και όλοι οι άλλοι  να προειδοποιήσουν με τη ζωγραφική τους για την άλλη, την πιο μεγάλη φρίκη που ερχόταν.

Gert Heinrich Wollheim είχε μια μυθιστορηματική ζωή. Πολέμησε στον α παγκόσμιο πόλεμο και, όπως οι περισσότεροι στρατιώτες αυτού του πολέμου, επέστρεψε με μια δόση υγιούς τρέλας. Έφτιαξε τότε έναν πίνακα, τον Τραυματία, που θεωρείται ένας από τους πιο σκληρούς πίνακες όλων των εποχών και μάλλον γι’ αυτό έκανε και μια γκεστ εμφάνιση στην ταινία Η σιωπή των αμνών ως σχέδιο του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Οι πίνακες του Wollheim φυσικά χαρακτηρίστηκαν από τους ναζί εκφυλισμένοι και πολλοί καταστράφηκαν. Ο ίδιος το ‘σκασε στη Γαλλία όπου συμμετείχε στην αντίσταση, τον συνέλαβαν, τον έκλεισαν σε διάφορα στρατόπεδα, και εντέλει με τη βοήθεια μιας χωρικής διέφυγε και κατέληξε στην Νέα Υόρκη.]

Είχα διαβάσει κάπου πως όλη η ιστορία της “εκφυλισμένης τέχνης” πυροδοτήθηκε, δεν ξέρω με ποιον τρόπο εννοούσαν, από μια γυναίκα: τη Leoni (στον ομότιτλο πίνακα του Ότο Ντιξ) που στην έκθεση “εκφυλισμένης τέχνης” μετονομάστηκε από τον μηχανισμό του Γκαίμπελς σε “Dirnkopf”,”Το κεφάλι μιας πόρνης”. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Leoni είναι μια πόρνη και οι πόρνες διάβρωναν το αίμα και την κουλτούρα των γερμανών. Η γυναίκα του τρίτου Ράιχ έπρεπε να κρατάει και να θηλάζει παιδιά, αφού η μητρότητα θεωρούνταν εθνική υπηρεσία. Η “νέα γυναίκα” της Βαϊμάρης που δούλευε εκτός σπιτιού, έπινε, κάπνιζε, είχε σεξουαλική ζωή, έκοβε τα μαλλιά της και φορούσε φούστες πάνω από το γόνατο, απλώς εξαφανίστηκε. Τώρα, υπήρχε μόνο η αγία οικογένεια με τα ξανθά μαλλιά και μια μάνα χωρίς διακριτά ατομικά χαρακτηριστικά, απλώς εκεί. Αυτή την ιδεολογία έπρεπε να υπηρετεί η «σωστή» τέχνη λοιπόν.

[Σε όλη τη ζωή του ο Όττο Ντιξ διωκόταν για το έργο του από τους φασίστες και τους ηθικολόγους. Οι πίνακες του Prague Street (όπου μπροστά απ’ το καροτσάκι ενός αναπήρου φαίνεται το φυλλάδιο με τίτλο “Έξω οι Εβραίοι!”, ενώ οι βιτρίνες του καταστήματος  εμπορεύονται ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος), οι Ανάπηροι πολέμου, ο Πωλητής σπίρτων, ανάγκαζαν την κοινωνία να κοιταχτεί στον καθρέφτη, και να πάρει θέση, κι αυτό τους ενοχλούσε. Ο πίνακας του “Το χαράκωμα” προκάλεσε τόσο σάλο που το μουσείο Wallraf-Richartz που τον φιλοξενούσε τον έκρυψε πίσω από μια κουρτίνα. Λίγο μετά, το 1925, απέλυσαν τον διευθυντή του μουσείου (παρά τη χρήση κουρτίνας) και αργότερα (και) αυτός ο πίνακας βρέθηκε στην έκθεση “εκφυλισμένης τέχνης” των ναζί.  Οι ναζί κατάσχεσαν συνολικά 200 έργα του, κάποια από τα οποία συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση του Μονάχου. Πολλά τα έκαψαν. Ο ίδιος αποσύρθηκε στην ύπαιθρο και βυθίστηκε σε μια εσωτερική εξορία.]

20.000 έργα απομακρύνθηκαν από τα γερμανικά μουσεία. Κάποια τα πούλησαν σε άλλες χώρες, κάποια τα κατέστρεψαν για κάποια αγνοούμε την τύχη τους. Είναι γνωστό πως έκαψαν 5.000 έργα. Υπολογίζεται, ότι οι ναζί λεηλάτησαν περίπου το 20 τοις εκατό όλης της τέχνης που έγινε ποτέ. Το 1945 αμερικανικά στρατεύματα εντόπισαν 12.000 έργα τέχνης κρυμμένα σε ορυχείο στην Αυστρία. Στα μουσεία έμειναν κενά, πολλά από αυτά υπάρχουν ακόμα. Τρύπες που χάσκουν με αναίδεια, και θυμίζουν τα τρία εκατομμύρια ανθρώπους που έφτυναν πίνακες ζωγραφικής, γράφοντας μια από τις πιο άθλιες στιγμές της ιστορίας της τέχνης, όπου το άτομο έγινε πλήθος κι έχασε κάθε αίσθηση του καλού, του κακού, ακόμα και του όμορφου, σίγουρα του δικαιώματος μας να αναπαριστούμε τον κόσμο όπως τον νιώθουμε κι όχι όπως (εξ)υπηρετεί την εξουσία .

Ο Τόμας Μαν το είχε κλείσει σε μια πρόταση όλο:

“Η ανοχή γίνεται έγκλημα όταν εφαρμόζεται στο κακό.”

 Πηγές

  1. Κατάλογος της έκθεσης “The Art of Society 1900 – 1945”, Νέα Πινακοθήκη του Βερολίνου
  2. Ομάδα facebook Degenerate Art
  3. Βιβλίο «Σαρλότ» του Νταβίντ Φενκινός, Μτφρ. VARON-VASSARD ODETTE, Εκδ. Εστία
  4. https://www.art22.gr/ άρθρο «Η λεηλασία του Χίτλερ και η δύναμη της Τέχνης»
  5. https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/degenerate-art-1

Δείτε:

  1. Ταινία «Μη χαμηλώνεις το βλέμμα» του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, 2019
  2. Ντοκιμαντέρ «Χίτλερ εναντίον Πικάσο και των Άλλων» του Claudio Poli

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι από την έκθεση “εκφυλισμένης τέχνης”, και μία από την αποθήκη Schloss Niederschoenhausen, με πίνακες των Βαν Γκογκ, Ανρί Ματίς, Πικάσο, που έχουν κατασχεθεί ως “εκφυλισμένοι”.

Οι πίνακες του άρθρου είναι, με τη σειρά που τους βλέπουμε:

  1. Jacques Gotko: Despite Everything
  2. Ernst Ludwig Kirchner: Potsdammer Platz, 1914
  3. Max Beckmann: The Night 1919
  4. George Grosz: The Pillars of Society 1926
  5. Gert Heinrich Wollheim: Walking girl, 1921
  6. Otto Dix: Leoni, 1923
  7. Otto Dix: Pprager street, 1920

The post Μικρό αφιέρωμα στην “εκφυλισμένη τέχνη” first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/12/09/pos-niotheis-zontanos-mikro-afieroma-stin-ekfylismeni-techni/feed/ 0 15072
Ένα λυπημένο πρόσωπο από το Παντόλσκ https://www.aftoleksi.gr/2023/12/02/lypimeno-prosopo-to-pantolsk/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=lypimeno-prosopo-to-pantolsk https://www.aftoleksi.gr/2023/12/02/lypimeno-prosopo-to-pantolsk/#respond Sat, 02 Dec 2023 07:00:31 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=14968 (της Γεωργίας Κανελλοπούλου) Όταν ο Χάινριχ Μπελ έγραψε το διήγημα “Το Λυπημένο μου Πρόσωπο” ήθελε να στηλιτεύσει τον ολοκληρωτισμό του ναζιστικού καθεστώτος. Νομίζω πως το κατάφερε και μόνο μέσα σ΄ αυτή τη μικρή παράγραφο: “Και μου ‘ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε [...]

The post Ένα λυπημένο πρόσωπο από το Παντόλσκ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Όταν ο Χάινριχ Μπελ έγραψε το διήγημα “Το Λυπημένο μου Πρόσωπο” ήθελε να στηλιτεύσει τον ολοκληρωτισμό του ναζιστικού καθεστώτος. Νομίζω πως το κατάφερε και μόνο μέσα σ΄ αυτή τη μικρή παράγραφο:

“Και μου ‘ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο μου πρόσωπο. Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας, είμαι μετά αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.”

Η μανία της εξουσίας όχι μόνο να δέχεσαι, όχι μόνο να ανέχεσαι, όχι μόνο να μη μιλάς, ούτε καν μόνο να δείχνεις αλλά και να είσαι ευτυχισμένος με τα τερτίπια της, με τον κόσμο που έχει διαμορφωθεί γύρω σου, με τη μιζέρια ή με τα φώτα του θεάματος, με το μέρος που ζεις, τη δουλειά που κάνεις, τη μουσική που παίζουν τα μεγάφωνα το βράδυ των χριστουγέννων, τη διαδρομή σου μέχρι το σπίτι, το ίδιο το σπίτι, τα απέναντι σπίτια, αυτή η μανία μπορεί να γίνει ένας ύπουλος ολοκληρωτισμός γιατί στην τελική παρεμβαίνει σε ό,τι έχεις εντός σου, εξαναγκάζει τα συναισθήματά σου να είναι μόνο θετικά, ακόμα κι αν κολυμπάς σε ένα χυλό ανοησίας και ασχήμιας.

Το θεατρικό έργο “Ο Άνθρωπος από το Παντόλσκ” είναι αυτό ακριβώς: μια ιδιότυπη κατάδυση στον σύγχρονο (ρώσικο) ολοκληρωτισμό, που απαιτεί όλα αυτά, που δεν σε αφήνει να δείχνεις δυστυχής με όλα αυτά. Η αστυνομία, ο νούμερο ένα φορέας κάθε καταστολής, αναλαμβάνει και αυτή τη βρώμικη δουλειά, και έτσι δημιουργείται ένα καφκικής προέλευσης αφήγημα: ένας ανύποπτος πολίτης συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει το γιατί και υποβάλλεται σε μια σειρά ευφάνταστων δοκιμασιών (ή βασανιστηρίων), με στόχο την πλήρη χειραγώγηση μυαλού και συναισθημάτων.

Όση ώρα έβλεπα την παράσταση, σκεφτόμουν τον Χάινριχ Μπελ, αλλά σήμερα που έγραφα αυτό το κείμενο θυμήθηκα κι ένα ανέκδοτο από αυτά που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία τη σταλινική περίοδο:

Δύο κρατούμενοι συζητούν στη φυλακή:

– Πόσα χρόνια;

– Δέκα.

– Τι έκανες;

– Τίποτα.

– Μη λες ψέματα, η ποινή αν δεν κάνεις τίποτα, είναι μόνο πέντε.

Στη σταλινική περίοδο δεν μπορούσες να δείχνεις πόσο μίζερη ήταν η παρακολουθημένη ζωή σου, έπρεπε να λες στο γείτονά σου «καλημέρα, σύντροφε Γρηγόρεβιτς» δυνατά και γελαστά, διότι μπορούσε να σε καταγγείλει, πως δεν ήσουν επαρκώς ευτυχισμένος στο σοσιαλισμό, φοβερά πράγματα.

Στις ζωές που ζούμε εμείς σήμερα στη δική μας χώρα και τις παρόμοιες, η απαίτηση για ευτυχία δεν υπάρχει. Εμφανίζεται βέβαια πολλάκις σαν γκεστ σταρ, σαν ύπουλη επιβολή, στις lifestyle εκπομπές για παράδειγμα, που όμως δεν γνωρίζω σε ποιον βαθμό διαμορφώνουν μια πραγματική κατάσταση ή παραμένουν εγκλωβισμένες στα στούντιο που γυρίζονται. Πάντως εκεί, ένα μοντέλο διαρκούς και ψευδούς ευτυχίας παραμονεύει, με συνεχή γέλια, αναίτιες φωνές, ρηχότητα πλασαρισμένη σαν χαλαρότητα και χρωματιστό φόντο. Σαν παραισθησιογόνο που κάνει το γκρίζο σπίτι σου να μοιάζει ουράνιο τόξο και τα φασόλια που θα φας το μεσημέρι γκουρμέ πιάτο, ένας αστακός με αγορείτικο μάραθο. Είναι κι αυτός ένας μηχανισμός της εξουσίας να σε αυτοματοποιεί, να νιώθεις δηλαδή αυτομάτως ευτυχής με πράγματα όπως ένα κυριλέ φουστάνι που λανσάρει μια παρουσιάστρια, ο γάμος δύο ξένων ανθρώπων, ή οι διακοπές κάποιου σελέμπριτι σε μια παραλία. Αν εγκλωβιστεί ο ορισμός της ευτυχίας σου σε κάτι τέτοια, θα αυτοματοποιηθούν τα κλικ μέσα σου που σε κάνουν να χαμογελάσεις ή να κλάψεις ή να φωνάξεις πολλές άσχημες λέξεις, και τότε πού θα βρεις το κλικ για ν’ αλλάξεις τον κόσμο, αυτόν που σε κανονικές συνθήκες θα στόλιζες με τις άσχημες λέξεις σου; Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι σήμερα στη χώρα αυτή, αν δεν πιάσουν τα παραισθησιογόνα και θες να τριγυρίσεις δυστυχής και να πεις στο γείτονα «άσ’ τα να πάνε, σύντροφε Γρηγόρη», κανείς δεν θα ασχοληθεί μαζί σου. Είναι καλό να γνωρίζουμε ποια είναι τα κομματάκια ελευθερίας που έχουμε κερδίσει ώστε να τα προσέχουμε, να μη χάσουμε κανένα απ’ αυτά.

Δεν είναι κι ασήμαντη αυτή η ελευθερία, νομίζω. Γιατί το να υποχρεούσαι να ευτυχείς ή έστω να παριστάνεις τον ευτυχή διαρκώς και αδιακρίτως σε έναν κόσμο που νοσεί, ή έστω σ’ ένα αδιάφορο ισοπεδωτικό Παντόλσκ, μου φαίνεται τεράστια δυστυχία.

Δύο συμπεράσματα πολύ σημαντικά για το μέλλον μας είναι αυτά:

1. Η Δίκη του Κάφκα, Το Λυπημένο πρόσωπο του Μπελ και Ο άνθρωπος από το Παντόλσκ του Ντανίλοφ, αρχίζουν ουσιαστικά με την ίδια σκηνή, κάτι σαν «εκεί που καθόμουν, με συνέλαβαν». Προσέξτε, λοιπόν, αν ένας αστυνομικός παρατηρήσει το λυπημένο σας πρόσωπο εκεί που κάθεστε και σας πλησιάσει, φύγετε γρήγορα. Καλού κακού, αν ένας αστυνομικός σας πλησιάσει για οποιονδήποτε λόγο, φύγετε γρήγορα.

2. Βιβλία με τίτλους όπως «Ζήσε», «Ναι», «Σου αξίζει να ευτυχήσεις», «Θετική ενέργεια, υπέροχη ζωή», «Θέλω πιστεύω μπορώ», «Η ευτυχία κρυβόταν στο κομοδίνο μου» (και αυτοί είναι τίτλοι που βρήκα σε ένα δευτερόλεπτο στο διαδίκτυο) είναι αυτοβελτίωση μόνο για τους συγγραφείς τους, και αν. Μπορεί όμως και να γίνουν μια νέου τύπου αστυνομία της πλαστής ευτυχίας, αν τα αφήσετε.

Πηγές

  1. Ο άνθρωπος από το Παντόλσκ, του Ντμίτρι Ντανίλοφ, θεατρική παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, θέατρο Κιβωτός
  2. Το λυπημένο μου πρόσωπο, διήγημα του Χάινριχ Μπελ, κυκλοφορεί ελεύθερα, π.χ. εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=4eYjjtFgzXo
  3. Η Δίκη του Φραντς Κάφκα (σε δεκάδες εκδόσεις και μεταφράσεις)
  4. Η πίπα του Στάλιν, Ανθολόγηση και μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά, εκδ. Κίχλη

Η  κεντρική φωτογραφία είναι σκίτσο αλιευμένο από το διαδίκτυο, δεν γνωρίζω το δημιουργό. Οι υπόλοιπες εικόνες είναι όλες σκίτσα του Roberto Ciampi.

The post Ένα λυπημένο πρόσωπο από το Παντόλσκ first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/12/02/lypimeno-prosopo-to-pantolsk/feed/ 0 14968
Αύγουστος 1952: Τότε που δολοφονήθηκαν οι ποιητές https://www.aftoleksi.gr/2023/08/26/aygoystos-1952-tote-poy-dolofonithikan-oi-poiites/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=aygoystos-1952-tote-poy-dolofonithikan-oi-poiites https://www.aftoleksi.gr/2023/08/26/aygoystos-1952-tote-poy-dolofonithikan-oi-poiites/#respond Sat, 26 Aug 2023 09:45:19 +0000 https://www.aftoleksi.gr/?p=13989 Κείμενο: Γεωργία Κανελλοπούλου Διάβαζα ένα ποίημα της Άννας Αχμάτοβα, ένα μικρό απόσπασμα από τις Βόρειες Ελεγείες. Τρεις δεκαετίες έγραφε τις Ελεγείες της η Αχμάτοβα, ξεκινώντας το 1921, χρονιά που εκτελέστηκε ο Νικολάι Γκουμιλιόφ και πέθανε ο Αλεξάντερ Μπλοκ. Δεν μπορούσε να ξέρει η Άννα Αχμάτοβα ότι θα ολοκλήρωνε τις Ελεγείες, ακριβώς πριν εκτελεστούν στη χώρα [...]

The post Αύγουστος 1952: Τότε που δολοφονήθηκαν οι ποιητές first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
Κείμενο: Γεωργία Κανελλοπούλου

Διάβαζα ένα ποίημα της Άννας Αχμάτοβα, ένα μικρό απόσπασμα από τις Βόρειες Ελεγείες. Τρεις δεκαετίες έγραφε τις Ελεγείες της η Αχμάτοβα, ξεκινώντας το 1921, χρονιά που εκτελέστηκε ο Νικολάι Γκουμιλιόφ και πέθανε ο Αλεξάντερ Μπλοκ. Δεν μπορούσε να ξέρει η Άννα Αχμάτοβα ότι θα ολοκλήρωνε τις Ελεγείες, ακριβώς πριν εκτελεστούν στη χώρα της 13 ποιητές, ηθοποιοί, γιατροί, μεμιάς.

Τι συνέβη, λοιπόν, στη Μόσχα τη νύχτα της 12ης προς 13η Αυγούστου του 1952;

Ας δούμε ένα σύντομο χρονικό, βήμα προς βήμα, κι ας μοιάζει με ταινία τρόμου – μιλάμε άλλωστε για την εποχή που ο τρόμος μεταμφιέστηκε σε νόμο.

〉 Καθώς οι ναζιστικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τη Μόσχα, οι Ρώσοι Εβραίοι γνώριζαν ότι η ζωή τους ήταν σε κίνδυνο για περισσότερους από έναν λόγους. Κάποιοι, όπως ο διευθυντής του Εβραϊκού Θεάτρου Μόσχας Solomon Mikhoels και ο ποιητής Itzik Fefer, μαζί με λογοτέχνες, ηθοποιούς, γιατρούς, σχημάτισαν την Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή (ΕΑΕ) για να συγκεντρώσουν διεθνή υποστήριξη και κεφάλαια για τη σοβιετική πολεμική προσπάθεια. Η ΕΑΕ τότε ήταν καλή.

〉 Μετά τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, η ΕΑΕ επικεντρώθηκε στην ανοικοδόμηση των εβραϊκών κοινοτήτων, και στη διάσωση της γης και του πολιτισμού των Ρωσοεβραίων. Η ΕΑΕ έγινε κακή.

Η εξουσία δεν συγχωρεί τον παραμικρό ανταγωνισμό, την παραμικρή πρωτοβουλία, πόσο μάλλον όταν συμβαίνει εντός του τοπίου του ξαναζεσταμένου σοβιετικού αντισημιτισμού.

〉 Το 1948, σκοτώθηκε ο Mikhoels σε ένα «ατύχημα» με αυτοκίνητο, με εντολή του Στάλιν, όπως αποκάλυψαν χρόνια αργότερα τα σοβιετικά αρχεία.

〉 Την ίδια χρονιά, 15 επιφανή μέλη της ΕΑΕ συνελήφθησαν. Υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και βάναυσες ανακρίσεις για πολλά χρόνια και τελικά κατηγορήθηκαν για «αντεπαναστατικά εγκλήματα» και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο τον Μάιο και τον Ιούνιο.

〉 Η δίκη κράτησε έξι εβδομάδες. Κανένας κατηγορούμενος δεν δέχτηκε να χρησιμοποιήσει συνήγορο υπεράσπισης.

〉 Τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1952 οι 13 από τους 15 ποιητές, όπως επικράτησε να λέγονται, εκτελέστηκαν στη διαβόητη φυλακή Lubyanka της Μόσχας. Ο 14ος είχε πέσει σε κώμα στη διάρκεια των βασανιστηρίων και δεν συνήλθε ποτέ. Πέθανε προτού τον εκτελέσουν. Η 15η ήταν η διάσημη βιοχημικός Λίνα Στερν, που θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για το σοβιετικό κράτος και έτσι τα κατάφερε με μόλις πέντε χρόνια εξορίας στο Καζακστάν.

〉 Τα πρακτικά της «δίκης» που οδήγησε στη δολοφονία των ποιητών το 1952 δόθηκαν στη δημοσιότητα το 1994.

«Και κάναμε προσπάθεια να αγνοούμε,
τι γίνεται πίσω από τον καθρέφτη,
κάτω από ποιες βαριές και μαύρες μπότες
στενάζουνε συχνά τα σκαλοπάτια
εκλιπαρώντας να τα λυπηθούμε.
Παράξενα χαμογελούσες τότε.
“Ποιον κουβαλάνε πάλι μες στη νύχτα;”
Τώρα από κει, που τα ξέρουν όλα, πες μου:
Τι ήταν αυτό, που ζούσε πλάι μου;»

Αυτό έγραψε, μεταξύ άλλων, η Άννα Αχμάτοβα στις Βόρειες Ελεγείες. Και την προειδοποιούσε, τρομαγμένη, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα: «Δεν φοβάστε να τα γράφετε;»

«Δεν ξέρετε, ότι τα ποιήματα πραγματοποιούνται;»

———————————————————–

Φωτογραφίες:

Η κεντρική εικόνα του άρθρου είναι το εξώφυλλο ενός παιδικού βιβλίου του Leib Kvitko. O Kvitko έφυγε από τη Γερμανία το 1925, επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση και έζησε στη Μόσχα, κυρίως ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και υπέρμαχος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Εκτελέστηκε, ένας από τους 13.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι:

– Ο Peretz Markish, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, που έγραφε στα γίντις, και ορίστηκε πρόεδρος της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής από τον ίδιο τον Στάλιν. Το 1946, πήρε το βραβείο Στάλιν και το 1948 έγραψε ένα ποίημα 20.000 στίχων, εγκώμιο για τον Στάλιν. Λίγους μήνες μετά, συνελήφθη ως εβραίος εθνικιστής και κατάσκοπος. Εκτελέστηκε, ένας από τους 13.

– Ο David Hofstein, ποιητής, που έγραφε (και) στα γίντις, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, ο άνθρωπος που έγραψε το 1920, με εικονογράφηση του Μαρκ Σαγκάλ, τις ελεγείες για την καταστροφή των εβραϊκών κοινοτήτων από τα πογκρόμ του λευκού στρατού. Εκτελέστηκε, ένας από τους 13.

– Ο Solomon Lozovsky, στέλεχος της επανάστασης, και της μπολσεβίκικης κυβέρνησης. Ήταν ο τελευταίος και παλαιότερος μπολσεβίκος που δολοφονήθηκε υπό τις διαταγές του Στάλιν. Εκτελέστηκε, ένας από τους 13.

– Από τα αριστερά προς τα δεξιά: Itzik Feffer, Άλμπερτ Αϊνστάιν και Solomon Mikhoels στις ΗΠΑ το 1943, για τους σκοπούς της ΕΑΕ. Ο Itzik εκτελέστηκε, ένας από τους 13. O Solomon είχε δολοφονηθεί σε «ατύχημα».

Πηγές:

  1. https://fee-org.translate.goog/articles/the-night-of-the-murdered-poets-remembering-one-of-stalin-s-forgotten-killing-sprees/?_x_tr_sl=en&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp
  2. https://www.jewishvirtuallibrary.org/jewish-anti-fascist-committee
  3. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%8D%CF%87%CF%84%CE%B1_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CF%8E%CE%BD
  4. https://www.lifo.gr/blogs/almanac/otan-o-stalin-ypostirize-israil-kai-katadioke-toys-ebraioys
  5. https://vassaras.gr/2014/03/07/%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%B1/

Διαβάστε – δείτε – ακούστε:

  1. Βιβλίο: Το μυστικό πογκρόμ του Στάλιν: Η μεταπολεμική Ιερά Εξέταση της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής από τους Τζόσουα Ρούμπενσταϊν, Βλαντιμίρ Π. Ναούμοφ και Λάουρα Ε. Βόλφσον
  2. Βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=d4iXaW3wYWQ&t=10s
  3. Μουσική: https://www.youtube.com/watch?v=ZF_2ByJHFWQ (Μια μουσική του συνθέτη πολωνικής καταγωγής Mieczysław Weinberg, ο οποίος είχε χάσει όλη του την οικογένεια στο ολοκαύτωμα, πήγε στη Σοβιετική Ένωση, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη Ναταλία, κόρη του ιδρυτή της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής Solomon Mikhoels, κι έγινε φίλος του Σοστακόβιτς. Τον Φεβρουάριο του 1953, ο Weinberg συνελήφθη με την κατηγορία του «εβραϊκού εθνικισμού», αλλά στάθηκε τυχερός: ο Στάλιν πέθανε ένα μήνα μετά, ο Weinberg σώθηκε).

The post Αύγουστος 1952: Τότε που δολοφονήθηκαν οι ποιητές first appeared on Aυτολεξεί.

]]>
https://www.aftoleksi.gr/2023/08/26/aygoystos-1952-tote-poy-dolofonithikan-oi-poiites/feed/ 0 13989