Ένα λυπημένο πρόσωπο από το Παντόλσκ

0

(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Όταν ο Χάινριχ Μπελ έγραψε το διήγημα “Το Λυπημένο μου Πρόσωπο” ήθελε να στηλιτεύσει τον ολοκληρωτισμό του ναζιστικού καθεστώτος. Νομίζω πως το κατάφερε και μόνο μέσα σ΄ αυτή τη μικρή παράγραφο:

“Και μου ‘ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο μου πρόσωπο. Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας, είμαι μετά αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.”

Η μανία της εξουσίας όχι μόνο να δέχεσαι, όχι μόνο να ανέχεσαι, όχι μόνο να μη μιλάς, ούτε καν μόνο να δείχνεις αλλά και να είσαι ευτυχισμένος με τα τερτίπια της, με τον κόσμο που έχει διαμορφωθεί γύρω σου, με τη μιζέρια ή με τα φώτα του θεάματος, με το μέρος που ζεις, τη δουλειά που κάνεις, τη μουσική που παίζουν τα μεγάφωνα το βράδυ των χριστουγέννων, τη διαδρομή σου μέχρι το σπίτι, το ίδιο το σπίτι, τα απέναντι σπίτια, αυτή η μανία μπορεί να γίνει ένας ύπουλος ολοκληρωτισμός γιατί στην τελική παρεμβαίνει σε ό,τι έχεις εντός σου, εξαναγκάζει τα συναισθήματά σου να είναι μόνο θετικά, ακόμα κι αν κολυμπάς σε ένα χυλό ανοησίας και ασχήμιας.

Το θεατρικό έργο “Ο Άνθρωπος από το Παντόλσκ” είναι αυτό ακριβώς: μια ιδιότυπη κατάδυση στον σύγχρονο (ρώσικο) ολοκληρωτισμό, που απαιτεί όλα αυτά, που δεν σε αφήνει να δείχνεις δυστυχής με όλα αυτά. Η αστυνομία, ο νούμερο ένα φορέας κάθε καταστολής, αναλαμβάνει και αυτή τη βρώμικη δουλειά, και έτσι δημιουργείται ένα καφκικής προέλευσης αφήγημα: ένας ανύποπτος πολίτης συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει το γιατί και υποβάλλεται σε μια σειρά ευφάνταστων δοκιμασιών (ή βασανιστηρίων), με στόχο την πλήρη χειραγώγηση μυαλού και συναισθημάτων.

Όση ώρα έβλεπα την παράσταση, σκεφτόμουν τον Χάινριχ Μπελ, αλλά σήμερα που έγραφα αυτό το κείμενο θυμήθηκα κι ένα ανέκδοτο από αυτά που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία τη σταλινική περίοδο:

Δύο κρατούμενοι συζητούν στη φυλακή:

– Πόσα χρόνια;

– Δέκα.

– Τι έκανες;

– Τίποτα.

– Μη λες ψέματα, η ποινή αν δεν κάνεις τίποτα, είναι μόνο πέντε.

Στη σταλινική περίοδο δεν μπορούσες να δείχνεις πόσο μίζερη ήταν η παρακολουθημένη ζωή σου, έπρεπε να λες στο γείτονά σου «καλημέρα, σύντροφε Γρηγόρεβιτς» δυνατά και γελαστά, διότι μπορούσε να σε καταγγείλει, πως δεν ήσουν επαρκώς ευτυχισμένος στο σοσιαλισμό, φοβερά πράγματα.

Στις ζωές που ζούμε εμείς σήμερα στη δική μας χώρα και τις παρόμοιες, η απαίτηση για ευτυχία δεν υπάρχει. Εμφανίζεται βέβαια πολλάκις σαν γκεστ σταρ, σαν ύπουλη επιβολή, στις lifestyle εκπομπές για παράδειγμα, που όμως δεν γνωρίζω σε ποιον βαθμό διαμορφώνουν μια πραγματική κατάσταση ή παραμένουν εγκλωβισμένες στα στούντιο που γυρίζονται. Πάντως εκεί, ένα μοντέλο διαρκούς και ψευδούς ευτυχίας παραμονεύει, με συνεχή γέλια, αναίτιες φωνές, ρηχότητα πλασαρισμένη σαν χαλαρότητα και χρωματιστό φόντο. Σαν παραισθησιογόνο που κάνει το γκρίζο σπίτι σου να μοιάζει ουράνιο τόξο και τα φασόλια που θα φας το μεσημέρι γκουρμέ πιάτο, ένας αστακός με αγορείτικο μάραθο. Είναι κι αυτός ένας μηχανισμός της εξουσίας να σε αυτοματοποιεί, να νιώθεις δηλαδή αυτομάτως ευτυχής με πράγματα όπως ένα κυριλέ φουστάνι που λανσάρει μια παρουσιάστρια, ο γάμος δύο ξένων ανθρώπων, ή οι διακοπές κάποιου σελέμπριτι σε μια παραλία. Αν εγκλωβιστεί ο ορισμός της ευτυχίας σου σε κάτι τέτοια, θα αυτοματοποιηθούν τα κλικ μέσα σου που σε κάνουν να χαμογελάσεις ή να κλάψεις ή να φωνάξεις πολλές άσχημες λέξεις, και τότε πού θα βρεις το κλικ για ν’ αλλάξεις τον κόσμο, αυτόν που σε κανονικές συνθήκες θα στόλιζες με τις άσχημες λέξεις σου; Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι σήμερα στη χώρα αυτή, αν δεν πιάσουν τα παραισθησιογόνα και θες να τριγυρίσεις δυστυχής και να πεις στο γείτονα «άσ’ τα να πάνε, σύντροφε Γρηγόρη», κανείς δεν θα ασχοληθεί μαζί σου. Είναι καλό να γνωρίζουμε ποια είναι τα κομματάκια ελευθερίας που έχουμε κερδίσει ώστε να τα προσέχουμε, να μη χάσουμε κανένα απ’ αυτά.

Δεν είναι κι ασήμαντη αυτή η ελευθερία, νομίζω. Γιατί το να υποχρεούσαι να ευτυχείς ή έστω να παριστάνεις τον ευτυχή διαρκώς και αδιακρίτως σε έναν κόσμο που νοσεί, ή έστω σ’ ένα αδιάφορο ισοπεδωτικό Παντόλσκ, μου φαίνεται τεράστια δυστυχία.

Δύο συμπεράσματα πολύ σημαντικά για το μέλλον μας είναι αυτά:

1. Η Δίκη του Κάφκα, Το Λυπημένο πρόσωπο του Μπελ και Ο άνθρωπος από το Παντόλσκ του Ντανίλοφ, αρχίζουν ουσιαστικά με την ίδια σκηνή, κάτι σαν «εκεί που καθόμουν, με συνέλαβαν». Προσέξτε, λοιπόν, αν ένας αστυνομικός παρατηρήσει το λυπημένο σας πρόσωπο εκεί που κάθεστε και σας πλησιάσει, φύγετε γρήγορα. Καλού κακού, αν ένας αστυνομικός σας πλησιάσει για οποιονδήποτε λόγο, φύγετε γρήγορα.

2. Βιβλία με τίτλους όπως «Ζήσε», «Ναι», «Σου αξίζει να ευτυχήσεις», «Θετική ενέργεια, υπέροχη ζωή», «Θέλω πιστεύω μπορώ», «Η ευτυχία κρυβόταν στο κομοδίνο μου» (και αυτοί είναι τίτλοι που βρήκα σε ένα δευτερόλεπτο στο διαδίκτυο) είναι αυτοβελτίωση μόνο για τους συγγραφείς τους, και αν. Μπορεί όμως και να γίνουν μια νέου τύπου αστυνομία της πλαστής ευτυχίας, αν τα αφήσετε.

Πηγές

  1. Ο άνθρωπος από το Παντόλσκ, του Ντμίτρι Ντανίλοφ, θεατρική παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, θέατρο Κιβωτός
  2. Το λυπημένο μου πρόσωπο, διήγημα του Χάινριχ Μπελ, κυκλοφορεί ελεύθερα, π.χ. εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=4eYjjtFgzXo
  3. Η Δίκη του Φραντς Κάφκα (σε δεκάδες εκδόσεις και μεταφράσεις)
  4. Η πίπα του Στάλιν, Ανθολόγηση και μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά, εκδ. Κίχλη

Η  κεντρική φωτογραφία είναι σκίτσο αλιευμένο από το διαδίκτυο, δεν γνωρίζω το δημιουργό. Οι υπόλοιπες εικόνες είναι όλες σκίτσα του Roberto Ciampi.

Αφήστε ένα σχόλιο

16 − six =