Μία συζήτηση του Μάκη Σταύρου με τον Βολιβιανό διανοούμενο και συγγραφέα Φερνάντο Μαμάνι, του οποίου το βιβλίο Buen Vivir έχει εκδώσει στα ελληνικά η Εναλλακτική Δράση. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον Μ. Σταύρου.
Η Εναλλακτική Δράση, έπειτα από συνεννόηση με φίλους και συναγωνιστές στη Βολιβία, προγραμμάτισε συναντήσεις και συζητήσεις με διανοούμενους και κινήματα προκειμένου να συμβάλει στην προσπάθεια που γίνεται και από άλλες συλλογικότητες στη χώρα μας για διαδοση της ιδέας και της εφαρμογής της Αυτοδιαχείρισης. Σημαντικό κίνητρο για τις συζητήσεις αυτές ήταν οι μεγάλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις που για 7 εβδομάδες, ως γνωστόν, τον περασμένο Ιούνιο, συγκλόνισαν τη Βολιβία και ανάγκασαν την κυβέρνηση να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης για 3 μήνες, μέχρι τα τέλη του Σεπτεμβρίου. Σε όλες τις συζητήσεις που γίνονται εδώ, οι συλλογικότητες θεωρούν σίγουρο ότι οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση από τον Οκτώβριο. Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στις κινητοποιήσεις αυτές οι μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και των εργατών και των αγροτών έθεσαν, για πρώτη φορά, την αυτοδιαχείριση ως βασικό αίτημα διεκδίκησης.
Η πρώτη συνάντηση ήταν με τον Βολιβιανό διανοούμενο και συγγραφέα Φερνάντο Μαμάνι, του οποίου το βιβλίο Buen Vivir, όπως είναι γνωστό, έχει εκδώσει στα ελληνικά η Εναλλακτική Δράση. Η δίωρη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του συγγραφέα έχει βιντεοσκοπηθεί και έχει ξεκινήσει η μετάφρασή της. Το παρακάτω κείμενο, μεταφρασμένο, είναι ένα μέρος της πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης η οποία, όπως ήταν φυσικό, ξεκίνησε με συζήτηση για τις πρόσφατες κινητοποιήσεις και την προοπτική του κινήματος στη Βολιβία. Στο κείμενο, ο Μαμάνι μιλά για το περιεχόμενο του Buen Vivir και τη φιλοσοφία του κοινοτισμού, όπως και την επίδραση που έχει στα κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Εξίσου ενδιαφέροντα είναι και τα υπόλοιπα θέματα της συζήτησης που αναφέρονται στον κοινοτισμό του Buen Vivir και την εφαρμογή του στους κοινωνικούς τομείς, όπως στην οικονομία, την εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τις σχέσεις των φύλων κ.ά. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με συζήτηση για τις εμπειρίες από τις μεγάλες και επιτυχημένες κινητοποιήσεις του 2000 στην Κοτσαμπάμπα, εναντίον της ιδιωτικοποίησης του νερού και του 2003 στη Λα Παζ εναντίον της ιδιωτικοποίησης του υγραερίου.
Εκτός από τη συνάντηση με τον Μαμάνι έχουν προγραμματιστεί συναντήσεις με φοιτητές και εργαζόμενους.
***
Μάκης Σταύρου: Ποιο ήταν το κίνητρο για να τιτλοφορήσετε το βιβλίο σας με τον όρο Buen Vivir;
Φερνάντο Μαμάνι: Καταρχάς θέλω να σας ευχαριστήσω, κύριε Σταύρου, που μεταφράσατε το βιβλίο μου στα ελληνικά και έχουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, φίλες και φίλοι, τη δυνατότητα να το διαβάσουν και να μελετήσουν τη φιλοσοφία των ιθαγενών της Λατινικής Αμερικής.
Όσον αφορά το ερώτημά σας, θέλω να επισημάνω κάτι που όλες και όλοι από την καθημερινότητά μας γνωρίζουμε, ότι δηλαδή, ζούμε σε μια εποχή μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού. Και επειδή στον καπιταλισμό οι κρίσεις είναι μόνιμο φαινόμενο, οι θεωρητικοί του εκπρόσωποι προσπαθούν να ωραιοποιούν τις λέξεις, για να δημιουργούν αυταπάτες στους λαούς και να τους παθητικοποιούν. Με αυτό το σκεπτικό χρησιμοποιούν τη φράση vivir mejor (να ζούμε καλύτερα) και στοχεύουν στο να πείσουν τους ανθρώπους ότι στον καπιταλισμό μπορούν να έχουν καλύτερη ζωή, δηλαδή να αποκτήσουν πολλά υλικά αγαθά και, πιθανόν, να πλουτίσουν.
Στην πραγματικότητα, όμως, η «καλύτερη ζωή» που υποσχονται σημαίνει οικονομική και υλική ανάπτυξη χωρίς όρια, υπερκατανάλωση, συσσώρευση πλούτου και εξουθενωτικός ανταγωνισμός. Αυτές οι συνθήκες, που με μια λέξη τις ονομάζουν ευημερία, όπως διαπιστώνουμε, προκαλούν πολύ αρνητικές επιπτώσεις και στην κοινωνία και στο φυσικό περιβάλλον. Μερικές από τις επιπτώσεις αυτές είναι οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, ο εγωισμός, ο ατομικισμός, η υπερκατανάλωση, η λεηλασία των φυσικών πόρων και η κλιματική κρίση, ενώ ταυτόχρονα, παρά τις υποσχέσεις, γιγαντώνεται η φτώχεια στον πλανήτη.
Για τους λόγους αυτούς, εμείς οι ιθαγενείς απορρίπτουμε τη λογική του vivir mejor (να ζούμε καλύτερα) και έχουμε υιοθετήσει τη φιλοσοφία του buen vivir, που είχαν και οι πρόγονοί μας και σημαίνει να ζούμε ποιοτικά. Η έννοια της ποιοτικής ζωής για τους ιθαγενείς σημαίνει: να καταναλώνουμε αυτά που πραγματικά έχουμε ανάγκη, να έχουμε ισοτιμία σε όλες μας τις σχέσεις, να ζούμε με αλληλεγγύη, να έχουμε καθημερινή πρακτική μας τον κοινοτισμό και, πάνω από όλα, να προστατεύουμε τη φύση. Για τους ιθαγενείς, η λέξη φύση είναι ιερή, και ονομάζεται Pachamama (Μάνα Γη) και τους αγώνες που κάνουμε για να την προστατεύσουμε δεν τους κάνουμε από απλή οικολογική ευαισθησία, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι προστατεύουμε τη μάνα μας.
Όλες αυτές οι αξίες που ανέφερα είναι για εμάς το περιεχόμενο της ποιοτικής ζωής, που υπάρχει στη φιλοσοφία του buen vivir, και για αυτόν τον λόγο επέλεξα τον τίτλο για το βιβλίο. Ο αναγνώστης που θα το διαβάσει μπορεί να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο vivir mejor του καπιταλισμού και στο buen vivir του κοινοτισμού.
Μ.Σ.: Με αφορμη τις σκέψεις αυτές θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο πιο αναλυτικά για τα δύο πρότυπα (paradigmas) οργάνωσης των κοινωνιών που αναφέρεται στο βιβλίο σας: el paradigma occidental (το δυτικό πρότυπο) και el paradigma comunitario (το πρότυπο του κοινοτισμού).
Φ.Μ.: Όσον αφορά το δυτικό πρότυπο θα ήθελα να διασαφηνίσω ότι με τον όρο occidental (δυτικός) δεν εννοώ κάποιον γεωγραφικό χώρο. Αναφέρομαι σε μια συγκεκριμένη μορφή σχέσεων που έχει καθιερωθεί στις λεγόμενες ανεπτυγμένες δυτικές χώρες. Μια μορφή σχέσεων που χαρακτηρίζεται από τον άκρατο καταναλωτισμό, τον ατομικισμό, τον ρατσισμό, την ιεραρχία, την πατριαρχία και άλλα παρόμοια χαρακτηριστικά. Τις σχέσεις αυτές προσπάθησαν να επιβάλλουν και σε εμάς, τους ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής, οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες.
Το δυτικό αυτό πρότυπο που δεν είναι άλλο από το καπιταλιστικό πρότυπο με τις αρνητικότατες συνέπειες που έχει για το περιβάλλον και τους λαούς, προκειμένου να επιβληθεί πιο εύκολα και να γίνει αποδεκτό, υποστηρίζουν ότι είναι το μοναδικό σύστημα που μπορεί να φέρει «ανάπτυξη». Μια έννοια δηλαδή, που δίνει προτεραιότητα στη χωρίς όρια αύξηση της παραγωγής υλικών αγαθών, στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στη συσσώρευση πλούτου από λίγους. Αυτή η «ανάπτυξη», όμως οδηγεί ανάμεσα σε άλλα δεινά, στην καταλήστευση και κατασπατάληση των φυσικών πόρων, στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, στον διαχωρισμό του πληθυσμού σε πλούσιους και φτωχούς, σε μεγάλες αδικίες και το χειρότερο από όλα σε καταστροφικούς πολέμους. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο oι υποστηρικτές του καπιταλισμού αυτή την ανάπτυξη να την αποκαλούν «πρόοδο». Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, κάτω από την πίεση της κλιματικής κρίσης και προκειμένου να κατευνάσουν τις κινητοποιήσεις και τις διαμαρτυρίες εναντίον της κλιματικής αλλαγής την ονόμασαν «πράσινη ανάπτυξη».
Χαρακτηριστική για το πώς χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός τη λέξη ανάπτυξη είναι η συνέντευξη που παραχώρησε στις 20 Ιανουαρίου 1949 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν, όπου αναφερόμενος στην παγκόσμια οικονομία χρησιμοποίησε τους όρους ανάπτυξη και υπανάπτυξη. Έκτοτε καθιερώθηκαν επίσημα οι χαρακτηρισμοί «αναπτυγμένες» και «υπανάπτυκτες» χώρες. Οι «υπανάπτυκτες» που σύμφωνα με τον Τρούμαν είναι οι χώρες του Νότιου Ημισφαιρίου, ονομάστηκαν με μια φράση «τρίτος κόσμος», ο οποίος θα έπρεπε να αναπτυχθεί με τη «βοήθεια» των αναπτυγμένων χωρών. Σήμερα, έπειτα από 75 χρόνια, βλέπουμε και εμείς στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ότι, όχι μόνο δεν υπήρξε καμία ανάπτυξη από τη βοήθεια των αναπτυγμένων χωρών, αλλά αντίθετα βάθυνε το χάσμα ανάμεσα στις πλούσιες και φτωχές χωρες. Και η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά με την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή είναι η περίφημη ανάπτυξη που προσπαθεί να επιβάλλει το δυτικό πρότυπο.
Μ.Σ.: Είναι γεγονός ότι το δεύτερο πρότυπο στο οποίο αναφερθήκατε, το πρότυπο του κοινοτισμού, αποτελεί στις μέρες μας αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Για αυτόν τον λόγο, θα ήθελα να μιλήσετε κάπως πιο αναλυτικά, αφενός για το περιεχόμενο του κοινοτισμού και αφετέρου για τον τρόπο εφαρμογής του.
Φ.Μ.: Γνωρίζω και εγώ ότι ο κοινοτισμός είναι θέμα συζητήσεων σε συλλογικότητες, ακόμη και σε επίσημους θεσμούς σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού, στη δεκαετία του ’70. Για το θέμα αυτό, επίσης, με έχουν προσκαλέσει συλλογικότητες σε αρκετές χώρες, για να παρουσιάσω τον κοινοτισμό με βάση τη φιλοσοφία του Buen Vivir.
Αυτό που πρωταρχικά θεωρώ σημαντικό είναι να γίνει κατανοητό το νόημα της έννοιας της κοινότητας, που έχουμε εμείς οι ιθαγενείς και είναι διαφορετικό από το νόημα της κοινότητας που έχουν στο δυτικό κόσμο. Διότι στο δυτικό κόσμο η κοινότητα κατανοείται ως μία ενότητα και κοινωνική δομή που αφορά μόνο τους ανθρώπους. Για εμάς η έννοια της κοινότητας περιλαμβάνει κάθε μορφής ύπαρξη. Στον κοινοτισμό του Buen Vivir, δηλαδή, δεν παίρνουμε υπόψη μόνο τον άνθρωπο, αλλά βλέπουμε και τον άνθρωπο ενταγμένο στο σύνολο της κοινότητας. Για να σας δώσω να καταλάβετε καλύτερα την έννοια της κοινότητας, θα σας πω ότι στα σχολεία μας τα παιδιά διδάσκονται ότι το πρώτο πρόσωπο δεν είναι το “εγώ”, όπως διδάσκεται στα σχολεία της δύσης, αλλά το “εμείς”. Και λέγοντας “εμείς” δεν εννοούμε μόνο τους ανθρώπους, αλλά ό,τι υπάρχει γύρω μας: τα ζώα, τα φυτά, τά έντομα, τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πέτρες, τα βράχια κ.ά. Αυτό είναι για εμάς η κοινότητα.
Υπό αυτή την αντίληψη, πρωταρχική μας αξία είναι η συμπληρωματικότητα, που σημαίνει ότι κάθε ύπαρξη συμπληρώνει την άλλη και επομένως οι σχέσεις μας διαμορφώνονται με βάση τη σκέψη ότι όλοι και όλα εξαρτώνται από όλους. Σε αυτή τη μορφή σχέσεων, η αξία της αλληλεγγύης δεν είναι ένα απλό σύνθημα, αλλά ζωτική ανάγκη για την καθημερινή μας ζωή. Το ίδιο ισχύει για τις αξίες της αμοιβαιότητας, του σεβασμού, της συνεργασίας κ.ά.
Μ.Σ.: Η διαφορά της έννοιας της κοινότητας ανάμεσα στην ατομοκεντρική αντίληψη που έχει ο δυτικός κόσμος και την αξιακή αντίληψη που έχουν οι ιθαγενείς με βάση το Buen Vivir, έγινε κατανοητή σε θεωρητικό επίπεδο. Θα ήθελα, όμως, να μας πείτε πώς εφαρμόζεται στην πράξη ο κοινοτισμός στους ιθαγενείς.
Φ.Μ.: Στους ιθαγενείς υπάρχει και λειτουργεί, από την προ-Ίνκας εποχή, ένας ιερός θεσμός που ονομάζεται Ayllu (Αϋλού-Κοινότητα) που λειτουργεί με βάση τις αρχές που προηγουμένως αναφέραμε. Καθεμιά Αϋλού έχει μια γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή, όπου ζουν περίπου εκατό οικογένειες. Η γη ανήκει στην κοινότητα και κάθε οικογένεια μπορεί να καλλιεργεί και να διαχειρίζεται ένα κομμάτι γης ανάλογα με τον αριθμό των μελών της. Τα προϊόντα που παράγουν οι οικογένειες ανήκουν στην κοινότητα και η διανομή τους γίνεται με βάση την αρχή της συμπληρωματικότητας και της αλληλεγγύης και με στόχο να ικανοποιούνται οι πραγματικές ανάγκες όλων, οι οποίες καθορίζονται από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που καθεμιά και καθένας έχει αναλάβει. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σας πω ότι μέσα σε κάθε Αϋλού υπάρχουν επιμέρους θεσμοί που λειτουργούν με στόχο να υπάρχει πλήρης διαφάνεια και να γνωρίζουν όλες και όλοι τα πάντα, ώστε να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις.
Ένας από τους θεσμούς αυτούς είναι το Muyt΄a (Μουίτα) που είναι μια μορφή συνέλευσης, στην οποία συμμετέχουν ισότιμα όλα τα μέλη της κοινότητας. Στη συνέλευση αυτή αποφασίζεται η διαχείριση όλων των υποθέσεων και καθορίζονται οι στόχοι της κοινότητας. Επίσης καθορίζονται οι προτεραιότητες και οι συλλογικές δεσμεύσεις για την επίτευξη των στόχων, όπως και οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις όλων που υλοποιούνται εκ περιτροπής. Υπάρχει επίσης ένας άλλος θεσμός που λέγεται Tumpa (Τούμπα), όπου καθαρίζονται οι συγκεκριμένες ευθύνες και υποχρεώσεις που εκ περιτροπής αναλαμβάνει το κάθε μέλος της κοινότητας. Δεν αναλαμβάνουν ευθύνες τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς, οι οποίοι βέβαια, αυτονόητα συμμετέχουν ισότιμα στη διανομή των τροφίμων και των άλλων προϊόντων. Τέλος υπάρχει ο κοινός χώρος που λέγεται Tampu (Τάμπου), όπου βρίσκονται όλα τα διαθέσιμα αγαθά και γίνεται η κατανομή τους με βάση τις αποφάσεις της συνέλευσης Muyt΄a. Όπως καταλάβατε, το Αϋλού, η κοινότητα, λειτουργεί με πλήρη αυτοοργάνωση και αυτοδιαχείριση.
Μ.Σ.: Στην αρχή της κουβέντας μου είπατε ότι η φιλοσοφία του Buen Vivir έχει επηρεάσει τα κινήματα αντίστασης και δικαιοσύνης που τα τελευταία πενήντα χρόνια έχουν εμφανιστεί και δυναμώσει στη Λατινική Αμερική. Θέλετε να μιλήσουμε λίγο περισσότερο για αυτό το θέμα;
Φ.Μ.: Όπως θα πρέπει να γνωρίζετε, κ. Σταύρου, αφού ασχολείστε για πολλά χρόνια και με το ιθαγενικό κίνημα και με το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική, σε όλες τις χώρες που υπάρχουν δυναμικά κινήματα ζουν ιθαγενείς. Θα αναφερθώ στα πιο γνωστά κινήματα. Για παράδειγμα στο Μεξικό, όπου ξεκίνησε το κίνημα των Ζαπατίστας ζουν πολλά εκατομμύρια Μάγιας. Στη Βενεζουέλα όπου ξεκίνησε το κίνημα των Κομμούνων, ζει περισσότερο από ενάμιση εκατομμύριο Γκαραούνος, Στη Βραζιλία, όπου ξεκίνησε το κίνημα MST, ζουν περίπου δύο εκατομμύρια Αμερίντιος, ενώ στην Αργεντινή, όπου, κυρίως, αναπτύχθηκε το κίνημα των αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων ζουν περισσότερο από ένα εκατομμύριο Αμπορίγινες. Αυτοί οι ιθαγενείς πληθυσμοί έχουν σαν βασική τους φιλοσοφία το Buen Vivir και όπως προηγουμένως σας είπα, ο κοινοτισμός του Buen Vivir έχει στον πυρήνα του την αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση. Βεβαίως οι μορφές οργάνωσης του κάθε κινήματος ποικίλουν, γιατί οι ιθαγενείς λαοί σε κάθε χώρα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Όμως, θέλω να επαναλάβω ότι ο κοινοτισμός του Buen Vivir είναι κοινός σε όλους τους ιθαγενείς. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που, κατά τη γνώμη μου αξίζει περισσότερη έρευνα.
Πριν κλείσουμε το θέμα αυτό, θέλω να επισημάνω δύο ακόμη ζητήματα που αξίζει να προσέξουμε. Το πρώτο, που ανέφερα και λίγο πιο πριν είναι ότι τα μεγάλα κινήματα της αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική εμφανίστηκαν και δυνάμωσαν στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και κατά τη γνώμη μου ανοίγουν δρόμους για μία άλλης μορφής κοινωνικο-πολιτική οργάνωση για το μέλλον. Το δεύτερο είναι ότι ο αγώνας και η αντίσταση είναι στοιχεία της ζωής των ιθαγενών, αφού έχουν κάνει μεγάλους και πολύχρονους αγώνες εναντίον των αποικιοκρατών. Και αυτό συνεχίζουν να κάνουν και σήμερα.
Προς επιβεβαίωση της σκέψης μου αυτής, θα σας δώσω κάποια παραδείγματα από τη χώρα μου, τη Βολιβία, όπου οι ιθαγενείς πρωτοστάτησαν σε όλες τις πρόσφατες εξεγερσεις: Πρωτοστάτησαν στην επιτυχημένη εξέγερση εναντίον της ιδιωτικοποίησης του νερού στην Κοτσαμπάμπα, το 2000. Πρωτοστάτησαν επίσης στην εξέγερση εναντίον της ιδιωτικοποίησης του υγραερίου στη Λα Παζ το 2003. Μάλιστα, με αφορμή αυτή την εξέγερση, ο κοινωνιολόγος και συγγραφέας Πάμπλο Μαμάνι, εμπνεύστηκε από την οργάνωση του Αϋλου των ιθαγενών Αϊμάρα και Κέτσουα και έγραψε το βιβλίο Microgobiernos Barriales (Μικρές κυβερνήσεις στις γειτονιές). Τέλος, θέλω να τονίσω ότι και στην πρόσφατη εξέγερση του περασμένου Ιουνίου, εναντίον της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ροδρίγο Παζ, οι ιθαγενείς πρωτοστάτησαν.
—————————————–
